Δέκα ποιήματα του Μάρκου Γιαπάνη

Δέκα ποιήματα του Μάρκου Γιαπάνη

Ο ποιητής που θα σας παρουσιάσω, λέγεται Μάρκος Γιαπάνης κι έχει καταγωγή από την Πάφο. Είναι πρωτοετής φοιτητής της Κτηνιατρικής , στo Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Ασχολείται με τη λογοτεχνία, πρωτίστως με την ποίηση. Έχει διακριθεί σε σημαντικούς λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Ποιήματά του έχουν συμπεριληφθεί στην ανθολογία " Οι νεότεροι. Κύπριοι ποιητές & ποιήτριες (1981-2001)". Το ύφος της ποίησής του είναι λυρικό, με περίτεχνο λόγο, πλούσιο συναίσθημα κι απεικονιστική δύναμη. Τη γραφή του απασχολούν οι ανθρώπινες σχέσεις, οι υπαρξιακές αγωνίες, ο έρωτας στην ιδεατή μορφή του. Συχνά εμπνέεται από την αρχαιοελληνική μυθολογία, από παραμύθια κι από θρύλους. Ο λόγος του ταξιδεύει τον αναγνώστη σε όμορφα τοπία,  άλλοτε πραγματικά κι άλλοτε ονειρικά. Ας δούμε δέκα ποιήματα αυτής της τόσο ενδιαφέρουσας νέας ποιητικής φωνής! Μάρκο σου εύχομαι τα καλύτερα!

Δανάη

Πόσο πολύ πεθύμησαν ετούτα τα μάτια
να πιουν το φως του Ήλιου·
το δάκρυ στέρεψε κ’ η πυρόξανθη κόμη καλύπτει την γυμνιά·

άκου

ωσάν φωνή θεού το πηχτό σκοτάδι·
σταγόνες πάνω στην πέτρα.

Ο άσπλαχνος αργαλειός της Μοίρας.

Γυμνή, γυμνή και φοβισμένη
τις νύχτες
— ένας νεοφυής κρίνος —
κοιτάς απ’ το μάτι της μπρούντζινης φυλακής
τα νερά τ’ ουρανού
— από πού πηγάζουν; —
και βλέπεις μέσα σ’ αυτά
ν’ αναδεύεται το γάλα της Ήρας
να σπάζει η σιωπή
κι εκεί στο βάθος
γέρικα, μα συνάμα, χέρια νεανικά
να υφαίνουν τη μοίρα, το πεπρωμένο το δικό σου.

Άσπλαχνες Μοίρες, κόρες της Νύχτας,
ποιο χέρι έτεινε μ’ οργή ενάντιά μου;
Ποια φωνή ύφανε με κατάρες το νήμα της ζωής μου;
Ποια μάτια μ’ είδαν οργισμένα, μες στης μάνας μου τα σπλάχνα;

Ο άσπλαχνος αργαλειός της Μοίρας.

Γυναίκα των χρησμών,
στόμα του θεού του βέλους και της λύρας,
γιατί στην ανάσα σου
η γεύση του θανάτου και της διχαλωτής αλήθειας;

Ο άσπλαχνος αργαλειός της Μοίρας.

Μέσα από το σκότος — η αναζήτηση
μέσα από την αναζήτηση — η γνώση
μέσα από την γνώση — η απορία
μέσα από την απορία — η οδύνη
και μέσα από την οδύνη,
Ελπίς.
...
Fata viam invenient.
Jupiter: Te Fili Quis Laeserit Ultor Ero
Danaë: Tuta Iove Ac Tanto Pignore Laeta Fugor

 1η Δημοσίευση: Ζαμπά, Αλεξάνδρα (επιμ.), «Οι νεότεροι. Κύπριοι ποιητές & ποιήτριες (1981-2001)», Λευκωσία: Αρμίδα, 2020, σελ. 84-85

[άτιτλο]

δώσε μου λίγο ψωμί από το στόμα σου
κι υπόσχομαι
πως δεν θα πεινάσω

ξανά

ποτέ.

La petite mort

Τα μάτια, που σμίλεψαν το δόρυ της φωτιάς,
στα χέρια του ροδομάγουλου παιδιού
— άκου! φωνές πουλιών —
στο πετάρισμά τους
— ήχοι φτερών —
λαβώνουν
το θρυπτισμένο
                 κορμί
                         μου.
σιωπή και πεθαμένος πόθος
στο στόμα της καρδιάς μου
ν’ αποζητούν αγριεμένα
— θαλερά ρόδα —
τους άναρθρους ψιθύρους των χειλιών σου·
ενώ ευχή μου παραμένει
το πρόσωπό μου
μες στα μάτια σου
να γίνει όνομα και λέξη μυστική
που θα κλέβει τη φωνή
και το φιλί σου,
σε κάθε νυχτερινό σου ψίθυρο
σε κάθε σου
τελειωτική
κραυγή.

[άτιτλο]

ο ήλιος
τρύπωσε
μέσα
στις παρυφές
του
στήθους
σου

κι εγώ

διψώ
για
φως

Μας είπαν

Μας είπαν: αγαπήστε, κι αγαπήσαμε·
μα δεν γνωρίσαμε την αγάπη

Μας είπαν: ελπίστε, κι ελπίσαμε·
μα δεν γνωρίσαμε την ελπίδα

Μας είπαν: πιστέψτε, και πιστέψαμε·
μα δεν γνωρίσαμε την πίστη

Αυτό το ουσιαστικό γιατί δεν βρίσκεται/ε;

Στιγμιότυπα ονείρων

                           εις μνήμην Τάκη Βαρβιτσιώτη

I

Ζω το παράξενο όνειρο του τέλους.

τραγούδια άγνωστων πουλιών
χάλκινα άλογα
και τροχοί φλεγόμενων αρμάτων
σχισμές
στα νερά του κρυστάλλινου ουρανού
χελιδόνια της Άνοιξης
λαβώνουν το σώμα του Χειμώνα
πληγές
που μαρτυρούν ανθοφορία
χρυσές πεταλούδες
μες στα στήθια μιας αφρισμένης θάλασσας
και μες απ’ την καρδιά μου

ηλιοτρόπια.

ΙΙ

Φωνές ισπανικών κιθάρων
σημαίνουν
το πέταγμα των εντόμων της φωτιάς·
τα μάτια της νύχτας
σημαίνουν
το ζύγωμα των πνοών·

Το φεγγάρι
συσπασμένο·
ο χλωμός
στρόβιλος
του
σώματός
σου.

III

Μέσα
στο μάτι
του φάρου
κάθεται
μια
γυμνή
γυναίκα.

Τα μάτια της
καίνε

καίνε

και
τα μαλλιά της
αιωρούνται

σαν

κ α π ν ό ς.

Ανδαλουσία
                      Εις μνήμην Νίκου Εγγονόπουλου και Miguel de Cervantes

   Στη γη της Ανδαλουσίας, εκεί όπου τις νύχτες κελαηδούν κιθάρες αντί πουλιά, λένε για μια νεαρή παρθένα, την Απολλωνία, που αναδύεται από το μπάσταρδο χώμα της Ισπανικής γης, όποτε κάποιος τραγουδήσει το μελαγχολικό τραγούδι της. Πάντα ντυμένη μ’ ένα γαλάζιο σάλι, καμωμένο από τις στάχτες των κυμάτων, και μια ράβδο από ελιά, που ποτίστηκε απ’ το αίμα ενός περιπλανώμενου ιππότη, περιμένει τον εκλεκτό της. Σύμφωνα με τον μύθο, ήταν η όμορφη κόρη ενός πλούσιου γαιοκτήμονα — τον καιρό των αλόγων και των ανδρών με τη σιδερένια σάρκα — που παραιτήθηκε απ’ την κληρονομιά και τ’ όνομά της (Ισαβέλλα την έλεγαν τότε), κι έφυγε για τους αγρούς. Εκεί όμως βρήκε το τέλος της, κυνηγημένη απ’ τους επίδοξους μνηστήρες, που την αλυσόδεσαν πάνω σ’ ένα βράχο για να καεί αργά και βασανιστικά στον ήλιο, επειδή στέρησε τον εαυτό της απ’ αυτούς. Έτσι από τότε ψάχνει για κάποιον με αγνή κι αληθινή καρδιά, ικανό να την αγαπήσει πέρα από την παραμορφωμένη μορφή της, ώστε να τον οδηγήσει στο αλυσοδεμένο σώμα της που ακόμη φλέγεται, και να την απελευθερώσει.
   Μα οι άντρες φοβούνται· το ηλιοφίλητο δέρμα της καίει σαν πυρακτωμένος σίδηρος και οι μαύρες μπούκλες των μαλλιών της σκοτώνουν στο ίδωμά τους. Οι κιθάρες και τα μαντολίνα αποφεύγουν τη συγχορδία ντο μινόρε, μια σκοτεινή και γοητευτική συγχορδία, καθώς θυμίζει το βαθύ, βαθύ γέλιο της. Κάποια μεσημέρια, όταν ο άνεμος οργιάζει και γδέρνει το κορμί της γης, μαζεύοντας τις πέτσες της σ’ ένα ανεμοστρόβιλο, μπορεί κάποιος να την ακούσει να τραγουδά μελωδίες σαγηνευτικές του Segovia, σαν σειρήνα της πέτρας. Οι βοσκοί δεν τολμούν καν να προφέρουν τ’ όνομά της · “La Sombra de l Engaño” την αποκαλούν, καθώς πολλές φορές έτυχε μέσα στο λιοπύρι των αγρών, να εμφανιστεί ως σκιά στη μέση του πουθενά· κι όσοι τόλμησαν να καταφύγουν σ’ αυτήν για να ξεφύγουν απ’ τον ήλιο, χάθηκαν στην αγκαλιά της για πάντα.
  Την τελευταία φορά που επισκέφθηκα την Ανδαλουσία όμως, ήταν σα να μην υπήρξε ποτέ. Ήταν λες και κάποιος έσβησε την τραγική της ιστορία απ’ τα χώματα του τόπου, όπως η θάλασσα τα γραμμένα στην άμμο. Μάλιστα, ο ζεστός αέρας που παλιά έφερε τη σιωπή του θανάτου, τώρα έσφιγγε από ζωή, γεμάτος μελωδίες στη ντο μινόρε, για ένα τυφλό αγόρι που έφυγε μια νύχτα απ’ το χωριό του — με την κιθάρα στον ώμο —, και δεν γύρισε ποτέ.
  Πλέον, λένε πως αν κάποιος σταθεί ακίνητος και αφουγκραστεί προσεχτικά μέσα στη μέση του κάμπου, μπορεί ν’ ακούσει μέσα στο φως του ήλιου δυο νεανικές φωνές να γελάνε με την καρδιά τους.

Μικροί μύθοι και ιστορίες για τον ήλιο, το φεγγάρι και τ’ αστέρια (σύμφωνα μ’ ένα τρελό)

Ήλιος

Ι
Κάποιοι λένε πως ο ήλιος είναι ένα αθάνατο, χρυσό ρόδο, που φυτεύτηκε στο γαλάζιο χώμα τ’ ουρανού από ένα μικρό παιδάκι. Επειδή όμως δεν το στέριωσε καλά, το άνθος είναι καταδικασμένο, καθώς γέρνει, να πεθαίνει και ν’ αναστήνεται στον αιώνα.

ΙΙ
Άλλοι λένε πως ο ήλιος είναι ένα παράξενο κελί, χτισμένο απ’ τα σύννεφα της βροχής. Μέσα είναι αλυσοδεμένη μια ξανθομαλλούσα γυναίκα, που τα υπέρλαμπρα μαλλιά της έχουν τη δύναμη να καθαρίζουν το σώμα τ’ ουρανού απ’ οποιαδήποτε πληγή. Τα σύννεφα, φοβούμενα τη δύναμή της, τη σφράγισαν μέσα στον ουρανό, κι έβαλαν μυριάδες σκαραβαίους να τη φυλλάτουν με τα κορμιά τους. Οι σκαραβαίοι όμως αγάπησαν τη γυναίκα, και παρέδωσαν τους εαυτούς τους σ’ αυτήν. Έτσι εκείνη — μη μπορώντας να δραπετεύσει — έβαλε κάτω απ’ τα φτερά του καθενός μια χρυσή τρίχα της, και τους έστειλε μακριά της· όταν θα φτερουγίζουν, να σκοτώνουν κι ένα σύννεφο, και να φωτίζουν τον ουρανό, μια ηλιαχτίδα τη φορά.

ΙΙΙ
Πολλοί, βέβαια, δεν συμφωνούν μ’ αυτή την εκδοχή. Πιστεύουν πως ο ήλιος δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά η ενσάρκωση της δίκαιας οργής ενός άνδρα, μπροστά στο πρόσωπο της αδικίας των πρώτων καιρών. Επειδή όμως δεν μπορούσε να σταθεί μόνος του ενάντια στην ανομία, έβαλε το χέρι του βαθιά μέσα στο στήθος του, ξερίζωσε την πύρινη σφαίρα οργής που έκαιγε μέσα του, και την κρέμασε στον ουράνιο θόλο·το φως της δίκαιας οργής του, να ξεσκεπάζει τις αδικίες των ανθρώπων, και να τους υπενθυμίζει πως κάποτε όλα θα αποκαλυφθούν και θα έρθουν στο φως.

Φεγγάρι

Ι
Αλλά η οργή του άνδρα — όσο δίκαια κι αν ήταν — εξακολουθούσε να είναι οργή ανθρώπου, και κάποτε θα εξαλειφόταν. Έτσι, η γυναίκα του, μαζεύοντας όλη της την αγάπη, έπλασε μια άλλη φωτεινή σφαίρα, και την κρέμασε κι αυτή στον ουρανό, να παίρνει τη θέση της οργής του άνδρα της, καθώς αυτός θα γέρνει. Η νέα σφαίρα βέβαια δεν έλαμπε τόσο, ούτε και έβαζε τον φόβο μέσα στις καρδιές των ανθρώπων• ήταν όμως αρκετή, ώστε να παρηγορεί τους πονεμένους και τους αδικημένους, ώσπου να ανατείλει ξανά η οργή της δικαιοσύνης και να τους εξυψώσει, ως την ώρα του ύστατου φωτός.

ΙΙ
Φυσικά, αρκετοί υποστηρίζουν πως αυτός ο μύθος περί δικαιοσύνης και αγάπης δεν ισχύει, και ότι δεν στηρίζεται στη σκληρή — και πολλές φορές απογοητευτική — πραγματικότητα. Απεναντίας, επιμένουν πως το φεγγάρι είναι κάτι πολύ πιο κοντά στην ύλη και στα χέρια, όπως ένα τεράστιο ρολό τυρί, που έβαλε κάποτε μια μάνα εκεί ψηλά ώστε να μην το φτάνει το παιδί της, και το ξέχασε ’κει πάνω.

ΙΙΙ
Μια άλλη — σαφώς πιο ενδιαφέρουσα (και λυπητερή) — εκδοχή αναφέρει πως κάποτε, όταν οι άνθρωποι πίστευαν στην ισχύ των λόγων και των ευχών, ήταν ένας γέρος και χήρος βασιλιάς, που είχε μια μοναχοκόρη. Κι επειδή ήξερε πως πλησίαζε ο καιρός που θα πέθαινε, έπρεπε να βρει έναν άξιο άντρα για την κόρη του και για το βασίλειο. Πολλοί ήλθαν και στάθηκαν ενώπιόν του, και πολλοί έφυγαν. Ώσπου μια μέρα, ένας ταπεινός βοσκός παρουσιάστηκε, και ο βασιλιάς, ξέροντας τώρα πως βρήκε τον εκλεκτό, έβαλε τον μανδύα του στον ώμο του νεαρού. Η κόρη του βασιλιά όμως, δεν ήθελε να παντρευτεί κάποιον κοινό θνητό, κι έφυγε τη νύχτα απ’ το παλάτι, για τη Λίμνη των Ευχών. Εκεί, έριξε μέσα το πολύτιμο φυλαχτό της — ενθύμιο της μάνας της — κι ευχήθηκε να γλιτώσει απ’ το κακό που την είχε βρει. Τότε, τα νερά, που άκουσαν την ευχή της, τη σήκωσαν ψηλά με οργή, και, παραμορφώνοντάς την, την κάρφωσαν στον νυχτερινό ουρανό.

Αστέρια

Ι
Ο νεαρός βοσκός — βασιλιάς πλέον — μαθαίνοντας τα μαντάτα, σέλωσε το γέρικο άλογό του, και τράβηξε γρήγορα για τη Λίμνη των Ευχών. Μόλις έφτασε, κατέβηκε απ’ το πιστό του άτι, και άρχισε να προχωρεί προς το κέντρο της Λίμνης. Όταν το νερό είχε φτάσει πια ως τη μέση του, μια απόκοσμη φωνή ακούστηκε, που τον πρόσταζε να παραδώσει ό,τι πιο σημαντικό είχε, στα χέρια των νερών. Υπακούοντας, έβγαλε το στέμμα από την κεφαλή του, και τον πορφυρό μανδύα απ’ τους ώμους, και τα παράθεσε μαλακά στην επιφάνεια. Τα νερά όμως παρέμειναν σιωπηλά. O νεαρός, με δάκρυα στα μάτια, ξεθηκάρωσε αργά το στιλέτο του, και το έμπηξε βαθιά μέσα στα σπλάχνα του. Κάτω απ’ την πληγή που έσταζε έβαλε τις αιχμές των βέλων του, και άρχισε να ρίχνει για το νέο παράξενο σώμα που δέσποζε τώρα στον ουρανό. Επειδή όμως πονούσε, τα βέλη του δεν έφτασαν ποτέ στον στόχο τους ·το μόνο που κατάφεραν ήταν να τρυπήσουν το σώμα του ουρανού της νύχτας.

ΙΙ
Κάποια άλλη ιστορία μιλάει για ένα γεροντάκι, που ήταν πολύ τσιγκούνικο. Και όσο πέρναγε ο καιρός, τόσο πιο πολύ φοβόταν πως θα του κλέβανε τις λίρες. Έτσι, έκατσε και σκέφτηκε για ώρα πολλή που να τις εκρύψει. Μέσα στη γη δεν γινότανε, γιατί πλέον ήταν πολύ αδύναμος για να σκάβει — άσε που θα λερώνονταν κιόλας — · ούτε και κάτω απ’ το στρώμα του μπορούσε να τις κρύψει, γιατί δεν θα τον αφήνανε να κοιμηθεί, με το κουδούνισμα που θα κάνανε κάθε φορά που θ’ άλλαζε πλευρό. Είχε αρχίσει να απελπίζεται, όταν είχε μια φαεινή ιδέα: να τις κρύψει στον ουρανό. Ένα πρωί λοιπόν, ανέβηκε σ’ ένα βουναλάκι, βρήκε ένα συννεφάκι που του άρεσε, το σημάδιασε, έβαλε μέσα το σακουλάκι με τις λίρες, κι έφυγε ξέγνοιαστος για το σπίτι του. Ώσπου να φτάσει η νύχτα όμως, δεν άντεχε άλλο· έπρεπε να τις κρατήσει ξανά — έστω και για λίγο — στα χέρια του. Βγήκε βιαστικός απ’ το σπίτι και άρχισε να περπατά για το βουναλάκι. Κάτι δεν πήγαινε καλά όμως· κάτι τον ενοχλούσε. Σαν από ένστικτο, κοίταξε απάνω στον ουρανό, και δίπλα απ’ το φεγγάρι έλαμπαν τώρα μυριάδες μυριάδων χρυσές κουκκίδες. Μόλις τις είδε, έβγαλε μια φωνή κι έπεσε νεκρός, με τις λίρες του τώρα στ’ ανοιχτά κι ακίνητά του μάτια.

ΙΙΙ
Μια φορά κι ένα καιρό, ήταν ένα παιδί δεκαεφτά χρονών, ψαράς σ’ ένα μικρό χωριουδάκι κοντά στη θάλασσα. Εκεί είχε ό,τι μπορούσε ένας άνθρωπος να ποθήσει: καλή και τίμια δουλειά για τα χέρια του, τον ήλιο και τη θάλασσα για τα μάτια του, και την αγάπη μιας γυναίκας για την καρδιά του. Όλα ήταν τέλεια. Κάθε βράδυ λοιπόν, με τη δύση του ήλιου, έσπρωχνε τη βαρκούλα του μέσα στα νερά, κι έμπαινε στη θάλασσα για να ψαρέψει. Πολλές φορές όμως — παρασυρμένος απ’ την ομορφιά της θάλασσας και τη γαλήνη της νύχτας —, έπλεε πολύ βαθιά, κι έχανε την ακτή απ’ τα μάτια του. Ευτυχώς γι’ αυτόν, η αγαπητικιά του ήταν ένα πολύ πρακτικό κορίτσι: κάθε φορά που κινούσε ο αγαπημένος της για τα νερά, αυτή απελευθέρωνε και μια πυγολαμπίδα απ’ το βαζάκι που τις συνέλεγε, ώστε να πάει στον ουρανό και να τον καθοδηγεί από κει με το φως της. Όταν ο νεαρός επέστρεφε το πρωί με τα δίχτυα του γεμάτα ψάρια, τότε έσβηνε και το έντομο ετούτο της φωτιάς. Κι έτσι κυλούσαν οι μέρες. Μια μοιραία νύχτα όμως, η κοπέλα έσπασε κατά λάθος το βάζο με τις πυγολαμπίδες, κι αυτές ξεχύθηκαν με μανία στον νυχτερινό ουρανό, πλημμυρίζοντάς τον απ’ άκρη σ’ άκρη· κι ο νεαρός ψαράς, μη ξέροντας ποιο φως ν’ ακολουθήσει, χάθηκε για πάντα στα νερά, ενώ τα έντομα αυτά έμειναν να καίνε στον αιώνα.

Βιογραφικό σημείωμα

Γιαπάνης Μάρκος (Πάφος, 2001): Είναι πρωτοετής φοιτητής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, στο τμήμα της Κτηνιατρικής. Ασχολείται με την ποίηση και γενικά τη λογοτεχνία. Έχει διακριθεί σε σημαντικούς διαγωνισμούς, όπως στον 10ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του ΕΠΟΚ Ελλάδας, ενώ έχει τιμηθεί με το Α ́ Βραβείο: στον 3ο Παγκύπριο Μαθητικό Λογοτεχνικό και Καλλιτεχνικό Διαγωνισμό 2018-2019 του ΕΠΟΚ Ελλάδας και στον Παγκύπριο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό Ποίησης και Διηγήματος Κυπριακού Συνδέσμου Παιδικού και Νεανικού Βιβλίου 2018-2019 εις μνήμην Κώστα Μόντη. Τα ενδιαφέροντά του επικεντρώνονται στην ερμηνεία μουσικής και στη μελέτη ποιητών, ξενόγλωσσων και μη, όπως οι T. S. Eliot, James Joyce, Γιώργος Σεφέρης και Νίκος Εγγονόπουλος.