Δέκα ποιήματα της Ανθής Πάνου

Δέκα ποιήματα της Ανθής Πάνου

Σήμερα, στη στήλη "Στα βαθιά" θα σας παρουσιάσω την ποιήτρια Ανθή Πάνου. Η φιλοξενούμενή μου σπούδασε στη Φιλοσοφική και προχώρησε σε μεταπτυχιακές σπουδές στη Γλωσσολογία. Εργάστηκε ως εκπαιδευτικός και μεταφράστρια. Έχει εκδώσει μια ποιητική συλλογή, που τιτλοφορείται "Χωρίς εκπνοή". Η ποίησή της είναι εξομολογητική, βιωματική, προσωποκεντρική. Ο λόγος της είναι λιτός, αφαιρετικός, άμεσος, με συναίσθημα που ξεχειλίζει. Την απασχολούν οι στενές σχέσεις,η επαφή με τα πραγματικά θέλω, ο έρωτας. Εκφράζεται συνήθως σε πρώτο πρόσωπο, ενώ συνομιλεί ξεκάθαρα με τον παραλήπτη του μηνύματος που μπορεί να είναι το αντικείμενο του πόθου, ή ένας άνθρωπος πολύ σημαντικός στη ζωή της ποιήτριας-αφηγήτριας. Τα ποιήματά της έχουν μια ατμόσφαιρα οικειότητας, που βοηθά στη σύνδεση αυτού που το διαβάζει με τη γράφουσα. Η δημιουργός αγαπά, λαχταρά, νοσταλγεί, συννεφιάζει, γιορτάζει κι ο αναγνώστης εύκολα συμπάσχει μαζί της, αφού έρχεται σ'επαφή με την αλήθεια της απογυμνωμένη. Θα γνωρίσουμε την Ανθή Πάνου μέσα από δέκα πολύ όμορφα ποιήματά της! 

Άχρωμο

Δεν με νοιάζει να μού μιλάνε όλοι, αφού δεν το κάνεις εσύ.
Δεν με νοιάζει η χαρά που μού δίνουν τα λόγια τους.
Θέλω το αληθινό.
Γράφω κάτι, αλλά είναι άχρωμο.
Δεν μού βγαίνει ο στίχος.
Η φύση πεθαμένη.
Δεν υπάρχει χρώμα.
Όλα είναι δίχως.
Παλεύω με σωρούς χαρτιών για το τέλειο ποίημα.
Περιμένω να 'ρθεις, για να βάλω την τελεία.

Αν έρθεις

Αγαπώ εσένα, επειδή αγαπάω τους ανθρώπους.
Σε συγχωρώ, επειδή συγχώρεσα τους ανθρώπους, όλους τους συγχώρεσα.
Σε θυμάμαι, επειδή δεν ξέχασα κανέναν.
Τα μάτια μου είναι υγρά, επειδή έκλαψαν για όλους, μα για σένα πιότερο.
Τα χείλη μου χαμογελάνε, επειδή βλέπουν μπροστά τους το καλό.
Βλέπουν μόνο εσένα.
Η μυρωδιά σου υπάρχει στο αυτοκίνητο, δεν σκουπίζω ούτε τη στάχτη από το
τσιγάρο σου.
Αν έρθεις, θέλω να βγάλεις την μπλούζα σου, να ξαπλώσω πάνω σου.
Άσε με εκεί να κοιμηθώ ή να πεθάνω.

Οι μεγάλοι έρωτες

Οι μεγάλοι έρωτες έχουν ήδη πει Καλημέρα, έχουν ανταλλάξει φιλιά, έχουν κάνει
σχέδια για το Σαββατοκύριακο.
Ίσως έχουν μαλώσει, ίσως τα ξαναβρούν, προσπαθούν, ζουν.
Οι μεγάλοι έρωτες δεν γνωρίζουν εμπόδια, τι εμπόδιο να υπάρχει;
Σκίζουν βουνά, γονατίζουν τον εγωισμό τους, ξεπερνούν τους φόβους τους.
Οι μεγάλοι έρωτες ζουν μαζί.
Κι αν όχι, τότε γίνονται ποιήματα.

Τα πουλιά

Μην ανησυχείς.
Εγώ είμαι καλά.
Κάθομαι στο παγκάκι και ταΐζω τα πουλιά.
Τούς έλεγα τα νέα.
Νέα πολλά.
Πόσο να μ'ακούσουνε κι αυτά.
Πότισα το φίκο προχθές.
Τον πότισα και χθες.
Μού είπε Φτάνει. Πιες κι εσύ λίγο νερό.
Καμιά φορά ξεχνιέμαι και νομίζω πως θα 'ρθεις.
Κι αγοράζω λουλούδια που σού αρέσουν.
Γέμισα το σπίτι.
Είπα στα πουλιά να 'ρθουν να τα ποτίζουν.
Μην ανησυχείς.
Εγώ είμαι καλά.

Σαν η μοναδική μου ηδονή

Ένα ακόμη κεφάλαιο στο βιβλίο, σαν προάγγελος ενός βέβαιου θανάτου.
Ένα ακόμη ποίημα, σαν να σού μιλάω.
Μία ακόμη φορά το σώμα σου μέσα στο δικό μου, σαν να μη μπορεί να βρει θέση
αλλού.
Ένα ακόμη φιλί, σαν να είναι το τελευταίο.
Ένας ακόμη πόνος, σαν να τρέφομαι μόνο σαρκικά.
Εσύ, σαν η μοναδική μου ηδονή.

Ήθελα να γράψω

Ήθελα να γράψω για το καλοκαίρι και τη θάλασσα.
Για τον ήλιο και το ηλιοβασίλεμα.
Για τη φύση και το νερό.
Για τη ζωή και την αναπνοή.
Για τα χρώματα και τη χαρά.
Για την αγάπη και τον έρωτα.
Αλλά έγραψα για σένα μόνο.
Γιατί όλα αυτά είσαι εσύ.

Κοίτα, μαμά

Κοίτα, μαμά.
Έχω ωραία, μακριά μαλλιά.
Κι έναν ήρωα ν'αγαπώ.
Μαζί του σκαρώνω κάτι πονηρό.
Θα σου πω κάτι να χαρείς.
Κοίτα, μαμά.
Έγινα κάτι σημαντικό.
Έσπασα το Εγώ.
Έχω έναν ήρωα ν'αγαπώ.
Τον λένε Εαυτό.
Κοίτα, μαμά.
Δεν θα ξοδέψω όσα χαράμισες.
Τα κρατάω σαν φυλαχτό.
Τη νιότη σου κι εκείνον τον χρυσό σταυρό.
Κοίτα, μαμά.
Όσα μου είπες προσπαθώ να καταφέρω.
Ν'αγαπώ, να συγχωρώ,
τα χρωματιστά με τα άσπρα να μην μπερδεύω.
Κοίτα, μαμά.
Δεν θυμάμαι πώς μού τα πες.
Αγαπώ, συγχωρώ,
ροζ είναι όμως τα ρούχα που φορώ.

Να ’μουν παιδί

Να ’μουν παιδί κι ας είχα ματωμένα γόνατα.
Να γελούσα ξέγνοιαστα, να με κούραζε μόνο το παιχνίδι.
Να κρυβόμουν στη ντουλάπα της γιαγιάς, να μη γυρίσω σπίτι.
Να ’μουν παιδί κι ας είχα μόνο ένα παλιό ποδήλατο.
Να καθόμουν στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, να ακούω μάνα και πατέρα να
μιλάνε, να τραγουδάνε, να μαλώνουνε.
Να ’μουν παιδί.
Να ταξιδεύαμε πάλι όλοι μαζί.

Γιατί αν σε σκοτώσουν

Θα κλειδώσω την πόρτα να μη φύγεις.
Όχι για μένα. Όχι για να σ'έχω εγωιστικά. Κτητικά. Ολότελα δικό μου.
Ο κόσμος είναι κακός και σκοτώνει.
Όπως μπορεί σκοτώνει.
Με το όπλο. Ή με τη γλώσσα του.
Θα κλειδώσω την πόρτα να μη φύγεις.
Μείνε στην αγκαλιά μου.
Σσσ, ηρέμησε αγάπη μου.
Κανείς δεν θα σε σκοτώσει τώρα.
Θα κλειδώσω την πόρτα να μη φύγεις.
Γιατί αν σε σκοτώσουν, θα πεθάνω πρώτη.

Τάισέ με

Ξερνάω στο χαρτί τη θλίψη μου
σε σένα το συναίσθημά μου
έμεινα μισή, μέσα μου και εικόνα
τάισέ με τροφή και έρωτα.

Βιογραφικό σημείωμα

Η Ανθή Πάνου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη όπου και τελείωσε τις σπουδές της στη Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ. Συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στη Γλωσσολογία κι έχει εργαστεί ως μεταφράστρια κι ως εκπαιδευτικός στην Ιδιωτική και Δημόσια Εκπαίδευση. Το "Χωρίς εκπνοή" είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Οδός Πανός.