Δέκα ποιήματα του Κυριάκου Αναγιωτού

Δέκα ποιήματα του Κυριάκου Αναγιωτού

Σήμερα στη στήλη "Στα βαθιά" έχω προσκαλέσει τον ποιητή Κυριάκο Αναγιωτό από την Κύπρο. Ο καλεσμένος μου γεννήθηκε στη Λεμεσό και σπούδασε Αρχιτεκτονική στη Γερμανία. Εργάζεται στις Τεχνικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας, Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας. Έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές. Η ποίησή του είναι αφηγηματική, λυρική, υπαρξιακή. Ο λόγος του είναι πλούσιος, περίτεχνος, ευρηματικός, διεισδυτικός. Αξιοποιεί αφόρετες λέξεις και πρωτότυπα σχήματα, που εκπλήσσουν ευχάριστα τον αναγνώστη. Οι εικόνες του είναι πολύ ζωντανές κι οι περιγραφές του υψηλής ευκρίνειας κι ευαισθησίας. Κυρίως όμως η πένα του γνωρίζει καλά ν' αποτυπώνει τον συγκινησιακό παλμό των γεγονότων. Θα ταξιδέψουμε με δέκα διαλεχτά ποιήματά του!

Χειμερινός ορίζοντας

Στενός ο ορίζοντας και πελιδνός.
Ίσα που χωράει
δυο νωχελικά εμπορικά
τρεις μαργωμένους γλάρους
και τους πλαδαρούς γλουτούς
της χειμερινής κολυμβήτριας.

Μια παγωμένη μπίρα
και μια φαρέτρα μνήμες
τανύζουν το ωχρό τόξο
το πλαταίνουν
το βάφουν μπλάβο.
Με τρεχαντήρια και αλκυόνες
το γεμίζουν
και μαστούς σφριγηλούς.
Απ’ τον αιθέρινο προμαχώνα της ελευθερίας
εξακοντίζονται πύρινα βέλη
καταιγιστικώς.

Το άδειο μου τραπέζι
γεμίζει με φίλους
μακρινούς και αγέραστους.

Νεύω στον σερβιτόρο
τους κερνάω τoν επόμενο γύρο.

Το τσαμπί

Τον Αύγουστο
καταψύχω ένα τσαμπί
λευκό επιτραπέζιο σταφύλι
που του λείπουν τέσσερεις ρώγες.

Δεν το αποξηραίνω για σταφίδες
καθώς αποστρέφομαι το γήρας.

Την πρώτη κάθε μήνα
βγάζω από τον καταψύκτη το τσαμπί
που του λείπουν τέσσερεις ρώγες
και το κοιτώ με μάτια γιομάτα καλοκαίρι.

Τον επόμενο Αύγουστο
καταψύχω νέο τσαμπί
αρκεί να του λείπουν τέσσερεις τραγανές ρώγες
όσες πρόλαβες να φας
φτερουγίζοντας.

Ούτε λόγος για σταφίδες
αφού αποστρεφόμαστε και οι δύο το γήρας.

Συνάντηση το σύθαμπο

Με το λάλημα
των πρωινών λεωφορείων
διασπάστηκες
σε χιλιάδες μέλισσες,
που διέφυγαν
απ’ το μισάνοικτο παντζούρι.

Απ’ της ξώθυρας το κλείθρο
απέδρασε
η λευκή, μακό σου φανελίτσα.

Tο θρόισμα των βημάτων σου
γλίστρησε
από τις αδιόρατες ρωγμές
του δαπέδου.

Αναδυομένη
σε είδα
το σύθαμπο.
Με δυο μέλισσες
στις κόγχες των ματιών,
το κλείθρο στα βλέφαρα
και στο μέτωπο
τις πρώτες
αδιόρατες ρωγμές.

Το σύθαμπο…
είκοσι χρόνια μετά.

Πολιορκία

Πολυάριθμοι
και πάνοπλοι
και άρτια εκπαιδευμένοι
οι πολιορκητές.
Στα στενά και στα καντούνια
καιροφυλακτούν
οι πεμπτοφαλαγγίτες.
Επικίνδυνα εξαντλούνται
οι προμήθειες
και τα αποθέματα νερού.
Ασφυκτικά στενεύει
γύρω μου
ο κλοιός.

Κατ’ επειγόντως,
επί ώρες
και εις βάθος
συσκέπτομαι μετ’ εμού.

Συνεπείς,
αξιόπιστοι
και απαρασάλευτοι σύμμαχοι
παραμένουν
η αρμάδα των κυμάτων από θαλάσσης,
το σμήνος των γλάρων από αέρος
και από ξηράς η λευκή στρατιά των γιασεμιών.

Αιφνιδίως,
αστραπιαία
και ολομέτωπα
θα εξαπολύσουμε την αντεπίθεση.
Μέσα από τις μυστικές μας διόδους.
Υπό το σεληνόφως.

Οι σάλπιγγες

Ουρανομήκεις και κατ’ επανάληψιν
ήχησαν οι σάλπιγγες.

Όμως,
αρμός δεν ράγισε,
πέτρα δεν σάλεψε,
έστω μία ζεματίστρα να κυρτώσει.

Άθικτα και ακέραια
παρέμειναν τα γιγάντια τείχη.

Μειδιώντας
και νωχελικά ξύνοντας τον θυρεό του
το απόρθητο οχυρό
λοξοκοίταξε τα χάλκινα όργανα.

Σαρδόνια κάγχασε πρώτα,
μετά βρυχήθηκε.

Τα απαστράπτοντα πνευστά,
ακαριαία, απώλεσαν την στιλπνότητά τους
μετά ζάρωσαν
και συστάλθηκαν σε κόρνες.

Κόρνες άρρυθμες, βραχνές και θορυβώδεις,
ως των νυκτερινών αυτοκινητοπομπών
σε επινίκιους πανηγυρισμούς.

Ο τοίχος

Αποφάσισα
επιτέλους
να αποκαθηλώσω
όλα τα πορτραίτα
που είχα αναρτημένα
στον τοίχο.
Μετά
με μια τανάλια
αφαίρεσα
απ’ το γυμνό ντουβάρι
όλα τα καρφιά.
Αμέσως
το τείχος
κατέρρευσε.
Αθωράκιστο,
όπως απέμεινε
δεν άντεξε
στο δροσερό αεράκι,
που μπήκε
απ' το απέναντι
μπαλκόνι.

Ιπποστάσιο

Το σπίτι πήρε μιαν παράξενη κλίση.

Υπόνοιες για αστοχίες
στη θεμελίωση και στην ανωδομή
είχαν αποκλεισθεί.

Οι ολονυκτίες
οι περισχοινισμοί και οι πίτες του Αγίου Φανουρίου
δεν το παλινόρθωσαν.

Μ’ ένα τελευταίο τσιγάρο αποχαιρέτησα
το καχεκτικό γεράνι
και την ολόδροση φτέρη
του βορεινού μπαλκονιού.

Δεν έψαξα για σπίτι
αλλά για ιπποστάσιο
στις παρυφές της πόλης.

Επειγόντως έπρεπε να στεγάσω
τα τρία μου άτια.

Το ευσταλές
με το γενναίο βλέμμα
που μαζί διαβήκαμε
σήραγγες και δύσβατα πεδία.
Το φτερωτό
με τον λευκό καλπασμό
που για λίγο με ανύψωνε
από το καθημαγμένο μου σαρκίο.
Το τρίτο, το ξύλινο
με την κρύπτη
που μόλις και με χωρούσε
με αυτό που πάσχιζα
να δραπετεύσω από μιαν ρωγμή
του καταθλιπτικού τείχους.

Η κλωστή

Εκείνο το ξέφτι στο στρίφωμα
της μεταξένιας σου νυκτικιάς
εκείνη η αδιόρατη κλωστή
που μου χάιδευε τα πέλματα
κι εγώ μακαρίως ονειρευόμουν
είχε σιδερένια δόντια.
Αφού κατέφαγε
τα λινά σεντόνια
την ξύλινη κλίνη
και το τρεμάμενο φως των κεριών
μετά κατασπάραξε κι εμένα.

Η κασέλα

Η εξόδιος ακολουθία βρισκόταν σε εξέλιξη
έμφορτο θλίψης το εκκλησίασμα
και οι επίσημοι έμπλεοι υπερηφάνειας
όταν αθόρυβα άνοιξε η κασέλα.

Αδιόρατος στάθηκε
μπροστά στο ασπρόμαυρο πορτρέτο.
Εφάρμοσε προσεκτικά το μετωπικό του οστούν
κάτω απ' τον μπερέ με το εθνόσημο
τη γνάθο πάνω απ’ το μεταξωτό φουλάρι
έσιαξε το χνουδωτό μουστάκι
με τ’ απομεινάρι του δεξιού δείκτη.
Τέλος, αφού κρέμασε στον λαιμό
το σταυρουδάκι με το μονόγραμμά του
έτρεξε περιχαρής στο διοικητήριο
για τη δεκαήμερή του άδεια.

Την επαύριον θα λογιαζόταν
με την καλή του.

Η βαλίτσα

Με κόπο κουβαλώ τη μαύρη μου βαλίτσα.
Όσο που την σηκώνω απ’ το δάπεδο.
Την φορτώνομαι στους ώμους στις ανωφέρειες
την σφίγγω παραμάσχαλα στις κατωφέρειες
την σέρνω μες στις νεροποντές.

Τα χρόνια που στοιβάχτηκαν
ο χρόνος που περισσεύει
την έκαναν ασήκωτη.

Κι όμως
η μαύρη τούτη βαλίτσα είναι αυτή
η ακαζού βαλίτσα της μετανάστευσης
η σομόν των μετακομίσεων
η εκρού των περιπλανήσεων
η ιβουάρ των εκδρομών.

Είναι η ίδια λευκή βαλίτσα
με τα βαφτιστικά και τα κουφέτα.

Σύντομο βιογραφικό σημείωμα

Ο Κυριάκος Αναγιωτός γεννήθηκε το 1958 στη Λεμεσό. Το 1976 απεφοίτησε από το Λανίτειο Γυμνάσιο Λεμεσού. Την περίοδο 1978-1986 σπούδασε στο Πολυτεχνείο του Άαχεν της Γερμανίας, από όπου πήρε το πτυχίο του Αρχιτέκτονα. Τα τελευταία δεκαεπτά χρόνια εργάζεται στις Τεχνικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας, Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας.

Έχει εκδώσει τις ακόλουθες τρεις ποιητικές συλλογές:

“Ως άνεμος επακμάζων”, 2012.
“Ανέστιος και λιθοξόος”, 2015.
“Ιπποστάσιο”, 2020.