Όμορφος Οκτώβριος (ποιήματα για τον Οκτώβριο)

Όμορφος Οκτώβριος (ποιήματα για τον Οκτώβριο)

Οκτώβριος! Ένας μήνας που βαδίζει αργά προς τον χειμώνα φορώντας κάθε μέρα κι ένα ρουχαλάκι. Αναπολεί όμως και το καλοκαίρι και τού κλέβει ήλιο και καμιά βόλτα στη θάλασσα. Οι ποιητές τον περπάτησαν λίγο ,μα τον αγάπησαν  περισσότερο τρυφερά και λιγότερο παθιασμένα! Για να δούμε πώς τον ζωγράφισαν!

Οκτώβριος- ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

Στο ταβάνι σχήματα τριαντάφυλλα
και σχήματα αράχνη
τα φώτα κίτρινα θαμπά σκοτεινά
μεγάλα ψάρια στους πράσινους βαθιούς τοίχους
καρφωμένα
αίμα
τρύπιες κουβέρτες και σπασμένα τζάμια
η βροχή
και ξάφνου μέσα στα χέρια μου τα μαλλιά της
το σώμα της και τ’ ανοιχτό στόμα της
μακριά βαθιά πάνω στο βουνό.

Το μυαλό μου κουρασμένο
κι ο αγέρας διάφανος σαν κρύσταλλο
ρολόγια πέφτουν ολοένα και
σπάζουν πάνω στο πλακόστρωτο
σήμερα ο αγέρας δυνάμωσε ακόμη
απ’ το παράθυρο βγήκε ένα χέρι
μέσ’ στον καθρέτη φάνηκε έν’ άλλο χέρι
έδερναν τα μεσάνυχτα
μακριά ακουγόταν ένα βογγητό.

Όλα όσα βλέπω
τα παράξενα όνειρα μου θυμίζουν εσένα
η νύχτα θυμίζει εσένα
ένα μικρό παιδί που κλαίει μου θυμίζει εσένα
κι ο τάφος μου θυμίζει εσένα
όλες οι φωτογραφίες, όλα τα χρώματα
όλα μου θυμίζουν εσένα
και όλα τα αγαπώ για σένα.

Πηγή: https://www.stixoi.info

Οκτώβριος- ΡΕΝΑ ΚΑΡΘΑΙΟΥ

Τα χαλκώματα αγοράζει
και τα φύλλα όλα σκεπάζει .

Με το σάκο του στον ώμο
τριγυρίζει μες στο δρόμο .

Όπου ο Οκτώβρης κι αν αγγίζει
το τοπίο κοκκινίζει .

Ως και τ’ Αη – Δημήτρη το άτι
από μπρούτζο ένα κομμάτι .

Στα χρυσάνθεμα πατάει ,
βρέχει , αστράφτει όπου περνάει .

Με την πρώτη ανατριχίλα
πέφτουν χάλκινα τα φύλλα .

Πηγή: http://homouniversalisgr.blogspot.com

Οκτώβριος -ΣΑΝΤΙ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Οι άνθρωποι κουτσαίνουν τον Οκτώβριο
Συνήθισαν ξυπόλητοι και δε χωράνε
Σε παπούτσια

Εγώ
Δε χωρώ
Ούτε στο δέρμα μου
Το αφήνω στο κρεβάτι και βγαίνω στο μπαλκόνι
Να χαζέψω τους γείτονες
Όλοι τους κουτσαίνουν
Τους χαιρετώ
Ίσα να τους θυμίσω πως υπάρχω
Μα εκείνοι παίρνουν τα πονεμένα πόδια τους
Και κρύβονται πίσω από τις κουρτίνες
Έτσι κι αλλιώς χειμωνιάζει πια

Σύντομα
Θα ξεμείνω εδώ έξω
Χωρίς δέρμα
Χωρίς γείτονες
Πώς θα κουβαλήσω
Τόσα χέρια
Τόση συστολή

Είναι κρίμα
Γιατί έχω ήδη αρχίσει να γέρνω

Πηγή: https://www.stixoi.info

Οκτώβρης -ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΝΔΡΙΟΠΟΥΛΟΣ (Ακυκλοφόρητο)

Οκτώβρης μπήκε και τα φύλλα θα σκορπίσουν
Και σαν χαλί θα απλωθούν πάνω στο χώμα
Και τις στιγμές, που δεν πρόλαβαν να ζήσουν
θα καρτερούν να ονειρευτούνε το χειμώνα...

Οκτώβρης στην αρχή του- ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΣΒΑΝΤΗΣ

Δυό φίδια σταυρωτά
Ὀκτώβρης στήν ἀρχή του. Ἥλιος δειλινός φιλοτεχνοῦσε χρώματα
κοκκινωπά
στίς προσόψεις τῶν σπιτιῶν καί κάπου ξεκινοῦσε κελάιδημα
κοκκινολαίμη.
Ξαφνικά λύνεται ἄνεμος δριμύς, χτυποῦν καμπάνες, ἔξαλλα χειρονομοῦν
τά δέντρα.
Καί μυρίζω χῶμα καί ἄλλο χῶμα, φτυαριές, βάρυνε τόσο πού δέν μπορῶ
να γυρίσω στό ἄλλο πλευρό. Νυχτώνει καί σκοτάδι καταπίνω.
Καί φαίνεται ἡ πομπή, ἀκούω λυγμούς. Ὕστερα πάλι καμπάνες καί
ὁλοένα πιο μακρινός τοῦ κόσμου ὁ ἦχος.
Καί εἶχαν βγεῖ ἄστρα ἐπιτύμβια στόν οὐρανό.
Καί ἐρχόταν ἀπέξω μυρωδιές, τό ρετσίνι τοῦ πέφκου καί τό γιασεμί.
Ὅταν βγῆκα ἐπάνω εἶδα ὁ οὐρανός καθαρότατον ἥλιο ἐπρομηνοῦσε.

Πηγή:Περιοδικό «Το Δέντρο», 2005

Ο ωραίος μήνας Οχτώβρης - ΝΙΚΟΣ ΦΩΚΑΣ

Τόση ευθυμία,τόση ηδονή χωρίς απόφαση,
ανάμεσα στους ίσκιους που μεγαλώνουν για το τέλος
της γιορτής, για το τελικό σκοτάδι.
Τόση παραφορά χωρίς εσένα ή και με σένα ΄
θαρρείς πως θ'άλλαζε τη μοίρα μας αυτή η λιακάδα,
ανάμεσα στην Κοραή και την Ομόνοια ΄
μα ερχόνταν απ'αλλού και πήγαιναν γι'αλλού
τ'ακράτητα παιδιά
κρατώντας μια σημαία μέσα στα χέρια.
Τόσοι νεκροί χάσανε κιόλας από χτες τη σημασία τους,
τόσες γιορτές ΄ κι όμως σαν τίποτα να μην εχάθη,τίποτα
σα να μην έχει πάλι εξήγηση ΄μα κι ίσως
να μη χρειάζεται ΄ και μόνο ο κόσμος
αυτός να χρειάζεται ΄παιδιά,σημαίες, ο καστανός ο φίλος σου,
το φως, τριανταφυλλί καπέλα, μα και πάλι
ίσως και τούτα μια στιγμή να χρειάστηκαν μονάχα
για μιαν ερωτική εξομολόγηση.

Πηγή: Ανθολογία Περάνθη

Οκτώβρης- ΑΛΕΚΟΣ ΣΠΑΝΟΠΟΥΛΟΣ

Μια λύπη ανέκφραστη βαθειά στα στήθη μου έχω κλείσει,
απόψε το φθινόπωρο μ'αγκάλιασε βαρύ,
μοιάζει η ψυχή μου απόμακρο, μοναχικό ξωκλήσι
που μια σιωπή παράξενη το ζώνει θλιβερή.

Οι θάλασσες μας χώρισαν και τα βαθύσκια δάση.
Ένα καράβι, ένας λυγμός. Ένα φιλί στερνό...
Οκτώβρης. Βρέχει. Καταχνιά. Νωρίς που έχει βραδιάσει...
Ω! πόσο λίγο κράτησε το φως τ'αποσπερνό.

Πηγή: ποιητική ανθολογία της Νέας Ελληνικής Γενιάς άγκυρας,1973

Αίμα του Οχτώβρη - ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ

Ροή αμνημόνευτη απ' τις φλέβες τ'ουρανού
Αίμα του Οχτώβρη ω εσύ θάλπος στερνό
Που συντηρείς το παγωμένο άστρο
Γκρίζο πουλί αναδυόμενο από τις πτυχές του πένθους
Ουράνιο τόξο που σωριάστηκες νεκρό πάνω στους κήπους
Διάφανη κόρη ξεφτισμένη σε γνέφαλα
Με τα φτερά της λύπης πίσω από τους ώμους σου
Το αμπάρι άνοιξα του αβέβαιου καιρού
Για να περισυλέξω την συγκομιδή σου:
Βοριάδες και φτεροκοπήματα
Ιστία που χάνονται στ'ανοιχτά
Μια κιμωλία χαράζοντας στη δύση μιαν άλικη γραμμή
Ένα μεγάλο δάκρι που κατρακυλά πάνω στη γη
Άροτρα κι ανοιγμένα αυλάκια
Κι εγκαταλειμμένα όστρακα πάνω στην άμμο
Σπίθες και βλέφαρα καπνού μιαν οπτασία που τρέμει
Στην αχλύ απ' το τζάμι του παραθυριού

Πηγή: Ανθολογία Περάνθη

Υπόφωτο- ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

Βραχνή η περιπέτεια
απ’ το πολύ να λέει
πάει κι αυτό πάει κι αυτό.
Μαλακτικό το φως του Οκτωβρίου.
Το πίνω. Αργά αργά.

Ανακατεύοντας το συνεχώς
προσεκτικά κι αργά.
Μη και χυθεί σταγόνα
από την αίσθηση που ζω
που την πίνω αργά αργά
σ’ ένα πολύ ρηχό φλιτζάνι.

Πολύ ρηχό φλιτζάνι
το φως του Οκτωβρίου.
Έχει ένα λάσκο η ατμόσφαιρα.
Την πας πιο δω πιο κει ανάλογα πού θέλεις
κάτι να αραιώσει, κάτι να γίνει πιο πυκνό.

Έχει η ατμόσφαιρα
αυτό που λέμε λιγοστεύει,
είτε πρόκειται για φως
για Θεό φθινοπώριασμα πίστης
για υπόφωτο έρωτα.

Είν’ η ατμόσφαιρα διασκορπισμένο και σπασμένο
το μακρύ τραγούδι της συνέχειας:
Τι απόγινε, τι απόγινες; Πάει αυτό πάει κι αυτό
τραγουδιστά αποκρίνεται η λακωνική εξαφάνιση.
Αργά αργά μυθιστορίζεσαι.

Έχει ένα άδειασμα η ατμόσφαιρα.
Αραιοκατοικημένη η περιπάθεια.
Εδώ εκεί να φανεί η πλάτη κάποιου φεύγω
πάει κι αυτό πάει κι αυτό.
Άδειες ονοματοφωλιές σ’ εσοχές της φωνής
ξεπουπουλιάσματα ύψους.

Πεινασμένα φωνήεντα
τσιμπάνε με το ράμφος τους
ψόφια τζάμια.
Μια κιτρινίλα. Όχι λαίμαργη.
τρώει αργά αργά το χρώμα.

Μια κιτρινίλα στα φυτά,
στα φιλάλληλα
στα καταφύγια φάρδη.
Μελανίες μελιστάλαχτοι
σέρνουν νεκροφόρες φράσεις
πάει κι αυτό πάει κι αυτό.

Το κόρο του κίτρινου ψέλνει
τη θεία Ακολουθία της απογύμνωσης.
Ύφεση πολυφωνική.
Ακολουθώ. Προσέχοντας πού πατάω.
Παντού σπασμένο μάκρος.

Μαλακιά και σκεπαστική η ατμόσφαιρα.
Έτσι σου `ρχεται να την τραβήξεις ως επάνω
να κουκουλωθείς να μη βλέπεις άλλο
τι γρήγορα κι απρόσεχτα ανακατεύουν οι χαμοί
ό,τι εμείς αργά αργά και προσεκτικά

ανακατεύοντας καθυστερούμε να χυθεί
απ’ το πολύ πολύ ρηχό φλιτζάνι.

 Πηγή: https://www.stixoi.info

Αποστασία -ΝΙΚΟΣ ΑΛΕΞΗΣ ΑΣΛΑΝΟΓΛΟΥ

Το καλοκαίρι κύλησε πολύ γλυκά. Ξεχάσαμε
την άσκηση του νου, τους δύσκολους καιρούς της εγκαρτέρησης,
την καθαρή ανάμνηση δίχως επιστροφή ταχυδρομείου,
την προσευχή γι’ αυτούς που ορίσανε τυραννικά τη σκέψη.
Ωραία πέρασε το καλοκαίρι μας, η αισθηματική μουσική, τα γραμμόφωνα,
τα πάρτι στην ταράτσα της έπαυλης
και μας κερνούσανε τα δυνατά λικέρ κι ύστερα έρχονταν
οι αναπαυτικές σαιζ-λογκ κι ο εύκολος έρωτας
και το φθινόπωρο θα βάραινε μοναχά σαν μια καινούργια αρχή.
Ζήσαμε ένα εξαίσιο καλοκαίρι.
Κι είναι ο Οκτώβρης ένας μήνας στρυφνός και παράξενος
τώρα που έχουμε ξεμάθει πια την άσκηση
και τη σπατάλη της θυσίας.

Πηγή:https://www.stixoi.info

Ποίημα του Οκτώβρη-ΝΤΙΛΑΝ ΤΟΜΑΣ

Ήταν το τριακοστό μου έτος στον ουρανό
Σαν ξύπνησα στο άκουσμα του λιμανιού και του γειτονικού δάσους
Και τη συναγωγή των μυδιών και του ερωδιού
Την ιερωμένη ακτή
Το πρωινό νεύμα
Με την υδάτινη προσευχή και το κάλεσμα του γλάρου και του κόρακα
Και τον χτύπο των ιστιοφόρων πάνω στον μεμβρανώδη τοίχο
Έτοιμος εγώ να πατήσω το πόδι μου
Τη στιγμή εκείνη
Στην κοιμωμένη πόλη και το ταξίδι μου να ξεκινήσει.
Τα γενέθλιά μου ξεκίνησαν με το νερό -
Πετούμενα κι όλα τα πετούμενα των φτερωτών δέντρων ταξίδευαν το όνομά μου
Πάνω από τις φάρμες και τα λευκά άλογα
Κι εγώ ξύπνησα
Ένα βροχερό φθινόπωρο
Και περπάτησα έξω στην μπόρα όλων των ημερών μου
Πλημμυρίδα κι ο ερωδιός βούτηξε σαν πήρα τον δρόμο
Πέρα από την επικράτεια
Ενώ οι πύλες
Της πόλης έκλειναν καθώς η πόλη ξυπνούσε.
Ένα σμάρι κορυδαλλοί σ' ένα σύννεφο
Που κυλούσε κι οι θάμνοι στην άκρη του δρόμου γεμάτοι τιτιβίσματα
Κοτσυφιών κι ο ήλιος του Οκτώβρη
Καλοκαιρινός
Στον ώμο του λόφου,
Εδώ το κλίμα ήταν ήπιο κι οι τραγουδιστές γλυκείς όταν ξάφνου
Φάνηκαν το πρωί εκεί που τριγυρνούσα κι άκουγα
Τη βροχή να στίβει
Τον άνεμο τη ριπή το κρύο
Στο δάσος πέρα εκεί κάτω.
Ξεπλυμένη βροχή πάνω στο λιμάνι που αχνόσβηνε
Και στη θαλασσόβρεχτη εκκλησία στο μέγεθος σαλιγκαριού
Με τις κεραίες ορθωμένες μες στην ομίχλη και το κάστρο
Καφετί σαν κουκουβάγια
Μα όλοι οι κήποι
Της άνοιξης και του καλοκαιριού άνθιζαν ανάμεσα σε φανταστικές ιστορίες
Πέρα από την επικράτεια και κάτω από το σύννεφο γεμάτο κορυδαλλούς.
Εκεί θα μπορούσα να καμαρώνω
Τα γενέθλιά μου
Ακόμα μα ο καιρός άλλαξε.
Τράβηξε μακριά από τη χαρμόσυνη πατρίδα
Κι ο άλλος αγέρας κι ο γαλανός αλλαγμένος ουρανός
Άφησαν να κυλήσει ξανά εκεί κάτω ένα θαύμα καλοκαιριού
Με μήλα
Αχλάδια και κόκκινα μούρα
Κι είδα στην αλλαγή τόσο καθαρά ενός παιδιού
Τα ξεχασμένα πρωινά σαν περπατούσε με τη μητέρα του
Ανάμεσα στις παραβολές
Του ηλιόφωτου
Και τους θρύλους των πράσινων παρεκκλησιών
Και τους διπλοειπωμένους αγρούς της νηπιακής ηλικίας
Που τα δάκρυά του έκαψαν τα μάγουλά μου κι η καρδιά του σκίρτησε στη δική μου.
Τούτα ήταν τα δάση ο ποταμός κι η θάλασσα
Εκεί που ένα αγόρι
Στο φιλήκοο
Καλοκαίρι των νεκρών ψιθύρισε την αλήθεια της χαράς του
Στα δέντρα και τις πέτρες και τα ψάρια του αλμυρού νερού.
Και το μυστήριο
Τραγουδούσε ολοζώντανο
Ακόμα μες στο νερό και το τιτίβισμα των πουλιών.
Κι εκεί θα μπορούσα να καμαρώνω τα γενέθλιά μου
Ακόμα μα ο καιρός άλλαξε. Κι η αληθινή
Χαρά του πολύχρονου νεκρού παιδιού τραγουδούσε φλεγόμενη
Στον ήλιο.
Ήταν το τριακοστό μου
Έτος στον ουρανό κι εγώ στεκόμουν εκεί στο καλοκαιρινό μεσημέρι
Παρ' όλο που η πόλη κάτω κειτόταν φυλλοσκεπής με το αίμα του Οκτώβρη.
Είθε η αλήθεια της καρδιάς μου
να τραγουδηθεί ξανά
Σε τούτον εδώ τον ψηλό λόφο και του χρόνου. 

Ειδικά όταν ο άνεμος του Οκτώβρη-ΝΤΙΛΑΝ ΤΟΜΑΣ

Ειδικά όταν ο άνεµος του Οκτώβρη
µε δάχτυλα ξεπαγιασµένα µαστίζει τα µαλλιά µου,
πιασµένος στη δαγκάνα του ήλιου, ανάβω δρόµο
και αναπτύσσω ίσκιο κάβουρα στη γη.
Πουλιά χαλούν τον κόσµο την ακτή,
βήχουν κοράκια στα παλούκια του χειµώνα,
κι ανάστατη η καρδιά µου τροµάζει τη λαλιά της,
χύνει το αίµα συλλαβών κι αποξηραίνει λέξεις

Επιπρόσθετα, κλεισµένος σ’ έναν πύργο λεκτικό,
επισηµαίνω προς το βάθος του ορίζοντα να φεύγουν
προτάσεις σαν βαθύσκιωτες γυναίκες φυλλωσιές,
σειρές ολόκληρες αστρόφραστα παιδιά στο πάρκο.
Κάποιοι γυρεύουν να σε φτιάξω από φωνήεντες οξιές,
κάποιοι από δρύινες φωνές, µε ρίζες
ποικίλων όσων αγκαθιών να σε υποµνήσω,
κι άλλοι µε λόγια του νερού γυρεύουν να σε πλάσω.

Πίσω απ’ το βάζο µε τις φτέρες αιωρείται το εκκρεµές, µου λέει τη λέξη απ’ ώρα, το µήνυµα του νεύρου πετάει στης πλάκας την αιχµή, το πρωινό αναγγέλλει στον κόκορα ποιος άνεµος φυσάει. Κάποιοι γυρεύουν να σε φτιάξω απ’ τα σηµεία των αγρών· σηµατωρός χορτάρι, που µου δείχνει όσα γνωρίζω, στο µάτι αποχωρίζεται χειµώνα και σκουλήκι. Με τις ντροπές του κόρακα άλλοι γυρεύουν να σε πλάσω.

Μετάφραση : Γιώργος Μπλάνας
Πηγή: http://homouniversalisgr.blogspot.com

Από τη Νύχτα του Οχτωβρίου -ΑΛΦΡΕ ΝΤΕ ΜΙΣΕ

Άνθρωπε,αν είσαι αδύναμος κι αν σου είναι δύσκολο πολύ
Να συγχωρέσεις το κακό που ο άλλος σου έχει κάνει
Αλάφρωσε τον πόνο σου απ' την κακία του Μίσους
Κι αν δεν μπορείς να συγχωρείς,ζήτα τη Λησμονιά!...
Γαλήνια,κείτονται οι νεκροί στης γης την αγκαλιά
Το ίδιο ας γείρουν τα παλιά, σβησμένα αισθήματά μας
Κι αν της καρδιάς τα λείψανα ολίγη στάχτη αφήνουν
Στ'απομεινάρια τα ιερά το χέρι ας μην περνά!

Άπραγος είν' ο άνθρωπος και δάσκαλός του ο Πόνος! ...
Κι όποιος δεν πόνεσε ποτέ, δεν ένιωσε ποιος είναι
Νόμος σκληρός, μα υπέρτατος κι αιώνιος πάντα νόμος
Παλιός, όσο κι η Μοίρα μας, κι ο κόσμος κι η ζωή...
Είναι γραφτό να παίρνουμε το βάφτισμα του Πόνου
Κι όλα να τ'αγοράζουμε με τέτοια πληρωμή!...
Δροσιά, ζητάει κι η βλάστηση για να'ρθει να ωριμάσει
Με δάκρυα φτάνει ο άνθρωπος στο νόημα το βαθύ
Κι έχει χαρά για σύμβολο ένα φυτό γερμένο
Λουλουδιασμένο, μα υγρό ακόμα απ' τη βροχή...

Πηγή: Παγκόσμιος ποιητική ανθολογία Ρίτας Μπούμη- Νίκου Παπά,Εκδόσεις Γεωργίου Παπαδημητρίου,1953

Ποίημα του Οκτωβρίου- ΤΑΜΟΥΡΑ ΡΙΟΥΙΚΙ

Η κρίση είναι μια από τις ιδιότητές μου. Κάτω απ' την απαλή μου
επιδερμίδα, θύελλα βίαιων παθών βρουχιέται ΄ ριγμένο
στην έρημη ακροθαλασσιά κείτεται το καινούργιο σώμα.

Ο Οκτώβρης είναι το βασίλειό μου. Πράγματα χαμένα
για ν'αναζητήσουν, φεύγουν τα τρυφερά μου χέρια ΄
πράγματα φευγαλέα προσέχουν τα μικρά μου μάτια ΄
τα λεπτά αυτιά μου τη σιωπήν ακούνε του θανάτου.

Ο φόβος είναι μια από τις ιδιότητές μου. Στο πλούσιο αίμα
μου, κυλά ο καταστροφέας των πάντων χρόνος. Μια καινούργια
πείνα πεινά ο ψυχρός και ριγηλός αέρας του Οκτωβρίου.

Ο Οκτώβρης είναι το βασίλειό μου. Κάθε πόλη
κατέχει, κάτω απ' τη βροχή, η νεκρή στρατιά μου.
Η πεθαμένη αεροπορία μου πλανιέται πάνω από το πνεύμα.
Οι πεθαμένοι μου γονείς, όπως κι οι πεθαμένοι όλοι,στενάζουν.

Μετάφραση: Άρης Δικταίος
Πηγή: Παγκόσμια ποιητική ανθολογία "Ταξίδι στην ποίηση", Ναυτίλος

Ποιος -ΣΙΛΒΙΑ ΠΛΑΘ

Ο μήνας της ανθοφορίας τελείωσε. Τα φρούτα μαζεύτηκαν,
Φαγώθηκαν ή σάπισαν. Είμαι ολόκληρη στόμα.
Οκτώβρης, ο μήνας της αποθήκευσης.

Αυτό το υπόστεγο, μουχλιασμένο σαν στομάχι μούμιας:
Παλιά εργαλεία, χερούλια και σκουριασμένοι χαυλιόδοντες.
Είμαι σαν στο σπίτι μου εδώ, ανάμεσα στα νεκρά κεφάλια.

Άσε με να καθίσω μέσα σ’ ένα ανθοδοχείο,
Οι αράχνες δε θα το προσέξουν.
Η καρδιά μου κομμένο γεράνι.

Τουλάχιστον ο άνεμος ας άφηνε ήσυχα τα πνευμόνια μου.
Σκυλίσιο σώμα οσφραίνεται τα πέταλα. Ανθίζουν ανάποδα.
Κροταλίζουν σαν ορτανσίες.

Κεφάλια με παρηγορούν καθώς σαπίζουν,
καρφωμένα στα δοκάρια της στέγης από χθες:
Τρόφιμοι ιδρύματος που δεν πέφτουν σε χειμερία νάρκη.

Λάχανα: σκουληκιασμένο μωβ, βερνίκι ασημί,
Ένδυμα μουλαρίσιων αυτιών, κελύφη νυχτοπεταλούδας
αλλά με πράσινη καρδιά
Οι φλέβες τους άσπρες σαν ξύγκι γουρουνιού.

Ω η ομορφιά της συνήθειας!
Οι πορτοκαλιές κολοκύθες δεν έχουν μάτια.
Τούτοι οι διάδρομοι γεμάτοι γυναίκες που νομίζουν πως
είναι πουλιά.

Ιδού ένα σχολείο βαρετό.
Είμαι ρίζα, είμαι πέτρα, ένας σβώλος κουκουβάγιας,
Χωρίς όνειρο κανένα.

Μητέρα, είσαι το μοναδικό στόμα
Για το οποίο θα γινόμουν η γλώσσα του. Μητέρα της ετερότητας
Φάγε με. Ρωγμή στο καλάθι των αχρήστων, σκιά των εισόδων.

Είπα: Πρέπει να το θυμάμαι αυτό από τότε που ήμουν μικρή.
Υπήρχαν τόσο τεράστια λουλούδια,
Πορφυρά και κόκκινα στόματα, παντελώς αξιαγάπητα.

Τα στεφάνια από κλαδιά βατομουριάς μ’ έκαναν να κλαίω.
Τώρα με ανάβουν σαν ηλεκτρική λυχνία.
Για βδομάδες δεν μπορώ να θυμηθώ απολύτως τίποτε.

Πηγή: https://www.stixoi.info 

Οι άγριοι κύκνοι -ΟΥΙΛΙΑΜ ΜΠΑΤΛΕΡ ΓΕΪΤΣ

Τα δέντρα το φθινόπωρο είναι ωραία,
τα μονοπάτια είναι ξερά.
Τον ουρανό στου Οκτώβρη το λυκόφως
αντιφεγγίζουν τα νερά·
στη λίμνη τη γεμάτη μες τις πέτρες
πενήντα κύκνοι είναι κι εννιά.

Το δέκατο ένατο φθινόπωρο ήρθε
στα μέρη ετούτα τα ίδια·
πριν τους μετρήσω, στα φτερά τους βλέπω
να υψώνονται όλοι αιφνίδια
με βοή, και να σκορπίζουν σε μεγάλα
σπασμένα δαχτυλίδια.

Είναι η καρδιά μου πικραμένη, αφού είδα
τα πλάσματα τα λαμπερά.
Όλα απ’ τη δύση αλλάξανε, που ακούοντας
στην όχθη αυτή πρώτη φορά
ψηλά τον χτύπο των φτερών τους, γίναν
τα βήματά μου μου πιο ελαφρά.

Ανέμελα ζευγάρια ακόμα πλέκουν
μαζί στο παγωμένο ρέμα
ή ανέρχονται στον αέρα, στην καρδιά τους
δεν πάγωσεν ακόμη το αίμα,
γιατί το πάθος κι η αρπαγή, όπου πάνε
καρφώνουν πάνω τους το βλέμμα.

Αλλά στ’ ακίνητο νερό κυλάνε,
μυστήριο τώρα κι ομορφιά·
πλάι σε ποια λίμνη ή κρήνη, σε ποια βούρλα
θα χτίσουν μέσα τη φωλιά
και θα τους καμαρώσουν σαν ξυπνήσω
και δω πως πέταξαν μακριά;

Mετάφραση: Γιώργος Βαρθαλίτης
Πηγή: https://pyroessa-logotimis.blogspot.com

Έρευνα-επιμέλεια αφιερώματος : Αγγελική Καραπάνου