Δέκα ποιήματα της Βάλιας Γκέντσου

Δέκα ποιήματα της Βάλιας Γκέντσου

Στη στήλη "Στα βαθιά "έχω προσκαλέσει σήμερα την ποιήτρια Βάλια Γκέντσου. Η καλεσμένη μου είναι φιλόλογος, με μεταπτυχιακό τίτλο στις Κλασικές Σπουδές. Εργάστηκε στη Μέση Εκπαίδευση και τα τελευταία δέκα χρόνια ασχολείται με την επιμέλεια κειμένων.Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές.Η ποίησή της διακρίνεται για τη γλαφυρότητα των περιγραφών,την υψηλή ευκρίνεια των εικόνων και τη συναισθηματική βαρύτητα των ειρημένων. Το ύφος της γραφής της είναι ανεπιτήδευτο, σμιλεμένο, ζωηρό.Η ροή του λόγου τη είναι γρήγορη, γεγονός που δίνει νεύρο στην πλοκή. Μια γλυκόπικρη νοσταλγία ντύνει τις στιγμές.Το όνειρο μπλέκεται μαγικά με την πραγματικότητα πλάθοντας απολαυστικά σενάρια. Τη δημιουργό απασχολούν οι στενές σχέσεις των ανθρώπων,οι αρμοί που ενώνουν τα υποκείμενα με την παιδική ηλικία και το παρελθόν, οι επιθυμίες, οι ματαιώσεις,οι απώλειες.Θα ταξιδέψουμε με δέκα εκλεκτά ποιήματά της από την τελευταία ποιητική της συλλογή" Παραμύθια ανάποδα"! 

Ο ΗΧΟΣ ΤΟΥ ΚΑΡΦΙΟΥ

Σκέφτομαι συχνά
ξύλινα τραπέζια πλάι στο κύμα
καρέκλες άσπρη φορμάικα
κι ένα τασάκι στρογγυλό
νικέλινο
μισά τσιγάρα σβησμένα με μανία
τιμωρημένα για αταξίες ολόκληρες

μπροστά το απέραντο να καρφώνει

Το τραγούδι του πατέρα έρχεται τότε
εξαίσια αίσθηση νιότης παλιάς
με τη μάνα να κάνει τις δεύτερες
οι μουσικές που με μεγάλωσαν
μπόγοι που κουβαλώ
φτάνουν κοντά μου
ανάποδα

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ ΞΕΡΩ ΠΟΛΛΑ

          ζωή μεγάλη ζωή μικρή
          πώς μου κρατάς το χέρι

Χτες βράδυ είδα στ'όνειρο τη μάνα
με το λαδί παλτό κουμπωμένο στον λαιμό
με σκέπασε ως απάνω μην κρυώσω
και μου ζήτησε ευγενικά
να κλείσω καλά τις μπαλκονόπορτες
γιατί έρχεται χειμώνας

Το πατρικό σπίτι γιορτινό φωτισμένο
από κάτω σκιές ζωντανών νεκρών
ρίχνουν κλεφτές ματιές
σιωπή στοιβαγμένη

Μόνη σου να ξυπνήσεις δεν μπορείς
ωραία κοιμωμένη

ΤΑ ΛΙΓΑ ΠΟΥ ΕΙΧΑ

Είχα πέντε κούκλες
τη Χιονάτη
μια σκούρα σοκολατένια
τη Βαρβάρα που μιλούσε
αλλά ήταν σκληρή κι αλύγιστη
κι ένα ζευγαράκι
αυτό το έβαζα συνέχεια να φιλιέται

Είχα δυο μαμάδες
βγαίναμε βόλτα με κρατούσαν στη μέση
χεράκια ψηλά αλατιέρα ανάποδη

Είχα έναν πατέρα
μισό θεό σε πτήσεις χαμηλές
κοντά κι ο αδερφός
χλομό φαγιούμ σε άλλο σώμα
λιγόστευε στον χρόνο

Όταν ζοριζόμουν πολύ
δάγκωνα τα χείλη
μου έλεγαν πως αυτή η κίνηση
κρύβει έρωτα

Η ΤΙΝΚΕΡΜΠΕΛ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΠΟΤΕ

Μικρή
δεν ξέρω σίγουρα αν ήμουν εγώ
κοιμόμουν σε σπίτια περιπλανώμενα
σε δώματα γκρίζα
με τάβλες που το βερνίκι έτρεμε
στο κάθε βήμα

ψαλμωδίες κατέβαιναν θολό ποτάμι
άγγελοι κολλούσαν στο τζάμι
χαλκομανίες στρουμπουλών ψυχών
παιδικά βιβλία μύριζαν θυμιατό

Τα βράδια απ'το ανοιχτό παράθυρο
με τρόμαζαν πλάσματα της νύχτας
η σκιά της Μόρας

ο χρόνος απέραντος
τι να τον κάνω
η μέρα ξεψυχούσε ευθεία
όπως γεννιόταν

Η ζωή των άλλων δική μου ζωή

ΑΠΟΚΡΙΕΣ

Στις Απόκριες μ'έντυσαν αμαζόνα ή σπανιόλα
στολές για κορίτσια
αξιοπρεπείς

κούμπωναν άχαρα στο σώμα
ρόλοι μακρόταλοι

Αντί να κυματίσω στα μαλλιά της Μέδουσας
να γίνω μαινάδα να ουρλιάξω
ν'αγκαλιάσω με ηδονή παχιά σώματα

αντί για μια βραδιά
στα ψέματα
να ενωθώ
με το σκοτάδι

ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΗ

Τα σώβρακα του πατέρα
κυμάτιζαν στον ήλιο
σημαίες λευκές μεσίστιες
παρακολουθούσα την κίνηση
με την άκρη του ματιού
γλείφοντας ζάχαρη πάνω σε φέτες ψωμί
Φορούσα γυαλιά με κορόιδευαν γι'αυτό
έμοιαζα γιαγιά μεγάλωσα έτσι

Κάποτε η κίνηση σταμάτησε
τα κοντάρια κατέβηκαν
τα θεωρεία αδειάσαν
το μπαλκόνι ξεπλύθηκε απ'τις φωνές

Η Κυριακή των Βαΐων ξεψυχούσε
με τον Λάζαρο να διηγείται
τα βάσανα που είδε στον Άδη

ΜΙΚΡΟΙ ΙΟΥΛΙΟΙ

Η θάλασσα με διώχνει αργά τη νύχτα
βαδίζω γέρνοντας σταθερά
κι ας τρέμει το νερό
ξαπλωμένο

Η θάλασσα θα έρθει ξανά
με τρομερή επιμονή
ασπρόμαυρη
μοιραία

Η θάλασσα φτιάχτηκε έτσι
για να'μαι εγώ περιττή

ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΟΥ ΚΑΠΝΟΥ

             Παπαστράτος άφιλτρο

Μπλε ποδιές απ'τα γύρω χωριά
κατεβαίνουν τρέχοντας τον δρόμο
να προλάβουν την πρώτη ώρα
λευκοί γιακάδες κολλαριστοί
βιβλία δεμένα σφιχτά με λάστιχο
βλέφαρα κατεβασμένα στο μισό
κορίτσια με σπίρτα στο χέρι

Μαύρα τα δάχτυλα στις άκρες
άρωμα κίτρινο φυτείας
καλοκαίρια της σκλαβιάς

Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΕΙΝΑΙ ΓΥΜΝΟΣ

Το κορίτσι ντυμένο άμφια χρυσά
οδηγεί τη λιτανεία με θάρρος
Πίσω του παπάδες γυμνοί
το κοιτούν αποσβολωμένοι
Ο πολιούχος άγιος ξεκαρδίζεται στα γέλια
Η μικρή τινάζει στους ώμους
με κίνηση ανέμελη
τη λευκή καπελίνα

Η φωτογραφία αποδίδει
σαφώς καλύτερα το συμβάν

FILM NOIR

          as time goes by

Τις περισσότερες φορές έρχεσαι χωρίς ειδοποίηση
κάθεσαι στο σαλόνι πίνεις μαρτίνι με πάγο
κουνάς το ποτήρι με μια κίνηση που υπόσχεται
μα δεν δίνει
καρφώνεις το βλέμμα απέναντι στο μηχανικό πιάνο
και μένεις βωβός

Τότε είναι που η φωνή πιάνει μια υγρασία στις γωνίες
δακρύζει σαν άγια εικόνα-και
τρέμω στη σκέψη πως μια ακόμα σιωπή σου
θα στρογγυλοκαθίσει στον καναπέ-και
θα μας κοιτάει όλο το βράδυ
σαν δυο μεγάλα τίποτα

Βιογραφικό σημείωμα

Η Βάλια Γκέντσου γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε στο Αγρίνιο. Σπούδασε Φιλολογία στο Καποδιστριακό, στο τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών και ολοκλήρωσε το μεταπτυχιακό της στις Κλασικές Σπουδές. Εργάστηκε στη Μέση εκπαίδευση και από το 2010 ως επιμελήτρια κειμένων. Ασχολείται ενεργά με την καλλιτεχνική φωτογραφία και είναι μέλος του Φωτογραφικού Κύκλου του Πλάτωνα Ριβέλλη.Τον Δεκέμβριο του 2017 εκδόθηκε η πρώτη της ποιητική συλλογή από τις εκδόσεις Θεμέλιο με τίτλο "Ο δρόμος άνοιγε στο τέλος". Το 2020 εκδόθηκε η ποιητική συλλογή «Παραμύθια ανάποδα» από τον ίδιο εκδοτικό οίκο.