Δέκα ποιήματα της Στέλλας Γεωργιάδου

Δέκα ποιήματα της Στέλλας Γεωργιάδου

Η προσκεκλημένη μου ποιήτρια στη στήλη " Στα βαθιά", λέγεται Στέλλα  Γεωργιάδου. Γεννήθηκε στη Χαλκιδική, αλλά διαμένει κι εργάζεται ως αρχιτέκτονας στη Θεσαλονίκη. Έχει εκδώσει δυο ποιητικές συλλογές, ενώ ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο. Η ποίησή της είναι έντονα περιγραφική, συχνά εξομολογητική κι εστιασμένη στον πυρήνα του συναισθήματος του υποκειμένου. Καλοδουλεμένες εικόνες, πρωτότυποι συμβολισμοί και μια σμιλεμένη γλώσσα, συνθέτουν τον ακριβό πίνακα της δημιουργίας της. Ένα αεράκι τρυφερότητας κι ένα κύμα αγάπης για τον άνθρωπο, διαπερνά σχεδόν  κάθε της στίχο. Θα τη γνωρίσουμε καλύτερα μέσα από δέκα ποιήματά της!

4 Ανέκδοτα Ποιήματα

ΒΑΝΙΛΙΑ ΚΑΙ ΜΟΝΑΞΙΑ

Γυρίζω σ’ ένα σπίτι άδειο
που μυρίζει βανίλια και μοναξιά
Κλειδώνω τρεις φορές
μα όσα πονούν βρίσκονται κιόλας μέσα
Εγώ, που προτιμώ να πεθάνω
μέσα στη σιωπή και την αυτάρκεια
μοιράζοντας χαμόγελα ευπρέπειας
θα ‘θελα απόψε να ‘σουν εδώ

Ν’ ανοίξουμε το παλιό μπουκάλι
να πιούμε το σκοτάδι ως τον πάτο
Με άχνη και ροδοπέταλα
να τυλίξουμε τον χρόνο
Δεν απόμεινε πολύς

Και φθονώ τις γυναίκες των άλλων
που δεν είμαι εγώ κανενός

Τα πένθιμα χείλη είναι στη μόδα
αυτά τα Χριστούγεννα
Οι πληθωρικές κοπέλες αναβάλλονται
Κι ο έρωτας πάντα, μα πάντα
καταλήγει σε δυο κομμάτια πικρής σοκολάτας
που τρώγονται ξεχωριστά

Ο μικρός στα φανάρια παζαρεύει τη λύπη μου
Του δίνω έναντι μια χούφτα κέρματα
με χέρι παγωμένο
Κι εσύ επιμένεις
να τρυπώνεις απ’ τις κλειδαρότρυπες
Ξεπηδάς από στρώματα λήθης
μ’ ένα τίναγμα στο λευκό σου πουκάμισο
μυρωδιά του καφέ στο σαλόνι
εξακριβωμένα απών

Jingle bell - jingle bell
Άδικος κόπος.

ΜΙΤΟΣ Ο ΛΥΣΙΤΕΛΗΣ

Από χρυσάφι ατόφιο στη ράχη κριαριού
έγινα ο μίτος, ο διάσημος της ιστορίας
Ο τρόπος -είπανε- για να σωθεί ο Θησέας
ή το γόητρο των Αθηναίων;
Μέγα λάθος!

Κανείς δεν είδε όσα εγώ
Με πόση αποφασιστικότητα και τόλμη
με έγνεθε –νυχθημερόν– η Αριάδνη
Πόσες ελπίδες κι όνειρα πάνω μου είχε πλέξει
Ήταν να φύγει
το ‘θελε απελπισμένα
Θαρρείς και ο λαβύρινθος ήταν δική της φυλακή
ο τερατώδης αδερφός της ένα ψέμα
Ποιος έρωτας και ποιος Θησέας;
Εκείνη
το πιο άγριο πουλάρι στην αυλή του Μίνωα
Ατίθαση περήφανη και μόνη
Μόνο αλυσίδες έβλεπε μες τα μαλάματα
νιότη υποταγμένη στο καθήκον
Ποια αίγλη, ποια πατρίδα, ποιος χρησμός;

Στάχτη στα μάτια των ανθρώπων έγινα
και οδηγός προς την ελευθερία
Μια παραπάνω πιθανότητα
στροφής του πεπρωμένου
μακριά από το αίμα των αθώων

Έτσι με ξέρουν έκτοτε
Μίτος ο λυσιτελής
Υπόσχεση διαφυγής
θνητών και αθανάτων.

ΕΛΑΤΤΩΜΑ ΕΚ ΓΕΝΕΤΗΣ

Από παιδί φοβόμουνα πως ο καθρέφτης
ήταν ελαττωματικός
Ποτέ δεν έδειχνε αλήθειες
Δεν ήμουν όμορφη, το ήξερα
Μα στα δικά του μάτια
φαινόμουνα αστραφτερή
χαρούμενη και νέα
Και πάντα πιο λεπτή απ’ όσο αισθανόμουνα

Όσο μεγάλωνα τόσο με συμφιλίωνε η σκέψη
πως έχω έναν καθρέφτη
ψεύτη εκ γενετής
και δεν του κάκιωνα ποτέ
Πώς έχεις ένα άρρωστο παιδί
που πάντα πρέπει να του κάνεις τα χατίρια;

Τώρα εγώ κι αυτός είμαστε ένα
Πέρασε η ζωή κατά πολύ
και όλα βρήκαν έναν τρόπο
ν’ απεικονίζονται στα στεγανά της μνήμης

Με ή χωρίς συμβιβασμούς.

ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ

Αυτός ο άνθρωπος, δεν έχει σώμα και μορφή
λες και γεννήθηκε καθρέφτης
Αντανακλά το περιβάλλον με ακρίβεια
κι ενσωματώνεται σε κάθε ήχο, κάθε βλέμμα
Όλη του η ζωή μια εξαφάνιση

Μια μέρα σκόνταψε
και το πλακόστρωτο
θαρρείς και τον συμπόνεσε
μαλάκωσε, τον ρούφηξε, τον έκανε δικό του
Έγινε επιτέλους ορατός

Εκείνο το ψηφιδωτό που όλοι θαυμάζετε
Στο κέντρο της πλατείας.

3 Ποιήματα από την συλλογή
Αμφίβια Εγώ (Γαβριηλίδης 2015)

ΕΞΟΔΟΣ

στον Μάρκο Μέσκο

Κάπως έτσι θα πρέπει να είναι η κόλαση
χαλύβδινοι άνθρωποι, αδιάφορα βλέμματα
ζέστη πνιγηρή όχι απαραίτητα φωτιά
στεγνά μάτια χέρια υγρά
ακινησία
εκπομπές ρύπων χτύπων
ανούσιων συζητήσεων

Οι βασανιστές των ανθρώπων
δεν θα ‘ναι άνθρωποι
παρά χαλασμένοι ανεμιστήρες
και βρώμικες παραλίες
Θα ‘ναι ο απέναντι ξεφλουδισμένος
αμετακίνητος γκρίζος τοίχος
Η άπνοια του απομεσήμερου
στην καυτή άσφαλτο

Ναι, κάπως έτσι θα πρέπει να είναι η κόλαση
Συνωστισμένες ψυχές σε αστικά λεωφορεία
με κλειστά παράθυρα και αναθυμιάσεις νίτρου
με αλλοιωμένους τους ιδρωτοποιούς αδένες
Χωρίς οδηγό χωρίς προορισμό
σ’ ένα ατέλειωτο πέρα δώθε των πόλεων

Από τα χρώματα και τα όνειρα
θ’ απουσιάζουν το πράσινο το κυανό η πορφύρα
και όλα τα μενεξεδιά του σούρουπου
Μόνο μουντά γκρίζα και χλωμά μπεζ
στις όψεις των σπιτιών και των ανθρώπων
Ίσως και κάποιες χαραμάδες φωτός
να εισβάλλουν ‒μακρινές σαν νοσταλγίες‒
ίσα-ίσα να θεριεύει
το άλγος της απώλειας

Κάπως έτσι (σκεφτόταν) θα ήταν η κόλαση
αναγκαστική επιβίωση κατά μόνας
με παιδιά που θα γεννιούνται γερασμένα
εις το διηνεκές ομοιότροπη ασθένεια
Απαράλλαχτα ίδιες οι νύχτες ανονείρευτες
και οι μέρες αφόρητα εργοστάσια κανόνων
Κατεδαφίσεις σκέψεων με αντιπαροχή
και ποσοστό διαπραγματεύσιμο

Δεν τον ένοιαζε στ’ αλήθεια η κόλαση
μόνο πίνακες έφτιαχνε μ’ άραχλες σκέψεις
και τους κοίταζε χαμογελώντας επίμονα
καθισμένος στην άκρη του κήπου
Όσο ακόμη του επέτρεπε
ο γαιοσκώληκας
που χαμογελούσε περιπαικτικά
δαγκώνοντας ελαφρά το παπούτσι του.

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΜΑΓΕΙΡΙΚΕΣ

Έτσι τον αισθανότανε
Ένα τεράστιο κρεμμύδι
Μια ελάχιστη καρδιά
κλεισμένη
σε χιλιάδες πανωφόρια
Αυθεντικός στη γεύση
με αψάδα και οξύτητα στο βλέμμα
δύσοσμος εν βρασμώ
Και πόσο να γλυκαίνει
στο λάδι τσιτσιρίζοντας
Στο λάδι
το δικό της

ΚΟΙΜΗΣΟΥ ΕΛΛΗ

Η Έλλη δεν θα ξαναμιλήσει
Δεν θα ξανακοιμηθεί στα σκαλιά
κυνηγημένη απ’ τους άγριους αέρηδες
Δεν θα μου ξαναγελάσει πια
μ’ εκείνη την καλοσυνάτη τρέλα της
Η Έλλη απεβίωσε ετών 68
Σήμερα είδα το χαρτί με τη μαύρη τρέσα
κολλημένο πάνω από τα κοινόχρηστα
που να πληρώσω πάλι ξέχασα

Ήταν σχεδόν όμορφη ξαπλωμένη αναπαυτικά
κάτω απ’ το μαλακό φως των κεριών
Δυο μακρινοί συγγενείς όλο κι όλο
κι ο παπάς της ενορίας με βλέμμα ανακούφισης
Δεν πλησίασα

Τουλάχιστον τον γλίτωσες τον φετινό χειμώνα
Και πού ξέρεις
μπορεί αυτό να είναι το ταξίδι που σχεδίαζες
Έτσι δεν είναι Έλλη;
Νεκρή άλλωστε όλοι σε αγαπούν
Κι εγώ δεν θα νυχοπατάω πια
όταν γυρνώ απ’ τα ξενύχτια μου
μη σε ξυπνήσω και τρομάξεις
Κανένας πεθαμένος δεν ξυπνά
Έτσι δεν είναι Έλλη;

Να 'ξερα μόνο ότι πήρες τη μάλλινη εσάρπα σου
Τι καιρό κάνει άραγε εκεί στον Άδη;
Πόσο θα ήθελα να μην ξεχάσω
Μα αδίστακτος ο χρόνος προχωρά
Κι εσύ
από καιρό το ήξερες

3 Ποιήματα από την συλλογή Μάσκα Οξυγόνου (Γαβριηλίδης 2011)

ΔΕΛΤΙΟΝ ΤΡΟΜΟΥ

                                                               της μικρής Αναστασίας
Κι έφτασε εκείνο το πρωινό κατακούτελα
(ο ήλιος σφύριζε κλέφτικα)
Εξ ανάγκης αλλαγή σχεδίων, χιόνια είπανε
και βγήκαν τα mouton απ’ τις ντουλάπες
μάλλινα σκουφιά, γάντια genuine leather
(ο ήλιος σε μεσούρανο εμπαιγμό)
Αλυσίδες αγόρασες; Όχι για τη ζωή σου
για το τέσσερα επί τέσσερα, θαρρείς και κάνει διαφορά
Στα δελτία θυέλλης
απαγορεύτηκε ο απόπλους απ’ την πραγματικότητα
Πού να επιβιώσεις στη φουρτούνα της επιθυμίας
Να πάρουμε ξύλα για το τζάκι
(πεισματικά να λάμπει ο ήλιος)
της ελιάς καίγονται καλύτερα, έχω κάψει όνειρα εγώ
Και δε θα πάμε κουκλοθέατρο;
Με τέτοιον παγετό; Δεν άκουσες στις ειδήσεις;
(έξω φρενών ο ήλιος παραιτείται)

Αχ σπουργιτάκι, άτυχο και σήμερα, το είχα το προαίσθημα
Άλλη μια ευκαιρία χάθηκε. Όχι, όχι για το θέατρο
μα για τις τρέλες τις ανώφελες, χωρίς περιορισμούς
από έμμονη φροντίδα και καιρικά φαινόμενα
Τουλάχιστον να προλάβω τα βιβλιοπωλεία
προτού κλειστούμε πάλι στα πολυφωνικά παράθυρα
(έλεος ήλιε, μη γελάς)

ΚΙ Η ΑΝΟΙΞΗ ΣΥΝΘΛΙΒΕΤΑΙ

Μικρό ανάμεσα στις πέτρες κρίνο
σου γνέφει μάταια πως το έαρ
ανθίζει και στις χαραμάδες

Το πατάς με το βαρύ σου βήμα
κι η άνοιξη συνθλίβεται

CAROUSEL

Παιχνιδάκι,
παιχνιδάκι στα χέρια σου
ζεμένο αλογάκι ξύλινο
στο carousel του θαυμαστού σου
κόσμου
Να στροβιλίζομαι άσκοπα
ψάχνοντας αναβάτη να χαϊδέψει
εκείνη τη ρωγμή μου
ανάμεσα στα φρύδια της κατήφειας
που διαρκώς βαθαίνει
Βαθαίνει
και θα με κόψει στα δυο
μια μέρα
Να το ξέρεις

Θ’ αφήσω το μισό μου εκεί, νεκρό
και με το άλλο μου μισό
θα βάψω με μανία
όλα μου τα χρόνια τα αιχμάλωτα
Σε σκούρο πορφυρό αίματος νωπού
Σκούρο πορφυρό μέθης ύπτιας

Σε σκουριά
και πορφύρα
ισορροπώντας.

Βιογραφικό σημείωμα

 Η Στέλλα Γεωργιάδου γεννήθηκε το 1966 στη Χαλκιδική. Το 1992 αποφοίτησε από την Αρχιτεκτονική σχολή του ΑΠΘ και για ένα μικρό διάστημα έζησε εκτός συνόρων ως επέκταση σπουδών και εμπειριών. Το 1996 αποφοίτησε από το «Raymond Lemaire International Centre for Conservation» του KUL-Belgium, ειδικευμένη στην αποκατάσταση ιστορικών πόλεων και κτιρίων. To 1997 συμμετείχε σε διεθνές πρόγραμμα ανταλλαγής νέων επιστημόνων,υπό την αιγίδα του ICOMOS, στις ΗΠΑ. Από το φθινόπωρο του 1997 εγκαθίσταται μόνιμα στην Θεσσαλονίκη. Για μια 10ετία εργάστηκε ως ελεύθερος επαγγελματίας, τόσο στον χώρο ιδιωτικών και των μελετών δημοσίου, όσο και στον χώρο της εκπαίδευσης. Από το 2004, έως σήμερα στελεχώνει την Τεχνική Υπηρεσία του ΕΦΚΑ. 
 Η ποίηση, παλιά, κρυφή αγάπη των εφηβικών της χρόνων, άρχισε να την απασχολεί με πάθος τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια ως η μοναδική πλέον διέξοδος δημιουργικής της έκφρασης. Αρχικά δημοσίευσε τα ποιήματά της σε ιστολόγια του διαδικτύου και κατόπιν σε λογοτεχνικά περιοδικά. Το 2011 κυκλοφόρησε η πρώτη της ποιητική συλλογή, με τίτλο «Μάσκα Οξυγόνου» και το 2015 η δεύτερη με τίτλο «Αμφίβια Εγώ», και οι δύο από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης.