Δέκα ποιήματα της Ελευθερίας Σταυράκη

Δέκα ποιήματα της Ελευθερίας Σταυράκη

Σήμερα στη στήλη "Στα βαθιά" έχω προσκαλέσει την ποιήτρια Ελευθερία Σταυράκη. Η καλεσμένη μου γεννήθηκε στον Βόλο και ζει στην Αθήνα. Εργάζεται ως φιλόλογος σε σχολεία του δυτικού τομέα της Αττικής. Είναι απόφοιτος του μεταπτυχιακού τμήματος Δημιουργικής Γραφής του ΕΑΠ κι έχει παρακολουθήσει σεμινάρια δημιουργικής γραφής και ποίησης χαϊκού. Έχει εκδώσει δυο ποιητικές συλλογές.Έργα της έχουν φιλοξενηθεί στον έντυπο και τον ηλεκτρονικό τύπο κι έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες. Η ποίησή της είναι αφηγηματική, λυρική, προσωποκεντρική. Εκφράζεται με μαεστρία τόσο στην ελεύθερη γραφή,όσο και στην έμμετρη παραδοσιακή φόρμα. Ο λόγος της κυλά αβίαστα, με κινηματογραφική ροή κι εντάσσει εύκολα τον αναγνώστη στο πολύχρωμο ποιητικό της σύμπαν. Η πένα της φωτογραφίζει με τρόπο γλαφυρό και συγκινητικό σκηνές της καθημερινότητας, προσδοκίες, μνήμες, απώλειες κι όλα τ'ανθρώπινα. Θα γνωρίσουμε δέκα εκλεκτά ποιήματά της!

Από τη συλλογή Ιθαγένεια, Απόπειρα, Αθήνα 2016:

Αποφώνηση

Ήταν όμορφο ζευγάρι
Ζούσανε για χρόνια στο υπόγειο
Με τον καιρό εκείνη έγινε ο άντρας της
-από ανάγκη ή επειδή μπορούσε-
μισό χαμόγελο που της απέμενε
το φύλαγε στ’ ασπρόρουχα των παιδιών,
για να μυρίζουν ζάχαρη και λεμόνι

Κάθε χειμώνα τάιζε στην αυλή
δύο ηλίανθους δειλούς
Έσφιγγαν τις γροθιές τους
τρελαμένοι από φόβο
μην και δεν έρθει η άνοιξη
Φοβότανε κι εκείνη
μην και δεν έρθει η άνοιξη,
ν’ ανοίξει τα παράθυρα
να μπει ένας αέρας παλικάρι
να σκοτώσει
την μπόχα της κουζίνας
για χάρη της

Έφυγε εκείνος πρώτος
Το σπίτι δόθηκε αντιπαροχή
Τώρα το φαγητό περίσσευε
κι ο χρόνος
-αν ήταν βολικό
θα μοίραζε λίγη ζωή
σ’ όσους την είχανε ανάγκη

Όταν βαρέθηκε να περιμένει πια
την ώρα της
μάζεψε στην ποδιά
τις μέρες που περίσσευαν
Και τάισε τα περιστέρια

Υπεραξία

Απέξω κι ανακατωτά. Διέταζε. Να πω το μάθημα.
Έτρεμαν τα πόδια μου - δεν ένιωθα τις λέξεις.
Έτρεμαν τα πόδια της - μήπως αποτύχω,
μήπως αποτύχει.
Έσφιγγα το μάθημα στα δόντια, κι ας έβλεπα
πόσο σφιχτά κρατούσε το βιβλίο της ζωής μου
ανάποδα.

Πρώτη δασκάλα

Στο δρόμο της για το χωριό
ίσως φορούσε το μαύρο ταγεράκι
χλωμό μπλουζάκι χαμογελαστό,
τα μαλλιά σε σχήμα φωτοστέφανου

Μας άφησε στα δύσκολα
ανορθόγραφους
όσο μαθαίναμε τους χρόνους
της οριστικής απώλειας
Παρηγοριά μας
τα πρόσωπα αμέτρητα
του ρήματος θυμάμαι
φωνής παθητικής, μας έλεγε
Λάθος
Θυμάμαι
ρήμα φύσης ενεργητικής,
θα πει δημιουργώ αμύθητη
προσωπική περιουσία κεκτημένου χρόνου
Παραδείγματος χάριν
τη θυμάμαι
σκυμμένη στα τετράδια μιας ζωής
να σημειώνει τις παραφωνίες
να εντοπίζει τ’ αγεφύρωτα κενά
στα διαλείμματα
να πίνει τον καφέ πικρό
απαρηγόρητη
να φεύγει
χωρίς προειδοποίηση,
τη θυμάμαι
ένα σπασμένο πόδι
πίσω της να σέρνει,
κάτι σαν ντροπή
σαν δικαιολογία.

Ψιλή Κυριότητα

Αποχαιρέτισε το σπίτι στο χωριό
έσφιξε της μάνας βαθιά ρυτίδα
στην παλάμη,
που τη φόραγε στο μέτωπο περήφανη

Και πριν από εκείνη
φιγούρες άγνωστης ζωής
μυθογεννά ο νους μου
Συναντιόμαστε
στο μέσον πορείας βασανιστικής
στο γυναικείο σώμα
-πάντα λιωμένο στο καλούπι της ανάγκης
Η μία ταΐζει την άλλη
η μία χτυπάει την άλλη
μέχρι να γονατίσει
να μεταλάβει κι εκείνη
σώμα και αίμα μάνας
να ζητήσει συγχώρεση
για σύντομης χαράς μικρό κομμάτι

Συνεχίζουν το δρόμο τους
σιωπηλές αδίστακτες
στα χέρια σίδερο
κρατούν την απόφαση
να υποφέρουν
να κερδίζουν τη ζωή
να χάνουν τα παιδιά τους
να γεννούν τα παιδιά τους
βυθίζονται στο βούρκο της αγάπης
μέχρι πνιγμού
αμετανόητες
ακολουθούν η μια την άλλη
πιασμένες από χέρια τυφλά
Οριστικά χαμένες
μα όχι ανύπαρκτες

Κληροδοτούν το μέλλον

(Ιθαγένεια, 2016, Απόπειρα)

Από τη συλλογή Modus Vivendi, Παρουσία, Αθήνα 2018:

Η βαλίτσα

Μάζεψε στις αποσκευές του ό,τι πολυτιμότερο είχε, μία γλάστρα γέρικη, κι ας κόντευε να ξεραθεί, μία παρτίδα σκάκι στημένη στη μέση μιας φιλίας που βρήκε άδοξο τέλος, ένα βιβλίο που μάσαγε τα λόγια του ακόμη, το ξεχνούσε το βαριόταν, το μισούσε, το ξανάπιανε, λυπόταν να το αφήσει πίσω, ένα φρούτο για το δρόμο, μία πέτρα της αυλής -έσπαγε το κεφάλι του μ’ αυτή μικρός τις Κυριακές να μην πεθαίνει από ανία- πήρε κι ένα ξεφούσκωτο μπαλόνι που άναβε τις νύχτες για να μη φοβάται. Μέτρησε τα υπάρχοντά του, ανάμεσά τους καταχώνιασε σκέψεις παυσίπονες, φόβους χρήσιμους για το ταξίδι, συνήθειες για να στολίσει τους άδειους τοίχους των πρώτων ημερών με οικειότητα.
Η βαλίτσα του έγινε ασήκωτη. Όπως συνήθως. Έπρεπε κάτι να πετάξει, κάτι να πεθάνει, να τελειώσει, κάτι απ’ όλα ή όλα. Ή να αναβάλει, πάλι, το ταξίδι.

Το γέρας της Ελένης

Αν μπορούσα να διαλέξω
-εκ των υστέρων-
ακόμη θα ονειρευόμουν
στο κορμί του σκουληκιού,
αναβάλλοντας το ξύπνημα της πεταλούδας.

Γιατί μπορώ ν’ αντέξω
το αδηφάγο βλέμμα των περαστικών,
που με κρατούν αιχμάλωτη
στη φτωχική τους συλλογή των αναμνήσεων.

Μπορώ ν’ αντέξω
τη δολοφονική αφέλεια των παιδικών χεριών
που αγωνίζονται να με κρατήσουν ζωντανή για πάντα,

τον κίνδυνο της πείνας και της δίψας,
παγιδευμένη στον ιστό ενός αιώνιου μύθου.

Όλα μπορώ να τα αντέξω•
εκτός απ’ την ανοησία μου,
να λαχταρώ γέρας μοναδικό
το πύρινο στεφάνι
μιας λάμπας αναμμένης,
που μες στη νύχτα θ’ ανατείλει
μια στιγμή μοιραία
στο ήσυχο και σκοτεινό σοκάκι
της δικής μου άνοιξης.

Επιτάφιος

                       «Εἰ δέ με δεῖ καὶ γυναικείας τι ἀρετῆς […] μνησθῆναι»
                        Θουκυδίδης

Ήτανε όλες τους καλές και φρόνιμες γυναίκες•
γνώριζαν να υφαίνουν μακρόσυρτες λευκές σιωπές,
υπομονετικές στη βία των ξένων βλεμμάτων.
Ήταν καλές και φρόνιμες,
σήκωναν αγόγγυστα στους λεπτούς ώμους                       5
τη μοναξιά την πείνα το σκοτάδι
της συζυγικής κλίνης.
Καθημερινά ξορκίζανε τη σκόνη δίχως να διαμαρτύρονται
βαστώντας απ’ το σπιτικό τους μακριά τη θλίψη
για χάρη των αγαπημένων.                                             10
Βαθιά μεσάνυχτα κατακρημνίζονταν στη θύμηση
εκείνων που το 'νιωθαν ανώφελο να επιστρέφουν,
όσων ήθελαν μα δεν μπορούσαν.

Το πρωινό ξημέρωνε γρυλίζοντας στα πόδια τους
σκυλί δεμένο κι έρημο∙                                                   15

έδεναν τότε τα μαλλιά τους, ένα κουβάρι στάχτη στο μαντήλι•
μαρμάρινοι λαιμοί που χόρταιναν χρυσαφικά,
τα στήθη στολισμένα τη γύρη των ασφόδελων,
το λευκασμένο πρόσωπο τα μάτια τους τα χείλη
παραδίνονταν στο άγγιγμα της Κίρκης,                             20
να παραμένουν ετοιμόγεννες στο νέο αίμα,
να καλοδέχονται τον πόλεμο που τους αρπάζει τα παιδιά αγέννητα.

Καθώς ξεκίναγαν για το αρχαίο κοιμητήρι
φορώντας το λίκνισμα της άμπωτης κατάσαρκα,
ψυχές ευλύγιστες στο δρόμο της σιωπής,                         25
έγερναν με λαχτάρα να σφίξουν τη σκιά
του γιου του άντρα του αδελφού
πελεκημένες από πόνο ή από την ανάγκη•
η μια δίπλα στην άλλη, σαν πληγωμένα βράχια
που τα δέρνει ο βόρειος άνεμος.                                      30

Κανείς ποτέ δεν έμαθε το όνομά τους•
πίσω τους ίχνη νεκρά στις πέτρες και το χώμα,
τόσες πέτρες τόσο χώμα, και κανένα δικό τους σημάδι
στον κήπο των επιφανών ανδρών.

Σα να μη ζήσαν τούτοι οι μαρμάρινοι λαιμοί                      35
τα δάχτυλα που κόμπιαζαν στο άγγιγμα
τα βήματα ερωτηματικά,
οι αναπνοές της ομορφιάς τους
πασπαλισμένη πάχνη στα χορτάρια•                                40
εκείνες άφαντες,
θαμμένες στις φυλλωσιές που κρύβουν το φως ακόμη μίας μέρας
τα χάδια τους χαμένα οι αγωνίες δε χτυπάνε
στη σκαπάνη,
μονάχα σαύρες φτερουγίζουν στ’ αναχώματα∙
μία γραμμή περίσσεψε για κείνες,                                    45
να μη φανούν, να μην ακουστούν ανάμεσα στους άνδρες
για καλό ή για κακό•
πρόθυμες την ακολούθησαν και χάθηκαν,                         50
χωρίς ανάπαυλα ζωής.

Έκτοτε αγνοούνται• ποιος ξέρει,
μπορεί κάποιος θεός να τις λυπήθηκε
και να τις έκρυψε στα κλαδιά των δέντρων
που φλεβίζουνε τον ουρανό,                                           55
να ψιθυρίζουν από κει πως έζησαν καλές και φρόνιμες,
σύμφωνα με το νόμο της πόλης και το έθιμο•
μπορεί και σφίγγοντας η μία το λαιμό της άλλης
έκτοτε ν’ ανταμώνουν σαν δύο κυπαρίσσια
που κουβαλούν στην πλάτη τους το ηλιόγερμα.                 60

Χωρίς ποτέ κανείς να μάθει τ’ όνομά τους.

(Έχει δημοσιευθεί στην ιστοσελίδα του περιοδικού ΝΟΗΜΑ)

HARD

                                                          «Οὒτοι συνέχθειν, ἀλλά συμφιλεῖν ἔφυν»
                                                           (Σοφοκλέους, Αντιγόνη, 523)

Πού πας, μικρή μου∙
τριγυρνάς μ’ ένα σκισμένο τζην
κι ένα μακό μπλουζάκι που γράφει HARD.
Είσαι της παντρειάς κοπέλα κι όμως
έχεις το νου σου στις επαναστάσεις,
να ξεσταχυάζεις το δίκιο από το άδικο.

Δύσκολο δρόμο διάλεξες, παιδί μου.
Μη φοβηθείς, μα μην πεθάνεις.

Θ’ ακούσεις να σου λεν πως είναι η ζωή φωτιά
κι εσύ το σίδερο που θα λυγίζει
στα χέρια κάθε δυνατού∙
θα πουν πως πρέπει να κόβεις την ανάσα σου
στο μήκος του χεριού
που σφίγγει το χαλινάρι σου.

Μη φοβηθείς, μα κράτα τη ζωή από το χέρι.

Είσαι καλό παιδί.
Μόνη εσύ μου φρόντισες το αγύριστο κεφάλι,
όταν τυφλός χανόμουν στο λαβύρινθο των γηρατειών.

Μόνη θα πρέπει τώρα να θάψεις στην αυλή μας δύο δέντρα
που έπεσαν πελεκημένα το ένα από το άλλο
-αν βέβαια θελήσεις -
η αδελφή σου ξέρει να λυγίζει τα κλαδιά της
στο πέρασμα του ποταμού∙
τον ύπνο της δεν θα ταράξω.

Μη φοβηθείς, μα ζήσε.

Ακόμη κι αν γεννήθηκες για ν’ αγαπάς,
έχε στο νου σου ν’ αγαπάς
-αν έχεις τέτοια δύναμη-
πρώτα τον εαυτό σου.

(Έχει συμπεριληφθεί στην ανθολογία «Τα δείπνα του Ομήρου», Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2021)

Δύο σονέτα, από την ανέκδοτη συλλογή «Ρεπορτάζ»:

Σεπτέμβρης

Δέκα λεπτά βυθός - ό,τι απομένει
να τρέφεται η μνήμη – κι ο αφρός∙
και μία σκέψη που δεν περιμένει,
πίσω της τρέχω, ενώ ο καιρός

δείχνει τα δόντια σιωπηλός – θαύμα!
Η φράση σκάει στην προβλήτα, μια
γυμνή άγνωστη (θεϊκή) σκιά
μου ψιθυρίζει ένα γαλάζιο γράμμα∙

μα μέχρι να τη φτάσω, θα ’χει φύγει
-παιχνίδια του μυαλού το μεσημέρι-
αφήνω γι’ άλλη ώρα το κυνήγι,

πάλι βυθίζομαι – βάρος κανένα:
σε λίγες μέρες θα ζηλεύω εμένα,
το «έχω χρόνο, είναι καλοκαίρι».

Πάλας

Αρχές Ιούλη πέθανε ο κύριος Ματθαίος
που ήταν ιδιοκτήτης του Πάλας του σινεμά∙
κι αν κάποιος τον συνάντησε για τελευταία φορά,
στο ταμείο θα ήτανε, όπως συνήθιζε από νέος.

Γαλάζιοι τοίχοι και βελούδινη μπορντώ πλατεία
(αίγλη μια άλλης εποχής)∙ αν πέρναγες τυχαίως
-κι ήσουν μόνος, κανείς άλλος - σου έβαζε την ταινία
και μια σομπίτσα σού 'σπρωχνε, ας το 'παιζες γενναίος.

Του ζήταγαν το σινεμά για να το κάνουν βίλατζ,
μοντέρνα πολυκατοικία ή μωλ με μαγαζιά,
που θ’ απογείωνε της συνοικίας μας το ίματζ.

Μα ο Ματθαίος γιόρταζε τα ενενήντα του κεριά
με έκπτωση στα εισιτήρια –κακία δεν κρατούσε
ποτέ στη ζωή που προχωρούσε, και τον προσπερνούσε.

Βιογραφικό σημείωμα

Η Ελευθερία Σταυράκη γεννήθηκε στον Βόλο. Ζει στην Αθήνα, όπου εργάζεται ως φιλόλογος σε σχολεία του δυτικού τομέα της Αττικής. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια δημιουργικής γραφής και ποίησης χαϊκού∙ τον Μάρτιο του 2022 αποφοίτησε από το μεταπτυχιακό τμήμα Δημιουργικής Γραφής του ΕΑΠ. Έχουν εκδοθεί οι ποιητικές συλλογές της «Ιθαγένεια» (Απόπειρα, 2016) και «Modus Vivendi» (Παρουσία, 2018). Κείμενά της έχουν συμπεριληφθεί στην ύλη έντυπων και ηλεκτρονικών περιοδικών, καθώς και στις ανθολογίες «Το άλλο μισό του ουρανού»-Ελληνίδες ποιήτριες του εικοστού αιώνα (ανθολόγηση: Σ.Παστάκας, Στ.Γκιργκένης – Ζήτρος, 2020) και «Τα δείπνα του Ομήρου» (ανθολόγηση: Σ.Παστάκας, Στ.Γκιργκένης, Δ.Κουβάτα – Ζήτρος 2021).

 

 

 

Έννεπε Μούσα

Έννεπε Μούσα!
Για τους εραστές της ποίησης και της στιχουργικής!
Για προβολή γνωστών κι άγνωστων δημιουργών!
Για επικοινωνία μέσα από έργα αγαπημένα!
Έννεπε Μούσα!
Με όχημα την πένα, το ταξίδι, τ’ όνειρο!!!

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ

Η  αναδημοσίευση του περιεχομένου του παρόντος διαδικτυακού ιστότοπου ΕΝΝΕΠΕ ΜΟΥΣΑ επιτρέπεται ΜΟΝΟ με την παράθεση πηγής και ενεργού συνδέσμου (link).

  

Τα Cookies βελτιώνουν την απόδοση της σελίδας μας. Δεν αποθηκεύουμε προσωπικές σας πληροφορίες. Μας επιτρέπετε να τα χρησιμοποιούμε;