Δεκαέξι ποιήματα της Ευσταθίας Τσιγκάνου

Δεκαέξι ποιήματα της Ευσταθίας Τσιγκάνου

Σήμερα στη στήλη "Στα βαθιά" έχω προσκαλέσει την ποιήτρια Ευσταθία Τσιγκάνου. Η καλεσμένη μου είναι γιατρός ενδοκρινολόγος. Έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές κι έχει μεταφράσει το βιβλίο "Χορεύοντας με την κυρία Ντολλογουέη" της Σίλια Μπλου Τζόνσον. Έγινε αναφορά στην ποίησή της σε δύο διεθνή φιλολογικά συνέδρια.Ποιήματά της έχουν φιλοξενηθεί στον λογοτεχνικό τύπο στην Ελλάδα και τη Βουλγαρία. Η ποίησή της κινείται στα μονοπάτια της αφηγηματικής υπαρξιακής γραφής. Ο λόγος της ζωντανός,παραστατικός,με σαγηνευτική εικονοποιία κι εύστοχους συμβολισμούς. Τα ποιήματά της είναι συνήθως μικρές ιστορίες,με αρχή,μέση και τέλος. Η δημιουργός εμπνέεται από το ατομικό βίωμα,αλλά και συχνά από μορφές της λογοτεχνίας και της τέχνης. Πάντα όμως οι ήρωες των ποιημάτων της είναι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο "οι δικοί της άνθρωποι", αφού τους συνδέουν με την ποιήτρια-αφηγήτρια δεσμοί συγκίνησης. Και τα πρόσωπα της ψυχής της προσεγγίζουν και τον αναγνώστη,οδηγώντας τον στην ταύτιση. Θα ταξιδέψουμε με δεκαέξι πολύ όμορφα ποιήματά της!

Από την ποιητική συλλογή "Το ξυλόφωνο",Εκδόσεις Κύφαντα,2017

Rosebud

     Citizen Kane
     Orson Welles

Γιατί το άλλο
θα παραμείνει ως το τέλος
αίνιγμα της Σφίγγας
ανέγγιχτo από τις ανεμοθύελλες του χρόνου,
ένα έλκηθρο με την επιγραφή ροδανθός
που χάθηκε στις φλόγες,
κλειδί ακουμπισμένο στο περβάζι
που δεν ταιριάζει σε καμιά κλειδαριά.

Έτσι κι εμείς
προσπαθούμε να κάνουμε το άλλο δικό μας
και αυτό ξεγλιστρά,
όπως το αστραφτερό ψάρι
μέσα από τα δίχτυα του απρόσεχτου ψαρά.
Και όταν κοιμόμαστε,
στα όνειρά μας παντοδύναμοι θεοί,
έρχεται μόνο του και μας παραδίνεται. 

Για ένα παιδί

Η Αγάπη φεύγει ένα πρωί
ήσυχη σαν τη γάτα
κατεβαίνει τη σκάλα
κρατώντας τις άσπρες ελβιέλες στο χέρι
κάνει ωτοστόπ
μπαίνει στο πρώτο αμάξι
και εξαφανίζεται.
Να τη, τρίτο κεφάλι αριστερά στο βάθος
στην οικογενειακή φωτογραφία
πίσω από τη θεία Χαρά
το κορίτσι με την κορδέλα και τα φουντωτά μαλλιά.

Όταν ξαναφύγεις Αγάπη
πάρε με μαζί σου.
Θέλω να δω τον κόσμο
με τα δικά σου μάτια. 

Όνειρο Αυγούστου

Χθες ονειρεύτηκα τους γονείς μου.

Ήτανε ο πατέρας στιβαρός σαν τα ψηλά βουνά
και ψύχραιμος σαν το πέταγμα του αετού πάνω στον κάμπο.
Το μέτωπό του λεία λεπίδα μαχαιριού
τα μάτια του δυο κάρβουνα που καίγαν
τα μπράτσα του γεμάτα καρπούς ώριμους.
Και ήταν το ναι του ναι
και το όχι του όχι.
Αγκάλιαζε τον κόσμο η ματιά του
και δεν θυμάμαι πια τα λόγια του,
αλλά δεν θα ξεχάσω ποτέ το νόημά τους.

Δίπλα του στεκόταν η μητέρα.
Ήτανε χρυσαφιά σαν τα σταφύλια του Σεπτέμβρη.
Βύζαινε το μωρό στο ένα της στήθος
και στο άλλο κούρνιαζε ένα σπουργίτι.
Τα μαλλιά της φτερά μεταξωτά
τα χείλη της γλυκό κεράσι.
Τραγουδούσε μια μελωδία θαλασσινή
και μύριζε ανθόσπαρτο λιβάδι.
Και ήταν το γέλιο της χαρά
και το φιλί της πόθος.
Και δεν θυμάμαι πια το πρόσωπό της,
αλλά δεν θα ξεχάσω ποτέ το άγγιγμά της.

Χθες ονειρεύτηκα τους γονείς μου. 

Παρελθόν

Χθες κάποιος ανέφερε το όνομά σου και αυτό έπεσε μέσα μου βαρύ σαν πέτρα στη σιωπή.
Θυμήθηκα μετά ότι σε είχα σκοτώσει ένα σκοτεινό βράδυ στην παραλία του χωριού. Άναψα μια φωτιά με ό,τι βρήκα γύρω, κομμάτια από ελπίδες σπασμένες, φύλλα από σκισμένα ημερολόγια, κουρέλια από μνήμες, έριξα πάνω για λιβάνι τα δυο σου μάτια και σε έκαψα. Από τις φλόγες πετάχτηκαν χιλιάδες χρυσαφιές πεταλούδες.
Χθες κάποιος ανέφερε το όνομά σου και αυτό έγινε πούπουλο, μου χάιδεψε το μάγουλο και το πήρε ο άνεμος. 

Ο Αρχιτέκτονας

Αυτός ο άντρας έχτιζε όμορφα σπίτια για άλλους ανθρώπους.
Τοποθετούσε μέσα με προσοχή έπιπλα που του άρεσαν, πίνακες, λάμπες, χαλιά.
Είχε φτιάξει και τρία σπίτια δικά του.
Στο καθένα είχε βάλει μέσα μια γυναίκα και ένα παιδί.
Σε κάθε σπίτι το τραπέζι πάντα όμορφα στρωμένο, το φαγητό μαγειρεμένο,
το αγαπημένο του κρασί στο ψυγείο.
Τη νύχτα περπατούσε στην πόλη
και κοίταζε μέσα στα φωτισμένα δωμάτια τη ζωή των ανθρώπων,
όπως κοιτάζει κανείς έναν πίνακα ζωγραφικής.
Ξαφνικά μπορεί μια γυναίκα να στεκόταν για μια στιγμή
κάτω από μία λάμπα με πλαίσιο ένα όμορφο μπλε παράθυρο,
πριν τραβήξει την κουρτίνα και τον κλείσει έξω από τον κόσμο της.
Τότε θυμόταν κάποια από τις δικές του ζωές,
τα σπίτια όπου ήταν καλοδεχούμενος.
Τα παιδιά του μύριζαν σαπούνι,
οι γυναίκες υπομονετικές σέρβιραν το φαγητό του.
Για λίγο μπορούσε να πιστέψει ότι δεν ήταν μόνος.
Πέθανε από ανακοπή, άφραγκος, μέσα στις δημόσιες τουαλέτες.
Οι τρεις οικογένειές του τον αναγνώρισαν μετά από τρεις μέρες.
Τριάντα χρόνια αργότερα ο ένας του γιος έκανε τη ζωή του ταινία
και έτσι έμαθα για αυτόν. 

Ο καθηγητής

           Στον Α. Α.

Κρύφτηκαν στα βουνά κυνηγημένοι από ξένους στρατιώτες,
γέροι, γυναίκες, παιδιά.
Όταν κατάφεραν να γυρίσουν στο χωριό
το βρήκαν καμένο από τους δικούς τους, τους Έλληνες.
Δεν ένιωσε μίσος.
Θα είχαν τους λόγους τους, σκέφτηκε.

Στην Αμερική τα σπίτια δεν έχουν στέγες.
Έτσι τα όνειρα μπορούν να πετούν πολύ μακριά.
Κράτησε την απορία στα μάτια
και στην καρδιά το δέος μπροστά στην ομορφιά.

Πίσω στην πατρίδα έψαξε να βρει ένα σπίτι με στέγη.
Οι διωγμοί ξανάρχισαν.
Στρατοδικείο το καθηγητικό κονκλάβιο.
Λίγοι οι φίλοι, καρδιακοί, από τα παλιά.
Και ένα ποίημα γραμμένο με δάκρυα
όταν μικρό παιδί αντίκρυσε το καμένο παιχνίδι. 

Το τελευταίο δάκρυ

Φύλακας άγγελος θέλησα να γίνω,
όπου κι αν πας κι εγώ μαζί σου
και να γλιστράω μέσα σου τις δύσκολες ώρες
που το μυαλό σαλεύει
γιατί πάει να σπάσει η καρδιά,
χίλιες φορές να σε σώζω κάθε μέρα.

Μα μου ’δεσαν πισθάγκωνα τα χέρια
να μην μπορώ να σε στηρίξω,
μου γέμισαν το στόμα χώμα
να μην μπορώ να σου φωνάξω
και με απέπεμψαν, τρελό προφήτη,
με τα μάτια ανοιχτά να βλέπουνε τον πόνο,
να βρίσκουν διέξοδο τα δάκρυα.

Τέλειο μαργαριτάρι κάθε δάκρυ
και πάνω σμιλεμένη η μορφή σου,
άλλη μορφή κάθε φορά.
Μαζεύω δάκρυα με πρόσωπα θολά
και με άλλα άγνωστά μου εντελώς,
μαζεύω και τα δάκρυα τα αρχέγονα
με πόνο χαραγμένα τόσο βαθιά
που το μαργαριτάρι τρυπήθηκε στο κέντρο.

Και δεν ξέρω να σου πω
τώρα που αποφάσισα τη μοιρασιά
(και θέλω τόσο να τελειώνω με όλα αυτά!)
αυτές οι άσπρες πεθαμένες χάντρες πού ανήκουν.
Σε αυτούς που τις σκαλίσαν,
σε σένα που για χάρη σου έκλαψα
ή ίσως και σε μένα.

Μόνο ένα δάκρυ μένει ανεπίδοτο,
ατόφιο και καθαρό σαν γάλα
και μέσα του κρυφή η χάρη της αγάπης.
Το φύλαξα για το τέλος
γιατί δεν έχει ιδιοκτήτη,
σε σένα το χαρίζω
να έχεις να πληρώσεις τον βαρκάρη. 

Ασπρόμαυρος Αύγουστος

Καιρός της διάψευσης και της προδοσίας.
Ο ήλιος κρύβει τα χρώματα.
Λευκό παντού.
Έρημος δίχως σκιές, ένα μεσημέρι ατελείωτο
και εσύ απών.

Οι δύσκολες σκέψεις κυνηγούν καιρούς δύσκολους.
Όμως πίσω από τους βασιλικούς στρατοπεδεύουν τα μυρμήγκια,
τα πεύκα ρίχνουν τις ιδρωμένες βελόνες τους
και η συκιά του παππού λυγίζει από τα μεστά σύκα.
Με τα παντζούρια κλειστά ανασαίνουμε στα κρύα δωμάτια.

Καιρός της ορφάνιας και της ενηλικίωσης.
Η πόλη παραμένει πένθιμη,
ζωγραφιά σε μαύρο τοπίο.
Εμείς αλλάζουμε δέρμα, ηλικία και χρώματα.
Στις πλατείες κατασκήνωσαν οι χαμένες πατρίδες.

Στο τέλος πάμε διακοπές δίπλα στο νερό.
Το φεγγαρόφωτο ερωτεύεται μία σονάτα
και οι αχινοί έχουν γεύση από δάκρυα.
Αγκαλιαζόμαστε με στολές δύτη
ξανακερδίζοντας μια κάποια αθωότητα.

Κυπαρίσσι, 29-8-2015 

Από την ποιητική συλλογή "Η αφή του κόσμου",Εκδόσεις Κύφαντα,2020

Mon semblable, mon frère

Ποιητή μου φίλε μου,
εσύ που μας παραβγαίνεις σε αλαζονεία,
που στα νεκρά μάτια των ψαριών
βλέπεις κρυφά νοήματα
και σύμβολα πίσω από τα καθημερινά μας,
κάθισε να σε κεράσω ένα κρασί.
Παρακαλώ μόνο μην αρχίσεις τις αναλύσεις:
οίνος, μυστικός δείπνος κ.λπ.
Τις μεταφορές και τα τεχνάσματα του επαγγέλματος
μην μας τα επιδεικνύεις.

Άκου, είμαστε άνθρωποι απλοί αλλά δύσκολοι.
Πιες, έτσι μπράβο, άσπρο πάτο,
τραγούδα, χόρευε.
Και αν στο τέλος της βραδιάς σκαρώσεις κάνα ποίημα,
πολύ θα μας κολακέψεις.
Μόνο να πεις τα σύκα σύκα
και τη σκάφη σκάφη.
Το ψωμί μας να το πεις ζωή,
το ποτάμι του χωριού μας μοίρα
και τον αέρα που φυσά το βράδυ στο λιμάνι
να τον πεις ελευθερία. 

Ο Πίνακας του κόσμου

                           Σαν νά ’χαν ποτέ τελειωμό τα πάθια κ’ οι καϋμοί του κόσμου.
                           Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Πότε θα ’ρθει η μέρα εκείνη
που η μαντάμ Μποβαρύ θα φύγει με την ερωμένη της για τις Σεϋχέλλες,
η Πηνελόπη, CEO σε εργοστάσιο υφαντουργίας,
θα φωτογραφίζεται με τον σκύλο της στα γυναικεία περιοδικά,
η Εύα θα ζωγραφίζει τον Αδάμ γυμνό πάνω στο γρασίδι
και ένα κόκκινο μήλο ανάμεσα στα πόδια του,
η Πολυδούρη θα τραγουδάει χέβυ μέταλ
και η Κασσιανή θα στεφτεί αρχιεπίσκοπος.

Πότε θα ’ρθει η μέρα εκείνη
που θα ξεπλύνει το κακό και την αδικία.
Η Φόνισσα του Παπαδιαμάντη θα πλέκει ροζ ζακετάκια,
η Κλυταιμνήστρα θα ποζάρει στο Facebook με την Ιφιγένεια νύφη
και η υπηρετριούλα Μαρία Φαρράρ του Μπρεχτ θα γεννά στη σουίτα του μαιευτηρίου.

Πότε θα ’ρθει η μέρα εκείνη
που οι άνθρωποι σε όλη τη γη θα δώσουνε τα χέρια,
θα ξαλαφρώσει της γης ο προαιώνιος πόνος
και θ’ ακουστούν όλες οι φωνές σε ένα τραγούδι.
Πότε θα ’ρθει η μέρα εκείνη
που ένα μικρό παιδί θα ισιώσει
τον στραβοκρεμασμένο πίνακα του κόσμου! 

Η πόρτα του Παραδείσου

Γυναίκα με τα πεινασμένα μάτια και το σφιγμένο στόμα
με το μαύρο φόρεμα και το βυσσινί μαντήλι
με τα μακριά δάχτυλα και τη φωνή μπάσα από τα τσιγάρα,
που κάθεσαι στο διπλανό τραπέζι
ανάμεσα σε άντρες κυνηγούς και νάρκισσους,
κάπου σε έχω ξαναδεί.

Πολύ παλιά
έκοβες τα μαλλιά του Σαμψών,
κράταγες το μαχαίρι του Αιγίσθου
και έτρωγες μικρά παιδιά
στο σοκολατένιο σου σπίτι.

Γυναίκα που σκαλίζεις τις νύχτες τα σκουπίδια,
γυναίκα πεινασμένη για αγάπη,
κάπου σε έχω ξαναδεί, πολύ παλιά, αδελφή μου,
όταν άνοιξε η πόρτα του παραδείσου
και βγήκες στον λασπωμένο δρόμο,
μια ντροπιασμένη Εύα. 

Το ζευγάρι

Ο χρόνος μας είναι πολύς
αλλά και λίγος.
Γι’ αυτό θα σε ρωτήσω τώρα που νιώθω ευτυχισμένη
(η ερώτησή μου δεν θα άρμοζε σε ώρες γεμάτες βάσανα),
θα ’θελες να γεράσουμε μαζί;
Δεν εννοώ αυτό που συνήθως υπονοεί αυτή η ερώτηση –
να φροντίζουμε ο ένας το ερείπιο του άλλου.
Εννοώ, πώς θα σου φαινόταν
να περπατάμε δίπλα δίπλα,
μέχρι το τέλος;
Θα με ρωτήσεις ίσως με το λογικό σου μυαλό,
ποιανού το τέλος;
Και των δύο φυσικά,
όποιος φτάσει πρώτος στο τέλος
θα περιμένει τον άλλον.
Ως τότε όμως σημασία έχει να σου θέτω την ερώτηση:
θα ’θελες να γεράσουμε μαζί;
Γιατί η εναλλακτική εκδοχή,
να προχωράμε χωριστά στο αύριο,
χωριστά στον πόνο και τη χαρά,
στον φόβο και την ελπίδα,
μου είναι αφόρητη.
Γι’ αυτό σε ρωτώ:
θά ’θελες να γεράσουμε μαζί;
Μη βιαστείς να μου απαντήσεις.
Μου αρκεί που ρώτησα. 

Το δέος των λουλουδιών

Τα λουλούδια σκορπίζουν το άρωμά τους σε όλους.
Δεν νοιάζονται αν το απολαμβάνει
άγγελος ή δολοφόνος.
Τα λουλούδια δεν είναι όπως εσύ κι εγώ.
Δεν τα αφορά η κακομοιριά των ανθρώπων.
Δεν δείχνουν τυφλή εμπιστοσύνη ούτε καχυποψία.
Δεν περιμένουν τη φθορά και τον θάνατο όπως εμείς.
Τη νύχτα χαμογελούν ευτυχισμένα,
ραντισμένα με τη δροσιά των άστρων.

Τα λουλούδια δεν γράφουν ποιήματα
αλλά έχουν εμπνεύσει εραστές
και έχουν βοηθήσει κάποιες μοναχικές ψυχές
να ατενίσουν την αιωνιότητα
και να βιώσουν το δέος.

Τα λουλούδια γνωρίζουν το μυστικό
που ίσως δεν θα μάθουμε ποτέ.
Ανασαίνουν τη γενναιόδωρη ανάσα της ζωής
και χαρίζουν το άρωμά τους επί δικαίων και αδίκων
μέχρι το τέλος.

Η αφή του κόσμου

Ερωτεύομαι σε πρώτο πρόσωπο
το λευκό ελάφι στον Μέλανα Δρυμό,
το μαργαριτάρι στον πίνακα του Βερμέερ,
τη γάτα στο παράθυρο με τα γεράνια
και τη μυρωδιά του ιδρωμένου ψωμιού.

Ερωτεύομαι σε πρώτο πρόσωπο,
ονειρευόμενη πάντα το άλλο πρόσωπο,
τη φευγαλέα ματιά, το θρόισμα του βελούδου,
τα νυχτερινά ταξίδια στο κατάστρωμα
και τη βροχή στα μάτια σου εκείνο το βράδυ.

Ερωτεύομαι σε πρώτο πρόσωπο
το φρέσκο χιόνι στο μονοπάτι των Κενταύρων,
το τρίξιμο του σανιδιού στο κλειστό σπιτικό,
τα αναμμένα κεριά στην ολονυχτία κάτω από την Ακρόπολη
και τα ζεστά μάγουλα των κοιμισμένων παιδιών.

Ερωτεύομαι σε πρώτο πρόσωπο
κάθε ήχο, κάθε χρώμα, κάθε οσμή,
την αφή του κόσμου όλου που περικλείει την ομορφιά
σε κάθε όνειρο του ανθρώπου που δεν γεννά εφιάλτες.

Στο παρόν και στον χρόνο
ερωτεύομαι το ίδιο πρόσωπο
του έρωτα και της ψυχής
το δικό μου και το δικό σου
το πρόσωπο πίσω από τις μάσκες το πρόσωπο του Θεού. 

Η πρώτη δοκιμή

(απόσπασμα)

3. Ο μικρός Ίκαρος

Μου έσφιξε ο μπαμπάς γερά τα δυο φτερά στις πλάτες.
Ο ήλιος είχε ξεπροβάλλει από ώρα.
Είχαμε αργήσει να φτάσουμε ψηλά στο βουνό
γιατί όλο σταματούσαμε για να χαζέψω γύρω.

Είδαμε πεταλούδες, πράσινες σαύρες
και ένα φίδι γκρίζο και γυαλιστερό
μπροστά στα πόδια μου σούρθηκε μέσα στους θάμνους.

Μετά σταθήκαμε να χαζέψουμε έναν σταυραετό,
πόσο εύκολη έκανε να φαίνεται η βουτιά του
και τι τεράστια η σκιά του πάνω στον κάμπο!

Πήρα κι εγώ φόρα και απογειώθηκα με την πρώτη.
Έβλεπα να τρέχει από κάτω μου η γη,
γλιστρούσα, κέρδιζα ύψος, πέταξα,
ο ήλιος έκαψε τα μάγουλά μου.

Από τη θάλασσα φύσηξε ένα αγέρι δροσερό.
Μύρισε ο κάμπος θυμάρι και φασκόμηλο.
Θυμήθηκα για μια στιγμή τη μάνα μου
να βράζει τα ξερά μυρωδάτα φύλλα
και να μου δίνει να πιω γουλιά γουλιά το τσάι
όταν καιγόμουνα στον πυρετό.

Φλεγόταν το κορμί μου αλλά δεν λιώσαν τα κέρινα φτερά
και έκανα μια τελευταία τεράστια βουτιά
Τεράστια
Τελευταία
Βουτιά
Σκιά σταυραετού
Τεράστια
Βουτιά
Πάνω στον κάμπο. 

Ερωτική εξομολόγηση σ’ έναν ψυχοπαθή και νάρκισσο

Στον Ηλία

Καλλονέ μου εσύ στο παράθυρο
με τα πράσινα ζωηρά μάτια
να φωτίζουν αυτό το babyface
και τα άσπρα σου μουστάκια που τρεμοπαίζουν
καθώς παρακολουθείς τα περιστέρια,
στό ’χω πει ότι είμαι ερωτευμένη μαζί σου;

Μου γυρίζεις επιδεικτικά την πλάτη.
Τώρα βλέπω μόνο τα τεντωμένα αυτιά
και την όρθια μαλακιά σου γούνα.
Ξέρω ότι αντί για το φιλί που σου σκάω στη μύτη
θα προτιμούσες λίγο τόνο καπνιστό.
Πάντα σκέφτεσαι κάτι άλλο όταν σου μιλώ!
Ίσως την επόμενη επίθεσή σου στις γάμπες της Μυρτώς
ή απλά αν είναι ώρα να περιποιηθείς τα νύχια σου.

Αν και για τα αισθήματά μου αδιαφορείς,
τη νύχτα όταν θα έρθεις στο κρεβάτι μου
θα γουργουρίζεις ευτυχισμένος στην αγκαλιά μου.
Γνωρίζουμε και οι δυο καλά ότι αυτό είναι αρκετό
για να συντηρείς τον έρωτά μου για πάντα.

Βιογραφικό σημείωμα

Η Ευσταθία Τσιγκάνου γεννήθηκε το 1960 στον Πειραιά.Είναι γιατρός ενδοκρινολόγος.Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά στην Ελλάδα (Τα Ποιητικά,Φηγός κ.ά) και στη Βουλγαρία (Literaturen Vestnik).Η ποίησή της υπήρξε αντικείμενο ανακοίνωσης σε δύο διεθνή φιλολογικά συνέδρια (Σόφια 2017,Λουντ 2018).Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές 4+1 Εποχές (Πολύτροπον,2013) ,Το ξυλόφωνο (Κύφαντα,2017) ,Η αφή του κόσμου (Κύφαντα,2020).Επίσης,έχει μεταφράσει το βιβλίο Χορεύοντας με την κυρία Ντολλογουέη της Celia Blue Johnson (Πολύτροπον,2015).

Έννεπε Μούσα

Έννεπε Μούσα!
Για τους εραστές της ποίησης και της στιχουργικής!
Για προβολή γνωστών κι άγνωστων δημιουργών!
Για επικοινωνία μέσα από έργα αγαπημένα!
Έννεπε Μούσα!
Με όχημα την πένα, το ταξίδι, τ’ όνειρο!!!

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ

Η  αναδημοσίευση του περιεχομένου του παρόντος διαδικτυακού ιστότοπου ΕΝΝΕΠΕ ΜΟΥΣΑ επιτρέπεται ΜΟΝΟ με την παράθεση πηγής και ενεργού συνδέσμου (link).

  

Τα Cookies βελτιώνουν την απόδοση της σελίδας μας. Δεν αποθηκεύουμε προσωπικές σας πληροφορίες. Μας επιτρέπετε να τα χρησιμοποιούμε;