Δέκα ποιήματα της Χριστίνας Γεωργιάδου

Δέκα ποιήματα της Χριστίνας Γεωργιάδου

Σήμερα,στη στήλη "Στα βαθιά"έχω προσκαλέσει την ποιήτρια Χριστίνα Γεωργιάδου. Η καλεσμένη μου έχει σπουδάσει Αγγλική Φιλολογία και Μετάφραση.Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές. Για την πρώτη της ποιητική συλλογή "Σπορά" τιμήθηκε με το βραβείο Μαρία Πολυδούρη 2017. Η ποίησή της είναι υπαρξιακή, περιγραφική, φιλοσοφική. Την απασχολούν ο έρωτας,το ταξίδι του ανθρώπου στον χωροχρόνο, η υπόσταση της ψυχής, το θαύμα της φύσης, η επαφή με την παιδική ηλικία και τις μνήμες, η μετάβαση του θανάτου. Η προσήλωση στα γήινα κι η ενατένιση στα ουράνια συνυπάρχουν στο έργο της δημιουργού.Ο λόγος της είναι μεστός, σμιλεμένος, συναισθηματικά βαθύς, με ξεχωριστή εικονοποιία. Θα ταξιδέψουμε με δέκα υπέροχα ποιήματά της!

ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ Γόος (Εκδόσεις Δωδώνη, 2019)

Πλέρια

Θα μπω στο δωμάτιο
το μυστικό μου δωμάτιο

Θα φορέσω
     το πιο μωβ κραγιόν
να μου δαγκώνεις τα χείλη
να πεθαίνω
    άσεμνες γόβες
να μπλέκονται τα τακούνια
στις ρωγμές σου
    και μία κίτρινη αναιδέστατη μαντήλα
       να γρατζουνά τον ήλιο
       στο ανέμισμα

Θέλω να μπω
στο δωμάτιο
το μυστικό μου δωμάτιο
    εκεί που δεν εισχωρεί η πραγματικότητα
  και να ζήσω εσένα
                   με σένα
                   για σένα
                   τα πάντα
                   αιώνια

Χορός

Παίρνεις μαζί σου τον αέρα
– της Γης τα πλάτη και τα μήκη–
σύννεφα, ύδατα, βράχους, θάλασσες, σπηλιές, βροχές.
βουλιάζεις
στα ηφαίστεια
σ’ όλα τα κρύφια
σ’ όλα τ’ αέτινα

Αφήνεσαι στη δίχως όρια ύπαρξη
      λυτρωτικά
      λατρευτικά

Κραυγάζει το κορμί σου
λυγμούς προαιώνιους
συνθήματα, τρόμους
οδύνες, ηδονές
– βουβές αντανακλάσεις
της μοίρας σου

Εκείνο που ήσουν
μετουσιώνεται
εκείνο που είσαι
σκορπιέται
– βουβή κι αναίμακτη
μετάβαση στο άγνωρο,
     μέθεξη

Χορεύεις

Διάφανη μεμβράνη
ο υμένας των κόσμων.
κρυφοκοιτά η ψυχή σου
την ώρα του ρεμβασμού
Ασθμαίνουν λυγμικά
τα κύτταρά σου
πασχίζουν να τον σκίσουν

Και αλυχτάς
και ξεσπάς
– κρεσέντο, έκσταση, αλαλαγμός –
χτυπώντας, τινάζοντας,
λακτίζοντας, στροβιλίζοντας,
υψώνοντας, ακροπατώντας,
φτερουγίζοντας, ανεμίζοντας,
     πετώντας…

Χορεύεις

Μαυλισμός

Ήλιος

Σε μαύρο φόντο
η σιλουέτα του ήλιου
μετείκασμα
στα σφαλιστά σου βλέφαρα

Αθίγγανη η ευωδιά της μέρας
στροβιλίζεται κουρνιάζοντας
στις παρυφές των κυττάρων σου
Φυλλορροεί σε κάθε
απάρνησή σου
Ανασαίνει σε κάθε σου
   άνθιση

Παφλασμοί
κι ηδονικές δονήσεις
σε ταλαντεύουν
Πάχνη αλμύρας
έρπει νωχελικά
ως τα άδυτα των αδύτων
– το κορμί σου
                     κιβωτός

Γιορντάνι στα μαλλιά σου
η αθιβολή του κόσμου
κι αγάλι στα μάτια
    κι αγάλι στα χείλη
          κουρνιάζει
            κι εισφρέει

Μαύρη τρύπα

Αγριεύει το σύμπαν
   στις σκιές – αναδιπλώνεται
Λυγίζει ο χρόνος – σπάει
Βουβαίνεται η μνήμη…

Αιωρούνται τα όνειρα
δαγκώνουν το άπειρο
Αστράφτει τ’ απονενοημένο
Και άρχεται η αντίστροφη μέτρηση…

Αναρριγώντας
     ανέλπιδα
περιδινίζεται το φως
Άναρχα ταλαντώνεται
– λευκή πανδαισία
σε βρόχο ερέβους
Του χάους η χοάνη
   τ’ αδράχνει
     τ’ αφανίζει…

(Αστράφτει τ’ απονενοημένο)

Ουδόλως κάμπτεται η φυγή.
μόνο μ’ ένα στραπατσαρισμένο
  λευκό πανί
στ’ απύθμενο βουλιάζει
      το θάμπος

Κι ο κύκλος αργοκλείνει…

    Μα εκεί,
    στο πριν,
μια ανεπαίσθητη ακίδα
    απομένει
– μήτρα του μέλλοντος κόσμου

Προμηθέας πεπτωκώς

Ι. Άρνηση

Όραμα πνεύματος θανόντος
       η ζωή
  γυρεύει
– λάμψη λευκή –
να σαρκωθεί

Η τελευταία μου πνοή
οργασμική τελείωση

Δειπνούν μαζί μου
μορφές σκαιώδεις
    οι μνήμες

Η τελευταία μου πνοή
ερωτικός παροξυσμός
   κραυγή – ή βρυχηθμός;

Μέσα μου κι έξω μου επαναστατώ
Παίρνω το κορμί μου μαζί
– αρνούμαι πεισματικά το χωρισμό
Θέλω τις μνήμες μου χωμάτινες
να λιώνουν, ν’ αγριεύουν, να στάζουν, να φθείρονται
λουσμένες στο φως και στο σκοτάδι
αιώνια να υφαίνονται

Μια φευγαλέα ταλάντωση
και δέσμες καπνού τυλίγονται
κιβωτός και πνεύμα
σε αέναο ερωτικό σύμπλεγμα
        – λικνίζονται

Η τελευταία μου πνοή
γράφει τον κόσμο

Ενοχή

Έκοψα το φεγγάρι
κι ήτανε κόκκινο
σαν ματωμένο χείλος

Το ξερίζωσα από τα σπάργανά του
– ήτανε πράσινο
σαν τα φύλλα
που ρέουν στο ποτάμι

Κάρφωσα την καρδιά του
– ήτανε μαύρο
σαν τον κορμό
καμένου δέντρου

Το έκρυψα στον κόρφο μου
– τρεμόπαιξε χλωμή
μια φλόγα
στο δάκρυ του

Κούρνιασα
στο κυρτό του κορμί
και έκλαψα
– κραυγή μετανοίας

Τρόμου εγκώμιον

ΙΙ. Φάσμα
          σβησμένης ψυχής παιδιού στον πόλεμο

Τον βαρέθηκα τούτο τον Μάη
Κουράστηκα να σας στοιχειώνω
Δεν φταίτε εσείς
Άλλοι με σκότωσαν

Μα όχι, φταίτε

Στη σφαγή μου
άφρισε το στόμα σας;
πύρωσαν τα μάτια σας;
Βγάλατε χέρια;
Ξεθηκαρώσατε σπαθιά;
Σχίσατε ενδύματα
– θρήνου ένδειξη;
Κραυγάσατε καθόλου;

Μόνο η φύση
ύψωσε οιμωγή
   θρήνο ιερό
στον ουρανό

«Διαστρεβλώνω», λέτε
τη σιωπή σας.
«δεν είναι αδιαφορία
φόβος είναι»

Μα Εγώ σφαγιάστηκα
Και Εσείς μ’ αφήσατε

Γι’ αυτό θα σας στοιχειώνω

ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ Σπορά (Εκδόσεις Κυριακίδη, 2016)

Χέρια

Αυτό τ’ αριστερό σου χέρι
κάνει πράγματα ασύλληπτα
Ανοίγει ντουλάπια
μυστικά
Βρίσκει πράγματα
αιώνες πια χαμένα

Στις καλές στιγμές
χαϊδεύει κάθε φίλου
τρυφερά το μάγουλο
Στις κακές
απωθεί εχθρούς
με κινήσεις πανικού
κι άναρχης ανταρσίας

Πράγματα
ακίνδυνα-επικίνδυνα
πιάνει, πετάει, σπάζει, ξεσχίζει
μετακινεί, μασάει, λατρεύει…

Ηλιοφώτιστα βράδυα
σκαρφαλώνει χαράδρες
Φεγγαρόφωτα πρωινά
ανεμίζει σημαίες
- που κανείς δε θα δει…

Μαζεύει τιράντες
από παντελόνια
θλιμμένων παιδιών
με μάγουλα ρουφηγμένα
Ταΐζει
πεινασμένα
του δρόμου σκυλιά
μ’ αγάπη
στο στόμα

Και σαν αποκάμει
στο τέλος της πλούσιας μέρας
διεκδικεί το δικό μου
χέρι…

Παράγκα

Μία παράγκα
γυμνή
δίχως λουλούδια

Χτυπάει πέτρες
ο βοριάς
πάνω στον τσίγκο
κι ο ήλιος
ανήλεος πυρετός

Κουβαριασμένα μέταλλα
παρατημένες μηχανές
μες στην αυλή
- παροπλισμένοι επαναστάτες
θεριά φυλακισμένα!

Δίπλα στην είσοδο
ένα ψυγείο
λευκό και θλιβερό
και ένα ξύλινο μικρό κλουβί
με ένα καναρίνι
– το μόνο ζωντανό
σ’ αυτή την ερημιά…

Μία γυμνή
- νεκρή σχεδόν -
παράγκα
μας σημαδεύει
όλους!

Κραυγή

γυμνά κορμιά
– λευκές πορσελάνες σε φόντο γκρι –
στην άσφαλτο χορεύουν
– μέρες μήνες χρόνια αιώνες…

η άσφαλτος πυρρή
– μέταλλο και άμμος που παφλάζει
στο σφυροκόπημα του ήλιου –
λιώνει πέλματα
λιώνει παλάμες
λιώνει ανάσες…

                 Μα αυτοί δεν σταματούν…

διάφανοι
ξανθοπόρφυροι άγγελοι
φρενήρεις και εκστατικοί
κύκλους φιδογυρίζουν
– μέρες μήνες χρόνια αιώνες –
τ’ αετίσια τους φτερά υψώνοντας ικέτες
μ’ έναν παιάνα σύνθημα στα χείλη:
           να ’ρθει η βροχή!
           η βροχή που χείμαρρος θα ροβολήσει από τις σάρκες τ’ ουρανού
           και με κρυστάλλινη πνοή
           την άσφαλτο θα αφανίσει!

Στην άψα του μεσημεριού
– ώρα ξερή και κούφια –
το βελούδινο ασκέρι
λιώνει αγέρωχα – μέρες μήνες χρόνια αιώνες –
σε μιαν άλικη κραυγή:
          να ’ρθει η βροχή!
          και πάνω στα ερείπια,
          στο αφανισμένο γκρι,
          τα σεπτά της αργοσέρνοντας πέπλα
          να ροδίσει η αυγή!

         Αρκεί να ’ρθει,
                   μόνο να ’ρθει η βροχή…

Βιογραφικό σημείωμα

Η Χριστίνα Γεωργιάδου γεννήθηκε το 1972 στην Αθήνα. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία και Μετάφραση. Ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη ως καθηγήτρια Αγγλικών. Έχει ένα γιο 12 ετών. Η πρώτη ποιητική της συλλογή Σπορά εκδόθηκε το 2016 από τις εκδόσεις Κυριακίδη και έλαβε το βραβείο Μαρία Πολυδούρη 2017 στα Θ΄ Πολυδούρεια. Κριτικές για τη συλλογή έχουν γραφτεί στα λογοτεχνικά περιοδικά “Πνευματική Ζωή” και “Νουμάς”, στα φιλολογικά περιοδικά Φιλολογική και Θέματα Παιδείας, ενώ υπήρξαν και διαδικτυακές κριτικές, στο Στίγμα Λόγου από την Κρις Λιβανίου, στο FRACTAL από τη Διώνη Δημητριάδου, και στο diastixo από τον Πέτρο Γκολίτση. Ο Γόος είναι η δεύτερη ποιητική της συλλογή από τις εκδόσεις Δωδώνη (2019). Κριτικές έχουν γραφτεί στα λογοτεχνικά περιοδικά “Οδός Πανός” (Διώνη Δημητριάδου), “Μανδραγόρας” (Γιώργος Φρέρης, Κώστας Κρεμμύδας), καθώς και στις ιστοσελίδες FRACTAL (Ανδρέας Καρακόκκινος, Ασημίνα Ξηρογιάννη), diastixo (Λίλια Τσούβα) και beasty-press (Άννα Δραγάτση).