Δέκα ποιήματα του Θωμά Νικολάου

Δέκα ποιήματα του Θωμά Νικολάου

Ο σημερινός μου φιλοξενούμενος στη στήλη "Στα βαθιά" είναι ο ποιητής Θωμάς Νικολάου. Ο καλεσμένος μου σπούδασε στο τμήμα Διεθνών κι Ευρωπαϊκών Σπουδών κι αυτή τη στιγμή κάνει το μεταπτυχιακό του στις Διεθνείς διαπραγματεύσεις. Έχει εργαστεί στον ιδιωτικό και στο δημόσιο τομέα.Έχει εκδώσει δυο ποιητικές συλλογές κι είναι υπό έκδοση η τρίτη. Ποιήματά του έχουν φιλοξενηθεί στον έντυπο και τον ηλεκτρονικό τύπο. Ο ποιητής αξιοποιεί μια ποικιλία εκφραστικών μέσων ως προς το ύφος και την τεχνική. Άλλοτε ακολουθεί την ελεύθερη γραφή,κάποτε  τον ομοιοκατάληκτο στίχο. Μερικές φορές οι στίχοι του είναι υπερρεαλιστικοί, άλλες πάλι ρεαλιστικοί. Ο λόγος του είναι πολύχρωμος, ζωντανός, στακάτος, ανατρεπτικός. Ο χαρακτήρας της γραφής του είναι κοινωνιοκεντρικός κι ενίοτε καταγγελτικός. Θα ταξιδέψουμε με δέκα διαλεχτά ποιήματά του!

ΝΑ Σ’ ΑΓΑΠΟΥΣΕ ΜΠΟΡΕΙ

Με τον χασάπη
που γυροφέρνει στους δρόμους
και αναζητεί την ηδονή
κατσίκι κι εσύ,
όπως κάθεσαι στα γόνατα
της πληρωμής
για να τον ξεράσεις
μετά από πέντε κουβέντες
με τα πόδια σου ανάσκελα.

Θα σβήσει με τέχνη τα σύνεργα
και το κεφάλι σου θα μείνει μόνο
να γυρνάει
σαν σβούρα.
Πίνακας
του εραστή
σου
που μύριζε γελοία
αλλά να σ’ αγαπούσε μπορεί.

ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ Τ’ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

Οι κουρδιστοί φρουροί φυλάνε καραούλι
ανάμεσα στου Αναγνωστάκη και του Ρίτσου
τα βιβλία,
ώρες μικρές, ώρες πελώριες
πριν φανεί το φεγγάρι του
υποκόσμου
και η πρωτοπορία
εξαφανιστεί στου αδικοχαμένου
νέου τα θεμέλια.

Οι αστυνόμοι
σαν σκιές από μάρμαρο
που δεν μπόρεσε
το βουνό να αποδώσει
σε τάφο.

Μόνο του το βουνό
καμένο
και τα ελάφια του
να περνάνε από πάνω σα φαντάσματα
που άγγιξε παλιότερα ένας φίλος τους
κυνηγώντας του
ονείρου τα αποσπάσματα.

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗ ΒΡΟΧΗ

Σαν πολεμική κραυγή,
την ώρα που τα σύννεφα
αντιστέκονται στην απώλεια
της βροχής,
ξεσπάει η καταιγίδα.

Ντυμένη στα λευκά
μοιάζει
για μια στιγμή αθώα,
αλλά το φόρεμα που φόρεσε
προκαλεί τα κύματα
που σηκώθηκαν
για να την κατακτήσουν.
Ξαπλώνει με την πλάτη
στους αφρούς της θάλασσας
ο ήλιος της Αθήνας
και βουλιάζει αμέριμνος.
Η νύχτα έρχεται σιωπηλή
και σίγουρη πως
έχει πάρει
τις τελευταίες του
ανάσες.
Οι σταγόνες που περίμεναν
να γευτούν την αγκαλιά της
πλημμυρίζουν,
χωρίς αναστολές,
όσους δρόμους είχαν κρυφτεί
για να της ξεφύγουν.

ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ

Τα ελικόπτερα της αστυνομίας
σβήνουν με μανία τον έρωτα
στους ολοκαίνουριους εκσκαφείς
ένα περιστέρι αστράφτει.

ΛΕΥΤΕΡΙΑ

Καλύπτεσαι κάτω απ’ τα χρόνια
όπως έρχονται τα χιόνια
απλωμένα καταπράσινα σεντόνια
στοίβες στην αποθήκη για
γαλόνια
και μια βραδιά που σου κόψανε
τα πόδια,
δεν φωνάζεις ζήτω πια:
Ήμαρτον, έλεος, λευτεριά!

Σκοτώνουν τα τραγούδια
σαν κανόνια
και μια βραδιά θα αναστενάξεις πια:
Ήμαρτον, έλεος, λευτεριά!

Πάνω κάτω σε μπαλκόνια
της μεταπολίτευσης σειρά
χτυπώντας ώρες κομπολόγια
αφέθηκες στα αιώνια:
Ήμαρτον, έλεος πια, λευτεριά!

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΚΑΤΑΔΟΤΗΣ

Κι εσύ στο δωμάτιο
όλο σκέφτεσαι
που θα πάνε τα φλουριά.

Έχουν γλιτώσει οι φλέβες
από τα ξεσπάσματα
που απέμειναν στο μουσαμά.

Με την ευγλωττία των λυγμών
κοιτάζεις τώρα πια τους κάτω,
θυμίζοντας την επανάσταση,
δεν έχει σημασία τώρα πια,
πως ο γύψος ανανεώνεται,

θέλει αρετή και τόλμη να βιάσεις
την ελευθερία
τελευταίε καταδότη.

κι όπως ο κήπος μαραίνεται
επειδή δεν υπάρχουνε
παιδιά
θέλει αρετή και τόλμη
κι ίσως να φανείς ξανά.

ΤΑ ΠΛΟΙΑ

Τα πλοία ξεκίνησαν κι αυτά
μ' ένα τους σάλτο
σε προδίδουνε και κείνα,
για έναν παλιό τους φίλο
που αντάμωσες μακριά
στα πέλαγα
εκεί που σ' αγνάντευε
κι έκλαιγε κάποια Μαρία.
Μ' ένα τους σάλτο
σε καρτερούν και κείνα,
Μπραζίλια, Κίνα, Μαρακές
με το καλέμι κι αργοσβήνει
το φανάρι,
το στίχο πρόλαβε και πες
πριν έρθει ο καπετάνιος
και σε πάρει.

ΣΤΗΝ ΚΗΦΙΣΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΡΗΜΟ

Στην Κηφισιά περνούν τα φορτηγά
και σαν απόστημα τινάζουν τα συντρίμμια
ποια μάνα γη σε ξέκανε σιγά
για να σε βρει το καλοκαίρι μες τη γύμνια.
Πιλότος άνοιξε φτερά και πιλοτάρει
με το λοστάρι στο καράβι συλλαβίζει
με την αρχέγονη και μαγική του κρίση
θεμέλιωνε τον ύμνο που αρχίζει.
Στην έρημο ο Σεβάχ χαλιά και μήλα
ξεχώρισε του κόσμου την ξεφτίλα
και σαν ονειραβάτης που γυρίζει
τον θάνατό του στην πυρά αντικρίζει

HELIN BOLEK

Είναι οι σύντροφοι που μας κοιτούν αγέρωχοι
καθώς συντρίβουν το παλάτι
πόσα χρόνια έτυχε να έχεις στην πλάτη
κι αρμένισες εκστατικά σ' όλα τα μήκη και τα πλάτη.
Άλλος από απεργία πείνας, άλλος στη φυλακή
περίμενε κι ανθίζει ο δυόσμος
τώρα που αχνοφαίνεται ο κόσμος
και παλικαρίσια μπαίνουν στη γιορτή.
Helin Bolek που έμεινες πιστή για πάντα
σήμερα καθώς θα παίζει η μπάντα
τραγούδα μας κι εσύ.
Στου Χικμέτ τα μέρη
κόκκινο αστράφτει αστέρι
κι αναβλύζει η οργή.
Έλα εδώ κοντά μας πάλι
καθώς φέγγουνε τα κάλλη
κι έχει ειρήνη όλη η γη.

ΚΑΛΗΜΕΡΕΣ

Αργά κυλούν οι μέρες
παίζουν στο ράδιο καλημέρες,
στη γειτονιά των αρχαγγέλων
χορεύει σαν στρατός το μέλλον.
Την ομορφιά σου αγάπη δως μου
να λάμψουν τα στερνά του κόσμου.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Ο Θωμάς Νικολάου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1988 αλλά κατάγεται από τον Άγιο Γεώργιο Καρδίτσας. Σπούδασε στο τμήμα Διεθνών κι Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιά ενώ τώρα κάνει το μεταπτυχιακό του στην ΑΣΟΕΕ στις Διεθνείς διαπραγματεύσεις. Έχει εργαστεί στον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα. Επίσης, έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές, η μία κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Λογότεχνον το 2017 και η δεύτερη από τις εκδόσεις Θράκα το 2019. Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά, παράλληλα ετοιμάζει την τρίτη του ποιητική συλλογή, που αναμένεται να κυκλοφορήσει εντός του έτους.