Δέκα ποιήματα της Αργυρώς Αγγελίνας-Ζωγράφου

Δέκα ποιήματα της Αργυρώς Αγγελίνας-Ζωγράφου

Σήμερα, φιλοξενώ στη στήλη μου Στα βαθιά μια λογοτέχνιδα με καταγωγή από τη Λειβαδιά. Είναι η Αργυρώ Αγγελίνα-Ζωγράφου. Έχει εκδώσει ένα μυθιστόρημα, ένα παραμύθι και μια ποιητική συλλογή, ενώ έχει συμμετάσχει με ποιήματά της σε διάφορες συλλογικές δουλειές. Το έργο της έχει παρουσιαστεί  αρκετές φορές σ'εκδηλώσεις για παιδιά. Στο μυθιστόρημά της  "Το Δυσλεκτικό Βραχιόλι του Μάρτη" άγγιξε μ'ευαισθησία το θέμα της δυσλεξίας, που για κείνη είναι προσωπικό βίωμα. Το να περνά το θέμα των μαθησιακών δυσκολιών στη λογοτεχνία, εμένα προσωπικά ως δασκάλα Ειδικής αγωγής μ' ενδιαφέρει και με συγκινεί πολύ και τη συγχαίρω γι'αυτή της την επιλογή! Εμείς θα ταξιδέψουμε με δέκα ποιήματά της. Τα εννέα  απ'αυτά είναι ακυκλοφόρητα. Την ευχαριστώ πολύ που μου τα εμπιστεύτηκε να τα  παρουσιάσω !

ΚΡΙΜΑΤΑ ΒΥΘΩΝ

Στην άκρη των κόκκινων χειλιών της
εκούσιο νεύμα
καινούργιο έρωτα καλωσόριζε.
Τα ’φερε έτσι η τύχη
το ταξίδι μόνο του κίνησε
όπως άρμοζε στο καλοκάρφωτο σκαρί
που καθέλκυσε το καρνάγιο της τύχης της.
Στα έξαλα ως τα ξάρτια
κύματα αφρούς κέρναγαν, καλοτάξιδο να 'ναι
η θάλασσα κορμί λύγιζε
κι εκείνη λευκούς σκοπούς
με χρώμα πειρατικό έβαφε.
Μέχρι να επιστρέψουν
η ειμαρμένη την πλώρη του πλεούμενου διάλεξε
στολίδι στων βυθών της κρίματα.
Για να μην ξεπαγιάσουν αγκαλιάστηκαν.

ΑΛΛΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ

Δεν είναι παραδείσια πουλιά
δυστυχισμένοι άνθρωποι είναι,
τους χρωματίζουν έγνοιες
και τρέχουν ολημερίς
πυροδοτημένες ν’ αποφύγουν συμπεριφορές.
Απελπισμένος από μια γέφυρα πηδά στο κενό,
τον συγκρατούν οντότητες πάνω σε μουσικά κουτιά,
δεν συνομιλούν, με βιβλίο στο χέρι περιστρέφονται,
στο λαιμό τους κρέμονται κόκκινοι σελιδοδείκτες
κι όταν πλησιάζουν, γεμίζουν τ’ αυτιά μειλίχιες νότες.
Κάποιο βιβλίο δανείστηκε, τις σελίδες του ρούφηξε,
θώπευσε της ψυχής του το άλγος,
αμέτρητες φορές υποδύθηκε τους ήρωες,
λάτρεψε την αντιλόπη που δεν πρόφτασε να πιει νερό
ο ήχος του ξεδιψάσματος άκαιρα ξύπνησε
τον αλιγάτορα της λίμνης…
Έκλαψε με λυγμούς και βούτηξε στο κενό
να το επιστρέψει στο άδειο χέρι της συγγραφέως
μόνο που αυτή τη φορά πέρασε σ’ άλλη διάσταση
με δικό του βιβλίο.

ΚΑΛΟΓΟΥΣΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ

Τα περισσότερα είναι όπως τ’ άφησε στη μετακόμιση
δεν ενδιαφέρεται πια για καλόγουστα σπίτια
σταμάτησε ο ψυχαναγκασμός τού ξεσκονίσματος.
Να ξεφορτωθεί θέλει ακριβοπληρωμένα πράγματα
ας αιωρούνται στο κενό
της φτάνει μια φρεσκοβαμμένη κάμαρη
κι ένα στρώμα με πούπουλα ν’ αποκοιμηθεί.
Δεινή χορεύτρια ως το ταβάνι να πετάξει
αφήνοντας κληροδότημα έννοιες και φόβους
στις πτυχές των τοίχων.
Άλλοι θα σκαρφαλώσουν
ν’ αναμετρηθούν με το σύμπαν
κι αυτή κατά τύχη θα ζήσει αιώνια
στην κάρτα ενός smartphone.

ΑΝΘΟΜΕΛΟ

Σκουριά της ψυχής
κουτάβια πεινασμένων ερώτων
χυμένο γάλα σ’ ακυρωμένες αποστολές.
Θεσπέσιες νότες, αμέτρητοι σκαραβαίοι,
σε κοντραπούντο αρμονία συνηχούν
στις πλευρές της πυραμίδας
που ύψωσε να θεωθεί.
Αναστολές του περασμένου αιώνα
εκδικούνταιτο θαύμα.
Μπροστά του η πλάνη
πίσω χάπια σε θήκες,
πώς να προλάβει τη δύση
όταν σε χρώμα μετουσιώνεται.
Τους κωδικούς εισόδου λησμονεί
συνθλίβεται το κορμί
το στήνει η διανόηση,
πυξίδα ο αειφανής ήλιος
στη μοναξιά του τοπίου,
την αχνιστή κούπα στο τραπέζι
οσμίστηκε η κυρα μέρα
τίτλο να ορίσει.

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Ένας ψαράς τον χαιρέτισε, ίσα με το σπίτι ψηλός
«Τέλειωσες το γράψιμο;»
«Δεν έχω έμπνευση»
«Γράψε κάτι για παιδιά, να ’ναι χρήσιμο»
«Σαν τι;»
«Πώς να χειρίζονται το θυμό
όταν τους μαστιγώνει ο αγέρας το πρόσωπο»
Τη χούφτα άπλωσε και τον σήκωσε μέχρι τ’ αφτιά του.
«Μωρέ, μικρός σα σπόρος είσαι, λάθος έκανα,
μπορείς εσύ να χειριστείς το θυμό;
Σε παίρνει και σε σηκώνει όποτε θελήσει αυτός»
Αγριεμένος ούρλιαξε:
«Ο θυμός είμαι!»
κι ο ψαράς σα μπαλόνι έσκασε.
Παραμύθι έγραφε.

ΕΡΩΤΙΚΟ ΑΠΩΘΗΜΕΝΟ

Γυρεύοντας τη γαλήνη, γίγαντα πεθαμένο γεννούσε
του κόσμου η βουή από μέσα της ξεπετιόταν
επώδυνη διαδικασία,
θρηνούσε για το βάρος που κουβάλησε
κι έπειτα στις ανηφοριές του κορμιού της
άσπρα σπίτια έχτιζε με πνοές, βρύσες, ζεστασιές τ΄ ουρανού.
Όσο ζούσε ανάμεσα στ’ αγρίμια
καινούργιο μόρφωμα έπλαθε
επιθετικό, ανάλγητο, με τον καιρό επικίνδυνο.
Στις ωδίνες καινούργιας γέννας αφηνόταν,
από το ιδιότυπο γνώρισμα του χαρακτήρα της
να αμύνεται έμαθε.
Ξέμεναν οι γίγαντες, ολόρθοι βράχοι στων κυμάτων το έλεος
της ψηλότερης κορφής τους το καταστρεπτικό πάλεμα
να θωρεί.
Λάδι άπλωσε το αλμυρό της νάμα η ακοίμητη
χέρια και πόδια πάλλονταν στον ανώδυνο τοκετό
σκορπίζοντας στους αφρούς τη γενεσιουργό της διάθεση.
Τόσο δαρμένο λευκό, ούτε ένα κρινάκι δεν της χάρισε
μ’ έναν βλεφαρισμό έφτασε σε ρηχό κύμα, στείρα,
να χαζεύει το όστρακο που βυθιζόταν στην άμμο
εκλαμβάνοντας την ενστικτώδη επιβίωση σαν ερωτικό απωθημένο.

Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΑΝΤΙΛΗΨΗ

«Απέδρα πάσα λύπη και στεναγμός» χωρίς γυρισμούς.
Σε μάντρα νεκροταφείου φίδι διέκρινε
η ζωή είναι αντίληψη
να παρατηρείς την ανυπαρξία με μνήμη.
Το καναρίνι τού έλλειψε,
στις περσινές τους διακοπές
κρεμασμένο πίσω από την πόρτα της κουζίνας
διψασμένο ξεψύχησε.
Το φύτεψαν σε μια γλάστρα
κάποια χόρτα φύτρωναν
τα πότιζαν τόσο…
ποτέ δε μεγάλωναν.

ΜΕ ΚΡΟΤΟ

Ντροπιασμένη η σβούρα του στο πλάι έγερνε
η μικρή μαθήτρια στις όχθες του ποταμιού
τα πέταλα μιας παπαρούνας παρηγορούσε
«Μη φοβάστε, θα κρατήσει ο καιρός μέχρι την ανάσταση»
Με το σπάγκο τού στρόμβου να κρέμεται στο χέρι του
της έγνεψε να τον ακολουθήσει
στο χρωματιστό χωράφι μέχρι το σχολείο,
το βρήκαν άδειο από το σάρωμα της αστυφιλίας.
Καλούσαν όσους συμμαθητές απουσίαζαν
κι η τελευταία συλλαβή
δυνατή διαμαρτυρία,
στην άδεια αίθουσα αντιλαλούσε με κρότο. 

ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ

Μόνα τους και φέτος τα ηλιοτρόπια φύτρωσαν,
την ταπεινή συνήθεια της φύσης ευλαβικά τήρησαν
να συμπληρώνει κενά στη γη.
Με συγχρονισμό στρατιωτών
τα βαριά κεφάλια τους στον ήλιο έστρεφαν,
πιο κει δελφινοφέγγαρο μ’ ασημένιες λεπίδες
το πηγάδι μεγάλωνε, στον καθρέφτη του να χωρέσει.
Φυλακισμένος στις παλάμες των χεριών του ο στοχασμός
διχάζεται σε ποιο ουράνιο θαύμα μισθοφόρος να καταταγεί.

ΓΥΝΑΙΚΑ-ΣΥΜΒΟΛΟ

Κάποτε γυναίκα,
Καρυάτιδα στον κόρφο του Ερέχθειου ναού,ακλόνητο θαύμα!
Αθηνά,ορθοφροσύνης έμβλημα.
Αφροδίτη,ανέμελο σεργιάνι στις ανθρώπινες πνοές.
Δήμητρα,καρποφόρετα σπαρτά στους πύρινους κάμπους.
Ήρα,δείπνο θεών σε νεραϊδοστάλακτες κόγχες.
Εστία,αστείρευτο νάμα της αυλής και της έγνοιας.
Άρτεμις,καρτέρι στους δρόμους μιας νεκραναστημένης φυγής.

Σήμερα γυναίκα,
δρασκελιά στο φως πριν τον θάνατο,
πυροφάνι στο κυνήγι τεράτων και αναλγησίας.
Ακίδα αφύπνισης σε ξύλινες αγκαλιές,
λάκτισμα στο ξεχασμένο κουβάρι της θημωνιάς.
Αναρρίχηση σε παγωμένους βράχους,
ανελέητο κυνήγι θησαυρού.
Φροντίδα παραδομένηστις ίδιες κουραστικές διαδρομές.
Ανοιχτή πληγή κρυμμένη από παιδικά χαμόγελα.

Γυναίκα, απόγονος της γυναίκας,
πρώτο φιλί στο κεφάλι νεογέννητου,
πνοή και είδηση.

Απαρχή του παντός!

Ποιητική συλλογή: Ανισόπεδες σκέψεις

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Η Αργυρώ Αγγελίνα- Ζωγράφου γεννήθηκε στη Λιβαδειά το 1956. Το πρώτο της μυθιστόρημα, «Το Δυσλεκτικό Βραχιόλι του Μάρτη»,κυκλοφόρησε το 2016 από τις εκδόσεις Θερμαϊκός και είναι βασισμένο σε προσωπικά της βιώματα. Έχει εκδώσει το παραμύθι «Ο ξένος των Χριστουγέννων», από τις εκδόσεις Φίλντισι το 2018. Η πρώτη της ποιητική συλλογή, «Ανισόπεδες σκέψεις», εκδόθηκε το καλοκαίρι του 2019. Συμμετέχει με ποιήματά της σε συλλογικές εκδόσεις («20 Σύγχρονοι Έλληνες Ποιητές» των εκδόσεων Δρόμων, «Συνομιλώντας με την Κατερίνα Γώγου» των εκδόσεων Όστρια κά). Έχει παρουσιάσει αρκετές φορές ανέκδοτα διηγήματα, παραμύθια και ποιήματά της σε εκδηλώσεις για παιδιά (ανάγνωση, εργαστήρια δημιουργικότητας) στην Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Λιβαδειάς και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας. Συμμετείχε σε σεμινάρια Δημιουργικής Γραφής, όπου ολοκλήρωσε σειρά διηγημάτων με θέμα την Έρκυνα, το ποτάμι της Λιβαδειάς.