Δέκα ποιήματα του Δημητρίου Δημητριάδη

Δέκα ποιήματα του Δημητρίου Δημητριάδη

Η σημερινή μου πρόσκληση στη στήλη "Στα βαθιά" έγινε στον ποιητή Δημήτριο Δημητριάδη. Ο καλεσμένος μου γεννήθηκε στην Αθήνα και μένει στον Βύρωνα. Σπούδασε Ιατρική στο Βέλγιο και στην Ελλάδα ,με εξειδίκευση στην Ψυχιατρική. Είναι διδάκτωρ της Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές. Για την πρώτη του συλλογή, που τιτλοφορείται "Χρόνος Αυτόχειρας", συμπεριλήφθηκε στη βραχεία λίστα για το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου στην ποίηση του περιοδικού "Ο Αναγνώστης". Έργα του μεταφράστηκαν στ'αγγλικά και στα γαλλικά.Η ποίησή του βαδίζει στα μονοπάτια της υπερρεαλιστικής σχολής. Η γραφή του είναι πηγαία, συνειρμική, μ' ευφάνταστες αλληγορίες κι εντυπωσιακές εικόνες. Ο λόγος του δημιουργού είναι ζωντανός, πολύχρωμος, εκστατικός. Μεθά τις αισθήσεις κι εξάπτει τη φαντασία του αναγνώστη,κάνοντάς τον να συμμετέχει στις νοητικές του αναπαραστάσεις. Θα ταξιδέψουμε με δέκα εκπληκτικά ποιήματά του!

I.


Απόψε ας γεράσουμε μαζί
να υποφέρει ο χρόνος αντί για εμάς
ας φλυαρήσουμε φορτωμένοι ψίθυρους
εσύ εγώ και κανείς
γύρω μας ο βυθός και η άκρη του κόσμου
μην υπόσχεσαι χωρίς επίγνωση του κακού
καλύτερα σώπα να σε βρω ολόκληρη γεμάτη δίψα
ντυμένη το γυμνό κορμί των ηφαιστείων
δεν σε χωρούν οι κεραυνοί
δεν σε χωρώ εγώ στα πιο κρυφά μου όνειρα
πόσο αχνός φαίνομαι πλάι σου
γυναίκα ολοφώτεινη της ίριδας
-χρόνε μείνε στο ύψος της σκόνης
της μαρτυρώ τις πιο δύσκολες λέξεις
ανάμεσα στην αγωνία και την έκσταση-
μεθώ κόκκινο στόμα της αυγής
και άσπρο φως της ημισελήνου
-ψήλωσε χρόνε να φανώ εγώ θνητός
εκείνη είναι η γενέθλια έκλυση των αισθήσεων
κι η προέκταση της αιχμηρής σιγής
στο κενό ανάμεσά μας
το ελάχιστο.

ΙΙ.

Τα μαλλιά σου μυρίζουν αλάτι και άγουρο μήλο
αυτό θυμάμαι
και το χώμα στην πόρτα σου
χαϊδεύοντας το πόμολο.

Ξημέρωσες απευθείας στο αριστερό μου μπράτσο
στην τελευταία πνοή ποτίζοντας
έφηβες κούνιες στον λαιμό
επέτρεψες την εκταφή του σαββατιάτικου πρωινού
την αντηλιά της ζάλης.

Στέγνωσαν πάνω σου οι ανάσες
γεννήθηκα ακριβώς εκεί
στη μήτρα σου
γεννήθηκα εκεί που με άφησες
στην κολυμπήθρα των ευχών
στις φαντασιώσεις γραμμένες σε τετράδιο.

Είσαι υπεράνω υποψίας αγαπημένη
τόσο δέρμα θέρισες χωρίς να σπείρεις
ούτε μια προσευχή στα γόνατα
για τον αγγελιαφόρο που ακολούθησε τη μοίρα του
ως το κατώφλι μας.

Υπέφερα ως άμαχος
και άντεξα ως γνήσιος μάρτυρας της βελόνας σου
κάθε που έπλεκες τη ζωή και τον θάνατο
στην πλάτη μου γελώντας με τα ίχνη των δοντιών
ως τη λήξη της παρέλασης.

Είμαι ό,τι απέμεινε
είμαι αυτό που φαίνεται στο προσωρινό σου βλέμμα
μια ξεχασμένη αποικία
μια θολή αντανάκλαση της αίγλης σου
είμαι εσύ όταν σέρνεσαι αλμυρή στις πληγές μου.

Μαζί
είμαστε η πρύμνη και η πλώρη
ο καθένας στον χρόνο του
γέμισε ναυάγια τον πάτο της θάλασσας.

ΙΙI.

Δεν ζητώ να γυρίσω πίσω στους λευκούς ποταμούς της άγουρης σκέψης
στο νεφέλωμα της παλάμης φωλιά για τις μέλισσες
στο μαλακό χώμα της αδούλευτης γης δεν ζητώ να γυρίσω
επαίτης ήδη των σχημάτων και των χρωμάτων που στόχευα στα όνειρα
αστραπές γύρω μου κι εγώ ανακάλυπτα τα πρωτοβρόχια
άτολμος απέναντι στα επακόλουθα έπαιζα με τα σπίρτα μικρό παιδί
αγνοώντας τη δύναμη της σάρκας να στέκει πυρίμαχη κάτω από το νερό
εκεί που αναπόδραστα παραμονεύουν προσχήματα κι ενήλικα παραμύθια
και πνιγηρή ζέστη στο λυκαυγές
παραβλέποντας την προφανή αλήθεια πως ό,τι γλυτώνει απ’ το χαλάζι
είναι μόνο το κόκκινο σταφύλι πάνω στο τραπέζι
υπόλοιπο του μεσημεριού κι ενός μοναχικού απογεύματος.

ΙV.

Δεν προσβλέπω στο ανέφικτο άλλων ζωών
άδειες καρέκλες φυτρώνουν στον κήπο να δελεάσουν
τις ανάσες των περαστικών προσφέροντας κονιάκ
και λίγα παξιμάδια
ξαπλωμένος ανάσκελα κορυφώνω την απόγνωση
στον καπνό του τσιγάρου και από ’κει στο διάκενο
ανάμεσα στη σιγή και την άλαλη σκέψη
στριμώχνω την ονείρωξη σε κάθε γωνία
φτύνοντας με ανακούφιση στο μαξιλάρι
τις προφάσεις
τις προφητείες
την πλανερή παράνοια του βυθού
και τη λευκή αμετάκλητη πείνα.

V.

Νόστος ήταν τ’ όνομα που είχε δώσει στο κόκκινο τ’ ουρανού. Όταν ξημέρωσε ήταν νύχτα. Αδικαιολογήτως απών από τη φαντασία του, προσπάθησε να τρέξει προς την έξοδο. Η πόρτα στενή χωρίς χερούλι τον κοιτούσε κατάματα, έτοιμη να δαγκώσει το ανθισμένο μήλο που έτρεμε στη φωνή του. Ξοπίσω τον κυνηγούσαν αλυσίδες, μια σβέλτη αλεπού κι ο οιωνός της παιδικής του ηλικίας. Ένα χαλίκι που έλαμπε το πέρασε για αστέρι και το έχωσε βιαστικά στο αυτί του. Όλα έγιναν λευκά κατάμαυρα, όλα εκτός από το γιασεμί που θαύμαζε κάθε πρωί πίσω από το κουφό τζάμι, ψιθυρίζοντας την ελευθερία του στο καναρίνι.

Βρήκαν τον ψίθυρο να κρέμεται ανάποδα στο δέντρο. Μόλις έκοψαν το σχοινί, όλα τα κλαδιά άνθισαν. Κι η ποίηση έγινε φως, και το νερό έγινε μέλι, κι η τρέλα σίγησε. Κι ακούστηκαν ακόμη και τα βήματα της πασχαλιάς στο νωπό γρασίδι.

VI.

Ξύπνησα μ’ έναν σκοπό σήμερα
να μάθω ποιος είμαι
ή μάλλον να μάθω ποιος κρύβεται στη σκιά μου
και χαλά το περίγραμμα
δεν είμαι εγώ άλλωστε αυτός που ζει τη ζωή μου
είναι ο άλλος, ο νυσταγμένος αναβάτης των αλόγων
ο κηπουρός που ξεχνά τη μυρωδιά των δέντρων
λίγο πριν δύσει ο ήλιος
ο αγράμματος βιβλιοφάγος που μένει ατιμώρητος
ενώ ξεφυλλίζει άσκοπα τις σελίδες
είναι ο υπάκουος λογιστής του γυμνού στήθους
που καταγράφει την ηδονή στο διάγραμμα
κι ύστερα πίνει κρασί με γεύση μήλου
κατευθείαν απ’ το λαρύγγι της ενδόμυχης δίψας
είναι ο στολισμένος αλαζόνας στη βιτρίνα
όταν περιφρονεί τους περαστικούς
ο εραστής που ξεχνά τα λόγια του από την πρώτη πράξη
είναι ο έφηβος που ξεψυχά στον δρόμο της αφθονίας
έχοντας το τουφέκι σε λάθος χέρι και το γλυκό στο στόμα
ο μικρός επισκέπτης του μαγεμένου δάσους
καθώς μετρά τον τρόμο και τους ψιθυρισμούς των λύκων
ο νεογέννητος ταξιδευτής τον καιρό της αϋπνίας
είναι ο αποκηρυγμένος μου εαυτός
ο άγνωστος που κρύβεται στη σκιά μου.

VII.

Δεν ακούγεται τίποτα.

Μόνον ο ήχος από τα σώματα
που κρέμονται στους φανοστάτες.

Το στόμα φραγμένο με πανί
λίγες σταγόνες πετρέλαιο
κι ένας αναπτήρας
λαμπάδες ασύμμετρες στέλνουν τον καπνό τους
στους έτοιμους τάφους που έχω στον κήπο.

Τα μάτια που φυλάνε τους νεκρούς σώπασαν
μετρώ αντίστροφα για τη δική μου σειρά
χωρίς να βιάζομαι.

Πρόλαβα να μας ενόσω
αγέννητοι κι οι δύο μέσα στον χαλασμό
έραψα τα χείλη μας στο χώμα
τ’ όνομά μας έγραψα πάνω στην πέτρα
ανορθόγραφα
να μη μας γνωρίσει ο χρόνος
κανένας όχλος να μη μας χωρίσει.

Το στήθος γεμάτο πυρίτιδα.

Πότισα τις μηλιές;

VIII.

Πρώτη φορά βλέπω
γλάρους σε παιδική χαρά.
Πόσο δύσκολο είναι
να παίξεις μαζί τους κρυφτό
πάντα σε βρίσκουν.
Βαρέθηκα τις υγρές κούνιες.
Σκέπασέ με.
Η κουβέρτα να στάζει χώμα
κι αμήχανη σιωπή.
Μη σπαταλάς μπογιές και μελάνι
φτιάχνοντας αγιογραφίες
τα κουμπιά μόνο ξήλωσε
από το στέρνο
διόδια σ’ ένα τζάκι.
Τα ρούχα
την καδένα που 'χω στο λαιμό
τα πάνινα παπούτσια
προσάναμμα
κατά μήκος της θάλασσας
και του ήλιου
να τα δει από μακριά
ο αγέννητος αδερφός μου
και να μη βουτήξει.
Το ταξίδι αυτό
θα το κάνω μόνος.

IX.

Μ
έτσι ξεκινά η Μοναξιά
με τα μη και τα δεν,
και το Μάταιο
ενός ορίζοντα που έπαψε να ζυγώνει.

Α
όχι αγάπη
όχι πια
Ανήμπορος, ίσως
Ανόητος, αναμφίβολα.

στο λάμδα, κοντοστέκομαι
Λίμνη. Λάθη.
θα είναι μια Λίμνη από Λάθη, λοιπόν
Λοιπόν, όπως το συμπέρασμα
ότι η ζωή παρακάμπτει
τους ανήμπορους ανόητους.

όμικρον, όπως Όνειρα
κάποτε
όπως Όμορφος
κάπου
ανάμεσα στα στάχια και το φως
μιας γης ολότελα ξένης.

γράμμα Ρ από τον έρωτα
χωρίς το ε
απομένει μόνο το Ρώτα
μα δεν ελπίζω
η απάντηση έσβησε εκείνη τη νύχτα
όποιο κι αν ήταν το ερώτημα.

Γιώτα το τελευταίο γράμμα
Ιστορία ανείπωτη μέχρι τώρα
σκάλισμα στο κερί που λιώνει
κάτω από τη γροθιά του χρόνου.

ανάσες δένονται καρφιά
σημάδια στο ύπουλο χιόνι
πέταξες αθόρυβα
μαύρο πουλί.

Μάλορι γράφω στους τοίχους των κελιών
Μάλορι γράφει και στον ανθισμένο τάφο.

κλωτσώ με δύναμη το σκαμνί
ν’ αποδράσω στο άπειρο.

θα φέρω τριαντάφυλλα
τα κόκκινα, από τον κήπο.

X.

Μούδιασμα στους λοβούς των αυτιών
τα μαλλιά μαλακώνουν απ’ την αφή
μάγουλα κόκκινα ως το περβάζι
ντυμένα φως και κλωστές
βρόχινες λακκούβες στο λαιμό
ιδρωμένες φλέβες πέφτουν ανυπόμονα
στα πλευρά που ξεφουσκώνουν
οι θηλές σκληραίνουν άνισα
ανάμεσα στις χαρακιές
αποτυπώματα στην πλάτη θυμίζουν
τα πρώτα λόγια στον αμμόλοφο
τις πρώτες νότες
αφήνουν τα δάχτυλα χρώμα
γύρω από τον ομφαλό
γελαστές ουλές που έχασαν
τα χαλίκια ως τα χείλη
λυγίζουν απρόθυμα οι γοφοί
το μαύρο της σιγής φτάνει
πλάι στους αστραγάλους
η ομίχλη σκεπάζει το γλυπτό πόδι
γλείψαμε τη σάρκα ως το κόκκαλο
χωρίς βιασύνη
χωρίς γλώσσα
χωρίς.

Βιογραφικό σημείωμα

O Δημήτριος Δημητριάδης γεννήθηκε στην Αθήνα και ζει στον Βύρωνα. Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές, τον Χρόνο Αυτόχειρα το 2016 από τις εκδόσεις Γκοβόστη (συμπεριλήφθηκε στη βραχεία λίστα για το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου στην ποίηση του περιοδικού «ο Αναγνώστης») και το Όταν ο ψίθυρος το 2019 από τις εκδόσεις Μελάνι. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά και στα γαλλικά.