Δέκα ποιήματα της Σοφίας Ελευθερίου

Δέκα ποιήματα της Σοφίας Ελευθερίου

Η σημερινή μου καλεσμένη στη στήλη "Στα βαθιά", είναι η ποιήτρια Σοφία Ελευθερίου. Μετά από μεταπτυχιακές σπουδές στο Τμήμα Χημείας ,εργάζεται ως Χημικός σε φαρμακευτική εταιρεία στην Πάτρα. Έχει συμμετάσχει με ποίημά της σε ημερολόγιο ποίησης. Γράφει ποιήματα και διηγήματα που συχνά τα δημοσιεύει στο διαδίκτυο. Η ποίησή της είναι αφηγηματική, λυρική, ανθρωποκεντρική. Εμπνέεται από τις σκηνές της καθημερινότητας, την παράδοση, τους μύθους και τους θρύλους. Συχνά περιγράφει τα δύσκολα της ζωής και τότε η πένα της πραγματικά στάζει αίμα και γνήσια συγκίνηση. Ο λόγος της είναι σμιλεμένος, πολύχρωμος, παραστατικός, με θαυμάσια εικονοποιία και ηχηρά συναισθήματα. Αρέσκεται ν' ανιχνεύει λέξεις τοπικών διαλέκτων κι ασυνήθιστους όρους, που πλουτίζουν τα γραπτά της. Θ' απολαύσουμε δέκα εκπληκτικά ποιήματά της!

Τέως ποιητές

Ασάλευτοι κοιτάζονται σαν ξόανα
Πάσσαλοι με κομμένες κεφαλές
Αλλάζουν πνιχτά βλέμματα
Όσοι τόλμησαν- τώρα πεθαμένοι

Όλοι τους- τέως ποιητές

Νυχτερινές σκέψεις

Δεν ξέρω γιατί, αλλά πίστεψα πως εμένα καλούσε η φωνή της. Γύρισα το πόμολο και βγήκα στον κήπο. Στη γούρνα δεν καθρεφτιζόταν η σελήνη όπως συνήθως.
Σκύβω. Βλέπω ένα πίνακα από χρώματα μπλε και πράσινα. Κομμάτια ουρανού. Όπως αυτός που κρέμεται στο σαλονάκι του γυναικολόγου της γυναίκας μου.
Έχει όλα του Θεού τα χρώματα αλλά λείπει το κόκκινο. Εκείνο που μέσα του έρχεται το παιδί σ' αυτό τον κόσμο.
Αυτό που στάζει απ' τον κόκορα όταν τον σφάζουν στα θεμέλια του σπιτιού σαν πρωτοχτίζεται. Εκείνο που ξεφυλλίζεις μεσημέρι ξαπλωμένος σ' ένα λιβάδι παπαρούνες. Εκείνο που βάφουν τα πασχαλινά αυγά. Αυτό που είχε το φως της σελήνης που αιματόχρωμη ανέτειλε την ώρα που δόθηκε το μεγάλο φίλημα.
Η σελήνη που τώρα έλειπε απ' τη γούρνα. Είχε δώσει τη σειρά της σε μικρά -μικρά αστεράκια. Αναβοσβήνανε μέσα στα μπλε νερά. Και δίπλα κοίταζε η κερασιά του κήπου που' χε φυλλορροήσει εδώ και μέρες. Τα πήρε για στολίδια και για φύλλα της. Όπως εκείνο το κλαδί της που έκοβε ο Αντώνης κάθε που έρχονταν Χριστούγεννα. Το έχωνε σε γλάστρα και το γέμιζε φωτάκια ασημένια. Κι ήταν όμορφο.
Καθώς χανότανε το βλέμμα στα νερά, τα χρώματα αρχίσαν να γυρνάνε γύρω -γύρω.
Ρυθμικά. Όπως στο Λούνα Παρκ του καρουζέλ τα αλογάκια. Εκεί που με πήγαινε η γκουβερνάντα στα μικράτα μου. Και χάζευα τα πάντα να γυρίζουν ασταμάτητα.
Ξάφνου τινάχτηκα καθώς η γάτα πέρασε ανάμεσα απ' τα πόδια μου.
Κοίταξα γύρω. Μπλε αποτύπωμα η φύση
μες στη νύχτα.

Εποχή

Ένα Φθινόπωρο έκπληξη
χαμόγελο πορτοκαλί
μια ανάσα ευτυχία
χρυσάνθεμο μια δύναμη
φωτιά

Η τελευταία σκέψη

Η ώρα πέντε το πρωί.
Απότομη στροφή
Σε γλιστερό οδόστρωμα.

Ξανθός ο χείμαρρος
Γυρίζει το κεφάλι
Ίσα που πρόλαβε να δει.
Το φορτηγό
Η λάμψη
Σε χρόνου κλάσματα
Ήταν.
Σε χώρο χωρίς ήχο.
(Πυγολαμπίδες μόνο φέγγουν)
Χωρίς βαρύτητα.
Ελεύθερη να ίπταται η σιωπή.
Ατμόσφαιρα διάφανη.
Όχι θόρυβοι.
Αγγίγματα μόνο.
Γαλήνη σχεδόν.
Ναι.
Γαλήνη.
Νεφέλη απλωμένη γάζα.
Κάτω να κοιτάζει:
Το σώμα.
**
Στα σύνορα μετέωρες οι τελευταίες λέξεις:

" Γιατί;
Γιατί εγώ;"

Σκορπιός

Γύρω του θύελλα φωτιάς. Λαμπάδιασμα. Κύκλους αρχίζει να διαγράφει. Με ρυθμό. Γρήγορα. Όλο και πιο γρήγορα. Σβούρα. Ακούγεται Ντβόρζακ. Στα μάτια του φεγγοβολά ο κλοιός. Στην τελευταία άρια υψώνει το κεντρί. Καρφώνει το κορμί του.

Φυγή ελευθερίας.

Ματαιωμένη Πηνελόπη

Μπροστά στο σπίτι το παλιό. Θαλασσινός αέρας. Παραθυρόφυλλο ακανόνιστα χτυπάει. Γεμάτος κύματα ο γιαλός.
Ο ασημένιος καθρέφτης πέφτει κάτω. Στο πάτωμα χιλιάδες χάντρες σπάνε.
Έτσι κι αλλιώς, αυτή καιρό έχει σταματήσει τώρα να κοιτάζεται.
Εξήντα τόσα χρόνια κλεισμένη στο παλιό το σπίτι. Να κοιταχτεί για ποιον; Κανέναν πια δεν περιμένει. Κι αυτόν που ερχόταν κάποτε, ο άνεμος τον πήρε. Τον πέταξε στη θάλασσα. Άλλοι λένε πως πνίγηκε. Άλλοι πως είναι πια Τρίτωνας. Παιδί του Ποσειδώνα. Μαζί και ο έρωτας τους- πάει. Χρόνια πολλά, ματαίως τον περίμενε. Αδίκως ανατρίχιαζε στην προσμονή. Αδίκως έδενε με θαλασσιές κορδέλες τα μαλλιά της.
Εκείνος δε ματάρθε. Το 'πε και στα παιδιά τους: Αδίκως τον πατέρα περιμένετε. Άνεμος έγινε και πάει.

Η νύχτα του Οιδίποδα

Tο βράδυ μάλωσε με τη μάνα για πάντα ο πατέρας. Πήρε το μαξιλάρι και πήγε αλλού.
Εκείνη ζήτησε του Θάνου -δεκαπεντάχρονο τότε αγόρι- να κοιμηθεί μαζί της. Γιατί μονάχη της φοβόταν.
Όλο το βράδυ η ανάσα της στο πρόσωπό του.
Mοναξιά υπόκωφη από τους τοίχους έβγαινε και μια κατάθλιψη βουβή.
Έφεγγε από πάνω τους βαρύ το εικονοστάσι. Θαμπό το φως στο καντηλάκι. Κι ήταν μακριά, ατέλειωτη η νύχτα.
Έπειτα ήταν και η οπτασία της. Της Ιοκάστης. Που δυο ζωές μετά τον κυνηγούσε. Κι ήταν βαριά-πολύ βαριά τα πόδια του. Σαν να 'τανε πρησμένα μόνιμα.
Και μετά. Όταν την πρώτη του γυναίκα του βρήκε. Κι έπειτα όταν πλάγιαζε με την άλλη. Την επόμενη.
Όλες του οι νύχτες ισόβια εκείνη άκουγαν και βούιζαν.
Σάκος αμνιακός τον έπνιγε και δεν τον άφηνε πρώτη πνοή να πάρει.

Φοβίες

Αργά τη νύχτα.
Στης κόρης το παράθυρο, το ράμφος του ακούμπησ' ένας γέρακας.
Ήρθε με το λοφίο σηκωμένο πετώντας όλη νύχτα από τον Όλυμπο. Κάθεται θαλασσής στο παραγώνι. Παράξενος σαν όλα τα βουνίσια (τα πουλιά).
Προχτές στο Πήλιο καθώς ρέμβαζε ψηλά στον ήλιο, ένας τέτοιος είχε αρπάξει την ψυχή της. Απ' τα φτερά. Ίσα που πρόλαβαν τα σκυλιά για να τη σώσουν.
Εκείνος πέταξε μπροστά από τον καθρέφτη: Δυο φόβοι αντικριστά.
**
Όλο το βράδυ απόψε ο γέρακας έρχεται και φεύγει. Παιχνίδια κάνει ζωηρά- μια μνήμη ταξιδεύει, στο πιο ψηλό κλαδί την απιθώνει. Αίφνης σταμάτησε. Αφουγκράζεται. Κάπου μακριά, πολύ μακριά πιάνει ένα σήμα:
Είναι ένας κόκκινος λαμπτήρας από φάρο. Την κόρη παρατάει και χάνεται:

Όπως ήρθε.

**
Αργά τη νύχτα στου φάρου το παράθυρο το ράμφος του ακούμπησ' ένας γέρακας.
Μέσα ο φαροφύλακας κοιμόταν. Να μπει στον ύπνο του ήθελε.
Ν' αρπάξει την ψυχή του.

Κοκκινοσκουφίτσα στον ουρανό

Λες κι ήταν πούπουλο. Ανέβαινε ολοένα προς τα πάνω. Ξέφυγε το χέρι της απ' το δικό του. Το κόκκινο μανίκι απ' το πουλόβερ της αρπάζει. Αρχίζουν να ανεβαίνουνε μαζί. Ελαφρύς. Σαν το μπαλόνι που κρατούσε. Σε λίγο βλέπανε τα κτίρια από ψηλά. Όλο και πιο μακριά. Όλο και πιο μικρά. Στο τέλος γίνανε κουκκίδες. Μετά μια μάζα χρώματα.

Φταίει εκείνη η κόκκινη ομπρέλα για την πτήση τους.
Νάτος τώρα. Στον αέρα. Να πιάνεται απ' την άκρη της κόκκινης κάλτσας που βγαίνει απ' την μπότα της. Και να πετάνε μαζί. Πολλά μέτρα πάνω απ' το έδαφος. Κάτω να κοιτάξει δεν τολμά. Θα ζαλιστεί. Ρεζίλι θα γίνει. Αυτός, κοτζάμ λυκόπουλο. Αν τους δει κανείς, θα νομίσει πως έχει παραισθήσεις. Μια Κοκκινοσκουφίτσα κι ένα λυκόπουλο. Κάνουν γκελ ανάμεσα στα σύννεφα. Έτσι και το μάθει η διευθύντρια θα τους αποβάλλει. Δια παντός.

***

Από τη Γη φαίνονται τώρα σα δυο τέλειες. Η μια κόκκινη κρατά ομπρέλα και η άλλη μαύρη μ' ένα μπαλόνι.

Το σώμα

Εγώ είμαι η φωνή σου κι η ματιά, μη με παραμελείς, είμαι δικός σου απαρχής, θηκάρι σου και φυλαχτό, ναός που μέσα κατοικείς, όταν γεννήθηκες ήμουν εκεί, μικρός πολύ, μα αρκετός να σε χωρέσω, γεννήθηκα από σύμπτυξη κυττάρων με μόνο ένα σκοπό, να σε φιλοξενήσω, κι ήμουνα όλος ένα στόμα στην αρχή κι εσύ όλο από κει περνούσες, μ' έβαζες να μιλώ με θαλασσιές φωνούλες, μη με παραμελείς, σιγά-σιγά εκπαιδεύτηκα να λέω αυτά που νιώθεις, το βάζω στα πόδια στο σχολείο όταν φοβάσαι, σκούζω όταν είσαι αδικημένος, μη με παραμελείς, στην εφηβεία βγάζω τρίχες - σκληραίνουν οι θηλές μου, κυκλοφορούνε μέσα μου χυμοί, εσύ βαθιά πολύ κρυμμένος, με τ’ ανυπόφορά σου κόμπλεξ -κόκκινα ερπετά να μ’ εμποδίζουνε να πιάσω την καλή μου από τα στήθη- μόνο οι ονειρώξεις μου τη νύχτα τους ξεφεύγουν, μη με παραμελείς, εγώ μυρίζω αρμύρα, εσύ μέσα μου ποτάμι αργυρό, με βάζεις τώρα να ξυπνώ χαράματα για τη δουλειά, πολλές φορές κοιμάσαι ακόμη όταν ανοίγω τα παντζούρια, με άφησες και γέρασα νωρίς, το φύλο με εγκατέλειψε- είναι καιρός που δε θεριεύει πια στη θέα γυμνού στήθους-μη με παραμελείς-φρόντισέ με, λένε πως μόνο εικοσιένα γραμμάρια ζυγίζεις κι όμως τόσα πολλά μπορείς να κάνεις, όταν πεθάνω εσύ δεν θα έχεις που να μείνεις.
***
Μηχανισμού ακατάπαυστου είμαι κομμάτι, συγκομιδής αέναης υλικό, στο τέλος θα γίνω πάλι χώμα, θα φυτρώσουν δέντρα και λουλούδια.
Άραγε εσύ πού θα είσαι τότε;
Θα σε ξαναδώ;

Βιογραφικό σημείωμα

Η Σοφία Ελευθερίου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1968. Σπούδασε και έκανε μεταπτυχιακά στο τμήμα Χημείας του Πανεπιστημίου Πατρών. Από το 2000 εργάζεται ως Χημικός σε φαρμακευτική εταιρεία στην Πάτρα, όπου και μένει μόνιμα . Έχει συμμετάσχει με το ποίημα "Χαραμάδα" στο ημερολόγιο ποίησης 2021 "Με το βλέμμα των παιδιών" των εκδόσεων Άπαρσις.