Δέκα ποιήματα του Κυριάκου Δοσαρά

Δέκα ποιήματα του Κυριάκου Δοσαρά

Ο σημερινός μου καλεσμένος στη στήλη "Στα βαθιά" , είναι ο λογοτέχνης Κυριάκος Δοσαράς. Γεννήθηκε στην Αθήνα και διαμένει στην Κόρινθο. Εργάστηκε για πολλά χρόνια ως ραδιοφωνικός παραγωγός. Έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές κι ένα μυθιστόρημα. Έργα του έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες και λογοτεχνικά ημερολόγια. Η ποίησή του διακρίνεται από έντονο λυρισμό και ρομαντισμό. Συνομιλεί με τον έρωτα, τον θεό, τη φύση, το σαράκι της γραφής, τον κόσμο των ονείρων. Ο δημιουργός έχει μια αγαπητική ματιά απέναντι σ'οτιδήποτε απεικονίζει με την πένα του. Ψηφίζει τις αγαθές δυνάμεις του σύμπαντος και προβάλλει τα θετικά αισθήματα. Ο λόγος του είναι καλοδουλεμένος, με έξυπνες μεταφορές κι εναργείς εικόνες. Τα ποιήματά του είναι τρυφερά, ανθρώπινα και φωτεινά. Θα μπούμε στον κήπο της φαντασίας του γνωρίζοντας δέκα απ'αυτά!

21 ΜΑΡΤΗ

Θέλησα να κόψω ένα τριανταφυλλάκι
από τον κήπο της ποίησης.

Να σας το προσφέρω
έτσι λιοστάλαχτο καθώς είναι
μήπως και τρέψουμε το γκρίζο τ'ουρανού και των ανθρώπων
σε άτακτη φυγή.

Μήπως και τα καταφέρουμε.

Κάθε λουλούδι κι ένας στίχος
κάθε άγγιγμα και μια ελπίδα
κάθε μυρωδιά
και μια ενατένιση αιωνιότητας.
Κι αν του χρόνου δεν είμαι εδώ
ανθάκι φρέσκο ν ' αποθέσω
στα μεταξένια σας μαλλιά
και στο πέτο σας
να καρφιτσώσω ανέγγιχτη την άνοιξη
απλά εσείς, πού και πού να με θυμάστε.

Σαν την ποίηση
που όταν την έχουν ανάγκη οι άνθρωποι
τρέχουν ανυπόμονοι να ξεφυλλίσουν τα φυλλοκάρδια της.

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ ΑΔΟΞΟΥ ΠΟΙΗΤΟΥ

«Ενθάδε κείται άδοξος ποιητής»

Με το λευκό του χαρτί φαντάζει
τούτη η μαρμάρινη πλάκα που τον σκεπάζει
ενώ στα σπλάχνα της κοιμούνται αθόρυβα κι ευλαβικά
-μαζί με κείνον-
οι χιλιάδες ανείπωτοι στίχοι του.
Έφυγε γυμνός απ 'το σαράκι της ματαιότητος
-ούτε καν το όνομά του δεν γνώριζαν να χαράξουν-
καθώς εκείνος το κρατούσε καλά φυλακισμένο
στην μέσα τσέπη του νεκρικού του κουστουμιού.

Η ΑΝΑΒΟΛΗ

Μ ' αυτά και μ ' αυτά
μ ' έστησαν μπροστά στον κρύο ασβεστωμένο τοίχο
για να με εκτελέσουν ψυχρά εκείνο το απόγευμα
με το κατηγορητήριο ότι ονειρευόμουν λέει πολύ.

Δείχνοντας μια κάποια ευσπλαχνία της τελευταίας στιγμής
μου επέτρεψαν τελικά να επιλέξω
αν θα ήθελα να πεθάνω εκείνη την στιγμή
ή την επομένη το πρωί με το πρώτο σκάσιμο του ήλιου.

«Το πρωί, το πρωί...»
-τους απάντησα χωρίς δεύτερη σκέψη-
καθότι ήθελα να δώσω μια ακόμη ευκαιρία στον εαυτό μου
να απολαύσει κατά τη διάρκεια της ύστερης νύχτας
ένα όνειρο ακόμη.

Ξέρετε τι ονειρεύτηκα;

Ότι τα όπλα τους ήταν άδεια
κι οι σφαίρες τους γίνηκαν λουλούδια.

Πόσο άξιζε τον κόπο σκέφτηκα
τούτη η μικρή αναβολή.

ΥΨΙΠΕΤΗΣ ΕΡΩΣ

Έσμιξαν τα σώματα
κούρνιασαν οι ανάσες η μια μέσα στην άλλη
ο πόθος βρήκε τη στέγη του
η ηδονή τρέχει ανέμελη
στους κήπους του Παραδείσου
οι καρδιές υποκλίνονται στο κάλεσμα
του αιώνιου έφηβου
η νύχτα καταθέτει στεφάνι στα γυμνά σώματα
η βροχή ανήμπορη να σβήσει τη λάβα της σάρκας
το σύμπαν πίνει σαμπάνια να γιορτάσει
τούτη τη μυσταγωγία,
τα χείλη γεύονται την αιωνιότητα
και τα χέρια κρατούν τον κόσμο.

Υψιπέτης έρως
οικιστής των αιθέρων
του κόσμου αέναος λαθρεπιβάτης.

ΒΡΑΔΙΑΣΕ

Βράδιασε πια
και τραβήχτηκαν οι λουλουδένιες κουρτίνες
καθώς ο ήλιος έγειρε από ώρα.

Μα, μια λάμψη αλλόκοτη
κάνει τη νύχτα μέρα
μέσα στο μικρό σου γραφείο.

Όχι, δεν πεθαίνουν οι ποιητές
απλά παράθυρο αλλάζουν
και προσμένουν σαν τ ' ανυπόμονα παιδιά
το καινούργιο ξημέρωμα.

Στην Κατερίνα Αγγελάκη-Ρούκ

ΣΤΙΓΜΗ

Ώ, στιγμή
ροδόχρωμη κόρη
με το σφριγηλό σου δέρμα
και την ατίθαση νιότη
-κρυφή ερωμένη-
της αβέβαιης και μάταιης ζωής μου
να πιω τους γλυκείς χυμούς σου ποθώ
στάλα τη στάλα να σε γευτώ να σε χορτάσω
πριν του αναπάντεχου και του απρόσμενου
το μαύρο πέπλο
καλύψει τα πάντα.

ΛΥΚΟΦΩΣ

Πίνει μεθυστικό κρασί ο ουρανός
και την πλάση ολάκερη κερνούσε.

Σιμώσαμε και μεις διστακτικά
από τούτο το θείο νέκταρ
κοινωνοί γεύσεων απαράμιλλων, μέτοχοι να γίνουμε.

Σε τούτο τον υπερφυσικό ζωγραφικό καμβά
όπου τα χρώματα δεν είναι γήινα
πρέπει περαστικέ διαβάτη να ξαποστάσεις
αν θες να μεταλάβεις
των υπερκόσμιων δωρεών.

Λυκόφως στη γενέτειρα.

Τώρα είναι η ώρα της σιωπής.

Κύριε,
τι μας φιλεύεις σπάταλα
εμάς τα σπέρματα
αχάριστων κι ακόρεστων προγόνων.

ΛΕΥΚΟΝΤΥΜΕΝΗ ΠΑΡΘΕΝΑ

Ήρθε κι η βροχή
λευκοντυμένη παρθένα
των ποιητών η ερωμένη
των ανθρώπων η λύτρωση
και του θεού τ ' απωθημένο.

Βγάζει τα τακούνια της
δεν θέλει ν ' ακουσθεί
γυμνά σώματα ποθεί
σε καθαρά σεντόνια να μεθύσει.

ΑΚΟΥ ΠΟΙΗΣΗ

Άκου ποίηση.

Σου δούλεψα χρόνια
για να μπορείς ίσως κι ανόητα να καυχιέσαι
πως υπάρχεις ακόμη στη ζωή μου.
Μου έταξες κι αυτή τη ρημάδα
την συνταξιοδότηση.

Με ένσημα βαρέα
έπρεπε να σ' είχα παρατήσει από καιρό.

Ποτέ σου δεν λογάριασες πόσα ξενύχτια
απάνου απ' το λευκό χαρτί
ώρες ατελείωτες να κολυμπώ στο πηχτό μαύρο μου μελάνι
βρώμικος και κουρελιάρης
σαν τους θερμαστές στους σκυλοπνίχτες της άγονης γραμμής
με κόντρα τον άνεμο, τη θάλασσα και τον θεό
μήνες ολάκερους εσώκλειστος στον ίδιο μου τον τάφο
ήλιο μ' ήλιο, σκοτάδι με σκοτάδι, θάνατο με θάνατο
σαν τους εργάτες που πεθαίνουν για ένα ξερό κομμάτι ψωμί
στα γιαπιά, τις φάμπρικες και τα χωράφια του κόσμου
να τσακώνομαι με τους στίχους και τα σωθικά μου
ενώ κάτου απ' τα νύχια των δαχτύλων των χεριών μου, ξερό το αίμα
για να ημερέψει κάπως η ψυχή τ' ανθρώπου και ν' αναπαυθεί.

Κι αν κάτι τέλος πάντων εκτίμησα σε σένα
είναι ότι ποτέ σου δεν μου υποσχέθηκες το παραμικρό.

ΤΑ ΚΑΝΑΡΙΝΙΑ

Από τότε που εκατάντησε διά βίου μοναχή
χρόνους πολλούς κι ασήκωτους και στείρους
με τους ασβεστωμένους κρύους τοίχους να ομιλεί
κι εκείνοι να της απαντούν καθώς έτσι ενόμιζεν η καψερή,
συντροφιά, την εκρατούσαν δυο έρμα καναρίνια
αλλά δυστύχησαν απ 'την ακήρυχτη σκλαβιά κι εκείνα.

Συμφωνία μαζί τους τότε έκανε
-καθότι τα λυπήθηκε πολύ γιατί της εθυμίζαν
την μαραζωμένη την δική της κραταιή άλλοτε νιότη-
λεύτερα και πάλι να τ ' αφήσει.

Μοναχά κει κατά τα μεσάνυχτα
που θεριεύει η μοναξιά και γιγαντώνει και πυρώνει
και για να ξημερωθείς σαν άνθρωπος
πρέπει να έχεις ονειρευτεί σαν θεός
τα δασκάλεψε να ' ρχονται τα δυο τους εκείνα
και με το ράμφος τους, την πόρτα της
δυνατά να της χτυπούν κι ύστερα ν ' αλαργεύουν.

Να ' χει και τούτη η καημένη, η δόλια, η του έρωτος η ορφανή
μέσα σε τόσο σκοτάδι π ' αναπνέει και μεθά
έστω και μ ' αυτόν τον ύστερο κι απέλπιδο τον τρόπο
την παρηγορήτρα αίσθηση σαν εμμονή
να εφαντάζεται και να αισθάνεται την ηδονή
ότι κάποιος άγνωστος την εσκέπτεται πολύ
και κίνησε γιομάτος πόθο για να την επισκεπτεί.

Βιογραφικό σημείωμα

Ο Κυριάκος  Δοσαράς, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1971. Τα όμορφα παιδικά του χρόνια, τα πέρασε στον τόπο καταγωγής του πατέρα του, το Καλαμάκι Κορινθίας. Για μια δεκαετία περίπου, την περίοδο 1989 – 1999, εργάσθηκε σαν παραγωγός μουσικών εκπομπών, σε όλους τους τοπικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς της Κορίνθου. Τον Οκτώβριο του 2007, εξέδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα ‘‘Ο παππούς μου ο Δημήτρης’’. Δυο χρόνια αργότερα, τον Νοέμβριο του 2009, θα δει το φως το δεύτερό του βιβλίο, η ποιητική συλλογή ‘’Άμπελος’’. Τον Ιούνιο του 2016, θα κυκλοφορήσει το τρίτο του βιβλίο-η δεύτερη ποιητική του συλλογή- ‘‘Φώς Χριστού’’. Και τα τρία του βιβλία, κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Πολύφεγγος. Τον Μάρτιο του 2018, θα εκδοθεί το τέταρτο βιβλίο του-και η τρίτη ποιητική του συλλογή-με τον τίτλο ‘’Αποκαθήλωση’’, από τις εκδόσεις Νεκτάριος Παναγόπουλος. Τέλος, τον Αύγουστο του 2020, θα κυκλοφορήσει το πέμπτο του βιβλίο-η τέταρτη κατά σειρά ποιητική συλλογή του-με τον τίτλο ‘’Υψιπέτης Έρως’’, και αυτό το βιβλίο, από τις εκδόσεις Νεκτάριος Παναγόπουλος. Η ποίησή του, συνδιαλέγεται με διαχρονικά υπαρξιακά ζητήματα, όπως ο έρωτας, η μοναξιά, ο θάνατος, η αναζήτηση Του Θεού, η πίστη, η αναζήτηση και η γνωριμία με τον ίδιο τον εαυτό μας, η αναγκαιότητα της ποίησης στην καθημερινότητα των ανθρώπων, η αγάπη για την πατρίδα και τις αξίες της, η νοσταλγία των παιδικών χρόνων και του γενέθλιου τόπου, ο ρομαντισμός, η ευαισθησία στις ανθρώπινες σχέσεις, η ομορφιά του ελληνικού τοπίου. Συμμετέχει επίσης με ποιήματά του, σε ποιητικές ανθολογίες και λογοτεχνικά ημερολόγια. Είναι ενεργό μέλος, της Εταιρείας Κορινθίων Συγγραφέων.