Δέκα ποιήματα του Τάσου Κυρτάσογλου

Δέκα ποιήματα του Τάσου Κυρτάσογλου

Σήμερα στη στήλη "Στα βαθιά" έχω προσκαλέσει τον λογοτέχνη Τάσο Κυρτάσογλου. Ο καλεσμένος μου γεννήθηκε στις Σέρρες και διαμένει στη Ρόδο. Γράφει θεατρικά έργα, ποίηση, πεζά μικρής και μεγάλης φόρμας, στίχους. Έχει εκδώσει τρία ηλεκτρονικά βιβλία θεατρικού λόγου και ένα μυθιστόρημα σε συνεργασία με τη συγγραφέα Ράνια Σιαμορέλη. Ποιήματα και διηγήματά του έχουν  συμπεριληφθεί σε συλλογικούς τόμους. Έργα του έχουν δημοσιευθεί στον ηλεκτρονικό τύπο. Έχει γράψει στίχους στ' αγγλικά για νεανικό ροκ συγκρότημα. Τιμήθηκε πολλές φορές σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Η ποίησή του είναι αφηγηματική, λυρική, προσωποκεντρική. Ο λόγος του είναι μεστός, νευρώδης, ζωντανός, στακάτος, με γλαφυρές εικόνες και συναισθηματική κλιμάκωση. Εμπνέεται από τη μυθολογία, την ιστορία, τις σχέσεις, τα διαχρονικά υπαρξιακά ερωτήματα. Θα δούμε δέκα ξεχωριστά ποιήματά του!

ΑΜΑ ΛΥΓΙΣΩ

(ΤΙΜΗΤΙΚΗ ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΣΤΟΝ 9ο ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΥ ΟΜΙΛΟΥ ΚΥΠΡΙΩΝ)

Άσε με να πορεύομαι όπως εγώ το θέλω,
με το κεφάλι μου ψηλά, κοιτώντας τ’ άστρα
κι ας είναι οι πατούσες μου γυμνές και ματωμένες
από αγκάθια και γυαλιά στο δρόμο σκορπισμένα.

Όσο το αίμα είναι ζεστό και καθαρό κυλάει
μέσα στις φλέβες, μέσα στο μυαλό,
μη με φοβάσαι, θα γελώ σε κάθε βήμα
κι ας με τρυπάει ο πόνος, ας φτάνει στην καρδιά.

Να ανησυχήσεις μόνο, το βλέμμα μου αν δεις θολό
και το κεφάλι μου γυρτό να προσκυνάει
σαν ηλιοτρόπιο που βάρυνε γεμάτο από καρπό
κι άλλο τον ήλιο να κοιτά δεν το αντέχει.

Τότε, αν έχεις μέσα σου αγάπη μια σταλιά
έλα και πιάσε μου σφιχτά το χέρι,
μ’ ένα χαμόγελο, στο φως ανάστησέ με
κι ανάσα δώρισέ μου απ’ τα ζεστά σου χείλη.

Γιατί, ο θάνατος, γλυκά φιλά κι αυτός
και τους ανόητους που τον περιγελούν
ξέρει και τους πλανεύει μυστικά,
με ψέματα και με γητειές τους κολακεύει. 

ΤΑ ΧΝΑΡΙΑ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ

(Γ' ΒΡΑΒΕΙΟ ΣΤΟΝ 8ο ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟ ΤΗΣ ΑΜΦΙΚΤΥΟΝΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ)

Πανάκριβα και διόλου ασήμαντα, τα χνάρια των αιώνων,
γίναν χοροί, γίναν τραγούδια, σημάδια ματωμένα,
ανθρώπων που η περπατησιά ήταν βαριά στο χώμα.

Ντοπιολαλιές γεννήσανε κι ιδιώματα, που μύθους λένε,
θεών κι ανθρώπων που τους μοιάσαν κι αγγίξαν τα ουράνια,
πρόσωπα ίδια με αυτά που δίπλα σου γλεντάνε.

Και ευλογούν τον άρτο, το κρασί και χύνουν μια σταλίτσα,
ανάμνηση χοών παλιών, για κείνους που 'χουν φύγει,
πορτραίτα που γινήκανε βυζαντινά αγίων.

Και στα υφάσματά τους τα πλεκτά, εικόνες ζωντανεύουν,
πάθη αρχαία και τωρινά, που τη ζωή υμνούνε,
τη δόξα, τον ηρωισμό, του έρωτα τη γέψη.

Μεγαλομάτας κόρης αργαλειός, με κόπο τα ’χει υφάνει,
καθώς αντρίκια χωρατά και γέλια αντηχούνε,
τσουγκρίσματα, βρισιές κι ευχές, όλα σ' ένα τραγούδι.

Κι εκεί πιάνει το τρίχορδο, να κλαίει, να υμνολογεί
και οι γριές δακρύζουνε, τους γιους τους σαν θυμούνται
κι ο Έλληνας σηκώνεται και μια στροφή κερνάει.

Κι ύστερα άλλη μια και άλλη μια κι η γη αγκομαχάει
κι όλα τα μάτια φωτεινά, στον ουρανό κοιτάνε,
ψάχνουν να εύρουν τους θεούς, που τους θνητούς πονάνε. 

ΚΟΡΔΕΛΑ ΚΟΚΚΙΝΗ

Μπρος στον καθρέφτη στέκονταν
και τ’ άσπρα της μαλλιά πλεξούδα έπλεκε
και μια κορδέλα κόκκινη σε φιόγκο έδενε,
συνήθεια που είχε από παλιά.
Κι όταν τα μάτια σήκωσε,
είδωλο είδε απέναντι αχνό ,
“ποια είσαι” την ερώτησε,
μα κείνη ακίνητη παρέμεινε να την κοιτά.
Μονάχα τις βαθιές στο πρόσωπο χαραγματιές,
που ο χρόνος σκάλισε, της έδειξε,
αχνάρια από στιγμές που πέρασαν
κι αφήσαν περήφανα σημάδια της ζωής.
Είδε τα μονοπάτια που δάκρυα χαράξανε
όταν ο πόνος σαν ποτάμι φούσκωνε
και της ψυχής τα φράγματα τα έσπαγε
στα μάτια φτάνοντας τα υγρά.
Και κει στα χείλη ολόγυρα
δυο παρενθέσεις ανοιχτές,
που τις χαρές της όλες περιέκλειαν
γεμάτες φως, αγάπη και φιλιά.
Το χέρι σήκωσε και χάιδεψε το μάγουλο
όπως εκείνος συνήθιζε γλυκά
κι είδε τα μάτια του να της γελούν
και γέλασε κι αυτή ξανά.
Τα λόγια του ψιθυριστά, την άγγιξαν,
σαν να 'ταν χθες, τής φάνηκε, πρώτη φορά,
“κι αν δεν μπορεί το σώμα, αγάπη μου,
μπορεί η ψυχή να καρτερά” 

ΠΩΣ ΝΑ ΤΗΣ ΠΩ

Μου 'πε “σε ξέρω από παλιά,
έτσι σα να το νιώθω”.
Μα εγώ δεν αποκρίθηκα,
έσκυψα το κεφάλι.

Πώς να της πω
πως δάκρυ ήμουν αλμυρό
στην άκρη των ματιών της,
αύρα που ολόγυρα σκορπά
τ’ άρωμα των μαλλιών της;

Πώς να της πω
το κόκκινο πως ήμουνα
των τρυφερών χειλιών της
κι η φλέβα εκείνη που χτυπά
στον κάτασπρο λαιμό της;

Πώς να της πω
μικρό λακκάκι ήμουνα
όταν χαμογελούσε,
λάμψη στα μάτια τα μελιά
σαν ονειροπολούσε;

Πώς να της πω
ανάσα ήμουν απαλή
όταν γλυκοκοιμόταν
και ο αναστεναγμός της
άλλον όταν σκεφτόταν;

Πράγματα σαν αυτά
δεν λέγονται
κι έσκυψα το κεφάλι
να μη τη δω να φεύγει
πάλι. 

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΤΥΧΩΝ

Μέσα στης νύχτας τις υγρές οσμές,
φιγούρα πλαστικής θεάς,
στα χείλη της βατόμουρα
κι αστρόσκονη στα μάτια.
Πάντα εκεί, στη γνώριμή της τη γωνιά,
την ψάχνουν και τη βρίσκουν,
σκιές βουβές, με μάσκες ζηλευτές,
στο χρώμα της ευδίας.
Ορχήστρα σε νωχελικούς ρυθμούς,
κλέβει το χρόνο, κλέβει το μυαλό,
νότες φυσώντας απαλές
γλυκά στο ντεκολτέ της.
Σε θόλους ετοιμόρροπους
παλλόμενα κορμιά ηχούν μυστήρια
καθώς ο κύκνος, γύπας γίνεται
κι ανοίγει τα φτερά του.
Και κει,
στ’ αποκορύφωμα τρελού χορού,
μ’ αλαλαγμό φριχτό, μπήγει μαχαίρι,
του Αδάμ το γιο,
μαινάδα, νύμφη τρομερή,
χτυπά και τον σκοτώνει.
Στο αίμα ενός τυχόντος
έπνιξε τη ζωή της
κι όλους αυτούς
που βάναυσα πόρθησαν το κορμί της.
Η ορχήστρα πλέον σίγησε,
σιωπή μες στο κελί της.
Έναν πατέρα αναπολεί
ένα αδερφό,
κι ένα τσιγάρο,
να τη βγάλει ως το ξημέρωμα. 

ΕΙΝΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ

Είναι η ποίηση έρωτας.
Είναι τα μάτια κόρης, που λάμπουνε,
μ’ αστέρια όμοια, στο φεγγαρόλουσμα.
Είναι το σώμα το κρουστό γυναίκας,
που το λουτρό της παίρνει στου ποταμού την όχθη.
Είναι η ανάσα στα χείλη εραστών,
που ξέπνοες τις λέξεις μες στα φιλιά αφήνει.
Είναι η ποίηση ζωή.
Είναι του Μάη μοσκοβολιά σ’ ένα στεφάνι
και του Δεκέμβρη κούτσουρο σε τζάκι που πυρώνει.
Είναι η πανσέληνος η κόκκινη του Αυγούστου
και του Φλεβάρη ο χιονιάς που τις αυλές ασπρίζει.
Είναι τα φύλλα τα ξερά, Οκτώβρη μήνα
και μυγδαλιάς ανθοί λευκοί, του Μάρτη.
Είναι η ποίηση ομορφιά.
Είναι του Αιγαίου τα χρώματα,
το φως σ’ αυλές νησιώτικες, ασβεστωμένες.
Είναι της πέτρας η κοψιά
και χώμα μοσχομύριστο στου Ταϋγέτου τις πλαγιές.
Είναι λιβάδι πράσινο,
όπου κυκλωτικούς χορούς, της Μακεδόνας γης, σέρνουν οι γιοι.
Είναι η ποίηση θύμηση.
Είναι το γέλιο ενός μωρού,
καθώς τα χέρια του το πρόσωπο της μάνας ψηλαφούν.
Είναι η κατάνυξη στο βλέμμα ενός παιδιού,
καθώς στη φλόγα αναστάσιμου κεριού έχει αφεθεί.
Είναι μακρόσυρτο, Ηπειρώτισσας το μοιρολόι,
που με κλειστά τα βλέφαρα δακρύζει.
Είναι η ποίηση όνειρο.
Είναι χρυσό λουλούδι στο πέπλο νύμφης,
που το διαβάτη ξεγελά και τον πλανεύει.
Είναι του παγωνιού η πλουμιστή θωριά,
που χίλια μάτια, σαν σε βεντάλια, ανοίγει.
Είναι των σύννεφων το σφιχταγκάλιασμα,
μορφές στο λιόγερμα ανθρώπινες που σμίγει.
Είναι όλα αυτά η ποίηση κι ακόμα τόσα,
όσα ο νους του ανθρώπου μπορεί να πλάσει.
Γιατί αυτή μας έδωσε ο Θεός,
δώρο τρανό, σε πλάσματα χωμάτινα,
Θεοί για μια στιγμή να νιώσουν. 

ΤΟ ΔΑΚΡΥ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ

Τον κόσμο όλο γύρισες, πολύτροπε Οδυσσέα,
μα την Ιθάκη δεν την έφτασες.
Του Ωκεανού η κόρη σε ξελόγιασε
με αρώματα και ηδονικά φιλιά.
Δυο μάτια σαγηνευτικά που σε κεντούν
κι όλο το είναι σου δικό της παραδόθηκε.
Τα μάγια της στην κλίνη της σε κράτησαν
όμηρο της δικιάς σου αδύναμης βουλής.
Σα ναυαγός, απ’ της πηγής της το νερό
ήπιες, μα δεν ξεδίψασες.
Σταγόνα σταγόνα, μες στο μυαλό σου στάλαξε
μέλι φτιαγμένο από γυναίκας πόθο κι αναστεναγμό.
Κι είναι το μέλι αυτό το πιο γλυκό,
που δύναμη δίνει στην καρδιά και παραλύει το νου.
Ανάμνηση με όνειρο μπλεχτήκανε
κι αδύνατο να ξεχωρίσεις ποιο.
Μία γυναίκα, όμορφη, με μάτια σκοτεινά
κι ένα παιδί που κλαίει στην κούνια του.
Όραμα στης νύχτας τη σιωπή φριχτό
μια μάνα που στο βυθό της θάλασσας σ’ αναζητά.
Εικόνες βουβές που τίποτα δεν έχουν να σου πουν,
άγνωστοι ίσκιοι που φευγαλέα περνούν και παν.
Κι αν έμεινες εκεί για πάντα,
μες στο μυαλό σου ωστόσο εταξίδεψες.
Πέρασες τέρατα και πέλαγα πολλά,
και τις σειρήνες άκουσες να σε καλούν χαυνωτικά.
Του Ποσειδώνα ο θυμός σε οδήγησε
στης Σκύλλας και της Χάρυβδης τη σκοτεινή φωλιά.
Μα, κάποιο πρωινό, τα μάτια άνοιξες και είδες
πως την Ιθάκη δεν τη γύρεψες ποτέ.
Κορμί αδύναμο, τσαλακωμένο, αχνό,
και ένα δάκρυ στα ζαρωμένα μάγουλα κυλά. 

ΖΩΗΣ ΤΑΞΙΔΙ

(Α' ΕΠΑΙΝΟΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥ ΣΤΙΧΟΥ ΣΤΟΝ 2ο ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟ ΠΟΙΗΣΗΣ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΟΣ)

Ο ένας τον άνεμο κρατά, το κύμα ο άλλος ορίζει ,
του ήλιου διατάζει ο τρίτος την αυγή και τον καλωσορίζει
κι ο τέταρτος ο πιο τρανός, ο πιο γεροδεμένος,
λευκό παίρνει ελπίδας το πανί και στο κατάρτι δένει.

Τέσσερις άγγελοι λαμπροί, ταξίδι σχεδιάσαν,
καράβι χτίσανε με τους καημούς, γι' αρμούς στάξανε δάκρυ,
με πόνους τ' αρματώσανε, τα πάθη μου για έρμα
και στης ζωής τη ρότα κίνησα με της ψυχής το βλέμμα.

Φιλντίσια μάζεψα άφθονα, χρυσάφια και ασήμια,
ρυτίδες χαρακώσανε βαθιά, στεγνώσανε το δέρμα,
μα ούτε στιγμή δεν άφησα τη σκέψη μου να χάσει
το φως που σταθερά με έσπρωχνε, όπου η καρδιά προστάζει.

Ο ένας μου λέει "άκου την", σαν μουσική η φωνή της
ο άλλος το χέρι μου βαστά σφιχτά, μη χάσω το τιμόνι,
ο τρίτος μου χαμογελά και ψιθυρίζει "βιάσου"
κι ο τέταρτος, απ' όλους πιο τρανός, στο Χάρο κάνει νεύμα.

Και 'κει, στην άκρη του γιαλού, είδα να με προσμένεις
κι είπα πως ετελείωσε εδώ η περιπλάνησή μου,
ήμουν εκεί κι ήσουν εσύ, αγάπη που σε λένε
κι ήταν τ' αντάμωμα μας μια φωτιά, ήλιος με το φεγγάρι.

Κι έστησαν οι άγγελοι χορό, γιορτής στήσαν τραπέζι
κι από τους τέσσερις ο πιο τρανός, στη μαεστρία πρώτος,
τη λύρα έπιασε ευθύς και φλόγα στο δοξάρι
και οι καρδιές με μιας γιατρεύτηκαν και οι ψυχές μελώσαν.

Κι όταν το γλέντι τέλειωσε κι οι μουσικές σωπάσαν,
τα βλέφαρά μου έκλεισα απαλά κι ύπνος βαθύς με πήρε
κι έτσι μ' ένα χαμόγελο και τ' άρωμα του ονείρου,
της λήθης το νερό κοινώνησα, των ημερών μου πλήρης. 

ΑΓΕΝΝΗΤΕΣ ΚΑΡΔΙΕΣ

Πόσοι χαθήκαν ένα θαμπό πρωινό
στης προσφυγιάς τ’ ατέρμονο ταξίδι.
Ανάμεσα σε ξύλα και ψηφιδωτά
υγρά κοιτούν τα μάτια των εικόνων
καθώς ψυχές αψίδες χτίζουν μυστικές
και προσκυνούνε.
Κάπου μακριά,
ο ήλιος τον άνεμο χαϊδεύει
και κείνος φέρνει μυρωδιές αλλόκοτες
από τα σπίτια τα καμένα.
Εδώ μαλώνουν πάλι στο γυαλί
φωνάζουνε και απειλούν,
εκεί ψαλμοί και πανκ
ίσο κρατούν στην τρέλα.
Και οι Μεγάλοι,
άπληστοι
για θάνατο και χρήμα
μαύρες αράχνες που τον ιστό τους πλέκουν
σαν σάβανο γύρω απ’ τη Γη.
Πόσες αγέννητες καρδιές
πόσες χαμένες αγκαλιές
κάτω από χώμα και νερό
ατσάλι και μπαρούτι. 

ΠΡΩΙΝΟ ΦΙΛΙ

(Α’ ΒΡΑΒΕΙΟ ΜΟΥΣΙΚΟΥ ΣΤΙΧΟΥ ΣΤΟΝ 10ο ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΥ ΟΜΙΛΟΥ ΚΥΠΡΙΩΝ)

Ήλιε μου που ξημέρωσες,
ψάξε για την καλή μου
όταν τα μάτια της σε δουν
δώσε της το φιλί μου

Αύρα γλυκιά της θάλασσας
φέρε μου τ' άρωμά της
μέσα στην άδεια μου αγκαλιά
ν' ακούσω την καρδιά της

Πουλιά εσείς του ουρανού
κοντά της να βρεθείτε
πόσο πολύ την αγαπώ
εσείς να της το πείτε

(ρεφραίν)
Βροχή στο πρόσωπό μου τα μαλλιά σου
θυμάμαι κι ονειρεύομαι πως βρίσκομαι κοντά σου
και πίσω από τα βλέφαρα σκιά μου αγαπημένη
του πρωινού φιλιού η γεύση σου μου μένει

Βιογραφικό σημείωμα

Ο Τάσος Κυρτάσογλου γεννήθηκε στις Σέρρες το 1967. Η ενασχόλησή του με τη συγγραφή ξεκίνησε παράλληλα με την είσοδό του στο μαγικό κόσμο του θεάτρου το 2015. Το 2016 ανεβαίνει στη σκηνή το πρώτο του ανέκδοτο θεατρικό έργο με τίτλο “Οι Κουμπάροι”. Έκτοτε έχει κερδίσει, σε ισάριθμους διαγωνισμούς, έξι βραβεία θεατρικού έργου, έξι βραβεία ποίησης και ένα διηγήματος, ενώ έχει τιμηθεί από το λογοτεχνικό περιοδικό Κέφαλος με το Βραβείο Πεζογραφίας “Αλέξ. Παπαδιαμάντης” και έχει συμπεριληφθεί στην Εγκυκλοπαίδεια
Σύγχρονων Ελλήνων Λογοτεχνών.
Έχει αυτοεκδώσει τρία ηλεκτρονικά βιβλία:
Βιργινία (2018), σύγχρονη ρομαντική κωμωδία με θέμα την πάλη του έρωτα και του ρομαντισμού απέναντι στον κυνισμό της ανδροκρατούμενης εξουσίας.
Σπασμένο Μολύβι (2019), θεατρικό έργο με θέμα την ανάγκη του ατόμου να ακολουθεί τα φυσικά του ταλέντα προκειμένου να αγγίξει την πραγματική ευτυχία.
3+1 Μονόπρακτα (2020), όπου περιλαμβάνονται τα “Ψυχοπαγίδα”, “Μπορντό Κασκόλ”, “Εις μνήμην”, “Σαν Παλιά Ελληνική Ταινία”.
Το 2020, εκδίδει το μυθιστόρημα “Αδήριτη Αγάπη” όπου συμμετέχει ως συγγραφέας με την Ράνια Σιαμορέλη. Ποιήματά του έχουν συμπεριληφθεί στις ποιητικές ανθολογίες:
Ονειρικές Διαβαθμίσεις (εκδ. Πνοές, 2019)
Ψηφίδες Ζωής (εκδ. Αναζητήσεις, 2019)
Ανθολογία Η΄ Παγκόσμιου Ποιητικού Διαγωνισμού 2019 (εκδ. Αμφικτυονία Ελληνισμού, 2019)
Ποιητικό Λεύκωμα – Γιορτή της Ποίησης 2020 (εκδ. Κέφαλος, 2020)
Έχει συμμετάσχει με ποιήματα και διηγήματά του στα λογοτεχνικά ημερολόγια 2019 και 2020 του περιοδικού Κέφαλος και του ιστότοπου tovivlio.net. Ποιήματα και διηγήματά του έχουν επίσης δημοσιευτεί στους ιστότοπους tovivlio.net, fractalart.gr, spillwords.com, 121words.com και στα περιοδικά Κέφαλος και Λογοτεχνικό Βήμα. Άρθρα του έχουν δημοσιευτεί στη διαδικτυακή εφημερίδα tomorrownews.gr. Έχει γράψει, ακόμη, στίχους στην αγγλική για το νεανικό ροκ συγκρότημα Sleepdeep, με το ψευδώνυμο Tasos Ikoniatis (Out of the Attic, 2014). Το 2019, παρουσίαζε την εκπομπή “Βραδινές Στιχοπλοκίες” στο διαδικτυακό “Ραδιόφωνο Λογοτεχνικό Βήμα”.