Δέκα ποιήματα της Κατερίνας Κατσίρη

Δέκα ποιήματα της Κατερίνας Κατσίρη

Σήμερα στη στήλη "Στα βαθιά" έχω προσκαλέσει την ποιήτρια Κατερίνα Κατσίρη. Η καλεσμένη μου έχει εκδώσει εννιά ποιητικές συλλογές. Ασχολείται παράλληλα με τη ζωγραφική και τη μουσική. Η ποίησή της είναι αφηγηματική, συμβολική, υπαρξιακή. Ο λόγος της είναι σμιλεμένος, πολύχρωμος, υποβλητικός, συγκινητικός. Μιλά με σαγηνευτικές αλληγορίες και διαυγείς εικόνες. Η πένα της ανασκαλεύει μνήμες, αναμετριέται με τα βαθύτερα συναισθήματα. Θα απολαύσουμε δέκα μοναδικά ποιήματά της!

ΣΥΝΑΡΜΟΛΟΓΩΝΤΑΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΙΣ

Γέρασα συναρμολογώντας συνειδήσεις
που γέμιζαν άλλοι της τσέπης μου το λόγο, αξιώνοντας
βαθύ οξείδιο της θλίψης
Γέρασα να μπαίνουν ακίνητες σα χελώνα στο σώμα
ή ακόμα ρεκάζοντας φωνές από τον ήχο ενός νεκρού
θρυμμάτιζαν την αθωότητα της σιωπής
σκότωναν εμένα
Γέρασα μισοαόμματη να κατεβαίνω χείλη
συναρμολογώντας μικρά τετράγωνα λύπης
στο χέρι, που δίχως μολύβι
δίχως χαρτί
παράδιδε τα πράματά μου στους παραμυθάδες
Γέρασα μέσα μου, το στέρεο όνομά μου
φουγαρίζει άλλοθι της κούρασης
Επαναλαμβάνω, τόση ζωή να σκέφτομαι
με γέρασε

ΗΡΘΕ Ο ΚΑΙΡΟΣ ΠΟΥ ΓΕΝΝΙΟΥΝΤΑΙ ΦΙΔΙΑ

"Φαίνεται πως ήρθε ο καιρός που γεννιούνται φίδια"
ακουγόταν η φωνή σκάβοντας σπήλαιο
στα νεκρικά προάστια, που πριν υπήρχε σύμπαν
Μ’ ένα ρυθμό χαμηλό έσκαβε κι έκοβε χέρια
στην ανάγκη
ακολουθούσε η μεγάλη πέτρα
που έστρωνε τα χέρια σε μεγάλες αρμαθιές
να σύρουν στο σπήλαιο τα σύμβολα του σκότους
Τα φίδια βαθύτερα να δένονται στο πουκάμισό του
Να τον βαραίνουν με σταύρωση

ω είναι εκείνη, που τις άλλες νύχτες
χτυπά την καμπάνα
σαν σκέψη

Ποιος τάχα ακούγοντας τον κρεμασμένο ουρανό
μπορεί να κοιμηθεί;

στον ΧΑΡΑΛΑΜΠΟ Ξ.

Τον έφεραν οι μέρες που φυσούσε άνεμος
καπνισμένος, στην αποβάθρα του σταθμού
Σα φωτογραφία του 1929 έμοιαζε

Όχι πως δεν ήταν ωραίος
η οδοντοστοιχία του έλαμπε στην τόση καπνιά
σαν το νησί του που σκαρφάλωνε καλοκαίρι στο νερό

Οι συνταξιδιώτες του απομακρύνονταν απ’ το ταξίδι
κάνοντας κουβέντες συγχρόνως
με τους άλλους που γυρόφερναν τ’ αυτιά κλειστά

Εκείνος, διστακτικά για λίγο περπάτησε μαζί
Προσπάθησε να ξεμπερδεύει τα σκοινιά της εξορίας
που κατάγραφαν την άφιξή του
Εδώ ανησυχούν οι άρχοντες για τα σκοινιά

Μη σηκώνεις τα μάτια, μπορεί να δουν τις άκριες τους
στη σκοτεινή κηλίδα
Βόλεψε και τα χέρια πιο βαθιά στο σώμα
Τι θρόισμα που κάνουν θε μου!
Σε μαρτυρούν δεμένο όνομα της εξορίας

Μόνο τα πόδια
Σχεδόν τρέξε από τη μία εξορία στην άλλη
κι όταν ο αέρας δυναμώνει καπνισμένος
βάλε νύχτα εντελώς μαύρη στο μυαλό
Έτσι όλους τους ξεγελάς

ΜΑΝΑ ΤΩΝ ΒΟΥΝΩΝ

Σπίτια με πέτρινο το πάτωμα, όλα στραβά
ακουμπισμένα στη ρίζα του βουνού
Πίσω από τις άσπρες τους αυλές
σπυριά σταριού αντί για τοίχους και χρόνια αλετριού κοιμούνται
Είτε από την πρόσοψη τα δεις, είτε από το πλάι
μια μάνα στα παράθυρα φυλακισμένη
στο ίδιο σώμα της φυτρώνοντας τα δέντρα του βουνού
Δώδεκα πόρτες που στενέψανε στα χρόνια
στήθια να βγάνουνε με τα σκεπάσματα στο φως
κι από ψηλά, ξύλινο το μπαλκόνι να κρεμνά
φωνή, που δύσκολα θυμάται τα τελευταία της πατήματα
Ωστόσο ένα περιστέρι στη λιοκαμένη μοίρα
των ποδιών της, αγέρωχα σκαρώνει αυγά
-ωσάν πλοκάμια κατηφόρας του βουνού-
να βλέπει ρόδινες ακτές της Σαλαμίνας
Πόσο λαχτάρησαν τα δάχτυλα να παίξουνε οι σάρκες
με τη νοτισμένη άμμο
όλες τους οι ρυτίδες να πνιγούνε
στο βύθος αρμυρής σιγής!

ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΔΕΝΤΡΟ

Ήθελε να γίνει δέντρο
Γονάτιζε με τα χέρια κι όλο έσκαβε
τις ρίζες ξεθάβοντας ότι απέμεινε
από το στόμα του πατέρα που το νανούριζε να ψηλώσει
Όλες οι ρίζες είχαν αίμα πάνω τους
και ονόματα να πλέκουνε ιστό
Άλλα ξεφλουδισμένα από διαβρώσεις λησμονιάς
άλλα λιπόθυμα που τους αρνήθηκαν το ελάχιστο νερό
οι βροχές που πέρασαν βιαστικά για λίγο
Λίγα ήταν ολοζώντανα και πεισματάρικα
ανοίγοντας διάδρομο στη μνήμη
να θυμόμαστε τους νεκρούς
Ένα από νεφρίτη έλειπε
Μονάχο στα χωράφια περιφερόταν
Ήθελε να γίνει δέντρο της ψιλής βροχής
στην πέτρα που σκυμμένος συλλογιόταν ο πατέρας

ΑΦΥΠΝΙΣΕ ΜΕ ΚΥΡΙΕ

Αφύπνισέ με Κύριε απ’ το νεκρό
που αφήνει διάπλατα ανοιχτά τα χώματα
για να φαίνεται η άβυσσο που μας χωνεύει

Αφύπνισέ με απ’ την κραυγή
που με δρασκελά ανάσκελα των σπλάχνων
για να ’μαι αίμα φοβισμένο

Κύριε, ο καρπός του χεριού μου
πιστά τυλίγεται τη δύναμη του Σταυρού
για τη μεγάλη αποκάλυψη
Σου παραδίδεται

Δεν είναι το δικό του αίμα
που σφάζει τα περιστέρια για δείπνα μυστικά
και μήτε καταλύει τις πηγές
ποτίζοντας τα χελιδόνια μοναξιά

Ίσως γεννιέται ο άνθρωπος του τρόμου εδώ

ΟΝΕΙΡΟ ΙII.

Αγωνιζόταν να κοιμηθεί κουλουριασμένη
μέσα σ’ ένα δωμάτιο, δίχως
μνήμες, μόνο κάποια ρούχα πεθαμένων στην καρέκλα
που την ανατρίχιαζαν
Πάντα στην ίδια καρέκλα περίμεναν
το θρήνο της
Έπρεπε να προλάβει να κοιμηθεί
πριν βγουν από μέσα τους πρόσωπα ή σκέψεις τρελών
και τη δέσουν στο κρεβάτι δίχως βλέφαρα
Αγωνιζόταν ως τα μεσάνυχτα
Οι πεθαμένοι απόκοσμα έσμιγαν με τα ρούχα
και κάποιος σαν αλάφιασμα ματιού
ανεστήθει στα όνειρά της
φορώντας δέντρα αμαρτίας για κεφάλι
Το ένα μετά το άλλο τα φορτία του
κατέβαζαν μήλα στην ποδιά της
Πολλά κόκκινα διψασμένα επιθυμία
απογυμνωμένη
Μες στο ξεψύχισμα κόλλησαν πάνω στο σώμα της
πιο μεγάλα κι από όνειρο
Το τελευταίο, πράσινο μισοφαγωμένο, τη λάβωσε
στην κοιλιά
Δεν ξέρω πότε οι ωροδείχτες
τον μάγκωσαν στα δευτερόλεπτα
Ίσως αγκάθι της αυγής βυθίστηκε στο μισοφαγωμένο
όνειρο, ίσως και να ’σφαξε το μήλο

ΑΦΗΣΕ ΜΟΥ ΚΑΤΙ ΑΠΟ ΣΕΝΑ

Προκλητική, στριφογύριζε στο βαθύ της νύχτας
Ξεγέλασε τ’ όνειρό του
κυλίστηκε πάνω του
Τα μαλλιά της αλώνιζαν
το βαρύ κορμί με κύματα ηδονής
που γύρισε στον ύπνο του και φώναξε:
Άφησέ μου κάτι κάτι από σένα
Πόσο γλυκά γέρνουν οι καμπύλες σου
των μαστών!
Άφησέ μου αυτή τη νωχελική ανατριχίλα
να ανατείλω απ’ τ’ όνειρο
Μια μυρωδιά σου ζητώ
Πόσο πρέπει να μοιάσω με λύπη
αυτά τα χείλη να χορέψουν παράφορα
με τον ιδρώτα μου
Το σκοτεινό και πελώριο βάθος
που σπινθηρίζουν
μου χρειάζεται
όσο το αίμα
Εδώ σκυμμένος προσεύχομαι
για την ώρα που θ’ αναστενάζω
στα μάτια σου
τον έρωτα

ΠΟΙΗΜΑ ΑΥΤΟΧΕΙΡΑΣ

Ανήσυχη η θάλασσα
κατασκοπεύει τον εξώστη
που χορεύουν τα δάχτυλά του

Ένας νέος
που ονομάζεται Πανσέληνος
ολάκερη νύχτα γεμίζει τις φλέβες του
μελάνι

Το χάραμα
στο πλαϊνό μπαλκόνι γέρνει
το ποίημα
αυτόχειρας

Μένει η θάλασσα μονάχη
να κρατάει την ψυχή του

ΥΠΑΙΝΙΓΜΟΣ

Παραφύλαε με τα δάχτυλα κολλημένα
στα ένστιχτα που διαρκούσαν την κόλασή του
ρουφώντας με βδελυγμία μια σταγόνα
πρωτόγονης αγνότητας
που περνούσε την κλειστή του πόρτα
Εμείς απέξω, ανάβαμε χιλιάδες κεριά
μην ανέβει η στάθμη της κόλασης
ούτε η πόρτα μας προδώσει και πλησιάσει ανάποδα
με τα στεφάνια του διαβόλου
Εκείνος, υπαινιγμός ήταν ύποπτος
και καταραμένος χίλιες φορές
Κρυβόταν φουντώνοντας μέρες
νύχτες
δαίμονες καταχθόνιους
της φαντασίας
Τα παιδιά δε σκόρπισαν
Ούτε πισωδρόμησαν σε πράξεις
σαν άκουσαν την πόρτα να δονείται
λίγο παραπλανημένη
κι ας βαστούσε πίσω της δαίμονα
βουτηγμένο στο αίμα
Άλλωστε
Δε φοβούνταν τις κολάσεις
που ζευγαρώνουν
με ολόκληρες κολάσεις

Βιογραφικό σημείωμα

Η Κατερίνα Κατσίρη γεννήθηκε στην Αρκαδία και ζει στην Αθήνα. Εκτός από την ποίηση ασχολείται με τη ζωγραφική και με τη μουσική.

Βιβλία

Αιώρηση, Αθήνα 2005
Μικρές Σκιές, Αθήνα 2006
Παγιδευμένοι Κύκλοι, Αθήνα 2006
Αόρατα Τοπία, Εκδόσεις Α.Α. ΛΙΒΑΝΗΣ 2007
Αόρατα Τοπία Φωτός και Σκιάς, Εκδόσεις ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ 2007
ΖΟΖΕΤ Αθώο Μαύρο, Εκδόσεις Α.Α. ΛΙΒΑΝΗΣ 2008
Αναγκαία λήθη, Εκδόσεις Οδός Πανός 2009
αν είσαι λέξη, Εκδόσεις Οδός Πανός 2012
ΗΛΙΒΑΤΟΣ ΠΕΤΡΗ, Εκδόσεις ΓΚΟΒΟΣΤΗΣ 2018