Δέκα ποιήματα της Φωτεινής Αζαμοπούλου

Δέκα ποιήματα της Φωτεινής Αζαμοπούλου

Σήμερα, η πρόσκλησή μου για μια βουτιά Στα βαθιά  της ποίησής της έγινε σε μια καταπληκτική λογοτέχνιδα με καταγωγή από την Ολυμπία, τη Φωτεινή Αζαμοπούλου. Έχει εκδώσει δυο μυθιστορήματα, ένα θεατρικό έργο, μια προσωπική ποιητική συλλογή και μια ομαδική δουλειά. Έργα της έχουν βραβευθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Θα μοιραστώ μαζί σας δέκα σπουδαία ποιήματά της!

ΟΡΚΟΙ ΚΑΤΑΠΑΤΗΜΕΝΟΙ

Όρκε,
κάθε αόρατη και άναστρη σελήνη
όρκε, σ’ αποζητώ
η γλύκα της μεσονυχτιάς
να μη με συνεπάρει.
Τις έγνοιες ανασπώ μια μια
απ’ του μυαλού την κόχη.
Κάτι φορές, στα άναρχα μυστήρια
σκέψεις σαθρές λαξεύονται
αβίαστη υψώνεται σοφία.
Τότε, δυο μαύρα μάτια κρύσταλλα
μου αλυσοδένουν τους καρπούς
και τα μαλλιά μού στρίβουν, να πονέσω.
Ορκίζομαι -όντας θνητός- ορκίζομαι
να θυσιάζω την κρυφή μου επιθυμία.
Να ’χω καρδιά λαοφιλή
κι ολούθε να χωράει
να ’ναι αγνή
και τους εχθρούς να συγχωρεί
να συμπονά τους φίλους της.
Να ’χω εκφορά καλόγλωσση
το φως να υπηρετώ και την αλήθεια.
Μα! σε νύχτα αστερόεσσα
και ρότα της πανσέληνος
επιδρομέας, ευάλωτος ο εαυτός μου
δέσμιος κι από την πεθυμιά
άρδην τα σπάει τα σκοινιά
καταπατώ σε, όρκε.

ΟΙ ΠΙΣΩ ΜΟΥ ΦΩΝΕΣ

Καιρός να πάψω ν’ αγνοώ
τις πίσω μου φωνές
στο ρείθρο του μυαλού
δεν τρέχουνε αναίτια
προμάντεμα κινδύνου
αγρύπνιας εμμονές
στο άσυλο της ψυχής μου
διάβηκες με προπέτεια.

XΩΡΙΣ ΤΗ ΣΚΙΑ ΣΟΥ

Απρόσμενα θάμπωσε
της ψυχής η γαλήνη
λίμνασαν τα σ’ αγαπώ
στον πυθμένα του μεγάλου θυμού
ανείπωτα ακόμα σ’ αγαπώ.
Τώρα ο μαρασμός το νου μού στοιχειώνει
έρημος εαυτός, απ’ τη σκιά σου γδυμνός.
Σα δήμιος εκτέλεσες εσένα και μένα.
Χωρίς τη σκιά σου
δεν ανατέλλει πια ήλιος
το σύμπαν ορατό, σμικρυσμένο
άηχα τα τραγούδια που τ’ άστρα υμνούν
οι λέξεις τους, με ισχνό ρούχο, λιωμένο.
Χωρίς τη σκιά σου χλωμός
της αγάπης ολολύζει ο καημός.

ΔΙΑΦΑΝΟΣ

Σε κοίταζα στα μάτια, φοβερά τα εντός σου
μέσα καθρεφτιζόταν γυμνός ο εαυτός σου.

Καθαρό τον θωρούσα, διάφανο σα γυαλί
και να βρω προσπαθούσα πού το τέλος, η αρχή.

Τη ζωή σου μετρούσα σα να ήταν βιβλίο
ανοιχτό το κρατούσα μες στα χέρια τα δύο.

Και ω! τι θαύμα μεγάλο, είδα τόσα πολλά
δεν μπορούν να χωρέσουν στη δική μου καρδιά.

Η ΘΕΣΗ ΣΟΥ ΠΛΑΪ ΜΟΥ

Και έμεινε κενή η θέση σου πλάι μου
είπες, για λίγο
και ήρθε θρονιάστηκε ένας ξένος.
Ο ξένος εγκατέλειψε με αδιαφορία τη θέση
αμέσως πλάι μου κάθισες πάλι εσύ
μα ήσουν άγνωστος.
Και έκλαιγε μέσα μου μυστικά μια φωνή
θα προτιμούσα να έμενε η θέση κενή.
Μα, ας προσπεράσουμε τη στιγμή
ας γνωριστούμε πάλι.

ΜΕΤΑ ΟΥΡΑΝΙΟ ΤΟΞΟ

Σήμερα το ορκίζομαι
θα βγω
όχι επειδή λευτέρωσαν το διάδρομο
γιατί γυρεύει η καρδιά
να εξέλθει του τενάγους.
Σα σπουργίτι θα ξεμυτίσω
και μήνυμα στο κινητό
θα στείλω έναν ήλιο.
Την ένιωσε λέει την απειλή
κρύφτηκε.
Βούρκωσε η μέρα
και φόβους ψιχαλίζει.
Να 'σουν εδώ
να πίναμε καφέ τούτη την ώρα
να ακροπατούσαμε λιγάκι στη βροχή
τι πειράζει!
Θα μας πετροβολούσε το χαλάζι
θα μου χαμογελούσες
το ουράνιο τόξο, το 'δες; Θα ρωτούσες.
Πλέριο στήθηκε στο μπαλκόνι μου.
Άπλωσα το χέρι
ν’ αδράξω χρώματα για τις νύχτες
και κατά λάθος άγγιξα το δικό σου.
Ακόμα απαγορεύεται.
Παράξενα που είναι!
Λιακάδα και κατακλυσμός
παντρεύονται, κάθε απομεσήμερο.
Στερνή φορά χειροπιαστός.
Να 'σουν εδώ
και απ’ το καβούκι μου να βγω
δε θα αρνιόμουν.

ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΙΟΝΙΟ ΠΟΙΗΤΗ

Στου Ιονίου τα νερά οι ανάσες μας συγχέονται
τα χρώματα του φεγγαριού
του γόνιμου φθινόπωρου
στο πρίσμα του διαχέονται.
Και στην προέκταση του νου
–σε ύψιστη εμβέλεια–
αντάμα οι λογισμοί μας
μια η γραφή, δυο η ψυχή
τρεις τα κορμιά! Κυοφορούν,
πληθαίνουν οι έμμετροι στίχοι
στο λυκαυγές, την αύρα του διαβαίνουν.
Τη μέρα θα σ’ ακολουθώ
τ’ απόβραδο θα με ψάχνεις
κι απ’ των εγχόρδων την πηγή
από σούρουπο ως χαραυγή
ποιήματα θα μου γράφεις.
Θα σε απαγγέλω το πρωί
ή ώρα αργή
μεσημβρινή
θα μ’ αγροικάς στο δείλι
και στης νυχτιάς τις κορυφές
που σμίγουν πάντα οι μοναξιές
άρρητα θα ’μαστε κοινωνοί
της ποίησης οι φίλοι.

***

Νύμφες μελαμψές
στης Μεσόγειος τον καμβά•
ακτές χορεύουν.

***

Βιος μελισσουργού
άρπαξ’ ο κατακλυσμός
μέλωσε τη γης.

ΑΡΕΘΟΥΣΑ ΚΑΙ ΑΛΦΕΙΟΣ

Άπελπις η Αρέθουσα, ανέραστη
στην διαδρομή του πόνου, αιώνες τώρα
σβήνει την νοσταλγία στα ύδατα
τη νιότη της, της κυνηγού την φλόγα.
Στης Σικελίας τους βυθούς, στην νήσο Ορτυγία
άπαυτα χοροστατεί στης θλίψης την ωδή.
Χαράσσει ανάστροφη γραμμή στη διαδρομή του χρόνου
τον νιο που περιφρόνησε, τον Αλφειό γυρεύει.
Στην εκβολή του ποταμού ενάντια κυλά στο ρεύμα
κοπάζει την οργή του, την όμβρια πλημμυρίδα.
Στου Επιταλίου τα εδάφη
σείεται η σάπια γέφυρα, σπα, στ’ αλαφροπάτημά της.
Στο φράγμα κει της Κρέστενας φορά ανθρώπινη μορφή
στο πέρασμα αψηλότερα, στο ξύλινο βαγόνι
μπρος στα ξεχτένιστα των παραπόταμων μαλλιά
ντύνεται νύμφη της αυγής.
Τρομάζουν απ’ τον έρωτα του Λούσιου τ’ αγριοπούλια
καλπάζει έφιππος γοργά στης κόρης τους λαγόνες
ο ποταμός τραντάζεται απ’ τη γυμνή ορμή της
ξυπνά του μύθου ο θηρευτής, δικαίωση ζητά.
Στης Αρκαδίας τα βουνά, απάνω στην Καρύταινα
λαμπρή τής κάνει υποδοχή στο φράγκικο γεφύρι.
Του γάμου ιερά δεσμά ενώνουν τους δυο νέους
στης Παναγιάς την θεόχτιστη στην πέτρα εκκλησιά.
Ο πλουτοδότης Αλφειός, αρχαίος Έλληνας θεός
στου Ολύμπιου Δία τον ναό στέκει ψηλά, στ’ αέτωμα.
Στην διαδρομή του ποταμού
στήνεται ο νέος μύθος. Ιάματα αφειδώς
απ’ την πηγή, ως στην θαλάσσια εκβολή
όλβια αγαθά, στου Πέλοπα την γη σκορπά.

ΤΟ ΤΡΑΣΤΟ ΤΟΥ ΜΟΧΘΟΥ

Ανηφόριζες, μάνα με το τράστο του μόχθου
να σου γέρνει τον ώμο, κατά λιακού
με παγωνιά, σε λύπη μας και σε χαρά
κουβαλούσες στην πλάτη αγόγγυστα
της ημέρας το θέρος
τις παιδικές σου πληγές
τις έγνοιες, τις ελπίδες μας.
Σου κοβότανε, μάνα η ανάσα
αφόρητο βάρος, σου πονούσε η ράχη
μα δεν έβγανες άχνα.
Στεκόσουν πού και πού, καταμεσής στ’ ανηφόρι
ξεζαλωνόσουν τον καρπό
ξέσφιγγες το τσεμπέρι
σφούγγιζες της ζωής τον ιδρώτα.
Χάιδευες με το βλέμμα σου
του τράστου τη ζηλευτή ομορφιά
τα μυριόχρωμα στολίδια με ζήλο τού σκάρωσες
παιδούλα, στον αργαλειό.
Παράδερναν τώρα τα κουρασμένα σου δάχτυλα
μια στου χοντρού κορδονιού του τον κόμπο
μια στη βαθιά χαραγή του στον ώμο σου.
Ατένιζαν έπειτα στιγμιαία τα γκρίζα σου μάτια
κάτω στον κάμπο
στην απλωσιά του μικρόκοσμού σου
σου ’γνεφε η θάλασσα με την αύρα της καλησπέρα
σε χάιδευε του ήλιου αφέντη σου το δείλι
και αναδίπλωνες τις δυνάμεις σου.
Πόνος, κάματος, μάνα
πικροζυμωμένο της ζωής το καρβέλι
διπλοφουρνιστό στου Ιούλη την κάψα
μα ο λόγος σου τόσο γλυκύς
το βλέμμα σου πάντοτ’ αγνό
κυρά μου εσύ, της αγροτιάς.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Γεννήθηκα στο Σαμικό Ολυμπίας και έζησα εκεί ως τα δεκαεννιά μου που έφυγα για την Αθήνα. Είμαι μητέρα ενός γιου και υπάλληλος μεγάλης ελληνικής ιδιωτικής εταιρίας. Η λογοτεχνία είναι για μένα ένα δεύτερο σπίτι, μια εξοχική κατοικία όπου υπέροχα καταφεύγω εκεί. Ποιήματα και διηγήματά μου έχουν λάβει διακρίσεις σε πανελλήνιους και παγκόσμιους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς.
Απ’ τις εκδόσεις Βεργίνα κυκλοφορούν:
Το μυθιστόρημα: Στην ψυχή μου το άγγιγμά σου
Το θεατρικό έργο: Ταχυδρόμος δίχως γράμμα
Η ποιητική συλλογή με τίτλο: Τα μυστικά των ευ
Το συλλογικό βιβλίο ποίησης με τίτλο: ΗΛΕίασις σύζευξη ποιητικής εσοδείας, με
συνοδοιπόρους τους επίσης Ηλείους Καλλιόπη Δημητροπούλου και Τάκη Κούρβα.
Απ’ τις εκδόσεις ΕΞΗ κυκλοφορεί το μυθιστόρημα: Μια στιγμή αρκεί