21 Μαρτίου - Θυμόμαστε ποιήματα για τον ρόλο του ποιητή

21 Μαρτίου - Θυμόμαστε ποιήματα για τον ρόλο του ποιητή

21 Μαρτίου! Παγκόσμια ημέρα ποίησης σήμερα! Θα θυμηθούμε τον ποιητή! Τον ευαίσθητο δέκτη,τον επαναστάτη, τον πυρήνα κοινωνικών ζυμώσεων! Για να δούμε τι είπαν για  το πρόσωπο του ποιητή και τον ρόλο του οι ίδιοι οι δημιουργοί του ποιητικού λόγου!

Ποιητής-ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

Πόσο βαθὺ κι ἀσήμαντο συνάμα,
τῆς Ζωῆς καὶ τῆς Τέχνης σου τὸ δρᾶμα,
σ᾿ ἕνα παιχνίδι μάταιο καὶ γελοῖο,
τοῦ Νοῦ σου νὰ σκορπᾷς τὸ μεγαλεῖο!
Μέρα-νύχτα νὰ παίζεις μὲ τὶς λέξεις,
πῶς, πρέπει, μεταξύ των, νὰ τὶς πλέξεις
καὶ πῶς, μαζί, νὰ σμίξεις κάποιους ἤχους,
ὥστε νὰ κλείσεις τ᾿ Ὄνειρο σὲ στίχους!
Πόσος κόπος καὶ πόνος κι ἀγωνία,
νὰ πλάσεις ἀπ᾿ τὴ θλίψη σου ἁρμονία

καὶ νὰ τὴ πλάσεις μ᾿ ὅλους σου τοὺς τρόπους,
γιὰ νὰ τὴ ξαναδώσεις στοὺς ἀνθρώπους!
Μήτε κι ἀληθινὰ ποὺ ξέρω πρᾶμα
πιὸ θλιβερό, ἀπ᾿ τοῦ πόνου σου τὸ δρᾶμα,

τοῦ Πόνου αὐτοῦ, ποὺ στέργει γιὰ κλουβί του,
τὸ χῶρο ἑνὸς ἀνθρώπινου ἀλφαβήτου!

Κι ἀφοῦ, σὰ τὰ μικρὰ παιδάκια, παίξεις,
τόσο καιρό, μὲ ρίμες καὶ μὲ λέξεις

κι ὅλες σου τὶς ἐλπίδες ἀφανίσεις,
χαμένος, ὅλος, μέσ᾿ στὶς ἀναμνήσεις,

μόλις φανοῦν οἱ πρῶτες μαῦρες τύψεις
κι ἔρθ᾿ ἡ στιγμὴ νὰ σκύψεις, νὰ μὴ σκύψεις,

μὰ παίρνοντας μαζὶ τὸ θησαυρό σου,
τὸ Γολγοθᾶ σου ἀνέβα καὶ σταυρώσου!

Πηγή: Ποιήματα άπαντα τα ευρεθέντα,Ταξιδευτής

Ο Ποιητής-ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

Α'
Στη λύρα μου το χέρι άτρεμο βάζω,
όθε κόσμου πιο ωραίου η ελπίδα βγαίνει.
Κι από των διθυράμβων το βαγένι,
ω αγνή Πολύμνια, στ’ ασημένιο βάζο,

που στ’ άντρο σου μου χάρισες, αδειάζω
θεϊκό νεχτάρι. Με τον τραγογένη
θεούλη, που διδάχος μου `χει γένει,
σταφύλια στα μελίγγια μου αραδιάζω.
Κι άγγιχτοι από καιρόν ή φτόνο ή τύχη

λαμποκοπούν οι ελληνικοί μου στίχοι
(τους λιάζει της συγκίνησης η αλήθεια).
Στίχε, που με τις φλέβες μου ματώνω
τα ρόδα της γιρλάντας σου, τα πλήθια,
συ δίνε στη ζωή μου αξία και τόνο.

Β'
Στης Τέχνης σου ψηλά τ’ ανεμοσκάλι
μετωρισμένον κάποιο δειλινό
του Τρυγητή, αν παιδίσκη, το λινό
χιτώνιο χαμορίχνοντας, σ’ εκάλει

του χορού της να μοιραστεί τα κάλλη
λαγούτα στον κληματόδετο ληνό,
όπου με τον αράπη Σειληνό
σερνωπηδάει, μασκάλη με μασκάλη,
μην αναβάλλεις! Τον ψηλό παράτα

της ζωής σου σκοπό και στην παράτα
της τρέλας πρώτος πήδα! Τον αφρό
και το βιδάνι των αισθήσεων πίνε,
και θε να νιώσεις, ω κότσυφα και σπίνε,
το ξαναπέταμά σου πιο αλαφρό.

Πηγή: https://www.stixoi.info/

Ποιητής- ΡΩΜΟΣ ΦΙΛΥΡΑΣ

Είχα πέσει σε βύθος, είχα πάντα τη μαύρη
κι ολοπέλπιδη νύστα του βραχνά καταλύτη...
μες στο κάμα του θέρους, τη θλιμμένη και λαύρη
ποθοθάνατη `νείρια του οράματος νήτη.

Έχω λήθαργου μοίρα κι είχα παραμελήσει
χρόνια. Κι όμως ο στίχος, ο ρυθμός δεν ελείπαν.
Είχα ανέβει εκεί που `ναι μόναχα η βρύση...
κι η επιστήμη, αν δεν είχα, δε θ’ ανέβαινα -είπαν.

Επειδή κι είχα χάσει το ρέγουλο, είμαι
ο εμπνευσμένος ονείρων και κόσμων προφήτης,
ο πηγαίος ποιητής που στο σύννεφο κείμαι,

ο μεγάλος, ο θείος των ρυθμών υποφήτης!

Πηγή: Άπαντα τα ευρεθέντα,UNIVERSITY STUDIO PRESS

Ο Στρατιώτης-Ποιητής - ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

Δεν έχω γράψει ποιήματα
μέσα σε κρότους
μέσα σε κρότους
κύλησε η ζωή μου.

Τη μιαν ημέρα έτρεμα,
την άλλην ανατρίχιαζα
μέσα στο φόβο,
μέσα στο φόβο
πέρασε η ζωή μου.

Δεν έχω γράψει ποιήματα,
δεν έχω γράψει ποιήματα,
μόνο σταυρούς
σε μνήματα
καρφώνω.

Πηγή: https://www.stixoi.info/

Ο ποιητής-ΗΛΙΑΣ ΤΑΝΤΑΛΙΔΗΣ

Αὐτὸν ἐδῶ τὸν βλέπετε μὲ φρύδι’ ἀνασυρμένα,
Μὲ σουφρωμένο μέτωπον, μὲ μάτια βουληγμένα;
Σωπᾶτε κ’ εἶναι Ποιητής!…
Μὲ τῆς πικρίας τὸ ραβδὶ τὰ σύμπαντα θὰ δείρῃ.
Γιανίτσαρος τῶν Ποιητῶν, ἁρπάζει τὸ σατίρι,
Καὶ θὰ φανῇ Σατυριστής.

Σατυριστής… Ὡς κεραυνὸς βαστᾷ τὸν κάλαμόν του,
Τὰ βέλη του ἐβούτησε `ς τὸν βραστερὸν θυμόν του,
Φαρέτραν κρέμασε διπλῆν˙
Ἀπόλλων νυκτοπρόσωπος τεντώνει τὸ δοξάρι,
Τὸν κόσμον ὅλον σύσσωμον ὁ Διάβολος θὰ πάρῃ
Μὲ πρῶτον τίναγμά του… Πλὴν

Ἐσκάλωσεν ἡ εὔροια τῶν στίχων του˙ σταθῆτε˙
Ἀκοῦτε τὸν Σατυριστήν; ἀγανακτεῖ, λυπεῖται,
Τὸν κάλαμον συχνοβουτᾷ˙
'Σ τὰ εἴκοσί του δάκτυλα τὰ μέτρα συλλαβίζει,
Ἀλλάζει τὸ τετράδιον, τὸν ἵδρων του σκουπίζει,
Τὸ καλαμάρι του πετᾷ.

Μὲ τὰς σβυσμένας λέξεις του λουλούδια σχεδιάζει.
Τοῦ στίχου ἡ κατάληξις ὀλίγο δὲν τεριάζει
Καὶ τὴν ζητεῖ `ς τὰ λεξικά.
Φυσᾷ, σφυρίζει, ξύνεται, ἀνάλατα τὰ κρίνει,
Καὶ σβήνει, γράφει ἄτυχα, καὶ σβήνει, γράφει, σβήνει.
Ὤ! τι δεινὰ ποιητικά!

Πλὴν νὰ σού τον… ἐμπνέεται˙ τὰ φρύδια διέτε κάτου.
Ἐπῆρε δρόμ’ ὁ κάλαμος˙ γελοῦν τὰ βλέμματά του.
Ἰδέ, συνέλαβε, θαρρῶ.
Ἐγγαστρωμέν’ ἡ Μοῦσα του `ς τὸν σκάμνον πρὶν καθήσῃ,
Θ’ ἀποβαλθῇ παράκαιρα, καὶ μέλλει νὰ γεννήσῃ
Τετραμηνήτικο μωρό.

Ἐγέννησε… ἀκροατὰς ζητεῖ νὰ τ’ ἀναγνώσῃ.
Φευγιό, παιδιά! τι στέκεσθε; θὰ μᾶς καταπλακώσῃ.
Ἄφες μας, ἄφες, Ποιητή!
Νὰ ζῇ τὸ νεογέννητο! τ’ αὐτιά μας μὴ πειράζῃς.
Εἰν’ εὐτυχὲς τὸ Ποίημα, καὶ νὰ μᾶς τὸ διαβάζῃς
Εἶν’ τιμωρία περιττή.

Πηγή: https://www.stixoi.info/

Ο μυστικός ποιητής-ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ

Η σκιά της λίμνης
απλώνονταν μέσ’ στο δωμάτιο
και κάτω από κάθε καρέκλα
κι’ ακόμη κάτω απ’ το τραπέζι
και πίσω απ’ τα βιβλία
και μέσ’ στα σκοτεινά βλέμματα
των γύψινων προπλασμάτων
ακούγονταν σαν ψίθυρος
το τραγούδι της
μυστικής ορχήστρας
του νεκρού ποιητή

και τότε μπήκε η γυναίκα που περίμενα
τόσον καιρό
ολόγυμνη
μέσ’ στ’ άσπρα ντυμένη
κάτω απ’ το φως του φεγγαριού
με τα μαλλιά λυμένα
με κάτι μακριά πράσινα χορτάρια μέσα στα μάτια
που κυματίζανε αργά
ωσάν τις υποσχέσεις
που δε δοθήκανε ποτές
σε μακρινές άγνωστες πόλεις
και σ’ άδεια
ερειπωμένα
εργοστάσια

κι’ έλεγα να χαθώ κι’ εγώ
σαν το νεκρό ποιητή
μέσα στα μακριά
μαλλιά της
με κάτι λουλούδια
π’ ανοίγουν το
βράδυ
και
κλείνουν
το πρωί
με κάτι ψάρια ξερά
που κρέμασαν
μ’ ένα σπάγγο
ψηλά
στην καρβουναποθήκη

κι’ έτσι να φύγω
μακριά
απ’ την οχλαγωγή
και το θόρυβο
του σκοπευτηρίου
να φύγω μακριά
μέσ’ στα σπασμένα
τζάμια
και να ζήσω
αιώνια
πάνω στο ταβάνι
έχοντας όμως
πάντα
μέσα στα μάτια
τα μυστικά τραγούδια
της νεκρής ορχήστρας
του
ποιητή.

Πηγή: https://www.stixoi.info/

Ο ποιητής είναι αθώος-ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ

Ο ποιητής υποφέρει. Ο ποιητής υποφέρει
γιατί έχει χάσει το δρόμο και πού πηγαίνει δεν ξέρει
και περπατά δίχως μνήμη σ’ αυτή τη χώρα του νότου
ενώ ένα μαύρο ποτάμι μπαίνει συχνά στ’ όνειρό του.

Ο ποιητής δε γνωρίζει μόνο αγρυπνά και δακρύζει
σαν να τον κράζουν οι ρίζες υπόγειους κήπους σκαλίζει
και μέρα νύχτα τα ερείπια της ύπαρξής του ανασκάβει
κι ένα σκυλί σκοτωμένο μέσα στα τρόχαλα θάβει.

Κι άλλοτε πάλι μοναχός κωπηλατεί σε μια λίμνη
και λυπημένος κοιτάζει την άδεια θέση στην πρύμνη.
Κι ενώ απ’ τα βάθη των χρόνων ένα παιδί τον φωνάζει
νιώθει που η βάρκα του γέρνει κι αγάλι αγάλι βουλιάζει.

Κι ακούει μια μάνα να λέει την ίδια πάντα ιστορία
κρυμμένη πίσω από ράφια και σκονισμένα βιβλία
κι όπως η νύχτα ζυγώνει και το σκοτάδι πυκνώνει
Βλέπει -απ’ αλλού- το κορμί του να το σκεπάζει το χιόνι

Πηγή: https://www.stixoi.info/

Ποιητής-ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

Εγώ δε γράφω στίχους
δεν τραγουδάω
σαν προαιώνιος κατακλυσμός
κλονίζω τα ίδια φράγματα
σαν την πανούργα θάλασσα
κατατρώω τον ίδιο βράχο
σαν πεισματάρης γύφτος
δουλεύω το ίδιο φυσερό
ανάβω την ίδια φλόγα
κολλάω αφίσες με το σάλιο μου
σκίζω στολές
τσακίζω αλύπητα παράσημα
χορεύω στις ανύποπτες πλατείες σας
μπερδεύω τους λογαριασμούς σας
ανοίγω το κλουβί να φτερουγίσετε
αδειάζω ένα τσουβάλι ζωγραφιές στα πόδια σας.

Πηγή: Ο μεθυσμένος ακροβάτης, 1979

Αν είμαι ποιητής-ΣΤΑΥΡΟΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ

Αν είμαι ποιητής εσύ είσαι το ποίημα
που με βρήκε
Ένα ποίημα που δε χόρτασα
τα ρήματα στα σ’ αγαπώ του
μήτε τις ομοιοκαταληξίες
των ματιών σου χόρτασα
μήτε τα επίθετα που σου ταιριάζουν
τα είπα ακόμα όλα
Τον λυρισμό της παρουσίας σου
πάνω στον καμβά με τους ηλίανθους
κόκκινη παπαρούνα φύτεψα
Και στου σουρεαλισμού σου την σπηλιά
την ευωδία του μυστικού γαρυφαλώνα σου
με πέντε αισθήσεις τεντωμένες
είδα να γίνεται πότε αγριοπερίστερο
πότε δελφίνι
Ώστε
μια βραχονησίδα αρκεί.

Πηγή: https://www.stixoi.info/

Διότι τι σόι ποιητής-ΤΑΣΟΣ ΠΟΡΦΥΡΗΣ

Διότι τι σόι ποιητής θα ήσουν φίλε μου αν
Δεν έκρυβες δυο άσους στο μανίκι σου και
Δεν τους έριχνες στην τσόχα την ώρα που
Φαίνονταν πως όλα είχαν τελειώσει ο κερδι-
σμένος είχε απλώσει τα χέρια του κι έμεινε
Αποσβολωμένος όπως ο αναγνώστης σου όταν
- Διασχίζοντας ένα ανθισμένο λιβάδι -
Αντικρίσει ξάφνου την άβυσσο και μείνει
Με το ένα πόδι στα λουλούδια και το άλλο
Κρεμασμένο στο κενό.

Πηγή: https://www.stixoi.info/

Ο φαντασμένος ποιητής-ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΜΑΡΚΟΡΑΣ

Τῆς Ἱπποκρήνης κάρλακα, φουσκόνεις δίχως χρεία
ἐκείνη ποῦ σ’ ἐγιόμισε πνοὴ δὲν εἶναι θεία,
καί, μόλις μὲ τὸ στίχο σου νὰ ξαναβγῇ ἀγροικιέται
τ’ αὐτιὰ τοῦ κόσμου ἂν γελαστοῦν, ἡ μύτη δὲ γελιέται.

Πηγή: https://www.stixoi.info/

Ο ποιητής που αγαπώ-ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΒΟΛΚΩΦ

Ο ποιητής που αγαπώ δε γράφει
ποιήματα για σχολικά βιβλία .
τρόπους καλούς ποτέ του δε θα μάθει
και δε θα εγγραφεί στην Ιστορία.
Ο ποιητής που αγαπώ δεν πιάνει
με συναδέλφους ποιητές φιλία.
καθώς χαμίνι εγώ, αυτός αλάνι
και στ’ απαυτά του κάθε ανθολογία.
Ο ποιητής που αγαπώ τον Λύκο
σαλός ελευθερώνει νύχτα-μέρα
και μπρος σε κάθε μεγαλόσχημο οίκο
τον Λύκο ξεδιπλώνει ως παντιγέρα,
τον Λύκο ανακρούει ως παιάνα.
Ο ποιητής αυτός, που του ανήκω,
τα κάνει με τους στίχους του πουτάνα.

Πηγή: https://www.stixoi.info/

Οι ποιητές-ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Τι να σας κάνω μάτια μου κι εσάς τους Ποιητές
που χρόνια μου καμώνεστε τις ψυχές τις αήττητες

Και χρόνια περιμένετε κείνο που δεν περίμενα
όρθιοι στη σειρά σαν αζήτητα αντικείμενα...

Δεν πα’ να σας φωνάζουν - ούτ’ ένας σας δεν απαντά
έξω χαλάει ο κόσμος καίγονται τα σύμπαντα

Τίποτα. σεις διεκδικείτε - να `ξερα με τι νου -
τα δικαιώματά σας επί του κενού!

[Σε καιρούς λατρείας του πλούτου ω της αμεριμνησίας
αποπνέετε το μάταιο της ιδιοκτησίας]

[Πάτε κρατώντας τυλιγμένη με φύλλα των Βαγιώ
τη δύστυχη και μελανειμονούσα Υδρόγειο]

Και μες στην μπόχα γίνεστε του ανθρώπινου υδροθείου
τα εθελοντικά πειραματόζωα του Θείου.

[Από τον Θεό τραβιέται ο άνθρωπος
όπως ο καρχαρίας από το αίμα.]

Πηγή: Μαρία Νεφέλη

Ποιητές-ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

Στὸν Κώστα ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ

Ὤ, δὲ χωρεῖ καμία ἀμφισβήτηση, ποιητὲς
εἴμαστ᾿ ἐμεῖς μὲ κυματίζουσα τὴν κόμη
-ἔμβλημ᾿ ἀρχαῖο καλλιτεχνῶν - καὶ χτυπητὲς
μάθαμε φράσεις ν᾿ ἀραδιάζουμε κι ἀκόμη

Μιὰ εὐαισθησία μας συνοδεύει ὑστερική,
ποὺ μᾶς πικραίνει ἕνα χλωμό, σβησμένο φύλλο,
μακριὰ ἕνα σύννεφο μαβί. Χιμαιρικὴ
τὴ ζωή μας λέμε καὶ δὲν ἔχουμ᾿ ἕνα φίλο.

Μένουμε πάντα σιωπηλοὶ καὶ μοναχοί,
ὅμως περήφανα στὰ βάθη μας κρατοῦμε
τὸ μυστικό μας θησαυρό, κι ὅταν ἠχεῖ
ἡ βραδινὴ καμπάνα ἀνήσυχα σκιρτοῦμε.

Θεωροῦμε ἀνίδεους, ἀνάξιους κι εὐτελεῖς
γύρω μας ὅλους, κι ἀπαξιοῦμε μιὰ ματιά μας
σ᾿ αὐτοὺς νὰ ρίξουμε, κι ἡ νέα ξανὰ σελὶς
τὸ θρῆνο δέχεται τοῦ ἀνούσιου ἔρωτά μας.

Ἀναμασᾶμε κάθε μέρα τὰ παλιὰ
χιλιοειπωμένα αἰσθήματά μας· ἐξηγοῦμε
τὸ τάλαντό μας: «κελαηδοῦμε σὰν πουλιά»·
τὴν ἀσχολία μας τόσ᾿ ὡραῖα δικαιολογοῦμε.

Γιὰ μᾶς ὁ κόσμος ὅλος μόνο εἴμαστ᾿ ἐμεῖς,
καὶ τυλιγόμαστε, μανδύα μας, ἕναν τοῖχο.
Μ᾿ ἔπαρση ἐκφράζουμε τὰ πάθη τῆς στιγμῆς
σ᾿ ἕναν -- μὲ δίχως χασμωδίες -- μουσικὸ στίχο.

Γύρω μας κι ἄλλοι κι ἂν πονοῦν κι ἂν δυστυχοῦν,
κι ἂν τοὺς λυγίζει, ἂν τοὺς φλογίζει ἡ ἀδικία -
ὤ, τέτοια θέματα πεζὰ ν᾿ ἀνησυχοῦν
τοὺς ἀστρικούς μας στοχασμούς, εἶναι βλακεία.

Πηγή: Πορτραίτα,Τρακτέρ

Οι ποιητές-ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

Στο Μεξικανό ποιητή Κάρλο Μοντεμαγιόρ
και τον Ούγγρο Παπ Άρπαντ

Όσο κι αν βρίσκονται μακριά οι πατρίδες μας,εμείς
είμαστε ο ένας πλησίον του άλλου,όσο δεν είναι
οι κάτοικοι του ίδιου σπιτιού.Βλέπουμε τα τοπία
ο ένας του άλλου και τα περιγράφουμε.

Ώμο με ώμο ακουμπισμένοι βλέπουμε απ'το ίδιο
παράθυρο τον κόσμο. Από τη μια
το σοφό του Πανόραμα.Απ'την άλλη
τις πυρκαγιές,τις τρικυμίες,τα πρόσωπα που η θλίψη,
ο φόβος,η διαμαρτυρία,η προσευχή,του κόσμου
σκηνοθετούν το δράμα και μας το εμπιστεύονται.

Φοράμε ο ένας το παλτό του άλλου,το καπέλο,
τα ματογυάλια,τα παπούτσια.Μοιραζόμαστε
το αντίδωρο της εκκλησίας. Είμαστε
τα λουλούδια του Κυρίου στην έρημο.

Πηγή: Διαστάσεις,τα ποιήματα,τόμος τρίτος,Τρία Φύλλα

Ποιητές-ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

Πώς σβήνετε, πικροί ξενιτεμένοι!
Ανθάκια μου χλωμά, που σας επήραν
σε κήπους μακρινούς να σας φυτέψουν...
Βιολέτες κι ανεμώνες, ξεχασμένες
στα ξένα που πεθαίνετε παρτέρια,
κρατώντας, αργυρή δροσοσταλίδα,
βαθιά σας την ελπίδα της πατρίδας...
Χτυπιούνται, πληγωμένες πεταλούδες,
στο χώμα σας οι θύμησες κι οι πόθοι.
Το φως, που κατεβαίνει, της ημέρας,
κι απλώνεται γλυκύτατο και παίζει
μ’ όλα τριγύρω τ’ άλλα λουλουδάκια,
περνάει από κοντά σας και δε βλέπει
τον πόνο σας ωραίο, για να χαϊδέψει
τα πορφυρά θρηνητικά μαλλιά σας.
Ειδυλλιακές οι νύχτες σας σκεπάζουν,
κι η καλωσύνη αν χύνεται των άστρων,
ταπεινοί καθώς είστε, δε σας φτάνει.
Ολούθε πνέει, σα λίβας, των ανθρώπων
η τόση μοχθηρία και σας μαραίνει,
ανθάκια μου χλωμά, που σας επήραν
σε κήπους μακρινούς να σας φυτέψουν.

Πηγή:Πληγωμένοι θεοί,Νηπενθή

Ποιητές-ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

Φτωχοί λαθρεπιβάτες πάνω στις φτερούγες των πουλιών
την ώρα που πέφτουν χτυπημένα.

Πηγή: https://www.stixoi.info/

Έλληνες ποιητές-ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ

Ελάχιστοι μας διαβάζουν,
ελάχιστοι ξέρουν τη γλώσσα μας,
μένουμε αδικαίωτοι κι αχειροκρότητοι
σ’ αυτή τη μακρινή γωνιά,
όμως αντισταθμίζει που γράφουμε Ελληνικά.

Πηγή: Νέα Ποιητική Ανθολογία Ρίτας Μπούμη-Νίκου Παππά,Διόσκουροι,1953

Οι ποιητές-ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

Τον ίσιο πόνο τον πονάμε εμείς
Οι ποιητές

Το πλήθος μαραίνεται
Χωρίς ομορφιά
Χαζεύοντας χάνει τον κόπο
Παθαίνει το θάνατο

Οι ποιητές η αυγή
Η μέρα που δεν έχει σύνορα
Και βγήκε σαν παρθένα από λιβάδι
Και μπήκε στο ναό
Της άκρας ησυχίας
Και υπάρχει...

Αλλά τι μόχθο
Πόση ταξιδεμένη νοσταλγία
Και περιφρονημένη θάλασσα
Κάποιοι άνθρωποι κατάπιανε
Και τη λαχτάρα τ’ ουρανού
Και την αποσταμένη ευχή μιας ηδονής
Για να περάσει πιο μπροστά
Ο πιο σωστός πόθος.

Πηγή: https://www.stixoi.info/

Δεν είμαστε ποιητές -ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

Δὲν εἴμαστε ποιητὲς
Σημαίνει ἐγκαταλείπουμε τὸν ἀγῶνα
Παρατᾶμε τὴ χαρὰ στοὺς ἀνίδεους
Τὶς γυναῖκες στὰ φιλιὰ τοῦ ἀνέμου
Καὶ στὴ σκόνη τοῦ καιροῦ
Σημαίνει πὼς φοβόμαστε
Καὶ ἡ ζωή μας ἔγινε ξένη
Ὁ θάνατος βραχνάς.

Πηγή:Ποιητική ανθολογία Μάλλιαρη,Θεσσαλονίκη,1975

Οι ξεχασμένοι ποιητές-ΝΙΚΟΣ- ΑΛΕΞΗΣ ΑΣΛΑΝΟΓΛΟΥ

Οι ξεχασμένοι ποιητές δεν έφυγαν, φυλλορροούν
σε όλες τις συνοικίες της πρωτεύουσας
στους κήπους της Δεξαμενής και στο Βοτανικό
και στους συνοικισμούς του Πειραιά μέχρι τα κρηπιδώματα
του λιμανιού, και στα παλιά διώροφα αργοσβήνουν
Οι ποιητές της σκοτεινής παράδοσης ενέδωσαν – εις πείσμα των καιρών
καταρρακώνουν τα καινούργια σχήματα
Και ταξιδεύουν προς την αντίθετη φορά
προς τους κατάφωτους συνοριακούς σταθμούς
στα ακραία φυλάκια.

Πηγή: https://www.stixoi.info/

Σαν πλαγιάζουν οι ποιητές-ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΓΚΙΤΣΗ

Ίσως τις μελαγχολικότερες ιστορίες τις λέμε
μόνοι μας τα βράδια
για να βαστάμε τον θάνατο των άλλων
και τη μοναξιά τους.
Και σαν πλαγιάζουμε έχουμε πάντοτε
το χέρι μας ξεσκέπαστο
γιατί...
για φαντάσου να έρθουνε όλοι οι λυπημένοι
τη νύχτα και να μην βρουν
ούτε ένα χέρι για να κρατηθούν!

Πηγή: Ξέρω! Είναι κάπως αργά... -2000

Οι Ποιητές-ΓΕΩΡΓΙΑ ΚΟΛΟΒΕΛΩΝΗ

Στον Ηλία Κεφάλα

Στο μυαλό των ποιητών
Ανθίζουν μαργαρίτες
Αντί μεσολόβιων συνδέσεων
Μετωπιαίων λοβών
Και άλλων δυσερμήνευτων τινών
Τινάζουν πέταλα
Με λέξεις από μίσχους
Και κίτρινες στιγμές
Αοριστίας

Είναι λοιπόν για τούτο που αγαπάνε τα λιβάδια;
Αρέσκονται να απλώνονται σε απεραντοσύνη χλωροφύλλης
Με ίχνη από λάσπη στις άκρες των συμφώνων τους
Και μια υποψία βροχής πάνω απ’ τα φωνήεντά τους

Όταν – σπανίως – έχει αιθρία
Οι λέξεις τους γλιστρούν στιλπνές και φωσφορίζουσες
Ντυμένες τα καλά τους
Σαν έτοιμες για τη γιορτή
Υπεράνω πάσης υποψίας
Σχεδόν αθωωμένες
Για την αγχόνη του δήμιου
Που περνάνε στον λαιμό τους
Κάθε νύχτα

Πηγή: "Ιστορίες με λυπημένη αρχή", Νέος Αστρολάβος/Ευθύνη, 2012.

Πού είναι ο ποιητής.φανερώστε τον, φανερώστε τον-ΤΖΟΝ ΚΙΤΣ

Πού είναι ο Ποιητής; Φανερώστε τον! Φανερώστε τον,
εννέα Μούσες, για να τον γνωρίσω!
Είναι ο άνθρωπος που με τον άνθρωπο
είναι ίσος, είναι αυτός βασιλιάς,
ή φτωχότερος απ’ τη φάρα των ζητιάνων,
ή κάτι άλλο θαυμαστό
Ένας άνθρωπος ίσως να’ ναι ανάμεσα σε πίθηκο και Πλάτωνα
Αυτός είναι ο άνθρωπος που με το πουλί,
το σπουργίτι ή τον αετό, βρίσκει το δρόμο του
σε όλα του τα ένστικτα. Αυτός έχει ακούσει
του λιονταριού το βρυχηθμό, και μπορεί να πει
τι εκφράζει ο σκληρός λαιμός του,
Και σε αυτόν έρχεται της τίγρης η κραυγή
ευφραδής και πατά
στ’ αυτί του σα γλώσσα μητρική…

Πηγή: https://www.stixoi.info/

Ο ποιητής λέει την αλήθεια - ΦΕΔΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ

Θέλω να κλάψω τον πόνο μου και στο λέω
για να μ’ αγαπήσεις και να με κλάψεις
κάποιο απόβραδο αηδονιών
μ’ ένα στιλέτο, με φιλιά και με σένα.

Θέλω ν’ αφανίσω το μοναδικό τεκμήριο
για τη δολοφονία των λουλουδιών μου
και να μετατρέψω το θρήνο μου και τους ιδρώτες μου
σ’ αιώνιο σωρό σκληρού σταριού.

Να μη σωθεί ποτέ το κουβάρι
του σ’ αγαπώ μ’ αγαπάς, παντοτινά φλογερό
με υπέργηρο ήλιο κι αρχαία σελήνη.

Κι αυτό που δε μου δίνεις και δε σου ζητώ
να'ναι του θανάτου, να μην αφήσει
μήτε έναν ίσκιο για την τρικυμισμένη σάρκα.

Πηγή: https://www.stixoi.info/

Ο ποιητής-ΣΕΡΓΚΕΪ ΓΕΣΕΝΙΝ

Είναι χλωμός, τρέχει ο λογισμός μέσα σε μονοπάτια σκοτεινά,
Και στην ψυχή του κατοικούν οι οπτασίες.
Απ’ τα χτυπήματα της μίζερης ζωής ο θώρακας μπηγμένος μέσα,
Και τα βαθουλωμένα μάγουλά του ήπιαν οι αμφιβολίες.
Σε τούφες ανακατωμένα τα μαλλιά του,
Το μέτωπο ψηλό ρυτιδωμένο
Αλλά η ολοκάθαρη, η αληθινή ομορφιά
Λάμπει στα όνειρά του συγκεχυμένα.
Κάθεται στην στενόχωρη σοφίτα,
Μικρό κερί το στοχασμό του αναφλέγει,
Και το μολύβι αμβλικόρυφο στο χέρι του,
Τις μυστικές κουβέντες του μαζί του ξαναλέγει.
Γράφει το άσμα των θλιβερών συλλογισμών,
Του κόσμου τις καρδιές το χτύπημα και τη λαχτάρα,
Κι αυτούς τους ήχους , της ψυχής το βουητό,
Θα πάει στον εκδότη για δεκάρα.

Πηγή: https://www.stixoi.info/

Ο ποιητής-ΑΝΝΑ ΑΧΜΑΤΟΒΑ

Αυτός ο ίδιος που έλεγε πως έχει ματιά αλόγου,
λοξοκοιτάζει, παρατηρεί, βλέπει, αναγνωρίζει,
και να που τώρα σαν λιωμένο διαμάντι
δακρύζουν οι λάκκοι, αναστενάζει ο πάγος.

Στο λιλά σούρουπο αναπαύονται στις πίσω αυλές,
εξέδρες, κούτσουρα, φύλλα και σύννεφα.
Σφύριγμα μηχανής, τραγάνισμα καρπουζόφλουδας,
σε δειλό χέρι με μαλακό δερμάτινο γάντι.

Κουδουνίζει, βροντάει, τρίζει, σκάει το κύμα
και ξαφνικά ηρεμεί, κι αυτό σημαίνει
ότι προσεκτικά γλιστράει ανάμεσα στα πεύκα,
για να μην ταράξει τον ευαίσθητο ύπνο του χώρου.

Κι αυτό σημαίνει, ότι μετράει τον σπόρο
στα άδεια στάχυα, αυτό σημαίνει,
ότι ξαναήρθε από κάποια κηδεία
στην καταραμένη, μαύρη πλάκα του Νταριάλ.

Και πάλι βράζει η μοσχοβίτικη χαύνωση,
ηχεί από μακριά το θανάσιμο κουδούνισμα
– ποιος χάθηκε δύο βήματα απ’ το σπίτι,
όπου στη μέση φτάνει το χιόνι κι όλα φτάνουν στο τέλος;

Επειδή, παρομοίασε τον καπνό με τον Λαοκόωντα,
και ύμνησε του νεκροταφείου το γαϊδουράγκαθο,
επειδή, γέμισε τον κόσμο με νέους ήχους
στο χώρο των νέων αντανακλώμενων στροφών,

βραβεύτηκε με αιώνια παιδικότητα,
γενναιοδωρία και με διορατικότητα της ιδιοφυίας,
και η γη έγινε κληρονομιά του,
και τη μοιράστηκε με όλους.

Πηγή: https://www.stixoi.info/

Οι ποιητές-ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΠΛΟΚ

Δίπλα στην πόλη φύτρωσε μια φτωχοσυνοικία
Σε τόπο άγονο, ερημικό.
Ζούσαν εκεί οι ποιητές, και ο καθένας χαιρετούσε
Τον γείτονά του, με χαμόγελο ειρωνικό.

Άσκοπα ανατέλλει ο ήλιος κόκκινος
Πάν’ απ’ αυτή τη θλιβερή τοποθεσία:
Εκεί οι ποιητές σκοτώνουν την ημέρα
Με δηλητήριο-κρασί και εργασία.

Μεθύοντας έδιναν όρκο για αιώνια φιλία,
Και φλυαρούσαν κυνικά και μάλωναν χυδαία,
Και στα χαράματα `καναν εμετό. Απομονωμένα, ύστερα
Δημιουργούσαν έντονα και λυσσαλέα.

Μετά σέρνονταν έξω απ’ τα σκυλίσια τους σπιτάκια,
Και θαύμαζαν τη φεγγαρόλουστη βραδιά.
Απ’ τη χρυσόξανθη κοτσίδα που περνούσε δίπλα
Γοητεύονταν σαν μικρά παιδιά.

Ονειρεύονταν χουζουρεύοντας για το χρυσό αιώνα,
Έβριζαν τους εκδότες άξεστους και σφιχτούς.
Το συννεφάκι που `σβησε θρηνούσαν,
Και έκλαιγαν απ’ τη χαρά βλέποντας τους αετούς.

Έτσι ζούσαν οι ποιητές. Αναγνώστη και φίλε!
Μήπως θαρρείς πως ζούσανε χειρότερα,
Απ’ τα δικά σου σούρτα-φέρτα τα καθημερινά
Κι απ’ το δικό σου τέλμα μικροαστικό κατώτερα;

Όχι καλέ μου αναγνώστη και κριτικέ τυφλέ!
Έχει ο ποιητής τουλάχιστον τα άδυτα:
Το συννεφάκι, την κοτσίδα, το χρυσό αιώνα,
Όμως για σένα είν’ ανέφικτα αυτά.

Είσαι μακάριος με τη γυναίκα σου και το “εγώ” σου,
Με το κουτσουρεμένο νέο σύνταγμα και παλιοκαθεστώς,
Αλλά οι ποιητές έχουν την οικουμενική διψομανία,
Και δεν περιορίζουν την ελευθερία τους τα άρθρα των θεσμών.

Ας τερματίσω τη ζωή μου κάτω απ’ τον φράχτη σαν σκυλί,
Κι ας με γονάτισε η μοίρα μου στη γη,
Πιστεύω πως ο Κύριος με σκέπασε με χιόνι,
Πιστεύω πως ο χιονοστρόβιλος μου έδωσε φιλί.

Πηγή: https://www.stixoi.info/

Τραγούδι για τους ποιητές-ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΒΙΣΟΤΣΚΙ

Σε αντίθεση με τον κοσμάκη τον αργόστροφο,
Οι ποιητές αληθινοί γνωρίζουν γρήγορα του Χάρου τη φιλιά,
Στα 26 του ο ένας στάθηκε απέναντι στο περίστροφο,
Ο άλλος στο λαιμό του έβαλε τη θηλιά.

Στα 33 διακόπηκαν του Χριστού τα οράματα,
Ήταν ο Μέγας Ποιητής του Κόσμου, αλλά,
Καρφιά στα χέρια του για να μην κάνει θαύματα,
Για να μη στρέψει του λαού τα μυαλά.

Ο αριθμός 37 έχει μια τραγική αντιστοιχία,
Των ποιητών η μοίρα, τους έστησε μια πλεκτάνη.
Αυτός ο αριθμός εκτέλεσε των Πούσκιν στην μονομαχία,
Στον Μαγιακόφσκι έφερε στον κρόταφο την κάννη.

Καθυστερώ στον αριθμό 37. Το έργο του Θεού θαμπό,
Φαίνεται θεωρεί πως το σινάφι θέλει φοβέρα:
Αυτό το όριο δεν πέρασαν ο Βύρων κι ο Ρεμπώ
Ενώ οι σύγχρονοι κατάφεραν να γλιστρήσουν πέρα.

Δεν έγινε η μονομαχία μου. Ήταν η τύχη μου χαλάστρα,
Και στα τριάντα τρία μου με σταύρωσαν, μα όχι εντελώς.
Και στα τριάντα εφτά, όχι το αίμα, τ’ άσπρα
Μουντζούρωσαν τους κροτάφους μου, κι όχι ολικώς.

Ν’ αυτοκτονήσω; Πού χάθηκε η δήθεν βούληση η ανδρική;
Υπομονή ψυχοπαθείς και υστερικοί!
Πάνω στου μαχαιριού την κόψη περπατούν οι ποιητές
Και μέχρι αίματος πληγώνουν τις ξυπόλυτες ψυχές.

Κι εγώ θα φύγω σύντομα, αυτοκτονώ καθημερινά
Αφού χωρίς την άσπρη δεν μπορώ να αναπνέω.
Είναι φαρμακωμένη η ανήσυχη ψυχή μου παντοτινά,
Και δεν μπορεί ν’ αποδεχτεί τις ατέλειες στο ζην κραυγαλέο.

Σας λυπάμαι, οπαδοί μοιραίων αριθμών!
Καταπονείστε περιμένοντας σαν παλλακίδες στο χαρέμι:
Πότε και πως ο ποιητής αλλόδοξος θα γίνει ο παθών,
Πότε και πως θα χάσει της ζωής το γκέμι.

Ναι μάλιστα, η καρδιά του ποιητή βγάζει καινά δαιμόνια,
Ενώ το στήθος του είναι σημάδι για τα βέλη
Αυτοί που έφυγαν την αθανασία απέκτησαν, όχι με χρόνια,
Αυτοί που έμειναν κυνηγιούνται από την αιμοβόρη αγέλη.

Πηγή: https://www.stixoi.info/

Ο ποιητής- ΡΑΪΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚΕ

Μακριά από μένα φεύγεις.΄Ωρα.
Και το φτεροκόπημά σου με πληγώνει ακόμα.
Μόνος: τι να το κάμω πια το στόμα;
τι τη νύχτα μου;τι να κάνω τη μέρα μου τώρα;
Δεν έχω σπίτι δεν έχω αγαπημένη,
γωνιά δεν έχω,η ζωή μου ν'ακουμπήσει.
Το κάθε τι που του δίνομαι πλουταίνει
και θα με σπαταλήσει.

Μετάφραση: Άρης Δικταίος
Πηγή: Φιλολογική Πρωτοχρονιά 1963

Ο ετοιμοθάνατος ποιητής-ΝΤΙΓΚΡΑΝ ΓΕΡΓΚΑΤ

Γιατί δε θα'χα τάχατες,σαν το μεγάλο εγώ ποιητή,
δάφνη στην κεφαλή μου αυτή;
Γιατί δε θα'χα ολόγυρα και στην καρδιά εδωδά
τις αρμονίες τις άφταστες που ο Πόνος τραγουδά
κι απ'την καρδιά ξεφεύγοντας,σα μύρο σκοτεινό,
κάνει τ'απλό παράπονο να ν'ίδιο με καημό;
Γιατί το Πεπρωμένο μου σκληρά σα με σπαράζει,
ν'αφήνομαι στης Λύπης το μαράζι,
δίχως να υψώνω μέτωπο,τη Μοίρα μου να βλαστημώ;
Ο Πόνος,βέβαια,σαν κρασί μπορεί να σε μεθύσει
ο Πόνος και τη νιότη σου μπορεί να τραγουδήσει
και να σε στείλει ολόισα στον τάφο το στυγνό,
Τι κι αν πεθάνεις τάχατες είκοσι εσύ χρονώ;
Φτάνει το μέλλον μια άφθαρτη ζωή να σου ετοιμάσει
και τ'όνομά σου ο άγγελος της Φήμης ν'ανεβάσει
απ'το φτωχό το φέρετρο στον έβδομο ουρανό!
Θες,γέροντας κι ανήμπορος,μέσα σ'ανάξιους και μωρούς
να σέρνεις τα βαριά τα βήματά σου;
το διάβα σου,στα γέλια τους να εκθέτεις και τους χλευασμούς
και στην αχορτασιά τους τ'αγαθά σου;
Εμπρός! Μην παρασκέφτεσαι. Κι η άρπα σου ας ηχήσει.
Στη λίμνη ως πέφτει το πουλί,και πάει να ξεψυχήσει,
μέλπει η λαλιά του πιο γλυκά και πιο μακριά αντηχάει;
Ν'αναριγούν τότε κανείς οι καλαμιές γρικάει
λυπητερά,κι ανοίγοντας,μια ακόμα,τα φτερά,
με θλίψη τα ύψη το πουλί κοιτάζει ολόγυρά του,
πάει να πετάξει και μεμιάς κομμάτια πέφτει κάτου.
Στην άλλη,βέβαια,τίποτα δεν παίρνει τη ζωή.
Μα,για καιρό,μια θύμηση καημού θα πλέει στο κύμα ΄
κάτι ως λαγούτου που έσπασε λαλιά μαγευτική,
κάτι σα θλίψη μυστική
κι ήχος δακρύων που χύθηκαν σε ολάκριβο ένα μνήμα.
Γι'αυτό τραγούδα! Το στερνό τον ύμνο ν'αρμονίσεις.
Η Δόξα την προσπάθειά σου κοιτάζει γελαστή.
Θυμήσου πως στη γη μιλάς ποιητή
κι οδεύεις προς το θάνατο που πάλι εσύ θα ζήσεις...

Μετάφραση: Κούλης Αλέπης
Πηγή: Παγκόσμια ποιητική ανθολογία "Ταξίδι στην ποίηση",Ναυτίλος

Τα χέρια των ποιητών -ΡΑΝΤΟΥ ΜΠΟΟΥΡΕΑΝΟΥ

Έχω συχνά κρατήσει μες στα χέρια μου
τα χέρια των ποιητών φερμένα από τους τέσσερις ανέμους ΄
απλώνονταν προς την παλάμη μου σαν άστρα
με πέντε ρωμαλέες,ζεστές ακτίνες
που'χαν διασχίσει τις κοσμογονίες
μες από πίκρες χιλιετηρίδων,
τα χέρια των ποιητών που οι λαοί μου απλώσαν.

Δέχτηκα το άγγελμά τους μέσα στην παλάμη μου,
ένιωσα το σφυγμό τους,την επίκλησή τους
και καθένα έχει χαράξει το σημάδι του
που χαράζεται τώρα στα λόγια μου
βαθύ,ανεξίτηλο,
που διαπερνάει τα λόγια μου
με το μεγάλο κοχλασμό της ανταρσίας
και με τη ζωντανή φλόγα της ανθρωπιάς.

Αυτών των τεντωμένων χεριών το λεξιλόγιο
καλλιγραφεί το αλφάβητό του μέσα μας ΄
πάνω στη μαλακιά σελίδα της παλάμης μου
ο ποιητής έχει τυπώσει
με την παλάμη του πιεσμένη στη δική μου
εκείνη τη γραφή που ξεπερνάει τα γράμματα
ανάμεσα στους φαρδιούς ποταμούς του αίματος
κάτω απ'το ουράνιο τόξο του αλησμόνητου
και νιώθω πάντα το άρωμα φρέσκιας μελάνης.

Ένιωσα μέσα στις παλάμες των ποιητών
τα ποιήματα των λαών που περιμένουν άγραφα.
Όταν τα χέρια μας συναντηθήκαν
δεν είχε σβήσει απ'την παλάμη σου,Πάμπλο Νερούντα,
-αν και πλυμένη μ'αλισίβα-η σκοτεινή χαλκογραφία,
η κόλαση των ορυχείων του πυρίτη
κι ο κεραυνός της μνήμης των χιλιανών μεταλλωρύχων.

Με τη μελαχρινή παλάμη σου,Νικόλα Γκιλλέν,
μου σκάλισες στη σάρκα το ζεστό προφίλ της Κούβας,
που μου'φερες για δεύτερη φορά
με το κορμί της νέο,πλυμένο από τα μωλωπίσματα,
ένα βιβλίο-καράβι από τα Καραϊβικά νησιά
με τα πανιά του φουσκωμένα απ'της οργής τον άνεμο
και με την περηφάνεια του που πια δε δένεται
υποταγμένη στο κατάρτι,
το πλοίο σου να ταξιδεύει στ'ανοιχτά της ιστορίας.

Κάποτε,καθώς έφευγες από τη χώρα μας,
την ώρα που το θαλασσί σου βλέμμα μίλαε μόνο με ποιήματα,
την ώρα που ο έλικας έκοψε την ακραία σιωπή,
είδα το χέρι σου στου αεροπλάνου το παράθυρο
κι όλο το σύμπαν το'δα πάνω του συγκεντρωμένο
πανί υφασμένο από τη θλίψη
όπου η καρδιά σου λικνιζόταν θερισμένη
απ'το δρεπάνι της σελήνης,
Ναζίμ.

Στα ριγηλά σου δάχτυλα
μακριά σαν της ελιάς τα φύλλα
ένιωσα το τραγούδι των φαλάγγων
πάνω στ'άπειρα πλήκτρα
της αγάπης και του μίσους,
Γιάννη Ρίτσο.

Κ'είδα το χέρι σου τέλος όμοιο κύμα
που αφήνεται να πάει προς τους βυθούς
ακούοντας πάντα μέσα στους αντίλαλους
την οργή εκείνη της συμπαντικής κραυγής
που απόσπασες απ'τους θανατηφόρους βράχους της Μακρόνησος.

Τα χέρια σας,ποιητές της ελευθερίας,
τα χέρια σας,που'χουνε ξεδιπλώσει
τα ποιήματα και τις σημαίες της πόλης,
τα χέρια σας,
χέρια απλωμένα προς τους λαούς,
τα'χω αγκαλιάσει μες στο εξώφυλλο των δυο χεριών μου
όπως δένουν τα φύλλα ενός βιβλίου.
Το μέγα το τραγούδι,είτε γραμμένο είτε άγραφο,
πληθαίνει κι ανεβάζει μέσα μου την υψηλή έντασή του
ανάβοντας την άστρινη κι ανέσπερη φιλία.

Μετάφραση: Γιάννης  Ρίτσος
Πηγή: Παγκόσμια ποιητική ανθολογία "Ταξίδι στην ποίηση",Ναυτίλος

Ο ποιητής-ΓΚΕΟΡΓΚΕ ΚΟΣΜΠΟΥΚ

Ψυχή 'μαι μέσα στου λαού μου την ψυχή
και τραγουδώ τους πόνους του και τις χαρές του
γιατί δικές μου είναι αδέρφια μου,οι πληγές σας.
Και κλαίω σαν κλαίτε,κατεβάζοντας
το κύπελλο με το φαρμάκι μονορούφι
καθώς της Μοίρας το παιχνίδι ορίζει.
Όπου κι αν έχει χαραχτεί το μονοπάτι σας
μαζί θα πάσχουμε κι αδερφωμένα
Τον ίδιο θα σηκώνομε σταυρό
το ίδιο καρφί θα μας πληγώνει.
Η πίστη κ'η σημαία σας,δική μου πίστη και σημαία.
Δε θα προδώσω τ'άγια των ελπίδων μου
πλάι στα δικά σας άγια θα'ναι πάντα.

Καρδιά'μαι απ'του λαού μου την τρανή καρδιά
και τραγουδώ τις έχτρες του και τις αγάπες.
Σεις παίζετε το ρόλο της φωτιάς κι εγώ του ανέμου.
Είσαστε οι σύντροφοί μου,σύντροφοι της Μοίρας
των τραγουδιών μου,εσείς ο στόχος κ'η αφορμή.
Κι αν κάποτε λαλήσω κάτι που δεν είναι
γραμμένο μες στις Άγιες σας Γραφές,
μπορείς,Πανάγιε Βασιλιά των ουρανών
να μου σφραγίσεις με τον κεραυνό το στόμα.

Κάποιοι νομίζουν ακριβό κ'υπέρτατο
ό,τι είναι μάταιο στου ανθρώπου τ'άλλα μάτια,
Όμως,όποιος γνωρίζει γη και ουράνια να ερευνά
κι όποιος το κάτω με το πάνω γεφυρώνει
πάντα θα ξεχωρίζει "αυτό που είναι" απ' "αυτό που φαίνεται".
Αδέρφια μου,η καρδιά μου σας ανήκει
κι εντός μου βρίσκεται η καρδιά σας.
Στο χάρτη των αιώνων που'ναι για να'ρθούν
όποια και να'ναι η θέση σου,ό,τι κι αν σου ορίσουν
Λαέ μου,θα'μαι πάντα ένα κομμάτι
απ'την ψυχή σου,στους αιώνες των αιώνων.

Μετάφραση:Μελισσάνθη
Πηγή:Νέα παγκόσμια ποιητική ανθολογία Ρίτας Μπούμη-Νίκου Παππά,Διόσκουροι

 

 

 

 Έρευνα-σκέψεις: Αγγελική Καραπάνου

 

Έννεπε Μούσα, Ιστότοπος ποίησης και μουσικής