Δέκα ποιήματα του Δώρου Γεωργίου

Δέκα ποιήματα του Δώρου Γεωργίου

Φιλοξενούμενός μου στη στήλη "Στα βαθιά" είναι σήμερα ο ποιητής Δώρος Γεωργίου. Κατάγεται από τη Λεμεσό της Κύπρου. Έχει σπουδάσει Αγγλική Φιλολογία και κατέχει μεταπτυχιακό τίτλο στην Ειδική Εκπαίδευση. Ασχολείται με τη συγγραφή δοκιμίων και λογοτεχνικών αναλύσεων. Πέρυσι κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή που τιτλοφορείται "ΟΥΜΑΜΙ". Η ποίησή του είναι αφηγηματική, προσωποκεντρική. Ο λόγος του είναι ζωντανός, παραστατικός, πρωτότυπος, με κινηματογραφική ροή και μια επίγευση λεπτού χιούμορ. Τα ποιήματά του είναι σύγχρονες ιστορίες αστικού βίου με αρχή, μέση και τέλος. Η δράση είναι γρήγορη, με ανατροπές κι εκπλήξεις. Θα γνωρίσουμε καλύτερα τον δημιουργό μέσα από δέκα ξεχωριστά ποιήματά του από την πρώτη του ποιητική συλλογή "Ουμάμι"!

Ουροβόρος

Χορτάτος πια,
μπορώ και λυπάμαι.
Χαλαρώνω το ζωνάρι
για να ξεφορτώσω κάθε άβολο
συναίσθημα ικανοποίησης.
Τα ζουμιά της χώνευσης
μεταφέρονται στους
αδένες των ματιών.
Δε χάνουν τη νοστιμιά τους.
Μεταποιημένα πλέον,
έχουν μια γεύση ξεχωριστή,
αυτό που ονομάζουν οι μάγειρες
«ουμάμι».
Δεν είναι γλυκιά
ούτε πικρή,
δεν είναι ξινή
ούτε αλμυρή.
Είναι η πέμπτη αίσθηση,
η πεμπτουσία του
μοντέρνου ουμανισμού.
Τι παράξενη λέξη,
γεμάτη, σαν επιφώνημα
αναπόφευκτης αιμομιξίας,
της αμφιβολίας αυτής
και της τελικής απαγόρευσής της,
Ου, μάμι!
Ου, μάμι, μα...
Ου, μάμι, μι!
[αν μπορούσα θα κατάπινα
τον εαυτό μου απ ̓ τα πόδια]

In medias res

Το χαλασμένο στυλό ενός
ερωτευμένου λογιστή
διαπέρασε τις προστατευτικές

του μανσέτες και του λέρωσε
τα μανίκια του πουκαμίσου.
Σαν ένας άλλος Μπετόβεν
πήγε να γράψει άσμα ερωτικό,
μα του βγήκε εμβατήριο τούρκικο.
Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο
απ ̓ το να γκρεμίζεται κάτι
χωρίς ρυθμό,
το ξέρω, έχω δει τις θειες μου
να χορεύουν σε γάμους.
Οι πιο αστείες δε από αυτές,
ποτέ δεν έλαβαν ερωτικές επιστολές
από ξεμωραμένους λογιστές.
[πράγματα που καταφέρνουν περισσότερα
όταν αποτυγχάνουν]

L’hommelette

Έπεσε στην παγίδα φορώντας πρώτα
– με περιττό ενθουσιασμό –
όλα της τα κοσμήματα γυμνή,
μη γνωρίζοντας σε τι μπελάδες
θα έμπλεκε μετά.
Ακολούθως, έβαλε
το ματριμόνιο φόρεμά της,
το μάτρες φόρεμά της,

το φόρεμα-πάπλωμα,
το μανιακό της φόρεμα.
Πιάστηκαν οι κλωστές του
στις προεξοχές των χρυσαφικών της.
Το τέντωνε απελπισμένα για να ξεφύγει
κι έτσι έμοιαζε με παραλλαγμένη
γλώσσα-νύφη που δύσκολα την εντόπιζες
με φόντο το λευκό τοίχο.
Θύμιζε άψογα στρωμένο
νοσοκομειακό κρεβάτι
και τα κιτρινωπά βραχιόλια της σαν κάτι που
άφησε στο κέντρο του
μία νομάδα
τσιγγάνα,
πρώην ασθενής.

Επιφάνεια

Άνοιξε προσεκτικά το δερμάτινο τσαντάκι του
με τα ειδικά εργαλεία σκαλίσματος
και σαν ένας άλλος Τειρεσίας παραμιλούσε,
«Να την κάνεις να νιώθει τόσο ξεχωριστή,
που να κινδυνεύεις να τη χάσεις για πάντα.»
Καχύποπτος εγώ τον κοίταζα καθώς έβαζε
τις τελευταίες πινελιές στην ομορφότερη
κουνιστή πολυθρόνα που είχανε δει τα μάτια μου.
Άκουσα πως
άδειασαν το μαγαζί του καημένου
μαραγκού προχθές το βράδυ.
Ζήτησα απ ̓ τη Δέσποινα έναν καφέ πικρό
κι αφού τον έφτιαξε και μου τον σερβίρισε,
έκατσε αμίλητη στην άλλη άκρη

του πιο σκληρού και άβολου
καναπέ του κόσμου
χαριτωμένα κουνώντας τα πόδια της πέρα-δώθε,
πιθανόν για να νιώσει άνετα.

Εκείνη την ημέρα έσπαγα καρύδια

Ο Λάμπρος εντυπωσίαζε σπάζοντας
μικρές πέτρες με το χέρι στα πανηγύρια.
Έγραφε και ποιήματα.
Για ένα απ ̓ τα δύο υπάρχει κόλπο.
Το έδειξε και σε μένα
κι έτσι έκανα εύκολα φίλους μικρός.
Ο Λάμπρος λέγεται πως πρόσφερε
το τελευταίο τσιγάρο στον Σολωμού.
Έγραψε και ποίημα γι ̓ αυτό.
Μάλλον θα πήγαινε κάπως έτσι:
«Ανάβοντας το τσιγάρο του,
ένιωθα πως άναβα πυρσό.
Πώς βρέθηκε απ ̓ το έδαφος
στα πέντε μέτρα, παραμένει άγνωστο.
Μονοθέσιο, επανδρωμένο διαστημόπλοιο
φτιαγμένο από σάρκα, οστά και αίμα.»
Ο Λάμπρος έβλεπε τον φίλο του ν’ αργοπεθαίνει.
Πήρε μια μεγάλη πέτρα, απ ̓ τις καλές, τις δυνατές,
κι επίτηδες χάραξε στην επιφάνειά της
ένα απ ̓ τα φαιδρότερα ποιήματά του.

Έκανε πέντε βήματα πίσω και με φόρα
ράγισε το χέρι απάνω προσπαθώντας
να το σβήσει χωρίζοντάς την στα τέσσερα.
Για ένα απ ̓ τα δύο υπάρχει κόλπο.
Το έδειξε και σε μένα
κι έτσι έκανα εύκολα φίλους μικρός
εντυπωσιάζοντάς τους.

Ωχπαλιαυτή

Η Λουίζ Φερναντέζ Παπαδοπουλού είχε μανία
να τονίζει τη λήγουσα των πραγμάτων.
Λάτρευε τους Γάλλους
κι ήθελε να τους μοιάσει.
– Ενά κιλό ψαρί φρεσκό παρακαλώ.
Δε μιλούσε τη γλώσσα,
μα η προφορά της
σου ̓ δινε την εντύπωση πως
σε μια άλλη ζωή,
η καλύτερή της φίλη
θα ονομαζόταν Σαρλότ.
Ήρθανε οι αρρώστιες κι οι λοιμοί,
για τη Λουίζ η πιο κατάλληλη εποχή.
Το στόμα της γέμισε φουσκάλες
κι ο τρόπος της δεν ήτανε χαριτωμένος πια.
Έμοιαζε να πονούσε η λέξη σαν την ξεστόμιζε,
φτύνοντας άθελά της τους περαστικούς
και τα κοκκινωπά της μάτια αλληθώριζαν
στη θεά της μεγάλης της μύτης
που πάντα ήτανε συναχωμένη.
- Ενά κιλό ψαρί φρεσκό παρακαλώ!!!
στρογγυλεύοντας περισσότερο απ ̓ το κανονικό
το πρησμένο της στόμα.
Ο ιχθυοπώλης την κοίταξε για μια στιγμή και σκέφτηκε:

«Τα ψάρια αν έβγαζαν κραυγή,
με τη λήγουσα θα ξόδευαν
την τελευταία τους πνοή...»
Της έδωσε ό,τι ήθελε
κι ύστερα έπεσε
σε μια βαθιά μελαγχολία.

Πρίσμα

Είδατε ποτέ σας άνθρωπο να ιριδίζει;
Δε λάμπει ακριβώς.
Το φως διαθλάται
στις καμπύλες του σώματος εκ των έσω,
σαν ν ̓ αποφάσισε η ψυχή του
να πάει κοντινές διακοπές.
Η φουσκωμένη κοιλιά
του καλοφαγά θείου σας
φαντάζει ροζ σε όλες του τις αποχρώσεις
και τ ̓ αποτυπώματα των χεριών του
σαν την πασπατεύει περήφανα,
έχουν ένα μαργαριταρένιο άσπρο,
όπως και σ ̓ ένα ελαφρύ χαχάνισμα.
Η υπερμεγέθης μύτη της αγαπημένης
μα και ακριβοθώρητης θείας σας
αχνίζει το φως σαν καταλύτης
και το ελαφρύ χνούδι στο πάνω χείλος
του στόματός της παίρνει ένα γκρίζο
που πάντα σας έκανε χαρούμενους
και λυπημένους ταυτόχρονα.
Τα μαύρα αιματώματα στα χέρια
της ετοιμοθάνατης γιαγιάς σας
ρίχνουν τη σκιά τους
στα διάφορα ερεθίσματα
της σκέψης και του νου
αλλάζοντάς τα απ ̓ τη ζέση ενός μπορντό
σ ̓ ένα απειλητικό μουτζουρωμένο μοβ
χειρότερο από μαύρο.
Τώρα για το καφετί,

δεν υπάρχει άλλο χρώμα
που θα ̓θελες να ξεφορτωθείς γρηγορότερα.
Σαν τα παιδιά που αρέσκονται να ξύνουν τα
κάκαδα των πληγών τους για να δουν το
καθαρό κόκκινο από κάτω,
όσο και να τους πονεί.

Κότα

Πάντα μου φώναζε να βγω έξω.
Ποτέ δεν ήθελα, μα πάντα το έκανα.
Έμπαινα με το ζόρι στη μικρή μπλε καμπίνα
του άτσαλου φορτηγού του.
Πίσω μας δεκάδες κοτόπουλα
πήγαιναν μάλλον για σφαγή.
Η φρικτή μυρωδιά τους με ανάγκαζε
να εφαρμόζω τακτική.
Μόνη μου έγνοια, ν’ αναπνέω μονάχα απ ̓ το στόμα
και να είμαι λακωνικός στις απαντήσεις μου,
αν μου απηύθυνε τον λόγο.
[Στα εφτά μου, πάντοτε σύγχυζα
το λακωνικό με το λαγωνικό]
Μ’ άφηνε στην τότε κακόμοιρη γυναίκα του.
Έφτανε μετά από τρεις ώρες, με παραλάμβανε
και με επέστρεφε στο σπίτι.
Η άδεια κάσα μού επέτρεπε λίγες ανάσες
κι έτσι τον ρωτούσα για τα χαμένα πουλιά.
Μου έλεγε πως την επόμενη φορά θα
τα έφερνε και πάλι.
Κρυφά μέσα μου ήξερα πως
δε θα ήταν τα ίδια.
Μου φώναζε γεια σου
ψιθύριζα αντίο.

Κατακλυσμός, 4000 π.X.

Κατάντια αυτό το καζαντί.*
Με τις γυαλιστερές μεταλλικές μπίλιες
που έλαμπαν θαμπές στο αδύναμο
φθοριούχο φως της νύχτας
θυμίζοντας μακρινά αστέρια
με παράξενες ακανόνιστες τροχιές.
Με τις πέτσινες κάρτες αριθμών
που μύριζαν τσιγαρίλα, τηγανιτές πατάτες
και φτηνή κολόνια.
Με το ψεύτικο χαμόγελο
του καζαντομάστορα που ήλπιζε
να μην κερδίσω κάτι το ακριβό
– πάντα είχα την υποψία πως κάποιος κινούσε
τα νήματα πίσω απ ̓ το, περιέργως, μεγαλύτερο
απ ̓ όσο φαινόταν στην αρχή, βαν –
Βλέπετε, ήθελα εκείνο το γαμημένο
μαχαίρι του Ράμπο.
Αντί αυτού όμως κέρδιζα την πιο αμάσητη
και σκληρή καραμέλα του κόσμου
με το πιο νόστιμο και μαλακό εσωτερικό.
Την κοφτερή ανάμνηση της γλυκύτερης
κατάντιας, καθώς πλάνταζα στο κλάμα,
μέχρι να δοκιμάσω ξανά.

* τυχερό παιχνίδι που συναντά κανείς στα πανηγύρια στην Κύπρο.

Καπρίτσιο

Αυτό θέλω να κάνω,
να χαιρετήσω στρατιωτικά
τη σημαία μιας καθαρής κι όμορφης παραλίας,
να πω την ιστορία μίας ασυγχρονίας.
Το ̓74 για μας μάρκα υποδεέστερης μπύρας,
μεθάμε με αυτήν γιατί είναι φτηνή,
παγωμένη ή μη, υπάρχει σε τεράστιες ποσότητες
σε σκονισμένα κιβώτια με ξεθωριασμένες στάμπες.
Θα καλέσω τους λιγοστούς μου φίλους,
ψεύτικο πόλεμο να κάνω στη θάλασσα
με νεροπίστολα και επιπλέουσες χειροβομβίδες.
Κανένας μας να μην πεθάνει στ ̓ αλήθεια,
πάρα μόνο να ξυπνήσει αφυδατωμένος
το επόμενο πρωί και να συνέλθει
τρώγοντας τούρκικο πρόγευμα
στο γνωστό το μέρος.
[απαλά τα χέρια μας,
απαλή και η γενιά μας,
γλείφουμε τα ζουμιά απ ̓ το κεμπάπ
δαγκώνοντας τα δάκτυλά μας
αφού πάντα τα συγχέουμε
με το αφράτο ψωμί]

Βιογραφικό Σημείωμα

O Δώρος Γεωργίου κατάγεται από τη Λεμεσό της Κύπρου. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία με μεταπτυχιακό στην Ειδική Εκπαίδευση. Είναι ερευνητής και ασχολείται με την συγγραφή δοκιμίων και λογοτεχνικών αναλύσεων. Η πρώτη του ποιητική συλλογή «ΟΥΜΑΜΙ» εκδόθηκε το Δεκέμβριο του 2020 από τις Εκδόσεις Τεχνοδρόμιο.

 

Έννεπε Μούσα

Έννεπε Μούσα!
Για τους εραστές της ποίησης και της στιχουργικής!
Για προβολή γνωστών κι άγνωστων δημιουργών!
Για επικοινωνία μέσα από έργα αγαπημένα!
Έννεπε Μούσα!
Με όχημα την πένα, το ταξίδι, τ’ όνειρο!!!

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ

Η  αναδημοσίευση του περιεχομένου του παρόντος διαδικτυακού ιστότοπου ΕΝΝΕΠΕ ΜΟΥΣΑ επιτρέπεται ΜΟΝΟ με την παράθεση πηγής και ενεργού συνδέσμου (link).

  

Τα Cookies βελτιώνουν την απόδοση της σελίδας μας. Δεν αποθηκεύουμε προσωπικές σας πληροφορίες. Μας επιτρέπετε να τα χρησιμοποιούμε;