Δέκα ποιήματα της Ελένης Γαλάνη

Δέκα ποιήματα της Ελένης Γαλάνη

Σήμερα έχω προσκαλέσει στη στήλη "Στα βαθιά" την ποιήτρια Ελένη Γαλάνη. Η καλεσμένη μου γεννήθηκε στην Αθήνα. Έχει σπουδάσει Αρχαιολογία, Ιστορία Τέχνης και Μουσειολογία. Έχει εργαστεί σε μουσεία, σε γκαλερί και ως ξεναγός. Έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές και το θεατρικό έργο "Τεργέστη", που ανέβηκε στη σκηνή του Ιδρύματος Κακογιάννη τον Ιούνιο του 2018 σε σκηνοθεσία της Ρούλας Πατεράκη. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά και στα γερμανικά. Η ποίησή της είναι αφηγηματική, στοχαστική και συμβολική. Ενδιαφέρεται για τα διαχρονικά προβλήματα του ανθρώπου. Καταπιάνεται με τη μοναξιά, την αποξένωση, την προσφυγιά,το ματαιωμένο όνειρο, το μερίδιο στον πόνο. Αξιοποιεί μια πληθώρα περιβαλλόντων ιστορικών, μυθολογικών, βιβλικών, φανταστικών, πραγματικών, όπου οι ήρωές της δρουν και πάσχουν. Ο λόγος της είναι σύνθετος, χειμαρρώδης, ξαφνιαστικός. Από τη φαρέτρα της φαντασίας της ξεπηδούν αλληγορίες στιβαρές που περνούν τα μηνύματά της γραφής της εύστοχα. Θα γνωρίσουμε δέκα μοναδικά ποιήματά της!

ΑΧΑΡΑΒΗ (Τερράριουμ, εκδ. Μελάνι, 2014)

Ανήκω στα χειλανθή η μητέρα

μυρίζει χώμα στο στόμα της
ανθίζει δενδρολίβανο κλωνάρια μέντας
την εμποδίζουν να μιλάει γι’ αυτό
μένει σιωπηλή
τα καλοκαίρια τής πιάνω τα μαλλιά τα τραβάω
είναι πλατύφυλλα
μοσχομυρίζουν τα δάχτυλα ευωδιά
από βασιλικό έχει
μια θλίψη ανεξήγητη χρόνια
πίστευα πως είναι ίδιον αριστοκρατικό
ευγενών
βασιλιάδων
να εκβιάζουν αγγίγματα να μυρίσουν
έμαθα αργότερα πως η θλίψη δεν
είναι βασιλικό προνόμιο δεν
έχει πρωτόκολλα δεν
τηρεί τα προσχήματα δεν
κάνει διακρίσεις δεν
είναι κληρονομικό
δικαίωμα είναι
φυτό οικιακό
γονιμοποιεί ανάσες φωτοσυνθέτει
συντριβές ριζώνει στρογγυλοκάθεται όπου ενδημούν
φλέβες φιλιά πληγές ανοιχτές ρωγμές αδιόρατες φθορές
φθαρτών ζωές
ζώντων με το έτσι θέλω
κρατά το άρωμά της καιρό
αφού έχει μαραθεί δεν
μιλάει σχεδόν ποτέ
σε κανέναν σπάνια μόνο

γελάει δυνατά
με ένα γέλιο σαρδόνιο
εγγαστρίμυθο
τρομακτικό

μέσα από σφραγισμένα στόματα
μέσα από σώματα τάφους

Γ Ι Ο Υ Γ Ο Υ ω Ρ Κ Η (Παρκούρ, εκδ. Γαβριηλίδης, 2012)

Χρόνια στην περιπλάνηση έφτιαξα ένα νησί
μοιάζει με την πλάτη ενός ζώου που σέρνει το σαρκίο του αργά στην άκρη της Ανταρκτικής λαβωμένο
τις νύχτες στον ύπνο του ανασαίνει θύελλες
άμπωτες και πλημμυρίδες των αγκομαχητών του οι κλυδωνισμοί

Στους σεισμούς ενεργοποιεί αρχαία ηφαίστεια
ακίνητη παρατηρώ τη φαντασμαγορική αιμόπτυση ναρκωμένων πόθων
κι επιθυμίες πολύχρωμες σμήνη ενδημικά πουλιά φτερουγίζουν με θόρυβο απ’ την ενδοχώρα
φυγή προς το άγνωστο

Κανείς δεν ξέρει πόσο μόνη μου έζησα σε αυτό το νησί ούτε εσύ
κι όλο ξεχνώ να σε ρωτήσω
τι τύχη έχουν οι άγγελοι που γεννιούνται ανάπηροι στο φανταστικό νησί των Glumms

ΟΦΗΛΙΑ (Τερράριουμ, εκδ. Μελάνι, 2014)

                                    And if we are to die tonight
                                 Is there a moonlight up ahead?
                              I remember the showers But no one puts fl owers
                                    On a fl ower’s grave
                                    TOM WAITS, Flower Grave
Η Οφηλία επιπλέει
Η Οφηλία αναπνέει
Τι ωφελεί Οφηλία στους νεκρούς η αναπνοή
τι ωφελούν στους τυφλούς τα ανθισμένα βλέφαρα
οι μαργαρίτες στον θάνατο τα χρώματα
δεν ξεγελάνε κανέναν

Θυμήσου Οφηλία τα πρωινά στην εξοχή
στο βασίλειο της Δανιμαρκίας
ο κόσμος ήταν απέραντος
οι δρόμοι όλοι ανοιχτοί

είπα: « πατρίδα μου είναι τα χέρια σου»
«τόπος ιερός η Ουτοπία»
είπες: «ας ήταν να πεθάνουμε απόψε
που έχει ένα τόσο ωραίο φεγγάρι στον ουρανό»

Οφηλία της νιότης μου παλιά οφειλή
Πού ζεις; άραγε είσαι ευτυχισμένη;
Γιατί δεν πέθανες, ως όφειλες, Οφηλία
τότε που ακόμα ήταν καιρός
Τότε που έπρεπε
Τότε που ορκίστηκες, Οφηλία

-από αγάπη;

Η ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ ΕΓΩ (Το Ανατολικό τέλος, εκδ. Μελάνι, 2017)

αιώνες
έζησα ανάμεσα

στο χωριό του άντρα μου και στο πατρικό σπίτι
στη μεγάλη πόλη από μητέρα σε σύζυγο δεν πόθησα εγώ
κανένα γάμο αιώνες

έζησα ανάμεσα

στο υπόγειο της Βικτώριας στη Μιχαήλ Βόδα
και την μεγάλη έπαυλη στο βουνό
στη γη, στις γλάστρες μου, στα θερισμένα χωράφια
με ακριβά κοσμήματα στολισμένη μετά
μετακόμιση με τάξη απ’ την αρχή ξανά αιώνες

έζησα ανάμεσα

σε θνητούς, αθάνατους
δεν πίστεψα σε θεό δεν πίστεψα
στον εαυτό μου
-σε ποιόν προσεύχονται οι Θεοί;
τι όνειρα κάνουν τις ανύπτωτες νύχτες στον Όλυμπο
την προοπτική της αιωνιότητας πώς την αντέχουν
τα βράδια της κοσμικής μοναξιάς – αιώνες

έζησα ανάμεσα

σε δυο κόσμους ίδια αδιάφορους σε δύο
ίδια αδιέξοδους προορισμούς
πολλά απέκτησα όχι όμως το μοναδικό
που πόθησα:

ένα σπίτι στο νησί

η Περσεφόνη εγώ
περισσότερο κι από το αίμα μου ακόμα
αγαπούσα

τη θάλασσα

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΕ ΨΥΧΗ ΚΗΠΟΥ (Τερράριουμ, εκδ. Μελάνι, 2014)

Υπάρχουν γυναίκες με ψυχή κήπου
ανθίζουν, μαραίνονται, φυλλορροούν, αιμορραγούν,
αναπαράγονται
με κιρκαδική ροή, με αυτιστική πλήξη
μέχρι να σβήσουν οριστικά ως
τον αφανισμό τους

κι αν τις ρωτήσεις το ίδιο θα έκαναν από την αρχή
οι γυναίκες με την ψυχή κήπου
προσφέρουν τον εαυτό τους γύρη τροφή στα
λεπιδόπτερα
να γέρνουν ξένοι πάνω τους να γεύονται γεννήτορες να
γεννούν να γίνονται εραστές ξενιστές
της καταστροφής τους
έτσι περιμένουν καρτερικά χωρίς ποτέ να παραπονεθούν
αγκιστρωμένες στη ζωή
ρίζες τραχιές
οι γυναίκες με ψυχή κήπου
ζουν για τη θαυμαστική στιγμή που τα χρώματα
προσπερνούν
που τα φτερά ξεδιπλώνονται
και η λεπίδα του πόθου επικρέμαται
κοφτερή
δαμόκλειος των εραστών
η αποδημία

ΗΤΑ / Ο θάνατος της Ντόροθυ Χέιλ (Παρκούρ, εκδ. Γαβριηλίδης, 2012)*

Οι φίλοι έφυγαν
το πάρτι τελείωσε
αδειάσανε τα ποτήρια
οι βότκες
τα ποτά
αδειάσανε τα μάτια
τα γοβάκια έσπασαν
οι πρίγκιπες γέρασαν
έπεσαν οι τίτλοι του τέλους
(πάλιωσαν ακόμα και τα παραμύθια
– για την ιστορία δεν μας έπεισαν ποτέ)

πάντα μένει μόνη στο τέλος η Ντόροθυ Χέιλ
φοράει ένα μαύρο φουστάνι
και βουτάει στο κενό

Από τον δέκατο έκτο όροφο
του Hampshire House Building
η πτήση και η πτώση
απέχουν μόνο ένα φωνήεν
και μία κραυγή

– ήττα

(*αναφορά στο ομότιτλο έργο της μεξικανής ζωγράφου Frida Kahlo*)

DESMANTLING FRIDA (Τερράριουμ, εκδ. Μελάνι, 2014)

Γεννήθηκα σε μισοφαγωμένο κίονα
οι σπόνδυλοι ήταν λειψοί
«Να ’ρθείς με τον κηδεμόνα σου», είπαν
έβαλαν νάρθηκες να στερεώσουν βλέμμα, πλάτη, λαιμό, αναπνοή
στη σωστή κατεύθυνση
πινέζες νύχια, γόνατα, μηροί
καρφιτσωμένες αυτοχειρίες στα πλευρά μου

Εγώ όμως αγάπησα το λάβδανο τα βράδια το φύλαγα στο μαξιλάρι μου μυστικά για να
σκοτώνω έμβρυα που μεγάλωναν στην κοιλιά μου
– όπως προσφέρει η μάνα τον καφέ σε πορσελάνινα φλιτζάνια έσταζε το δηλητήριο στο
αίμα ακριβό ξεχείλιζε όλο ξεχείλιζε το πολυτελές σερβίτσιο

Έτσι περάσαν οι αιώνες κι εγώ σκότωνα τον μισό μου εαυτό για να ζει ο άλλος μισός μου

Οι συγγενείς λιθολόγησαν τα ερείπια
της σπονδυλικής μου ζωής
τα σπασμένα μάρμαρα χτίσανε τοίχους σπιτιών
προμαχώνες, την οχύρωση
τα τείχη οικοδόμησαν της πόλης ψηλά στη ραχοκοκαλιά μου κι όλοι με την αγάπη τους
ανιδιοτελώς με ανα-στηλώναν κι ο πόλεμος στην πλάτη μου συνεχίστηκε κανονικά

Μια μέρα συμφώνησαν πως πρέπει να γκρεμιστώ
Ο αγώνας δεν συνέφερε κανέναν ήταν πολλή η δουλειά, ασύμφορη η συντήρηση κι ύστερα
υπάρχουν τρόποι πιο ευφάνταστοι να πεθάνει κανείς
- από έρωτα: ψυχοφάρμακα, πόθοι, αποκεφαλισμοί,
για ν’ αναφέρω μερικούς
ή ένα απλό του Ιούδα φιλί,
άμεσα ή αργά, τραύμα στο σώμα, στο πρόσωπο, σημάδια αδιόρατα ή εμφανή ή κάποιες
ρηχές του χαδιού αμυχές ακίνδυνες, πάντοτε ακίνδυνες
unos cuantos pequititos
- μερικές ακίνδυνες μικρές μαχαιριές

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΛΩΤ (Περ. Ποιητική, τχ. 26, φθινόπωρο- χειμώνας 2020)

Ξημερώματα πλησιάζαμε στη Σηγώρ
Και περπατούσαμε ήδη ώρες πολλές
-μου φάνηκαν αιώνες- κι ακόμα
ήμασταν μακριά πίσω
οι πόλεις φλέγονταν
τα Σόδομα
η γη της Χαναάν
ο Ιορδάνης ποταμός
μια όξινη βροχή
μες σε άστρα γυμνά -εκρήξεις ζωής αλλοτινής
στο απέραντο σύμπαν-

-τι φωτοχυσία πανοραμική, ένας θρίαμβος, θαρρείς, ξεριζωμού
από φωτιά και θειάφι-

και βαδίζαμε έτσι ώρες ατέλειωτες κατάκοποι, βλοσυροί
ανήσυχοι πηγαίναμε
χωρίς να μιλάμε

κι εγώ που πόνεσα ν’ αφήσω την πόλη που μεγάλωσα
το πατρικό, τις γλάστρες μου, τα ανθισμένα γεράνια
έμαθα να υπακούω σιωπηλά

«ας γίνει το θέλημά σου» είπα

Και το έκανα, πάντα το έκανα
εκτός από μία στιγμή –εκείνη τη μόνη στιγμή
που ένιωσα καθαρτήρια την φωτιά γιγάντια
την πυρκαγιά πίσω να με φωνάζει

- και τρόμαξα πως δεν θα ξεχάσω ποτέ. Κι ένιωσα πως γέρασα ξαφνικά μέσα σε μία νύχτα-

Κι είναι το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι αυτό:
να γέρνω το κεφάλι ελαφρά, με δάκρυα να γυρνάω

Κι όλα αλαργέψαν μακρινά
όλα αφανιστήκαν

Απ’ τον καιρό εκείνο στέκω όρθια εδώ
στο Μαλχάμ
κρατώ την αναπνοή μου
θρέφω με αλάτι τη φωτιά
τη λήθη στους
αιώνες
μέσα σε μια άδεια σπηλιά

στη Νεκρά Θάλασσα
νεκρή κι εγώ

(χίλιες φορές καλύτερα να είχα καεί από το να μείνω στήλη ασάλευτη ψυχρή σαν
πάγος)

Είμαι η γυναίκα του Λωτ
Του γιου του Αρράν

Ίσως να λέγομαι Έντιθ, Άντο, ή Ιουδήθ
Ξέρει κανείς το όνομά μου;

Στην πραγματικότητα δεν είμαι κανείς
Μια σκιά είμαι, ένα τίποτα
ένα άγαλμα ν’ αγάλλονται οι Θεοί -ανώνυμο
το φύλο: η τιμωρία μου

Όσο για κείνον τι να πω:
Ήταν για μένα ο Θεός μου

Λένε πως κάποτε με αγάπησε
δε μου συγχώρησε ποτέ

την ελπίδα

ΚΡΑΥΓΗ* (Το Ανατολικό Τέλος, εκδ. Μελάνι, 2017)

Έσταζε αίμα στον λόφο του Έκεμπεργκ
γλώσσες φωτιά στον προσωρινό ουρανό σου ο ήλιος
το Όσλοφγιόρντ, ο όρμος Σκάγκερακ στο φόντο
δύο ανέμελοι περαστικοί είναι
μακριά η Ζανζιβάρη μακριά
τα άδεια κορμιά του πνιγμού δεν φαίνεται
το παλιρροϊκό κύμα που έρχεται είναι μακριά
το Κρατακόα, οι κοραλλιογενείς βράχοι, η έκρηξη
αιώνες μακριά
δε φαίνεται η σφαγή που έρχεται «η σφαγή
φτιάχνει τα ωραιότερα τοπία», είπες
και ακούμπησες μισό χαμόγελο στη γέφυρα πονάει
η ομορφιά πώς χώρεσαν τόσα χρώματα
χαράς στο μαύρο κάδρο του θάνατου τόσες σβησμένες
σιωπές
στο τελευταίο ουρλιαχτό σου

(*Αναφορά στον ομότιτλο ζωγραφικό πίνακα του Edward Munch)

Μ Ο Υ Σ Ι Κ Ε Σ Κ Α Ρ Ε Κ Λ Ε Σ ( Παρκούρ, εκδ. Γαβριηλίδης, 2012)

Αιώνες παιανίζει η ορχήστρα
το παιχνίδι συνεχίζεται

Πάντα κάποιος αποδεικνύεται ανέτοιμος
Και από τους άλλους πιο αργός

Μένει όρθιος και αναπάντεχα μόνος
Όταν παύει η μουσική

Βιογραφικό σημείωμα

Η Ελένη Γαλάνη γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Αρχαιολογία, Ιστορία Τέχνης και Μουσειολογία στην Αθήνα (ΕΚΠΑ), στο Παρίσι (DEA, Sorbonne, Paris I και Ecole du Louvre) και τη Βαρκελόνη (Universidad Autonoma de Barcelona). Έχει εργαστεί σε Μουσεία και γκαλερί στην Ελλάδα και στο εξωτερικό (όπου έχει ζήσει περίπου δέκα χρόνια) και ως ξεναγός. Έχουν εκδοθεί τρία ποιητικά βιβλία της και το θεατρικό έργο της «Τεργέστη», το οποίο παρουσιάστηκε στη σκηνή του Ιδρύματος Κακογιάννη τον Ιούνιο του 2018 σε σκηνοθεσία της Ρούλας Πατεράκη.