Δέκα ποιήματα της Ελένης Ντούξη

Δέκα ποιήματα της Ελένης Ντούξη

Σήμερα στη στήλη "Στα βαθιά" θα σας παρουσιάσω την ποιήτρια Ελένη Ντούξη. Η καλεσμένη μου γεννήθηκε στους Αγίους Σαράντα κι από την εφηβεία της ζει στην Αθήνα. Έχει σπουδάσει Θεολογία και κλασική κιθάρα.Έχει εκδώσει δυο ποιητικές συλλογές. Για την πρώτη της ,που τιτλοφορείται "Μείον δεκάξι",τιμήθηκε με το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα στην Ποίηση από το περιοδικό Αναγνώστης. Η ποίησή της ακολουθώντας την οδό του υπερρεαλισμού, είναι πηγαία, χειμαρρώδης κι εκρηκτικά συναισθηματική. Αξιοποιώντας την αυτοματική γραφή, εκφράζεται μ'έναν καταιγισμό ανάγλυφων εικόνων κι εμπνευσμένων αλληγοριών. Αντλώντας υλικό από τη σύγχρονη πραγματικότητα,το ταξιδεύει στου ονείρου την ενδοχώρα.Ο λόγος της, νεωτεριστικός, κομψός και πολύχρωμος, μεθά τις αισθήσεις και συγκινεί βαθιά. Θ'απολαύσουμε δέκα θαυμάσια ποιήματά της!

Πατάρι

Ξέρεις πού θα με βρεις. Πλάι στο παράθυρο περιμένοντας τον κοκκινολαίμη να σέρνει τον χειμώνα από το πόδι. Του πότιζα ένα δέντρο. είναι βλέπεις το πάρε-δώσε. Εγώ δέντρο και ψωμί εκείνο πέτρες και ψύχρα. Περιμένω τον χιονιά το ακονισμένο του νυστέρι. Να απλώνει τα παιδιά μου πάνω στο χιόνι. Θα με δεις τα Χριστούγεννα. Κρεμασμένη σε ένα ξεβαμμένο κλαρί κάπου εκεί στη σκιά θα με βρεις. Πίσω από τα λαμπιόνια με χωμένο το καυτό τους κεφάλι στη σάρκα μου εμένα το καλοθρεμμένο σκυλί. Με τα καλοκαίρια να καίγονται κάθε 31 και το μελλοθάνατο φθινόπωρο να βογκάει κάτω από τη λάσπη. Τι άνοιξη να περιμένεις στον ελλειπτικό αυτόν γύρο; Θα με βρεις σωριασμένη πάντα στο ίδιο κουτί. Μπλεγμένη σε καλώδια να χορταίνω σκοτάδι. Σ’ εκείνο το πατάρι που σκούζει ανάμεσα στις πρόκες. Εκεί στο βάθος φτύνοντας σκόνη και μούχλα στο βραδινό σου γεύμα.

Βιογραφία

Γεννήθηκα στους μείον δεκάξι
όπου ακόμη και τ’ αγάλματα
στο παραμικρό ρίγος
ζεστού αίματος
γίνονται θρύψαλα.

Ο χρόνος αναβόσβηνε
τους κύκλους του φορώντας
δαχτυλίδια
κι εγώ με την φυγόκεντρο δύναμη
του τίποτα ξεστράτισα
και πίνω ακόμη γάλα
που μεγαλώνει γερά παιδιά.

Κύκλος

Θα μείνω με το δέντρο
στον πεζόδρομο.
Θα απλώσω τα χέρια στα εφηβικά κλαδιά
και τυλιγμένη
γύρω από το δέρμα του
θα επεκταθώ στο χώμα.

Θα μείνω ένα δέντρο
στον πεζόδρομο.

Άνθη θα βγουν από τα νύχια μου
πάνω στα τζάμια του χειμώνα.

Θα μείνω στον πεζόδρομο
ένα δέντρο.

Ας με ραντίσουν
οι αγαπημένοι μου βροχή
να μεγαλώσω ένα δέντρο
στον πεζόδρομο.

Σχεδόν λευκό

1.
Το τελευταίο κουμπί
στο λευκό μου ρούχο
το έραψα κατά λάθος κόκκινο.
Έχει φυτρώσει πάνω του
το δάχτυλο της μάνας μου
σχεδόν λευκό
ένα φορτωμένο σύννεφο.
Το γλείφω κάθε φορά
να δω προς τα πού φυσά
μήπως γλιτώσω.

2.
Η βέρα της
σαράκι χρυσό
με αρπάζει από το λαιμό
κάθε που νυχτώνει.
Τη σαλιώνω
κι όλο στενεύει
ώσπου.

Είμαι ένα δάχτυλο
ραμμένο πάνω σου
σχεδόν κίτρινο
ένας αποκαμωμένος ήλιος.
Δες προς τα πού φυσά
μήπως και σωθείς.

Αμυγδαλιά

Θηλάσαμε τη θλίψη
της πρώτης μας Άνοιξης
εκείνη κι εγώ.
Πάντα με ξεγελούσε ο ανθός της
κι έμενα όλη μέρα
με την πίκρα στο στόμα.

Δυο δοκάρια

Αναμονή
αυτό το αγύριστο κεφάλι
με το επιληπτικό της φρύδι
να μαστιγώνει τον χρόνο
Ελπίδα
αυτή η ελεγεία σε πάλκο
που παίζει πάντα τελευταία
τα κάλπικά της ρέστα στο σινάφι
περιμένοντας το κίτρινο φύλλο
που επιπλέει στο νερό
ξαφνικά να πρασινίσει.

Αποστρέφομαι την άπνοια του Αυγούστου
όπου ξελεπιάζει στο βλέμμα μου η αγάπη
και γίνεται απόλυτος αριθμός ανάμεσα σε δύο δοκάρια
άλλοτε στηρίζεται
και άλλοτε βαράει καρφιά με το κεφάλι.

Καθώς η τελευταία μου εκπνοή ασθμαίνει
πεισμώνοντας τις κατηφόρες
σκορπίζομαι στο πρώτο τσαλάκωμα
σαν διασπώμενη σακούλα.

Αποτέφρωση η λαχτάρα μου για ζωή κι αλάτι
οίστρος του ήλιου ντάλα μεσημέρι
οίστρος στους λοβούς το λάλημα του ανέμου.

Γιατί με περιπαίζετε
που κουβαλώ δύο ανηφόρες
ενώ η καρδιά μου ορέγεται έναν δικό της κρότο.

Η πόλη

Η πόλη μου σιγοβράζει μέσα σ’ έναν αντιδραστήρα
οι κοντές ανάσες
τα άγρια ποδοβολητά
οι άσκοπες αλληλογραφίες
η αγάπη που ξελαρυγγιάζεται με εκκωφαντικές σονάτες.

Το κανόνι του ήλιου κεντράρει στον πυρήνα
φύλλο και φτερό το όνειρο
φύλλο και ακοντιές η σάρκα
τα πνευμόνια της μια όαση βουτηγμένη
στα απόβλητα εύγλωττου διαφημιστή αλιγάτορα.

Η πόλη μου του γυρίζει και το άλλο μάγουλο
κάτω από το κυρτό της σθένος.

Οι τελευταίες ανάστροφες που έφαγε
όλο αλλάζουν χέρια και φιρμάνι
δεν της έμεινε πια μάγουλο ροδαλό να ακουμπήσεις
η τσίπα είναι ένα τρύπιο σεντόνι
με τους κοριούς και τα όλα της
να ανεμίζει επάνω στα καλώδια της ΔΕΗ
απ’ όπου τέρπονται οι στέρνες του ουρανού.

Το κρίμα της μεγάλο
όπως και τα δαγκωμένα σκέλια της
κάτω από το μειδίαμα των τοκογλύφων
όλο σεργιανάει τους λειψούς της
και με πύρινες δεκάρες παζαρεύει τους νεκρούς.
Η πόλη μου σιγοβράζει στους υπονόμους
πετσοκόβει μ’ έναν μπαλτά
τις κραυγές από το συλλογικό καθήκον
κουτσό θηρίο στη βροχή
ψάχνει σαν ανεμώνα ρωγμή να ξεμυτήσει
μπετόν αρμέ ο τοίχος και μανιασμένο σύνθημα
περονιάζει την καρδιά της η φλογισμένη νιότη.

Δίσεκτο

Συγγνώμη κύριοι, δίσεκτο έτος
τα κρέατα δεν σιτεύουν
ψυχοσταλάζουν γδαρμένα
πάνω από το αλάτι του κόσμου.
Σαπίζει πέφτοντας
ο ύπνος στα μπράτσα μας.

Εδώ και τώρα

Όσα δεν μπόρεσα ποτέ να σου πω
στα γράφω εδώ, και μη παρέκει.

Ξέχνα το άνθος το ατσάλινο
που κορδώνεται με έπαρση
μπροστά στη θεομηνία
γιατί ο Θεός ήταν συνένοχός μου
ανώνυμος βαδίζει πια
φορώντας τα ιμάτιά μου.

Ξέχνα το κουρδιστό αυτό χαμόγελο
είναι μέγγενη γεμάτο σαρκοφάγο μέλι
και λίγο δηλητήριο για το δικό μου ξόδι.

Αν βγάλεις τη σκληρή τέφρα
που σου σκεπάζει τα μάτια
θα με δεις ολάκερη έναν σκελετό
από μονταρισμένα κρίματα.

Δεν είμαι όλη φως
έχω ένα σκοτάδι που με ξετινάζει διαρκώς
και μου φορτώνει τα πηγάδια του
στάλα-στάλα πέφτω από τις στέγες
και με μαζεύουν σε κουβάδες οι νοικοκυρές
με πίνουν γουλιά-γουλιά οι μπεκρήδες.

Αν με ακουμπήσεις δεν θα βρεις μουσελίνα παρθενική
ριγμένη απαλά στους ώμους
μην με μαρκάρεις κατάσαρκα και συ
και να λένε «να η γριά πουτάνα του Άουσβιτς»
με το αλλήθωρο το μάτι
με τα διπλά οράματα
και σινιάλα ασθενικά της νιότης της
δείτε πώς τριγυρνά με τη ρετσινιά του ποδόγυρου
πετσί και κόκαλο με τις αλυσίδες του Προμηθέα.

Έχω ένα στομάχι σκέτη μαύρη τρύπα
με μόνο γιατρικό κάτι ληγμένες σόδες και ξερνοβολητά
που γίνεται χοάνη για όλα τα βαλάντια.

Μην τρομάζεις και μην τρέχεις τόσο γρήγορα
ο καρπός μου κουμπώνει στο χέρι σου σαν από πάντα
απλά ήθελα να με δεις με διάφανα οστά
γιατί κουράστηκα να φασκιώνομαι με πέταλα λευκά.

*
Κάθε νύχτα
τα μανίκια μένουν
σφιχτά να με αγκαλιάζουν.

Βιογραφικό σημείωμα

Η Ελένη (Σουέλα) Ντούξη γεννήθηκε το 1979 στους Αγίους Σαράντα της Αλβανίας και ζει στην Αθήνα από το 1993. Σπούδασε Θεολογία στο ΕΚΠΑ και κλασική κιθάρα. Η πρώτη της ποιητική συλλογή, "Μείον δεκάξι" (Μελάνι, 2016) τιμήθηκε με το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα στην Ποίηση του περιοδικού "Αναγνώστης", το 2017. Η δεύτερή της ποιητική συλλογή “Αντιδραστήρας” (2020) κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ενύπνιο.