Έντεκα ποιήματα του Μιχάλη Ανεζίρη

Έντεκα ποιήματα του Μιχάλη Ανεζίρη

Σήμερα στη στήλη "Στα βαθιά" έχω προσκαλέσει τον ποιητή Μιχάλη Ανεζίρη από τη Χίο. Ο καλεσμένος μου έχει σπουδάσει Κλασική Φιλολογία και θέατρο. Έχει εργαστεί ως ηθοποιός και βοηθός σκηνοθέτη στο παρελθόν, ενώ τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια εργάζεται ως καθηγητής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Έχει αρθρογραφήσει στον ηλεκτρονικό τύπο. Είναι μέλος της τοπικής ποιητικής ομάδας Σείστρο, όπου δραστηριοποιείται στην έκδοση του ομώνυμου περιοδικού. Συνέγραψε ένα θεατρικό έργο που παρουσιάστηκε υπό μορφή αναλογίου. Έχει εκδώσει μια ποιητική συλλογή, που τιτλοφορείται "Το Αλφαβητάρι μιας εποχής". Η ποίησή του είναι αφηγηματική, ρεαλιστική, κοινωνική, στοχαστική. Ο λόγος του είναι πληθωρικός, σύνθετος, αιχμηρός, καταγγελτικός. Συχνά εμπνέεται από τη μυθολογία και την ιστορία, ανιχνεύοντας συνδετικούς κρίκους με τη σημερινή πραγματικότητα. Η θαρραλέα πένα του μιλά για τα αγκάθια του καιρού μας. Θα δούμε έντεκα πολύ ξεχωριστά ποιήματά του!

ΜΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΣΤΑ ΑΖΗΤΗΤΑ

Όταν με μέτρο κάλπικο και σκάρτο
λογιάζεις του Χρέους σου την πληρωμή απέναντί της
και την ξεφορτώνεσαι βιαστικά, σαν κλέφτης,
στην πρώτη Νάξο που βρέθηκε στο διάβα σου
- όχι όποιαν κι όποιαν, στο θυμίζω….
αυτήν που σε ξελάσπωσε στα ζόρικα, βαφτίζοντάς σε «δαμαστή των λαβυρίνθων»
και «σωτήρα της πατρίδας σου», άνδρα περιλάλητο,
και με κουβάρι ταπεινό έχτισε
το θρίαμβο απέναντι στο Κτήνος που Εσύ καρπώθηκες –
τότε μην απορείς αν μαύρα πανιά και πατεράδες ποντισμένοι
την πόρτα σου χτυπούν με την επιστροφή σου
ούτε αν αυτή που ξεδιάντροπα έβαλες στη θέση της
πίσω απ’ τον γιο σου τρέχει, αλλοπαρμένη, παραδομένη σε Αφροδίτες βέβηλες…
Ας σε υμνούν σαν ήρωα οι άλλοι, τις δόξες και τιμές της γης ας έχεις όλες!
Εσύ μέσα σου βαθιά το ξέρεις ότι,
με τέτοιο πούλημα φτηνό,
φτυστός με το Μινώταυρο έγινες,
κι ότι το κουβαράκι εκείνο το μικρό
που φάρος φωτεινός τότε σου στάθηκε
ποτέ του δεν κατάφερε να ξετυλίξει
το μέσα σου σκοτάδι…

Δέκα ποιήματα από την ποιητική συλλογή "Το Αλφαβητάρι μιας εποχής"

Ζ. ΑΠΡΟΣΜΕΝΟΣ ΣΜΙΚΡΥΝΣΙΣ

«Ζούσαμε πάνω από τις δυνατότητές μας»,
μας ψελλίζουν τώρα κάτι χάρτινα ανθρωπάρια
σ’ όλες τις πένθιμες συγχορδίες
ενός παράφωνου πεντάγραμμου.
Φως φανάρι πως εννοούσαν
ότι διήγαμε βίον Υπερανθρώπου,
βγαλμένοι απ’ τις πιο υγρές φαντασιώσεις
του Φρειδερίκου Νίτσε...

Μα ποιος –Γαμώ τ’ Ανάθεμά του!–
πήρε τις δυνατότητες μιας ανθρώπινης ζωής
και τις έκανε κελί στο Παλαμήδι
να μη χωράς ν’ ακουμπήσεις την καρδιά σου,
ευτελές πτυσσόμενο έπιπλο
που το ανοιγοκλείνει κατά τας βουλάς του,
στενωπό θανάτου ανάμεσα σε Συμπληγάδες πέτρες,
ασκό του Αιόλου όπου στριμώχνονται χίλιοι ανέμοι;
Ποιος ξεδιάντροπος μέτρησε τις δυνατότητες για μας
τις κοστολόγησε με την ίντσα
τις έκανε πήχη ηλεκτροφόρο
για να σερνόμαστε από κάτω του στα τέσσερα;
Ποιος έκρυψε τον ουρανό μας με ψευδοροφή από τσίγκο;
Πότε εκχωρήσαμε τα κλειδιά μας στα χάρτινα ανθρωπάρια;
Πότε, πότε την πάθαμε τη ζημιά;

«Σε νεότερο έκτακτο ανακοινωθέν,
η κυβέρνησις εγκαινίασε επιτέλους
το από καιρού αναμενόμενο και πολυδάπανο έργο
του Φράγματος των ανθρωπίνων δυνατοτήτων,
με ζητούμενο την εκτροπή τους
προς επιθυμητάς για το δημόσιο όφελος κατευθύνσεις.»

Θ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΚΤΗΤΕΣ

Κι όταν σε ζώσουν ολόγυρα, για να σου στριγγλίσουν
αυτό που από καιρό περίμενες και φοβόσουνα
–«ήρθε η ώρα να θυσιαστείς κι εσύ για το Αργίτικο το γένος»–
αυτοί που σε θυσίασαν
προτού προλάβεις μια συλλαβή να ψελλίσεις,
που στην πρώτη τη στραβή σε πέταξαν
σαν το σκυλί στ’ αμπέλι να ψοφήσεις
σε μια Λήμνο, μια τρύπα του χάρτη,
γιατί τους έγινες βάρος, απόμαχος και βετεράνος,
μη χαμπαριάσεις απ’ τα λόγια τα φανταχτερά
–«εμείς τιμούμε τους απόμαχους, ήρθε η ώρα να δοξαστείς»–
που σου πετάνε μες στα μούτρα αυτοί που σε παρόπλισαν οι ίδιοι,
μη σε τουμπάρει κανένας Οδυσσέας με ρητορείες γεμάτες βλέννες,
μύξες και σάλια –«χωρίς εσένα δε θα πάρουμε την Τροία»–
ναι, να μείνεις κάστρο άπαρτο ακόμα και γι’ αυτόν
που του ’μελλε να φέρει βόλτα Σκύλλες και Λαιστρυγόνες
και Κύκλωπες – με τα τέρατα ας κάνει ό,τι θέλει,
το θέμα είναι ότι ΕΣΥ δεν είσαι τέρας,
λογίζεσαι μέσα σου ακόμα άνθρωπος...
Σκέψου πως αυτοί που σε παρακαλούν γονυπετείς,
γιατί χρειάζονται μόνο αυτό που μπορούν να κερδίσουν από σένα
κι όχι ΕΣΕΝΑ βέβαια
–το θυμάσαι καλά αυτό,
δεν μπορείς να μην το θυμάσαι,
το πλήρωσες με τη ζωή σου–
αυτοί που στη δική σου Ανάγκη και Ικεσία
έστρεψαν την πλάτη τους
και συνέχισαν με πέτρινο βλέμμα
τη «θεάρεστη εκστρατεία για την τιμή του έθνους»
δεν ντράπηκαν ν’ αγγίξουν την έσχατη ξεφτίλα
και να γυρίσουν πίσω να σε παρακαλάνε,
με μόνο στόχο να σ’ την ξαναφέρουν
για λίγα ψωροβέλη κι ένα ρημάδι τόξο,
εν ονόματι του «κοινού συμφέροντος»!

Κι αν ακόμα «υπέρτεραι θεϊκαί δυνάμεις» και Ηρακλείς
κι όλα τα στοιχεία της φύσεως αναγκάσουν το σώμα σου
να τους ακολουθήσει, επειδή δεν μπορεί να κάνει αλλιώς,
βάστα το μυαλό σου αμόλυντο απ’ τη λάσπη τους...

Κι όταν διεκπεραιώσουν επιτέλους
τις «βαρυσήμαντες υποθέσεις τους»
με τα δικά σου δώρα,
εσύ πάρε τα λίγα βέλη
που κρυφά τα καταχώνιασες,
προσμένοντας εδώ και χρόνια
την πιο μεγάλη σου ώρα,
ζήτα τους να σε αντικρίσουν κατάματα
–αν βρουν τα κότσια, έστω και για μια φορά–
κι ως δεινός τοξότης
δώσε στο έργο της ζωής σου
το φινάλε που του πρέπει.

Έτσι γυρνά πάντα ο τροχός...

Έτσι αποδίδεται Δικαιοσύνη...

Λ. ΨΥΧΟΓΡΑΦΗΜΑ ΤΩΝ ΔΕΙΝΟΣΑΥΡΩΝ

Πολύ έχουν αγανακτήσει πια οι εμπνευσμένοι μάνατζερ
και πεφωτισμένοι μύστες του μαθήματος
που προάγει τη δράση και την αποδοτικότητα
στο πολυεθνικό Εκπαιδευτήριο
«ΕΛΙΞΗΡΙΟΝ ΤΗΣ ΕΠΙΤΥΧΟΥΣ ΖΩΗΣ»
με μερικές υπάρξεις της παλαιολιθικής συνομοταξίας,
κάποιους που παριστάνουν –εσκεμμένα, το δίχως άλλο–
τους ανεπίδεκτους μαθήσεως,
κι επιμένουν να περιφέρουν το σαρκίο τους
σαν κάτι σαραβαλιασμένα Ζάσταβα
στις λεωφόρους που ασφαλτοστρώθηκαν
για τις Πόρσε και τις Μαζεράτι.

Πλήρως ανίκανοι ν’ αφομοιώσουν
τις ειδικές διδακτικές οδηγίες
που περιέχονται προπάντων στο υποκεφάλαιο
«περί συντηρήσεως της νεότητας»:
πώς να την φυλάξεις σε άλμη,
σε ποιους βαθμούς οφείλεις να την ψύξεις,
σε ποιες υστερίες υποχρεούσαι να ενδώσεις,
με ποιες βιομηχανίες «εξάπλωσης του προϊόντος» να συνταχθείς.

Τούτοι είναι φτυστοί δεινόσαυροι απολιθωμένοι,
κουμπούρες που γίνονται περίγελως
της τάξης των καλοκουρδισμένων συμμαθητών τους.
Ούτε ανάγνωση δεν φρόντισαν να μάθουν καλά-καλά, οι δόλιοι.
Όταν τους παραδίδεται με την πλέον δέουσα προσοχή
το προαναφερθέν υποκεφάλαιο 37, κάθετος 2β,
αυτοί διαβάζουν: «πώς να ταριχεύσεις το κουφάρι της νεότητος».
Επιμένουν μάλιστα να ψελλίζουν ασυναρτησίας τινάς
«περί της αναγκαιότητος της ωριμάνσεως
και της συμφιλιώσεως με τον χρόνον».
Και θεωρούν πως με κάτι τέτοια ελεεινά σκονάκια του χειρίστου είδους
υπάρχει περίπτωση να περάσουν το μάθημα
στον αιώνα τον άπαντα.

Κακό δικό τους, οι ανόητοι...

Είναι γνωστό τοις πάσι το τέλος που τους περιμένει...

Θα κυκλοφορούν ομιλούντες αλαμπουρνέζικα
μέσα σ’ έναν κόσμο που θα παίζει την εγγλέζικη στα δάχτυλα,
ματαίως γυρεύοντας ώτα ευερέθιστα
στην ακατάληπτη ντοπιολαλιά τους.
Θα μάθουν να αντιμετωπίζουν κι οι ίδιοι τον εαυτό τους
ως λίθινο ξόανο της νήσου του Πάσχα.
«Είναι κι αυτό μια μορφή αντίστασης»,
θα ψιθυρίζουν ενίοτε γεμάτοι αφέλεια
σε κάποιες ελάχιστες φωταψίες ανάτασης,
όταν προς στιγμήν θ’ αυταπατώνται
πως ανακάλυψαν στις ερημιές
κάποιο από τα τελευταία κοιτάσματα
ενός δυσεύρετου μετάλλου που λέγεται «κουράγιο».
Κι έτσι κι αλλιώς, για να τελειώνουμε με την περίπτωσή τους,
(υπάρχουν και σοβαρές δουλειές να κάνουμε...)
τέτοιες εκλάμψεις θα συνιστούν οπωσδήποτε εξαίρεση
σ’ έναν αδυσώπητο κανόνα, που παραλαμβάνει
την αυταρέσκως επονομαζόμενη «ωριμότητα» των δεινοσαύρων τούτων
και με ταχύτητα μεγαλύτερη κι απ’ αυτήν του φωτός
την μεταστοιχειώνει σε σήψιν αμετάκλητον,
προτού προλάβουν να πάρουν χαμπάρι οτιδήποτε.

Ας πρόσεχαν την ώρα της παράδοσης...

Μ. ΔΙΑ-ΔΙΚΤΥΩΣΗ ΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ

Επιτέλους, να ειπωθούν τα πράγματα με τ’ όνομά τους!
Νουνεχέστατα έπραξαν όσοι διατίμησαν την Αγάπη ως εμπόρευμα
κι όρισαν ως άρμοζε τους κανόνες τής κυκλοφορίας της:
να την αγοράζεις ως ένθετο εφημερίδας
να την πουλάς στις δημοπρασίες οίκων
για κάτι λιγότερο απ’ τα τιμαλφή σου
– λιγότερο βέβαια, μην τρελαθούμε κιόλας...
Να την πληκτρολογείς κάνοντας chat σε μια οθόνη
να δρασκελάς ασθμαίνοντας και καταϊδρωμένος
πίσω από τα «likes» και τα «friends»
κι όσους σε «ακολουθούν»,
όμοιοι με στρατιές ψηφιακών προβάτων.
Να ομνύεις στη «διαφάνεια των αισθημάτων»,
διότι, ως γνωστόν, ουδέν κρυπτόν υπό την ηλεκτρονικήν διαύγειαν,
που σύντομα θα βαφτιστεί ως ο καινούργιος ήλιος του Γαλαξία μας.
Να ξερνάς τα Μυστικά σου όπως ξεβράζονται στην ακτή οι φώκιες
που τις πετσόκοψαν δίχως έλεος νορβηγικά αλιευτικά.
Να ομοιάζεις με «κύμβαλον αλαλάζον»,
απογυμνωμένο απ’ τα μαγικά μυστήρια και τα μικρά ψέματα,
και γι’ αυτό ακριβώς κίβδηλο
σαν την κάλπικη λίρα του παλιού σινεμά.
Να εντάσσεσαι προθύμως στη χορεία των στιχουργών
της διαδικτυακής κραυγής και του ψηφιακού συναισθήματος,
που τολμούν να νιώθουν μόνο κατόπιν εντολής,
υποταγμένοι ωσάν Σκύθες δούλοι
μπροστά στην αμείλικτη διαταγή
της κυβερνο-πασαρέλας:

«Εμπρός λοιπόν, φανέρωσέ μας
τη high-tech τρυφερότητά σου!»

Ν. ΕΠΙΒΕΒΛΗΜΕΝΗ ΑΝΑΔΕΙΞΗ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΩΝ

«Επιτακτική είναι πλέον η ανάγκη για την προσαρμογή μας στις απαιτήσεις των καιρών. Επιβάλλεται η άμεσος ένταξίς μας εις την διακρατικήν ένωσιν υπό την σκέπην του μεγάλου ηγεμόνος. Η υποταγή μας στις απαιτήσεις του Φιλίππου θ’ αφήσει το κεφάλι μας στη θέση του και θα μας φέρει ημέρες ευημερίας και αναπτύξεως. Και τι θέλει, τελοσπάντων, τούτος ο τσεβδός ο Δημοσθένης, αυτός που ούτε να μιλήσει καλά-καλά δεν μπορούσε, κι έφτασε να μας παριστάνει τον μεγάλο τιμητή; Πείσματα και ξεροκεφαλιές σαν τα δικά του μόνο στον όλεθρο μπορούνε να μας στείλουν. Είναι εντελώς απαραίτητο ν’ απομονωθεί και να εξουδετερωθεί αμέσως! Όχι τίποτε άλλο, να τιμωρηθεί παραδειγματικά και το θράσος του, που μας παριστάνει ως ενδοτικούς και προδότες, ότι εκχωρούμε δήθεν εθνικές αυτονομίες και κυριαρχίες, κι άλλα παρόμοια ανερμάτιστα...»
Κάτι τέτοια ψιθύριζαν μεταξύ τους οι Αισχίνηδες, οι Δημάδηδες κι οι Φιλοκράτηδες της εποχής, μαζί με τους πολυάριθμους οπαδούς τους, κι έσπευδαν μετά σε πολύωρες και μαχητικές διαπραγματεύσεις με τον Φίλιππο.

Κι έφυγε ο Φίλιππος από τη μέση...

Κι ήρθε ο Αλέξανδρος...

Κι εξηγέρθησαν πρώτοι οι Θηβαίοι
–οι άμυαλοι, που γύρευαν ανεξαρτησίες από τυράννους–
μόλις πίστεψαν κάποιους εγκάθετους
που διέδιδαν τα περί «βεβαίου θανάτου του».

Κι επέπεσε ο Αλέξανδρος σαν κεραυνός...

Κι έγινε η Θήβα Έρημη Χώρα – μόνο που έλειπε ο Έλιοτ της εποχής να την απαθανατίσει.
Έξι χιλιάδες σφαγιάστηκαν, τριάντα χιλιάδες κάθε φύλου και ηλικίας πουλήθηκαν ως σκλάβοι...
ερειπιώνας καπνιστός η πόλη που λίγα χρόνια πριν είχε ηγεμονεύσει στην Ελλάδα.

Δέος και σιγή ιχθύος στην Αθήνα...
μέχρι που άρχισαν οι φιλομακεδόνες προξενητάδες καινούργιο τροπάρι:
«Ναι, αλλά άφησε απείραχτη την οικία του ποιητή Πινδάρου... οποία ευαισθησία!»
Πράγματι, μόνο μέσα σε ολόκληρη πόλη έχασκε ακόμη όρθιο
το σπίτι του αιώνιου υμνητή βασιλέων και θεών.
Τη μεγαλοψυχία και το φίνο καλλιτεχνικό γούστο τού ασύγκριτου πολέμαρχου
δεν παρέλειψαν να μας διασώσουν κι οι μελλοντικοί ιστορικοί.
Και δικαίως, δικαιότατα...

Ποιος άλλωστε μπορεί να ξεχάσει
ότι σε χρόνους κοντινούς, ζοφερούς κι αμετάκλητα περασμένους,
λίγο πριν από τους δικούς μας ένδοξους,
Νεογότθοι αξιωματούχοι του Τρίτου Αλεμανικού Βασιλείου
συγκινούνταν αφάνταστα
στο άκουσμα ενός Μπετόβεν ή ενός Σούμπερτ,
λίγο πριν καταπιαστούν με τη διευθέτηση
τεχνικών ζητημάτων διαδικαστικής φύσεως
όπως οι φούρνοι κι οι θάλαμοι αερίων;

Όλα κι όλα... τα σημαντικά να λέγονται!

Π. ΤΟ ΞΕΣΠΑΣΜΑ ΕΝΟΣ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟΥ

«...Κι όχι ότι γράφω τούτες τις γραμμές, επειδή διεκδικώ κάναν ανδριάντα ή κάνα στεφάνι ηρωισμού. Κι ούτε πρόκειται να δώσουν προσοχή, έτσι κι αλλιώς, αυτοί που όλα τα μάθαν κι όλα τα ξέρουν από τότε που γεννήθηκαν. Αλλά νά, κάθομαι κι εκτονώνομαι εδώ πέρα σαν από ανάγκη να καθαρίσω το κάδρο με το πορτραίτο μου, αυτό που το λέρωσαν και τ’ αποπάτησαν τόσο, που Πρόσωπο πια δεν φαίνεται. Δεν το βαστά κανείς εύκολα, όταν περιχύνεται τ’ όνομά του με τόνους λάσπης, επειδή ήταν ο Ένας που κεφάλι δεν έσκυψε. Κι είναι ακόμη πιο εξευτελιστική η καταδίκη, ασήκωτη σαν τον ουρανό πάνω απ’ το κεφάλι του Άτλαντα, όταν την υπογράφει ο Μέγιστος των Μεγίστων, που –ελαφρά τη καρδία– με παρέδωσε στις γενιές που θα ’ρθουν ως Αίσχιστο των Αισχίστων! Πλην, ποιος είπε ποτέ ότι η ποιητική μεγαλοσύνη στερείται ταξικής μεροληψίας, ιδίως όταν εξαναγκάζεται να βιοπορίζεται από τα τραπέζια και τα γλέντια των Μεγάλων;

...Ναι, το στόμα μου δεν ήξερα να το κρατώ κλειστό. Από πολλά βάσανα και μπελάδες θα ’χα γλιτώσει, αλλά το δέρμα που κουβαλάς δεν μπορείς να το αλλάξεις! Και πώς να το βουλώσεις δηλαδή, όταν εκείνος ο Χυδαίος που μας έλαχε γι’ αρχηγός –με κριτήριο αξιοκρατικό τη γέννησή του από όρχεις βασιλικούς– είπε να παίξει με τα νεύρα και τον πόνο μας και το θεώρησε παιχνιδάκι νόστιμο να μας πουλήσει κι άλλο παραμύθι, ότι τάχα γυρνάμε στην πατρίδα μας; Δεν του ’φτανε, βλέπεις, όλος ο σανός που μας τάιζαν τόσα χρόνια κι αυτός κι ο αδερφός του κι οι όμοιοί τους, ότι δίνουμε τον αγώνα τον μέγιστο σε κάτι Τροίες στου διαόλου τον κώλο, στερημένοι από γυναίκες, παιδιά, σπίτια και πατρίδες για τον ιερό σκοπό της ιδιοκτησίας ενός Αιδοίου, ενώ ξεπουλούσαμε τις ζωές μας όπως ο γύφτος την πραμάτεια του στο παζάρι για την αύξηση της δικής τους ιδιοκτησίας! Όλα κι όλα, έπρεπε να διασκεδάσει και μαζί μας, να του χορεύουμε και στο ένα πόδι γρυλλίζοντας από έκσταση για τον δικό τους πόλεμο.

Δεν άντεξα φυσικά να σιωπήσω... του τα ’σουρα για τα καλά τού Παρτάκια και Μοναχοφάη, που μας φοβέριζε με το σκήπτρο που του δώσανε ως βύσμα. Δεν ξέρω ποιον από τους δυο μας θεωρείς εσύ θρασύ –τον Αγαμέμνονα ή εμένα– αναγνώστη μου και μοναδικέ μου δικαστή, τώρα που τα ιδανικά βάλανε τη φορεσιά τους ανάποδα κι οι αξίες χάσανε το χρώμα τους κι απόμειναν με τη χλομάδα του νεκρού...

Αλλά νά, έχω να πω και μερικά ακόμα, για να καθαρίσω εκείνο το ρημάδι το κάδρο που λέγαμε... Κοτζάμ Αχιλλέας κι Οδυσσέας, που μπόραγαν όποτε θέλουν να με κάνουν μια χαψιά, δεν τολμούσαν να μ’ αγγίξουν, κι ας με μισούσαν, κι ας το ’χε ο κόσμος τούμπανο πως τους δούλευα μέσα σ’ όλο το στρατόπεδο, πως δεν τους άφηνα σε χλωρό κλαρί, εγώ, ο υποτιθέμενος δειλός... Και πώς να τολμούσαν, άλλωστε; Όταν μιλούσα εγώ, χιλιάδες στόματα μιλούσαν. Όταν ακουγόταν η φωνή μου, χιλιάδες φωνές έβρισκαν ζωή, σαν το δεντράκι το απότιστο κι αφρόντιστο, που βρήκαν λίγο νερό οι ρίζες του να ξεγελάσουνε τη δίψα τους. Και τυχαίος δεν είναι ποτέ αυτός που δίνει φωνή στις μάζες τις ανώνυμες, τις παραπεταμένες σε μια γωνιά από τ’ αδυσώπητα κιτάπια της Ιστορίας. Άρθρωνα τις λέξεις που ήθελαν να πουν –μα δεν τολμούσαν– χιλιάδες κακομοίρηδες, ανώνυμοι, περιφρονημένοι, τελευταίοι τροχοί της αμάξης, όλοι όσοι τους θέλαν οι τρανοί μόνο για να καθαρίζουν την μπουγάδα και τους έβριζαν κι από πάνω ως άχρηστους σε πόλεμο και ειρήνη, ως ένα σωρό από κρέας δίχως σημασία καμιά. Τον πόλεμό τους, όμως, δίχως εμάς δεν τόλμησαν ποτέ τους να τον κάνουν!

Και κάτι τελευταίο, αναγνώστη μου, για να μη σε σκοτίζω και πολύ με τον πόνο και το άχτι το δικό μου... Πισώπλατα, ναι, να το ξέρεις αυτό –οφείλεις να το ξέρεις– πισώπλατα με χτύπησε με το σκήπτρο το βαρύ, για να λουφάξω, ο μεγάλος ήρωας, ο χιλιοτραγουδισμένος Οδυσσέας με τα κόλπα τ’ ατελείωτα, όταν θίχτηκε που του βρίσαμε τον ασύγκριτο ηγέτη. Αλλιώς, να σωπάσω δεν μπορούσε να με κάμει. Κι όσο για το πορτραίτο μου, που τόση ώρα πασχίζω να το πλύνω, αλλά οι λεκέδες και τα στίγματα χιλιετιών δεν φεύγουν με τίποτα από πάνω του, μια μικρή διόρθωση μόνο: όντως, ωραίο δεν θα μ’ έλεγε κανείς, κι ούτε και μ’ ενδιέφερε ποτέ μου. Μου φτάνει που ήμουνα στο τομάρι τους κεντρί αιώνιο, σαν την βοϊδόμυγα που δεν άφησε ήσυχη την Ιώ. Αλλά βαριά πολύ –και άδικη– μου κάθεται στο στομάχι η περιγραφή με την οποία με προίκισε ο μέγας Ποιητής. Ιδού πώς με απεικόνισε – αν έχετε τον Θεό σας: μπασμένο, καμπούρη, με ώμους κυρτούς, με κεφάλι μυτερό και τρίχες μαδημένες! Το τέρας της Σφιγγός αυτοπροσώπως μεγαλύτερης επιείκειας θα ετύγχανε...

Μόνο που η Ιστορία εκδικείται παράξενα, ενίοτε... Και το προφίλ που τόσο γενναιόδωρα μου φιλοτέχνησε ο αοιδός ο άφθαστος, για να με συνοδεύει ως σκιά βρομερή εις τους αιώνας των αιώνων, αργότερα μετά χαράς το φόρτωσε ως οδό σωτηρίας αναγκαία και στον αγαπημένο του ήρωα – το κατάλαβες δα, αυτόν που με βάρεσε από πίσω. Ως άθλιος και σιχαμερός ζητιάνος μπήκε ο Οδυσσέας στο ίδιο του το σπίτι... μία σου και μία μου, παλιομπαγάσα!»

Αυτά μπορεί να διαβάσει κανείς μέσες-άκρες, όπως τα αποκωδικοποίησαν παλαιογράφοι τρανοί, στο τελευταίο μεγάλο αρχαιολογικό εύρημα από τις πρόσφατες ανασκαφές πέριξ του Ιλίου – ήτοι, παπυρικό έγγραφο με αποσπάσματα του ημερολογίου ενός κάποιου Θερσίτη, σεσημασμένου αποβράσματος και ζωντανής ντροπής των Ελλήνων, όπως μας βεβαιώνει άλλωστε κι ολόκληρος Όμηρος...

Και πασχίζει εκεί μέσα ο αλιτήριος να δικαιολογήσει τ’ αδικαιολόγητα...

Πλην, δεν βρέθηκε κάποιος νουνεχής να του ψιθυρίσει
πως δεν μας περισσεύει χώρος για «αντιρρησίες συνειδήσεως»
εκεί όπου κι η Συνείδησις απαγορεύεται αυστηρώς!

Ρ. Η ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΑ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ

Παντελώς άχρησται, ου μην και ποταπαί,
αποδεικνύονται πλέον αι εγκυκλοπαιδικαί γνώσεις αιώνων
και αι μελέται των απανταχού μεγαλοσχημόνων γραφιάδων
ενώπιον της μιας φράσης των Καιρών
εις την οποίαν συμποσούται κι αποθησαυρίζεται
η διαχρονική ανθρώπινη Σοφία:

«Όλα συμβαίνουν για κάποιον λόγο. Τίποτα δεν γίνεται τυχαία!»

Ανυπερθέτως...

• Για κάποιον λόγο λιμοκτονούν παιδιά...
• Για κάποιον άλλο λόγο άλλα παιδιά ξεκοιλιάζονται από πυραύλους που «παρεξέκλιναν του στόχου».
• Για κάποιον τρίτο λόγο έτερα παιδιά προσφέρουν ερωτικάς υπηρεσίας σε παρείσακτους «πολιτισμένους»...
• Για κάποιον διαφορετικό λόγο μεταμορφώνονται σε τοπίο σεληνιακό χώρες ολόκληρες από έξυπνες –πανέξυπνες– βόμβες.
• Για κάποιον ακατονόμαστο λόγο ξεριζωμένοι τούτων των επάρατων χωρών προσφεύγουν για σωτηρία στους ανθρώπους του «ανωτέρου πολιτισμού» και τυγχάνουν μεταχειρίσεως αντίστοιχης των βοθρολυμάτων...
• Για κάποιον ανεξιχνίαστο λόγο διαγράφονται άλλες χώρες από τον χάρτη, κατόπιν επιταγών των οικονομικών Διευθυντηρίων – επιταγών με ισχύ απαράγραπτη κι εγκυρότητα μεγαλύτερη των δέκα εντολών του Μωϋσή...
• Για κάποιον μυστήριο λόγο τηρείται άκρα του τάφου σιωπή γύρω από φαινόμενα εξόχως ελάσσονα όπως οι αυτοκτονίες...
• Για κάποιον αδιανόητο λόγο συνταξιούχοι εντέλλονται σιωπηρώς να ψοφολογήσουν και να μη μας πιάνουν άλλο τον τόπο.
• Για κάποιον ασύλληπτο λόγο νέοι άνθρωποι –ων ουκ έστιν αριθμός– μεταναστεύουν, στερημένοι ανάσα, χρώμα, ουρανό, όνειρα...
• Για κάποιον παράλογο λόγο παρακολουθούμε όλα τα ατάκτως ερριμμένα προλεχθέντα –κι άλλα τόσα ομορφιάς εφάμιλλης– από τη βαθιά θαλπωρή της πολυθρόνας μας, με τη μακαριότητα Ινδού γιόγκι...

Διότι, όπου πίπτουν «λόγοι» γενικώς κι αορίστως,
ηττάται ο ανθρώπινος Λόγος μια κι έξω...

Και διότι έλξιν αφόρητον μας ασκεί ο Νάρκισσος,
καθόσον μακαρίως θεωρούμε
ότι οι ανάγκες του Εγώ μας
και της ευτελούς ζωής του
δύνανται να εξηγήσουν τον κόσμο όλο
– λες κι ορίζονται ποτέ οι Γίγαντες
με τα μέτρα των Νάνων...

Και διότι, εν κατακλείδι, παραμυθίαι ανάλογαι
για τα «χαρτοπαίγνια της Μοίρας στις πλάτες μας»
ευκόλως συγχέονται πλην ουδόλως μοιάζουν
με το ζωτικό Παραμύθι
που χρειάζεται κάθε Ύπαρξη για να ζήσει.
Τουναντίον, φωνάζουν την παραίτησή μας
απ’ όσα μας γονάτισαν,
απ’ όσα κουραστήκαμε να πολεμούμε,
διευρύνοντας το άνοιγμα της Κερκόπορτας
απ’ όπου περνούν ήδη
–με τάπητα κόκκινο στρωμένο στα πόδια τους–
οι επίδοξοι Κατακτηταί...

Σ. ΠΑΤΡΙΚΕΣ ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ

«...Και κοίτα προπαντός να μη θολώσουν την κρίση σου οι θιασώτες της εύκολης συγκίνησης, όσοι χύνουν δάκρυ ατελείωτο με την τσαχπινιά των αφρών της θάλασσας αλλά αφήνονται ασυγκίνητοι μπροστά στην άγρια σκοτεινιά των βυθών. Λέω για τούτους που τώρα με οικτίρουν και συμπάσχουν με το δράμα μου –ή, τουλάχιστον, έτσι διατείνονται– επειδή με κατέτρεξε μοίρα ανελέητη. Το ίδιο με βόλευε κι εμένα να πιστεύω, όταν με βρήκε το κακό και με γκρεμοτσάκισε – γιατί εύκολα δεν χωνεύονται από νου ανθρώπινο τα φοβερά που έζησα. Τώρα που έφτασα στο τέρμα όμως, ξυράφι που κόβει βαθιά η αλήθεια – και το βλέμμα μου δεν καταδέχομαι να το αποστρέψω απ’ τη θωριά της.

Και το ξυράφι τούτο υπογράφει με αίμα και δηλώνει πως όλα τα μηνύματα που σου στέλνουν, για να σου βαρέσουν καμπανάκι, οι Δίες κι οι Απόλλωνες κι οι Πυθίες της ζωής σου, είναι κρυφά σινιάλα για το πώς να φυλαχτείς απ’ τον χαρακτήρα σου. Αυτός η θεότητα κι ο δαίμονάς σου, αυτός η φυλακή κι η ελευθερία σου, αυτός η κατάρα κι η ευλογία σου. Άλλο τίποτε δεν έχει... μην ψάχνεις βαθυστόχαστα! Πλην, όταν στέλνουν τα σημάδια, ο άνθρωπος κρατά τ’ αυτιά του σφραγισμένα με βουλοκέρι, λες και περνούν από μπροστά του οι Σειρήνες...

Έτσι την πάτησα κι εγώ... καθότι τα μυστικά κλειδιά του βίου σου δεν σου προσφέρονται στο χέρι έτσι εύκολα, ωσάν γυνή εκδιδομένη – σου ζητάνε φορτικώς ταλέντα ζόρικα όπως η αποκωδικοποίηση, όχι η ανάγνωση-ξεπέτα πάνω απ’ τις γραμμές! Ήτοι, όταν σου κρούσει επιμόνως την πόρτα ταχυδρόμος έγκυρος και πιστοποιημένος και σ’ αφήσει μπιλιετάκι που προλέγει πως θα σκοτώσεις τον πατέρα σου και θα παντρευτείς τη μάνα σου, δεν τολμάς να μπλέξεις ποτέ σε φόνους ούτε να παντρευτείς γυναίκα που θα μπορούσε να σ’ έχει γεννήσει. Θωρακίζεσαι με πανοπλία γερή απ’ όλα τα ενδεχόμενα, απ’ όλες τις αδιανόητες προεκτάσεις αυτού που βαυκαλίζεσαι να ονομάζεις αλήθεια...

Τι δουλειά είχα, άραγε, να ξεπαστρέψω ηλικιωμένο άνθρωπο για ψύλλου πήδημα, σ’ έναν καταραμένο κοκκοροκαβγά για το ποιος θα περάσει πρώτος τον δρόμο, ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή; Τι δουλειά είχα να ενδώσω σε γάμο με γυναίκα που είχε τα διπλά μου χρόνια, για να μη χάσω τον θρόνο που χήρεψε και το κλέος του ευεργέτου που μου προσφέραν οι Θηβαίοι αφειδώς; Τι δουλειά είχα, τέλος, να ψάχνω με λύσσα την τσούλα την αλήθεια, να γυρεύω τα ρημάδια τα αίτια των πραγμάτων, όταν όφειλα να διαισθανθώ πως ουδέν νόημα υπάρχει στο να σκαλίζεις σαν αρουραίος ξεροκέφαλος νομοτέλειες που θα σε αφανίσουν;

Η μέθη του θριάμβου, βλέπεις... πιο άτιμη και πόρνη στιγμή δεν γεννήθηκε ποτέ για τ’ ανθρώπινα όντα. Εκεί μέσα η ρίζα η αδάμαστη της ύβρεως... το καταραμένο λεπτό που νομίζεις πως απέκτησες μπόι μεγαλύτερο απ’ τον Όλυμπο και δύναμη Εκατόγχειρα. Εκεί αφήνεις τα νώτα σου ακάλυπτα, εκεί σου γλιστρά η ταπεινότητα σαν νερό μέσα απ’ τα δάχτυλα, εκεί σε μια ανάσα μέσα σε παίρνει το ρέμα και σε κοπανάει στις ξέρες. Κι έπεσα μες στο φτηνό δόκανο κι εγώ, που όφειλα να ξέρω καλύτερα απ’ τον καθένα, γιατί δάμασα το θηρίο με την ιερή λέξη «ΑΝΘΡΩΠΟΣ», αλλά λησμόνησα πάνω στην έπαρσή μου πως ο άνθρωπος έχει τη δύναμη να νικήσει το θηρίο, όμως συντρίβεται σαν χταπόδι που το χτυπάς πάνω στον βράχο απ’ τις δικές του αδυναμίες. Τότε πίστευα, ο ΘΕΟΤΥΦΛΟΣ, πως μόνο απ’ το πρώτο σκέλος έχει το μενού της ζωής για μένα.

Αλλά να ξέρεις, δεν υπάρχει πιο δύσκολο, πιο τιτάνιο πράγμα απ’ αυτό, κόρη μου, να προστατέψεις τον εαυτό σου απ’ τις δικές του κακοτοπιές... αν το σκαρί του καραβιού σου ζητά Ηράκλειες στήλες και τσίτα τον αέρα στα πανιά, αγγίζει το Υπεράνθρωπο να περιοριστείς στου Αιγαίου τα μελτέμια – το εμποδίζει η απληστία της φύσης σου! Διψάς να το φτάσεις το καράβι στα όρια, δεν ευχαριστιέσαι με τίποτα λιγότερο. Μακάριες εκείνες οι γαλήνιες κι ολιγαρκείς φύσεις –είδος σπανιότερο απ’ όσο νομίζουμε– που ξέρουν ότι τους παίρνει μόνο για κοντινά ταξίδια κι ασφαλή... πιο ήσυχα θα ζήσουνε, πιο ήσυχα θα φτάσουνε στου βίου τους το τέρμα.

Τώρα που σου λέω το Αντίο το στερνό λοιπόν, κράτα αυτό μόνο ως τελευταία πατρική συμβουλή, κόρη μου ακριβή: φυλάξου από το Ήθος σου, όσο μπορείς, όσο ζόρικο κι αν ξέρω ότι είναι – ακόμη κι αν χρειαστεί να περάσεις όλη απ’ τη μύτη της βελόνας!»

Κάπως έτσι αποχαιρέτησε την αγαπημένη του κόρη Αντιγόνη, φιλιωμένος με τ’ ανήκουστα και μεστός απ’ την αιφνίδια ενόραση ο γέρος Οιδίποδας, με την ψυχή χορτάτη απ’ όλες τις κορυφές και τις αβύσσους μιας ανθρώπινης ζωής – δόξα και καταισχύνη, άνοδο και πτώση, μεγαλείο και ντροπή, φως και σκοτάδι, αλήθεια και πλάνη. Η σκηνή διημείφθη στο ιερό δάσος του Κολωνού, πριν περπατήσει μόνος του τον δρόμο τον στερνό – για εκεί απ’ όπου δεν επέστρεψε ποτέ κανείς.

Τη συνέχεια τη γνωρίζουμε όλοι...

Ματαίως πάσχισε να προλάβει το αναπόδραστο...

Φ. ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ ΤΗΣ ΕΝ ΜΑΡΑΘΩΝΙ ΜΑΧΗΣ, ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ: 
ΑΝΕΠΙΤΡΕΠΤΑΙ ΠΛΑΣΤΟΓΡΑΦΗΣΕΙΣ

Σκάνδαλον άνευ προηγουμένου και σάλος πρωτοφανής
έχουν ξεσπάσει από το άρτι αφιχθέν
και προβληθέν στας ελληνικάς αιθούσας
νέο Χολυγουνδιανόν έκτρωμα,
που παρωδεί σε κλίμακα δυσθεώρητη
τα των Ελλήνων καυχήματα
– και ειδικότερον, τα σχετιζόμενα
με τη θρυλική του Μαραθώνος μάχη.
Η δαιμονία τακτική της καθοσιώσεως,
επί τω προσχήματι «της ελευθερίας της Τέχνης»,
ήτο βεβαίως γνωστή
κι εκ προηγουμένων αντιστοίχων επών
της «αμερικανικής Μέκκας»,
που κατεπιάνοντο με την ελληνικήν μυθολογίαν
και της ήλλαζον τον αδόξαστον
– πλην όμως το ζήτημα έως τώρα εμπαλώνετο κάπως
και περνούσε στα ψιλά,
καθόσον ακριβώς επρόκειτο περί μυθοπλασιών.
Την φοράν ταύτην, όμως, το εν λόγω κρούσμα υπερέβη
κάθε όριον σεβασμού έναντι ιστορικώς διημειφθέντων,
τοσούτον ώστε προβλέπονται ασφαλώς ξεμπερδέματα κάκιστα!

Ως ρεμάλι κατάπτυστο σκιαγραφείται στην ταινία
ο ηρωικός αγγελιοφόρος Φειδιππίδης,
όστις προβάλλεται δωροδοκηθείς
εκ της φιλοπερσικής εν Αθήναις πτέρυγος,
της επενδύουσας στην ελληνική πανωλεθρία
και στην επάνοδο των Πεισιστρατιδών στην εξουσία.
Ούτος, λοιπόν, βάσει σχεδίου συμπεφωνημένου,
καταφθάνων στας υπωρείας της Αθήνας,
φωνασκεί επιμόνως «Ηττήμεθα!»,
αντί του ορθού ιστορικώς «Νενικήκαμεν!».

Διά του σατανικού τεχνάσματος,
οι «ιδανικοί κι ανάξιοι των Μήδων ερασταί»
προσδοκούν ότι θα κοπούν τα ήπατα των κατοίκων
και θα καμφθεί κάθε διάθεσις αντιστάσεώς τους,
ώστε να προκάμουν οι Πέρσαι, παρά την αρχικήν ήτταν,
να προβούν σε κίνηση κυκλωτική διά του στόλου
και να βρουν την Ακρόπολιν αφρούρητον.

Τω όντι, το κόλπο πιάνει:
όσοι υποστήριζαν την προοπτική τού υπέρ πάντων Αγώνος
καταπίπτουν σε σιγήν ιχθύος και κατάθλιψην βαρυτάτην.
Το έδαφος αφήνεται ελεύθερον σε όσους θεωρούσαν εξαρχής
την παράδοσιν γης και ύδατος στους Πέρσας ως «μονόδρομον».
Ικανότατοι στην κυβίστησιν αποδεικνύονται αίφνης και πολιτικοί ηγέτες
οίτινες, θορυβηθέντες προηγουμένως από το λαϊκόν αίσθημα
και φοβηθέντες μην τους στρογγυλοκαθίσει ως ίζημα πετρογενές
εις το διαυγές κούτελον η ρετσινιά του «ενδοτικού»,
ωρύοντο υπέρ του «ΌΧΙ στην παράδοσιν στας Περσικάς σιαγόνας»,
υποκινώντας προσέτι ανάλογον ψήφισμα στην Εκκλησίαν του Δήμου.

Τούτοι εξέρχονται τώρα στα τείχη της πόλεως,
για να προϋπαντήσουν τους θριαμβευτάς βαρβάρους,
ενώ δηλώνουν σε έκτακτον συνέλευσιν του δήμου:
«Πολεμήσαμε μέχρις εσχάτων,
κατεβάλαμε την μεγίστην προσπάθειαν,
αλλά το πεπρωμένον φυγείν αδύνατον!
Οφείλομεν να λάβομεν το επώδυνον
πλην αναγκαίον φάρμακον
της συνυπάρξεως μετά των Μήδων.»
Τοιουτοτρόπως υποκαθιστούν
–ρεαλιστικῷ και δεξιῷ τῷ τρόπῳ–
δηλώσεις παλαιοτέρας,
αίτινες διαλαλούσαν πως:
«Οι Δάτιδες κι οι Αρταφέρνηδες
συντόμως θα χορεύσουν σε ρυθμούς ελληνικούς!»

Αλλά αι διαστρεβλώσεις αι μιαραί της ιστορικής αληθείας,
προσμεμιγμέναι με αναχρονισμούς εξωφθάλμους,
δεν σταματούν εδώ.
Σύσσωμος σχεδόν ο...Τύπος της πόλεως (!)
–η «Ατθίς γη», αι «Κεκρόπειαι ειδήσεις», ο «Ερεχθείος κήρυξ»
κι άλλα έντυπα λίαν ευυπόληπτα–
προλαβαίνουν και κυκλοφορούν έκτακτες εκδόσεις
–«σαν έτοιμες από καιρό;»–
με τίτλους όπως:
«Τα λέγαμε εμείς!»
«Δεν δύνανται να τα βάλουν οι κοινοί θνητοί με τους Τιτάνας»,
κι έτερα συναφούς λογικής.
Μπορεί να φανταστεί ο παραζαλισμένος ήδη αναγνώστης
τα τραγελαφικά που έπονται,
όταν λίγες ώρες μετά, αντί των αναμενομένων Περσών,
καταφθάνουν στην πόλη, κατάκοποι αλλά περιχαρείς,
οι Έλληνες Μαραθωνομάχοι,
που σπεύδουν να προλάβουν
ενδεχόμενη νέα επίθεση των εχθρών προς την πόλη.

Το φινάλε το παραλείπομεν αυτοβούλως,
διά να μην αποκαλυφθεί προώρως
σε όσους διεστραμμένους θελήσουν να προσέλθουν στας προβολάς
– αν μπορέσουν αύται να διεξαχθούν ομαλώς.
Μια λεπτομέρεια μόνο:
Στην επακολουθήσασα δίκην του Φειδιππίδου ενώπιον της Ηλιαίας,
αντί της πτώσεως του πελέκεως της Θέμιδος,
πίπτει ο εναγόμενος για προδοσίαν εσχάτην
στα λίαν μαλακά!
Η ποινή είναι συμβολικόν πρόστιμον
από την «Αθηναϊκήν Ανεξάρτητον Αρχήν Εποπτεύσεως Αγγελιοφόρων».

Ερωτηθείς ο σκηνοθέτης του «αριστουργήματος»
διατί προέκρινε τοιαύτην εξέλιξιν αντί της ρεαλιστικοτέρας,
όπου θα εσωρεύοντο επί της κεφαλής του κατηγορουμένου
άπαντα τα υπάρχοντα δεινά της οικουμένης,
την αιτιολόγησε λέγοντας
ότι πλείστοι Ηλιασταί ένιωσαν το αίσθημα της Αιδούς
–ή, όπως θα το κατονόμαζε η Αυτού Ταπεινότης ο σύγχρονος δήμος,
«ρόμπα ξεκούμπωτη»–
καθότι απεκαλύφθησαν τα πραγματικά τους αισθήματα
έναντι του ενδεχομένου περσικής εισβολής.
Τοιουτοτρόπως, δίστασαν να στείλουν στον θάνατο
πρόσωπο που απλώς διεδραμάτισε τον ρόλο του κατόπτρου
ώστε να ξεσκεπαστούν,
θέτοντάς τους στο στόχαστρο της λαϊκής μήνιδος
πολύ πλέον του ιδίου

Λίαν αναμενόμενον ότι η ταινία,
λόγω της «ευρηματικής πλοκής»
και του «ευφάνταστου σεναρίου»,
έτυχε υποδοχής αποθεωτικής
και προσελεύσεως μαζικής
στην πεφωτισμένην Εσπερίαν,
όπου είθισται οι άνθρωποι να εκσπερματίζουν ένεκα ηδονής
μπροστά σε καθετί συναφές
με την λέξιν «ΑΠΟΔΟΜΗΣΙΣ».
Λίαν εύλογον, επίσης, ότι
το ελληνικό κοινό υπεδέχθη
στην επίσημη εγχώρια πρώτη
τους συντελεστάς του «κινηματογραφικού θαύματος»
με κάθε πρόχειρον ζαρζαβατικόν,
όπως ακριβώς περιποιείται ενίοτε,
επιδεικνύον το παγκοσμίως γνωστόν αίσθημα ελληνικής φιλοξενίας,
και τους πρωτοπόρους εκ Δυσμών σκηνοθέτας,
όταν βεβηλώνουν με προσεγγίσεις καινοτόμους
τα ιερά και τα όσια της περιουσίου ελληνικής φυλής
σε ναούς πανσέπτους ως η Επίδαυρος.

Ω. ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΕΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ, ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ:
ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΥ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥ

Απ’ όλα τα επαγγέλματα που προσμετρήθηκαν
στην ατέλειωτη Βίβλο
της ανθρώπινης δράσης κι εργασίας,
ένα απ’ τα πιο παραγνωρισμένα κι απαξιωμένα
–καθότι δεν ελκύει τις μάζες
σαν τα άσματα των Σειρήνων,
που τραγουδούν μελωδίες
περιέχουσες ανυπερθέτως
τα θέλγητρα των λέξεων «δόξα» και «χρήμα»–
είναι τούτο του δεινού παραμυθοποιού.
Προς αποκατάσταση, λοιπόν, αδικίας κατάφωρης
παραθέτουμε τα μυστικά του επαγγέλματος,
όπως μας τα εξομολογήθηκε
χαρισματικός τεχνίτης του είδους:

«... Για να Ζήσεις,
πρέπει να εξυπηρετήσεις δυο ανάγκες:
ν’ αναπνέεις οξυγόνο
και προπαντός να οικοδομήσεις το σωστό παραμύθι.
Και μη βιαστείς να χαμογελάσεις με τη σύγκριση,
ούτε να σου περάσει ποτέ απ’ το μυαλό
πως η δουλειά μας είναι κάτι απλό.
Πρόκειται για Τέχνη από τις άφταστες...
Είναι ταξίδι επίπονο σε Ιθάκες,
γεμάτο εμπόδια και πισωγυρίσματα.
Απαιτεί σεβασμό ιερατικό σε όλα τα στάδιά του,
σαν την παρασκευή ενός φαγητού μερακλίδικου,
που ξεχωρίζει απ’ τον σωρό.
Σημειωτέον, τα στάδια αυτά χρειάζονται
λεπτομερή ανάλυση και βασανιστική εκμάθηση
για να γίνεις κύριός τους
– αν ποτέ το καταφέρεις.

Σου τα αναφέρω εδώ με συντομία...

Στάδιο πρώτο:

διάλεξε παραμύθια που να εφάπτονται
του εσωτερικού σου βίου,
απ’ τα χιλιάδες έτοιμα
που κυκλοφορούν στην Αγορά.
Άθλος ζόρικος,
ισοδύναμος με τους κορυφαίους της μυθοπλασίας,
καθότι διατίθεται μπόλικος κατιμάς
εκεί έξω στους πάγκους,
που κρύβει καλά το ποιόν του
κάτω απ' το προσωπείο της “γυαλιστερής χάντρας”.
Κράχτες ύπουλοι περιφέρουν εμπορεύματα
αμφιβόλου ποιότητας,
με τη φιλοδοξία να ικανοποιήσουν τις ορέξεις
κάθε χαρακτήρα:
γενναίων, σωφρόνων, δικαίων κι εγκρατών
αλλά και δοκησίσοφων, κάπηλων, ψευτών κι απατεώνων.
Πώς δεν θα χαθείς μέσα στον ατέλειωτο σωρό,
έτσι που όλα τα συγγράμματα
είναι σκοπίμως παραπεταμένα
φύρδην-μίγδην;

Παραθέτω κάποιες συμβουλές προαιρετικές, για φιλομαθείς ναυτιλομένους:

Διάλεξε τον Οδυσσέα που δάμασε την Κίρκη
επειδή δεν καταδέχτηκε να εκπέσει
στο επίπεδο του χοίρου,
όχι αυτόν που τα ’κανε πλακάκια με τις εξουσίες
για ν’ αρπάξει βυσματικώς
πανοπλίες που άρμοζαν σε Αίαντες!
Διάλεξε τους Αθηναίους που αντιστάθηκαν στους Μήδους,
όχι αυτούς που έγιναν Μήδοι οι ίδιοι
καμιά εξηνταριά χρόνια μετά,
όταν κάποιοι Μήλιοι στάθηκαν όρθιοι απέναντί τους.
Διάλεξε ακόμη και τους Μηλίους, κι ας εσφάγησαν,
κι ας κατέδειξαν πως είναι εξαίρεση του κανόνος σπάνια
να νικά ο Αδύναμος τον Ισχυρό.
Δεν σε γλιτώνει απ’ τον αφανισμό η εθελοδουλεία,
καθυστερεί απλώς τη συντριβή
και σου τη σερβίρει σε μικρές δόσεις εύπεπτες,
έτσι που καταντάς φτυστός ο Μιθριδάτης,
που εθίστηκε να καταπίνει αλλά και να σκορπά δηλητήριο...

Κρίσιμη λεπτομέρεια, που ενοποιεί τις παραπάνω οδηγίες:
διάλεξε τα παραμύθια που εξορύσσουν από μέσα σου
τα Διαμάντια, κι όχι τον Βούρκο,
καθότι το μόνο βέβαιο είναι
πως διαθέτεις περίσσευμα κι απ’ τα δύο,
ως Άνθρωπος...

Στάδιο δεύτερο:

απαλλάξου απ’ το παραμύθι
πως δεν θα υπηρετείς Παραμύθι.
Ίσως το πιο δύσκολο απ’ όλα...
η εμπλοκή στ’ ανθρώπινα
σε καθιστά Ταύρο
ενώπιον πανιού κόκκινου,
σε βάζει στον πειρασμό
ν’ αποκαλείς το παραμύθι σου “Αλήθεια”,
πολύ πριν την ώρα
που είσαι έτοιμος να κάνεις κάτι τέτοιο να ισχύει,
στην καμπή σου εκείνη που το αίμα ακόμα βράζει!
Απόφυγε τέτοιες αυταπάτες, πάση θυσία:
Όσοι κυκλοφορούν περιφέροντας την οίηση
πως δήθεν απαλλάχτηκαν απ’ τις παρωπίδες
κουβαλούν τις μεγαλύτερες,
δίχως ελπίδα να σωθούν.

Στάδιο τρίτο:

έχεις πια απαλλαγεί απ’ την ανάγκη
καταναλωτισμού αφηγημάτων έτοιμων.
Ο πόνος, με τον οποίο σε προίκισαν ώς τώρα
οι Ματαιώσεις κι οι Κατακρημνίσεις
της πρώτης φάσης,
σου το δηλώνει καθαρά
πως τα παραμύθια τα σερβιρισμένα από άλλους
δε σβήνουνε τη δίψα σου,
κι ας δρέπουν ακόμη δάφνες καταπράσινες
στην έξω πιάτσα,
κι ας πουλούν οι μετοχές τους ακόμη
σε εκατομμύρια αφελείς,
που ουδέποτε διανοήθηκαν
την ουσία της σχέσης τους με το αφήγημα του παραμυθιού
– τουναντίον, καθηλώθηκαν στο αναπτυξιακό στάδιο του εμβρύου.

Έχεις λύσει, επίσης, τους λογαριασμούς σου
και με τη φενάκη
την πλέον θανάσιμη,
καθότι προσιδιάζει
στην εγγενή νόσο
της ανθρώπινης μυωπίας,
αυτήν που εκφωνεί λόγους δεκάρικους
περί “ανυπαρξίας κι αχρηστίας των παραμυθιών”.

Από δω αρχίζει το πιο δύσκολο απ’ όλα:
η μετάβαση στις Επιλογές
που σε καθιστούν Πρόσωπο.
Τώρα ήρθε η ώρα
της δικής σου Σύνθεσης,
λεπτοδουλειάς με ωδίνες δυσβάσταχτες:
απαιτεί κοπτορραπτική υψηλή, πρώτης τάξεως,
καθότι, ξεψαχνίζοντας απ’ τα υλικά
που κράτησες
κι απ’ αυτά που ακόμη θέλουν πέταμα,
οφείλεις να προχωρήσεις
στη δημιουργία του δικού σου
πνευματικού υφάσματος.

Το αφήγημά σου πρέπει να το κεντήσεις ψιλοβελονιά,
να το κάνεις πανοπλία ωραιότερη
απ’ αυτήν που χάρισε ο Ήφαιστος στον Αχιλλέα,
ένδυμα που φτιάχτηκε μόνο για Σένα,
που σου πάει γάντι
που σε κάνει καλλονής εκπάγλου
που σε θωρακίζει από καταιγίδες κι αστραπόβροντα
που διαθέτει μόνωση αντισκωριακή
που δεν μπάζει στο πρώτο κρύο
και στο ύπουλο δάγκωμα της υγρασίας,
ενώ την ίδια στιγμή
δεν του λείπουν οι μικρές οπές
για ν’ αναπνέει,
πόροι που ν’ αφήνουν τον φρέσκο αέρα να εισέρχεται
κι ελαστικότητα μικρή
(προσοχή όμως, όχι απεριόριστη, σαν του χαμαιλέοντα...)
για ν’ ανταποκρίνεται στα έξωθεν μηνύματα
να εξελίσσεται
χωρίς ν’ αλλάζει η ουσία του.

Κι όταν φτάσεις τόσο μακριά,
είσαι πια έτοιμος...

Όργωσε το Παραμύθι που έπλασες ο Ίδιος
με Νύχια και με Δόντια,
και Ζήσε...
με την παντοτινή επίγνωση
πως η τέχνη η μαγική
που μόχθησες να δαμάσεις βήμα-βήμα
κι η διαδρομή η ατέλειωτη που διάβηκες,
χωρίς να την τσιγκουνευτείς
ούτε να λιποψυχήσεις στα μισά του δρόμου,
μεταμορφώνουν το Παραμύθι σου
στην Αλήθεια σου!»

Βιογραφικό σημείωμα

Γεννήθηκε το 1974 στην Αθήνα. Απόφοιτος κλασσικής Φιλολογίας από το ΕΚΠΑ και της Δραματικής Σχολής του θεατρικού οργανισμού “Μορφές” (θέατρο “Εμπρός”). Μετά από ένα σύντομο διάστημα επαγγελματικής ενασχόλησης με το θέατρο στην Αθήνα (ως ηθοποιός και βοηθός σκηνοθέτη), ζει κι εργάζεται ως καθηγητής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης στη Χίο από το 2005 (με ένα τριετές διάλειμμα μεταξύ 2007 και 2010, όπου διέμεινε και δίδαξε στο Βερολίνο). Σκηνοθέτησε μια θεατρική παράσταση ενηλίκων το 2011 και από κοινού σχολικές θεατρικές παραστάσεις το 2018 και 2019 (Μουσικό Σχολείο Χίου). Από τα μέσα του 2017 έως τα τέλη του 2018 αρθρογραφούσε στην ιστοσελίδα “Απλωταριά” για κοινωνικά και πολιτικά θέματα. Έχει συγγράψει ένα θεατρικό έργο (“Δίπους Τύραννος”), που παρουσιάστηκε υπό μορφήν αναλογίου το 2011 στην Αθήνα. Το 2018 εξέδωσε την ποιητική συλλογή “Το Αλφαβητάρι μιας εποχής” (εκδόσεις “Νησίδες”).