Δέκα ποιήματα της Άννας Βασιάδη

Δέκα ποιήματα της Άννας Βασιάδη

Σήμερα στη στήλη "Στα βαθιά" έχω προσκαλέσει την ποιήτρια Άννα Βασιάδη. Η καλεσμένη μου γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε Αγγλική και Ρουμάνικη Φιλολογία. Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Δημιουργική Γραφή κι είναι Υποψήφια Διδάκτωρ του Ε.Κ.Π.Α. Έχει εκδώσει μια ποιητική συλλογή, η οποία τιτλοφορείται " Τριάντα Τρία Αντι-κείμενα". Η ποίησή της είναι αφηγηματική, προσωποκεντρική, ενίοτε εξομολογητική. Ο λόγος της είναι φρέσκος,ζωντανός,άμεσος,με έντονη θεατρικότητα. Ο βηματισμός του είναι γοργός, δυναμικός. Η πένα της δημιουργού εμπνέεται από σκηνές της καθημερινότητας, από τον έρωτα, τις σχέσεις κι όλα τα ανθρώπινα. Θα δούμε δέκα διαλεχτά ποιήματα από την πρώτη της εκδοτική απόπειρα " Τριάντα Τρία Αντι-κείμενα"!

«Πες μου πώς τρως
και θα σου πω πώς ζωγραφίζεις»

Απ’ το λεπτό φλιτζάνι έκοψα το αυτί κι απ’ τα πιατάκια που σερβίρουν
το Mont Blanc, μάδησα τα γαλάζια ανθάκια. Έγλειψα σαν κακοήθης
τον πουρέ κάστανο και έπειτα με λερωμένα δάκτυλα έπιασα
το εύθραυστο ποτήρι. Το κόκκινο του κρασιού ενώθηκε με το κόκκινο
του λάρυγγα και τότε κατάλαβα ότι πρέπει να μπερδέψεις καφέ και κίτρινο και
λίγο μοβ. Στα σμέουρα αρέσει το πράσινο, στη βανίλια πηγαίνει το μαύρο και
το σκούρο κρέας τρώγεται ωμό. Πέταξα τα πινέλα στα σοκάκια της
Montmartre και άρχισα να χαϊδεύω μια όμορφη artiste. Της έβαλα στο στόμα
ένα κομμάτι χυλωμένη πάπια και απ' τα μάτια της πετάχτηκε
ο πρώτος μου καμβάς.

Ωραία και μόνη

Ελάχιστες θνητές μπορούσαν να ζητήσουν την τύχη της:
αδηφάγο σύζυγο κι άφοβο εραστή.
Ανάμεσα σε τόσους που τη ζήτησαν,
είδε στο βλέμμα του πατέρα της –και των Θεών– την ενοχή.
Διάλεξε τότε τον πιο άπληστο και του γέννησε όσα παιδιά
της ζήτησε.
Κι όταν η μοναξιά της πολλαπλασιάστηκε,
ο Δίας –σαν πατέρας– της χάρισε έναν δεύτερο εαυτό!
«Όσες πιο πολλές ζωές, τόση περισσότερη δόση αιχμαλωσίας» σκέφτηκε.
Το όνομά της τιμήθηκε με ιερότητα και λαμπρότητα
κι εκείνη παρέμενε όμορφη και άβουλη,
ώσπου πίστεψε ότι αν ερωτευτεί,
ίσως να μην νιώθει πια τόση πλήξη.
Αλλά, μάταια!
Εκείνος δεν είχε τίποτα ηρωικό πάνω του, πέρα από μια γεύση
φρούτου στα φιλιά του.
Έγινε παρατηρητής θυμάτων και θραυσμάτων, όσο φωτιές έκαιγαν ζωές
ανθρώπων για μια δεκαετία.
Αλλά,
κανένας πόλεμος δεν συγκινεί εκείνον που δεν έχει κάτι να χάσει.

Κι έτσι, με τον έναν ή άλλον τρόπο, επιστρέφεις πάντα στο χρυσό κλουβί σου
–εκείνο που με τόση μαεστρία φρόντισαν από μικρή να σε πείσουν ότι χωράς.
Εκεί μέσα,
τελικά,
ίσως μπορέσεις να καταλάβεις ότι
η ελευθερία είναι το μόνο αντίδοτο για τις πληγές σου.
Αφού νηστέψεις από τον έρωτα, τις αρπαγές, τα ξίφη, τις φλόγες, τις τραγωδίες,
τον χρυσό και τους Θεούς,
τότε μόνο,
μόνη,
θα είσαι για πάντα
ελεύθερη.

Οι αλυσίδες, Εκείνος κι Εκείνη

Ένα ήσυχο βράδυ,
όταν οι φωνές όλων είχαν σωπάσει,
εκείνος την έπιασε σφιχτά απ’ τους αγκώνες κι έπειτα πιο κάτω απ’ τους ώμους.
Κι εκείνη –χωρίς αντίσταση– του παρέδωσε τα μάτια, τα δάκτυλα και τα γόνατα,
όπως κάθε θύμα που γνωρίζει καλά τον απαγωγέα του.
Εκείνος πέρασε τα σκοινιά γύρω απ’ τους καρπούς της
κι εκείνη χαμογέλασε.
Έπειτα τύλιξε σιγά–σιγά τον λαιμό της φτιάχνοντας ένα περιλαίμιο
αξιοζήλευτο.
Κι όταν εκείνη δυσκολεύονταν να ανασάνει,
εκείνος σταμάτησε να την ταΐζει.
Και τότε έγινε μικροσκοπική.
Χωρούσε ανάμεσα στα δάχτυλα του δεξιού χεριού του
–τυλιγμένη.
Την έκρυβε στην τσέπη του παντελονιού του
και άλλοτε την κράταγε επιδεικτικά ανάμεσα στον δείκτη και τον αντίχειρα.
Κι όταν ένα μεσημέρι
με φως καυτό
μικρές σταγόνες ιδρώτα σχηματίστηκαν στο μέτωπό του,
εκείνη χώθηκε σε κάθε μια απ’ αυτές
και διασκορπίστηκε στον αέρα, στα ρούχα του και στο χώμα.
Έγινε εκατοντάδες μικρές εκείνες.
Εκείνος αναστατωμένος προσπάθησε να τις μαζέψει,
μα εκείνες –ολοστρόγγυλες– χόρευαν σαν το νερό που τρέχει να βρει τον
δρόμο του
χαράζοντας ρωγμές βαθιές.
Κι έπειτα εκείνος
φύσηξε
ένα χνώτο ζεστό, ανακατεμένο με ένα άρωμα γλυκόπικρο
και πετάχτηκαν απ' το στόμα του κι άλλες μικρές εκείνες
–σταγόνες φωλιασμένες κάτω απ’ τη γλώσσα του.
Κι όταν όλες εκείνες κατάλαβαν
ότι είχαν ελευθερωθεί,
σήκωσαν τα μάτια τους ψηλά
στον τιμωρό τους.
Εκείνος έγνεψε καθησυχαστικά.
Εκείνη τύλιξε με γύψο τα γόνατά της
και περπάτησε μακριά του.

Σε ρώτησα ποιος νίκησε,
απάντησες: ισοπαλία

σε 2’ θα πάει ακριβώς,
δεν θέλω να ακούσω τον μεταλλικό ήχο,
θα σημάνει τη λήξη,
πρέπει να κρίνω το αποτέλεσμα
πριν από σένα,
ίσως κερδίσω
την επόμενη φορά που θα επιτρέψω σε κάποιον
–σαν εσένα–
να με τραβήξει,
μα η λεκάνη μου είναι βαριά,
δεν το υπολόγισες,
δεν φτάνει να θυμάσαι πόσο δύναμη έχεις,
πρέπει να δώσεις στον αντίπαλο το πλεονέκτημα•

ισοπαλία
δεν υπάρχει.

Έντεκα

η μόνη εκδοχή της Ήττας που με αφορά, είναι η μικρή τελεία που βάζεις στα
ποιήματά σου/κι ενώ ξέρεις το μεγάλο τέλος, είναι ο ίδιος ο θάνατος των
λέξεων/αν τις ψάξεις μια–μια, θα μπορέσεις –ίσως– να κρύψεις την αλήθεια
/κανείς δεν την ομολογεί ποτέ άλλωστε/ποιος θέλει να ακούσει;/αρκεί να
παρατηρήσεις την ταχύτητα που μιλάω, όταν σκέφτομαι εκείνα που δεν
πρέπει/την άνιση παραδοχή της μισής ιστορίας/η άλλη μισή κρύβεται στα
σημεία στίξης/και στο ημερολόγιο που έκαψες/εκεί ήταν το αρχικό του
ονόματός μου σαν την Αρχή που δεν τελειώνει/γνωρίζοντας εκ των προτέρων
την απόσταση που έχει από τ’ άλλα γράμματα/επομένως η καλύτερη
συμβουλή που μπορώ να σου δώσω/φτιάξε μια νέα αλήθεια/άστη να ζήσει
στα σύμφωνα που επαναλαμβάνονται/τότε μόνο θα πεθάνεις ήσυχος

Χρονολογία

Απ' τη Δευτέρα έως την Τετάρτη
είναι όσο απ’ το καλοκαίρι μέχρι τα Χριστούγεννα
κι όσο απ' τις επτά μέχρι τις τρεις,
ενώ κοιμάσαι
ο χρόνος δεν αλλάζει
σαν τον αέρα,
όμως εσύ
έμαθες να μετράς
μόνο τη φθορά
απ’ την άνοιξη έως το φθινόπωρο
κι απ’ τα δέκατα έκτα γενέθλια μέχρι τα εξήντα
κι απ’ τις δώδεκα μέχρι το πρωί
κουράστηκες να ξημερώνεις
έναν ήλιο που πάντοτε θα ανατέλλει ,
τι κι αν εσύ
εξαντληθείς
να διαγράφεις γραμμή – γραμμή στον τοίχο
μια μέρα λιγότερη
από τι;
Πάλι νυχτώνει, πάλι βρέχει,
ούτε καινούριο ούτε παλιό,
όποια πραγματικότητα κι αν ανοίξεις,
μέσα βρίσκεσαι παγιδευμένος,
μετράς χωρίς λογαριασμό
μια μέρα και μια ώρα,
μια διάρκεια,
χωρίς τέλος,
χωρίς αρχή

Ο καναπές

Στην περίοπτη θέση του
για χρόνια αμετακίνητος
στέκεται με πόδια αλύγιστα, φαγωμένα,
με κουμπιά βελούδινα σαν μάτια που με κοιτάζουν,
ενώ εγώ ματαιοπονώ
για μια αιωνιότητα
δική μου.
Αυτή η αντιπαθητική ικανότητα των αντι-κειμένων
να παραμένουν άθικτα στον χρόνο,
σου κλείνει το μάτι
κι όταν ακόμα η μνήμη παύει να υπάρχει.
Το αποτύπωμά του δεν λέει να σβήσει
απ' το βαθουλωμένο μαξιλάρι.
Μια ακόμα οδυνηρή ζάρα να ομολογεί πως εκείνος έφυγε
και το ασήμαντο έχει κρατήσει ό,τι τον θυμίζει.

Άτιτλο

Μην ανάψεις το φως,
κάτσε στο ίδιο κρεβάτι
να είσαι ο δικός μου ξένος
κι ας με φοβάσαι,
υπάρχω
μυημένη
στο ίδιο μυστικό,
έχω την ίδια αντοχή στην απουσία,
κάθε στόμα που αφήνεις
εγκαταλείπεις κομμάτι από σένα,
μείνε ακίνητος
μήπως προλάβω να κλέψω το λευκό σου πουκάμισο,
μου χωράει καλύτερα από την αγκαλιά σου,
άλλαξα ήδη τις προηγούμενες που θα αγαπούσες για πάντα,
δώσε μου αυτή τη νύχτα
κι ας ανήκεις
σε κάθε καινούριο πρωινό•
αν με ψάξεις,
δεν θα είναι από την ίδια τύχη.

ενηλικίωση

Το πρόβλημα ήταν
οι δοκιμασμένες συνταγές,
σε πέταξε στη θάλασσα
από την άκρη μιας εξέδρας
–χωρίς προειδοποίηση–
δεν έβγαινες στην επιφάνεια,
βούτηξε για να σε βγάλει,
αλλά είχες ήδη χάσει την εμπιστοσύνη στο νερό
και σε κείνον
να σε θεωρεί
όμοια
κι έτσι έμαθες να μη διψάς,
αλλά
έπρεπε
να αντέξεις
τη μεταμόρφωση
σκηνή–σκηνή
ενός εντόμου
που θα αργούσε τελικά να πετάξει το κουκούλι
–δεν έβλεπε κανείς–
άρα η παιδική σου ηλικία
παραμένει χρεωμένη
–μετά–
ξαπλωμένη σ’ έναν άλλο βυθό
είδες
στη σκιά των ματιών του
τη σωτηρία σου
και τότε κατάφερες να
μην σφίγγεις ώμους και γόνατα,
όταν εκείνος πλήρωνε το τίμημα της δικής του ακαμψίας.
Αν μπορούσες να διαλέξεις πατέρα,
θα ήταν πάλι εκείνος;

Αυλαία

Έχεις δίκιο, είναι πολύ αργά.
Θα φύγω.
Θα φορέσω το δικό σου παλτό.
Κάνει κρύο απόψε.
Τι ώρα ήταν όταν σε αγάπησα;
Το ρολόι έκανε σημάδι στον καρπό μου.
Πήρα τους στρατιώτες αλλά σου άφησα τους πύργους.
Έχει φαγητό στο ψυγείο.
Αν το ζεστάνεις, θα είναι το ίδιο νόστιμο.
Πόσες φορές με απάτησες;
Όλες τις φορές έλειπα.
Θα πετάξεις τα δώρα μου;
Μην κρατήσεις κανένα.
Θα φορέσω τα κόκκινα παπούτσια.
Ταιριάζουν με το πρόσωπό μου.
Να κοιμηθείς στη δική μου πλευρά.
Έχω αφήσει μέσα στο συρτάρι καπνό και σπίρτα.
Μη ξεχάσεις να σβήσεις τα φώτα.

Σύντομο Βιογραφικό

Η Άννα Βασιάδη γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Έχει σπουδάσει Αγγλική και Ρουμάνικη Φιλολογία. Έχει μεταπτυχιακό στη Δημιουργική Γραφή και είναι Υποψήφια Διδάκτωρ του Ε.Κ.Π.Α. Η πρώτη της ποιητική συλλογή Τριάντα Τρία Αντι-κείμενα, κυκλοφορεί απ’ τις «Εκδόσεις συρτάρι».

Βρείτε την ποιητική συλλογή της Άννας Βασιάδη "Τριάντα Τρία Αντι-κείμενα" στον παρακάτω σύνδεσμο:
https://www.syrtari.com

 

Έννεπε Μούσα

Έννεπε Μούσα!
Για τους εραστές της ποίησης και της στιχουργικής!
Για προβολή γνωστών κι άγνωστων δημιουργών!
Για επικοινωνία μέσα από έργα αγαπημένα!
Έννεπε Μούσα!
Με όχημα την πένα, το ταξίδι, τ’ όνειρο!!!

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ

Η  αναδημοσίευση του περιεχομένου του παρόντος διαδικτυακού ιστότοπου ΕΝΝΕΠΕ ΜΟΥΣΑ επιτρέπεται ΜΟΝΟ με την παράθεση πηγής και ενεργού συνδέσμου (link).

  

Τα Cookies βελτιώνουν την απόδοση της σελίδας μας. Δεν αποθηκεύουμε προσωπικές σας πληροφορίες. Μας επιτρέπετε να τα χρησιμοποιούμε;