Δέκα ποιήματα του Χρήστου Μουζεβίρη

Δέκα ποιήματα του Χρήστου Μουζεβίρη

Σήμερα θα σας παρουσιάσω έναν νέο ποιητή που μένει στην Ιρλανδία,τον Χρήστο Μουζεβίρη.Ο φιλοξενούμενός μου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Αφού σπούδασε τουριστικά,εργάστηκε αρχικά ως ξενοδοχοϋπάλληλος στη Χαλκιδική και στη γενέτειρά του. Με το όνειρο να ταξιδέψει στην Ευρώπη, μετανάστευσε στα 26 του στο εξωτερικό. Αυτή τη στιγμή μένει μόνιμα στο Δουβλίνο κι εργάζεται στον δημόσιο τομέα. Στη φαρέτρα των σπουδών του μπήκε κι η δημοσιογραφία πριν από οχτώ χρόνια.Έτσι άρχισε ν'ασχολείται και με την αρθρογραφία σε διαδικτυακά περιοδικά. Το 2019 εξέδωσε την ποιητική του συλλογή "Μορφέας" με ποιήματα που είχε γράψει πριν από τα είκοσι χρόνια του. Η δουλειά αυτή είναι εμπνευσμένη από την αρχαιοελληνική μυθολογία,από τραγούδια ροκ συγκροτημάτων, από ταινίες, από το έργο κάποιων γνωστών ποιητών κι ό,τι άλλο αποτέλεσε επιρροή για την τότε εφηβική ψυχή του δημιουργού μας. Το έργο διαπνέεται από άκρατο λυρισμό, φρεσκάδα κι αθωότητα. Ο λόγος του είναι αλληγορικός, μ' ολοζώντανες εικόνες κι υποβλητική ατμόσφαιρα. Θα γνωρίσουμε οκτώ ποιήματα αυτής της εργασίας και δυο αδημοσίευτα που πρόσφατα ο ίδιος έγραψε. Μπορούμε να διακρίνουμε την εξελικτική πορεία στο γράψιμό του,αλλά είναι φανερό πως το παιδί μέσα του παραμένει ζωντανό!

Μορφέας

Της φωτιάς κοιτάζοντας την καρδιά,
Που το φως της σου αρπάζει τη ματιά,
Πουλιών φτερούγες να πλησιάζουν άκουσα.

Έπειτα όλα σκοτείνιασαν,
Οι μαύρες φτερούγες μ’ αγκάλιασαν,
Και σ’άλλη διάσταση με άρπαξαν.

Σε αρχαίας πόλης παζάρι μ’αφήσαν,
Όπου έμποροι την πραμάτεια τους διαλάλιζαν,
Και κυράδες τα πολύτιμά τους αντάλλασσαν.

Ακολούθησα τυχαία κάποιο μονοπάτι,
Που μ’έβγαλε σε πανέμορφο παλάτι.
Μαύρο σαν του έβενου το ξύλο,
Και μεγαλόπρεπο σαν τον δύοντα ήλιο.

Οι πύλες του ανοίξαν στην πνοή μου,
Τα άνθη άνοιξαν κάτω απ’την μορφή μου,
Και τούτη η μαγεία προς τιμή μου.

Τα μονοπάτια μονάχα τους ανοίξαν,
Στην πόρτα του ανάκτορου μ’οδηγήσαν,
Οι υπηρέτες σαν άρχοντά τους με καλωσορίσαν.

Τον τελευταίο ρώτησα στην σειρά,
Μου απάντησε πως καλεσμένος ήμουν του βασιλιά.
Και ρούχα καινούρια μου’δωσε, ν’αλλάξω τα παλιά.

Και ήταν τα ρούχα μεταξωτά, όλα ωραία,
Μα τον θαυμασμό μου έκοψε φωνή.
«Θα δειπνήσετε τώρα με τον βασιλιά Μορφέα.»

Πέρασα σε αίθουσα μαγευτική,
Ο Μορφέας και τ’αδέρφια του με περίμεναν εκεί,
Υπό κεριού φως και άρπας μουσική.

Με δέος υποκλίθηκα στους αρχαίους θεούς,
Γελώντας αυτοί με κέρασαν λωτών καρπούς,
Την μνήμη μου να σκοτώσουν,
Για πάντα να μείνω μαζί μ’αυτούς.

Ο Φάντασος μου έταξε χρυσό παλάτι,
Ο Φοβήτορας ένα γρήγορο μαύρο άτι.
Μόνο μαζί τους να μείνω,
Χωρίς γι’αντάλλαγμα να ζητήσουν κάτι.

Μα άρχισα απ’τον κόσμο του ονείρου να σβήνω,
Πάλι του δικού μου κομμάτι για να γίνω,
Καθώς της ημέρας οι θόρυβοι κυνήγησαν τον Ύπνο.

Όμως η Νύχτα θα ξανάρθει και πάλι,
Τους γιους της να μου στείλει στο προσκεφάλι,
Το πνεύμα μου για πάντα μαζί τους να πάρουν,
Και πιστό υπηρέτη τους να με κάνουν.

Μορφέας,Χρήστος Μουζεβίρης,Θράκα,2019

Ηώς

Η Νύχτα αγγελιάστηκε,
Ξεθώριασε και άρπαξε απ'το χέρι την Ηώ,
Oυράνιο στήνοντας χορό.

Ξύπνησε και η Αφροδίτη με τις Πλειάδες,
Κόρες αστροΐσκιωτες πανώριες,
Και του Εφτάχρωμου κλέψαν τις ανταύγειες
Την Ηώ βάφοντας, με έμπνευση γεμάτες.

Κάθε λογής σ'εμένα ήρθε Αγέρι,
Με αυροφίλησαν, με πήραν απ'το χέρι,
Μου φόρεσαν και ουρανί ατλάζι,
Γυμνός να μην είμαι μεσ'το αγιάζι.

Στον ουρανό μ'ανέβασαν σαν αερικό,
Και ξεφάντωσα στο γλέντι το εωθινό.
Μα σαν καλόφεξε ξανά ο Ήλιος,
Στο στρώμα βρέθηκα να με ζαλίζει ο Ύπνος.

Αβυσσώθηκε η Νύχτα μπρος τον Ήλιο τον ρούσο,
Η Ηώ και οι κόρες την ακολούθησαν ξωπίσω,
Και'γω τα μάτια μου προσπάθησα ν'ανοίξω,
Καθώς την Ημέρα έπρεπε να καλώς ορίσω.

Μορφέας,Χρήστος Μουζεβίρης,Θράκα,2019

Όναρ

Σκίζω το πέπλο και το κάνω φτερά,
στην αντίπερα όχθη πέρα απ’ τα σύννεφα,
να πετάξω ψηλά μαζί μ'αυτά,
παίρνοντας του ονείρου τα σύνεργα.

Τη μορφή μου αλλάζω σαν ρούχα παλιά,
τον εαυτό μου χάνω σε λειβάδια απέραντα,
και τον παράδεισό μου ζωγραφίζω μετά,
με του Εφτάχρωμου τα χρώματα τ'ατέρμονα.

Και φαίνονται όλα σαν Ανοιξιάτικη γιορτή,
κατσικοπόδαροι δαίμονες με κρασί εδώ και εκεί ,
τις Νεράιδες του νερού ξελογιάζουν,
γλυκιά να παίξουν μουσική.

Μα όταν το Όνειρο απ'το χορό θα κουραστεί,
και τον Ήλιο η Σελήνη θα διαδεχτεί,
τις ασημένιες ανταύγειες της θα στείλει,
Σε κάθε βουνό και το κάθε τριφύλλι.

Της Νύχτας τα πέπλα σαν θέλει να βάψει,
μα την μυστικότητά της δεν μπορεί να αλλάξει,
Μόνο τις ώρες κάνει λιγότερο φοβερές και άδειες,
Με τις υπέροχές της αυτές ανταύγειες.

Ξάφνου τον Χειμώνα νοιώθω απο μακριά,
τον ερχομό του με συνοδεία από τσέλα και βιολιά,
και για να προστατευτώ από τον κρύο βοριά,
Στου Έρεβους γυρεύω ζεστασιά στα παπλώματα.

Ο Ύπνος με παίρνει στην αγκαλιά του,
και ποιος ξέρει που θα ξυπνήσω άραγε,
ίσως στις χώρες του Θανάτου.

Μορφέας,Χρήστος Μουζεβίρης,Θράκα,2019

Εννέα για την Αγάπη πάθη

Εξάντλησα εννιά ζωές,
Εβδομάδα μ’οκτώ έκανα ημέρες.

Στον κόσμο τέλεσα θαύματα επτά,
Βασίλεια έξι γκρέμισα ξακουστά.

Ταξίδεψα και έψαξα στις πέντε τις ηπείρους,
Γυρνώντας τες εχάθηκα σε τέσσερις ερήμους.

Αγάπησα και πρόδωσα τους τρεις που είναι Ένας,
Δυο δρόμους οι Μοίρες μου’δειξαν, σωτήριος κανένας.

Κι’όλα αυτά τα βάσανα για να βρω το ένα,
Κλειδί ν’ανοίξω τη φυλακή,
Για να’ρθω κοντά σε εσένα.

Μορφέας,Χρήστος Μουζεβίρης,Θράκα,2019

Η αυγή της αδρανούς Ψυχής

Ψυχή τυφλή και κουφή,
Την αλλαγή δεν βλέπεις που’ρχεται,
Την καταστροφή ή την λύτρωση.

Δεν ακούς την βουή του ανέμου,
Την δυνατή καταιγίδα,
Τα ρυθμικά τύμπανα που πλησιάζουν.

Όλους τους οιωνούς μιας σαν άνοιξη ανανέωσης,
Ή της ολοκληρωτικής καταστροφής,
Που θα σ’αφήσει ολόγυμνη
Αν όχι νεκρή.

Καιρός να ξυπνήσεις
Και να υποδεχτείς την αλλαγή.
Να είσαι κάτω απ’την πύλη του τείχους
Που σε περιτριγυρίζει,
Σαν σωστή οικοδέσποινα,
Και ότι και να πλησιάζει, να το καρτερείς.

Και μη λυπηθείς αν τελικά σε καταστρέψει,
Κοίταζε μόνο τα κομμάτια σου να είναι κοντά,
Να τα μαζέψεις και να στυλωθείς.

Μορφέας,Χρήστος Μουζεβίρης,Θράκα,2019

Αυγερινός

Καθώς ο ήλιος δύει απόψε,
Αναγγέλλοντας τον προσωρινό θάνατό του,
Τον ουρανό κοκκινίζει σαν ματώνει,
Και τα πλησίον του σύννεφα γεμίζει,
Με κηλίδες απ’το καυτό, πύρινο αίμα του.

Το σκοτάδι σαν κουβέρτα τυλίγω γύρω μου,
Μα σκέπασμα είναι δίχως αστέρια ή φεγγάρι,
Και ζηλεύω τον αληθινό ουρανό.

Διότι μέσα μου αμυδρό μόνο φως υπάρχει,
Και της ελπίδας ο Αυγερινός,
Που τ’αύγασμά του τους φόβους μου σκεπάζει.

Με οδηγεί στην έξοδο του μονοπατιού
Ή με σπρώχνει σε βαθύτερο σκοτάδι,
Μα απ’το τίποτα δεν μπορώ ν’αποκλείσω το κάτι.

Την περιπλάνηση θα ξαναρχίσω το επόμενο βράδυ,
Που θα ματώσει σαν λεπίδι τον ήλιο,
Το τέταρτο του ασημένιου φεγγαριού.

Μορφέας,Χρήστος Μουζεβίρης,Θράκα,2019

Σκιά Πολέμου

Εικόνες στο μυαλό μου έρχονται,
Σαν την Γκερνίκα του Πικάσο.

Πώς να ξεχάσω,
Τις χιλιάδες ψυχές, τις θάλασσες από αίμα

Και δεν είναι ψέμα,
Πώς άνθρωπος τον άνθρωπο σφαγιάζει,
Και δεν τον πειράζει,

Που αιώνες συμφέροντα, μίσος
Και ίσως
Κάποιος ψεύτικος θεός,
Παιδιά από τις σάρκες τους γυμνώνει,
Και ότι άνθρωπος έχτισε ισοπεδώνει.

Σκιά πολέμου περνά απ’την πόλη,
Και την σκελετώνει.
Με την αυγή τι μένει;
Κορμιά ερείπια και πληγές που ο χρόνος επουλώνει.
Μα η ιστορία δεν τελειώνει.

Μορφέας,Χρήστος Μουζεβίρης,Θράκα,2019

Ταξίδι στην Ονειροχώρα

Υγρό και σκοτεινό απόγευμα σήμερα,
Το μυαλό μου βουτά σε ωκεανούς σκέψεων,
Που πουθενά δεν οδηγούν.

Ανήσυχο πνεύμα απ’τα σπλάχνα μου βγαίνει,
Σαν κάτι να θέλει,
Και την γύρω ερημιά πίσω αφήνει,
Σαλπάροντας για της Φαντασίας τις πολιτείες,
Πάνω σε δελφίνι.

Στα παζάρια γυρνά,
Και πουλά ότι άσχημο έχει,
Κάτι καινούριο να πάρει,
Κάτι που η επιθυμία του επιβάλλει.
Πίσω σαν γυρίσει, ενθύμιο και φυλαχτό να έχει,
Για όταν στα μονοπάτια της ζωής του θα βρέχει.

Μα σαν γυρίσει, σε λάθος κόσμο βρίσκεται
Σε λάθος εποχή.

Τίποτα απ’το παζάρι δεν θα του μείνει,
Στο πέρασμα των συνόρων θα χαθούν,
Όταν το πνεύμα κουρασμένο απ΄το ταξίδι
Επιθυμήσει την γαλήνη.

Και σαν ξυπνήσει,
Ελαφριά θα’ναι η θύμηση του ταξιδιού,
Ασήμαντη.

Άλλη περιπέτεια τότε θα αναζητήσει,
Αυτή που στον κόσμο που ζει,
Δεν θα μπορέσει να ζήσει.

Μορφέας,Χρήστος Μουζεβίρης,Θράκα,2019

Αγάπη Ορέων (Ανέκδοτο)

Από της Γης τα σπλάχνα
Και οι δυο γινήκαμε.
Χώμα εγώ, χώμα και εσύ.

Μα ο εγωϊσμός
Βουνά τα κορμιά μας έκανε.
Βράχος το πείσμα,
Χιλιόμετρα η απόσταση.

Από μακριά τον άλλο αντικρίζουμε,
Του χρόνου την διάβρωση καθώς υποστούμε.

Βροχή το συναίσθημα,
Πότε δάκρυ, πότε ως καταιγίδα
Την πέτρα αργά θα γλύψει.

Ίχνη μας στην θάλασσα παρασύρονται
Ρυάκια από την λάσπη του εαυτού μας,
Μπας και σμίξουν σε κάποιο ηλιοβασίλεμα.

Μέχρι που και η καρδιά γρανίτης γίνεται
Και εμείς στο τέλος μόνοι.
Χώμα εγώ, χώμα και εσύ.
Αυτό μας αξίζει.

04/01/2021.

Εωσφόρος (Ανέκδοτο)

Τα φτερά σου να ανοίξεις
Από παιδί ονειρεύεσαι
Στον ορίζοντα να πετάξεις
Καθώς ανδρειεύεσαι.

Όμως έχε το νου σου
Πως αν φτάσεις πολύ ψηλά
Λίγοι για άγγελο θα σε περάσουν
Δεν το έχουν όλοι στην καρδιά.

Το βλέμμα τους δεν σηκώνουν
Απ’της ψυχής τους τον χθονό
Ως δέσμιοι αλυσίδων από φθόνο.

Δεν αντέχουν άλλοι στον ουρανό να πετούν
Γιατί αυτοί δεν το τολμούν
Το κεφάλι έχουν μάθει να ανεβάζουν
Μόνο τους Ίκαρους για να χλευάσουν.

Και αν οι ίδιοι δεν σε κρημνίσουν
Όταν από κούραση ή λάθος θα πέφτεις
Θα σε συζητήσουν.

Την πτώση σου σκοπό τους θα βάλουν
Και κήρυγμα έπειτα θα σου κάνουν
Πως πολύ κόμπαζες
Αμαρτία οι άνθρωποι ψηλά να φτάνουν.

Μα εσύ της ψυχής σου το καθήκον να κάνεις
Κάλλιο αστέρι και πουλί
Και ας είναι το φως σου σαν την Αυγή
Αμυδρό και για μια στιγμή.

Ανάμεσά τους για πάντα αν μείνεις
Σαν και του λόγου τους θα γίνεις
Με μαύρη ψυχή και απωθημένα
Και όνειρα στην πίσσα κολλημένα.

Για αυτό σήκω ψυχή μου και πέτα
Δαίμονας όταν πέφτεις δεν γίνεσαι
Μα μόνο σαν τα φτερά σου είναι κομμένα.

31/10/2020.

Βιογραφικό σημείωμα

Ο Χρήστος Μουζεβίρης γεννήθηκε τον Δεκέμβριο του 1977 στην Θεσσαλονίκη. Σπούδασε τουριστικά και εργάστηκε τα πρώτα χρόνια της ζωής του, ως ξενοδοχοϋπάλληλος στην Χαλκιδική αλλά και στην γενέτειρά του.Στα 26 του χρόνια αποφάσισε να μεταναστεύσει στην Ιρλανδία, με σκοπό να ταξιδέψει από εκεί στην Ευρώπη. Εγκαταστάθηκε τελικά μόνιμα στο Δουβλίνο, όπου και διαμένει σήμερα και εργάζεται στον δημόσιο τομέα. Πριν 8 χρόνια ξεκίνησε τις σπουδές του στην δημοσιογραφία,και άρχισε να αρθρογραφεί για διάφορα διαδικτυακά περιοδικά που επικεντρώνονται σε θέματα για την Ευρωπαϊκή Ένωση, την Ελλάδα,καθώς επίσης με τα πολιτικά και κοινωνικά δρώμενα. Κάποιοι φίλοι αρθρογράφοι και συγγραφείς, τον παρακίνησαν να δημοσιεύσει την ποιητική του συλλογή, την οποία την είχε γραψει πριν τα 20 του χρόνια, και για πολλά χρόνια έμενε στα συρτάρια του.Η ποίηση του Χρήστου είναι επηρεασμένη από τα ερεθίσματα που είχε στην εφηβεία του, όπως ελληνική μυθολογία,διάφορα ροκ μουσικά συγκροτήματα, κινηματογραφικές ταινίες αλλά και άλλους ποιητές- Έλληνες και ξένους- όπως ο Κωστής Παλαμάς και ο Έντγκαρ Άλαν Πόε. Την χαρακτηρίζει ως γκόθικ ρομαντικό σουρεαλισμό, και στόχο του έχει να ταξιδεύει τους αναγνώστες του με έντονο συναισθηματισμό και συμβολισμό, στις μελαγχολικές του αναζητήσεις.Ο Χρήστος ασχολείται ερασιτεχνικά εκτός από την ποίηση και τη δημοσιογραφία, με τη ζωγραφική και τη φωτογραφία.