Το χιόνι στην ποίηση (Ποιήματα)

Το χιόνι στην ποίηση (Ποιήματα)

Το χιόνι της καρδιάς μας...Λευκός μανδύας της φύσης. Ψύχος, ατέλειωτο παιχνίδι, μα κι ασύγκριτη ομορφιά που αιχμαλωτίζει. Για ν' ακούσουμε τι μας σιγοψιθύρισαν οι ποιητές!

Το χιόνι-ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

Το χιόνι είναι άσπρο, μαλακό σαν τελειωμένος έρωτας, -είπε.
Έπεσε απρόσμενα, τη νύχτα, μ’ όλη τη σοφή σιωπή του.
Το πρωί, λαμποκοπούσε ολόλευκη η εξαγνισμένη πολιτεία.
Μια παλιά στάμνα, πεταμένη στην αυλή, ήταν ένα άγαλμα.
Εκείνος ένοιωσε την κοφτερή ψυχρότητα του πάγου,
την απεραντοσύνη της λευκότητας, σαν άθλο του προσωπικό
μονάχα μια στιγμή ανησύχησε: μήπως και δεν του απόμενε
τίποτα πια θερμό να το παγώσει, μήπως και δεν ήταν
μια νίκη του χιονιού, μα απλώς μια ουδέτερη γαλήνη,
μια ελευθερία χωρίς αντίπαλο και δόξα.
Βγήκε λοιπόν αμήχανος στο δρόμο, κι όπως είδε το χιονάνθρωπο
που φτιάχναν τα παιδιά, πλησίασε και του ‘βαλε
δυο σβηστά κάρβουνα για μάτια, χαμογέλασε αόριστα
κ’ έπαιξε χιονοπόλεμο μαζί τους ως τ’ απόγευμα.

Πηγή: Γιάννης Ρίτσος, «Το χιόνι»

Χιόνι- ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

Τι καλά που ’ναι στο σπίτι μας
τώρα που όξω πέφτει χιόνι!
Το μπερντέ παραμερίζοντας,
τ’ άσπρο βλέπω εκεί σεντόνι
να σκεπάζει όλα τα πράματα:
δρόμους, σπίτια, δένδρα, φύλλα.
Πόσο βλέπω μ’ ευχαρίστηση
μαζεμένη τόση ασπρίλα!

Όμως κάτου, τουρτουρίζοντας
το κορίτσι εκείνο τρέχει.
Τώρα στάθηκε στην πόρτα μας,
ψωμί λέγει πως δεν έχει,
πως κρυώνει, πως επάγωσε…
«Έλα μέσα, κοριτσάκι.
Το τραπέζι μας εστρώθηκε
κι αναμμένο είναι το τζάκι.»

Πηγή:Τραγούδια για παιδιά,1919-1922

Χιονισμένη νύχτα- ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ

Πλατιά το χιόνι στρώθηκε
σε κάμπους και σε δάση,
γυάλινα κάστρα τα βουνά,
λευκό όνειρο είν'η πλάση.

Κι απάνω της,βαθιά,βουβή
νυχτιά και παγωμένη,
δεν αναδεύεται κλαδί,
πνοή δεν ανασαίνει.

Ούτε προβάτου βέλασμα
ούτε ένα κλάμα γκιώνη,
γύρω παντού ένα σάβανο
απλώνεται το χιόνι.

Κι από ψηλά στην άπειρη
κι άλαλη αυτή κρυάδα
τ'αχνό φεγγάρι ολότρεμο
σα νεκρική λαμπάδα.

Πηγή: Μεγάλη σχολική ποιητική ανθολογία,Εκδόσεις Μητρέλη,Πάτραι 

Το χιόνι-ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΤΡΑΤΗΓΗΣ

Το χιόνι! Το χιόνι!

Σαν ήμουν μικρό,
-ω κάτασπροι χρόνοι!-
φοβούμουν το χιόνι,
κι η αθώα μου ψυχή
με μάτι νεκρό
και δάκρια βροχή
θωρούσε ν’ απλώνει
φαρμάκι πικρό
να στρώνει
πελώριο,μακρό,
στις στέγες σεντόνι
το χιόνι.

Και μες στις τολύπες
θαρρούσε λευκά
-ω φόβοι! Κι ω λύπες!-
στοιχειά ξωτικά,
πως βγαίναν σωρό
κι εστριφογυρίζανε
κι εστήναν χορό
στο χιόνι,στο χιόνι.

Το χιόνι! Το χιόνι!

Μεγάλωσα τώρα,
-ω μαύροι μου χρόνοι!
και μ’άσπρα μαλλιά
του χρόνου τα δώρα
να βλέπω αγαπώ,
ν’απλώνει στη χώρα
μ’αχνή σιγαλιά
βουβό κι αγριωπό,
σα θεόρατη αράχνη,
που μέσα στην πάχνη
υφαίνει και στρώνει
κι απλώνει
σαν τάφου αγκαλιά
Το χιόνι…

Πηγή: Ανθολογία Περάνθη 

Χιόνια στο καμπαναριό-ΣΤΕΛΙΟΣ ΣΠΕΡΑΝΤΖΑΣ
(Γραμμένο  πάνω σε γερμανική μελωδία)

Χιόνια στο καμπαναριό
που Χριστούγεννα σημαίνει
Χιόνια στο καμπαναριό
ξύπνησε όλο το χωριό

Ντιν ντιν νταν

Κι όλοι παν στην εκκλησιά
το Χριστό να προσκυνήσουν
Κι όλοι παν στην εκκλησιά
λάμπει απόψε η Παναγιά

Ντιν ντιν νταν

Στην ολόφωτη εκκλησιά
ώρα πια κι εμείς να πάμε.
Στην ολόφωτη εκκλησιά
με καθάρια φορεσιά.

Ντιν ντιν νταν

Κι ας τραβήξουμε μπροστά
μ’ αναμμένα φαναράκια.
Κι ας τραβήξουμε μπροστά
τυλιγμένοι στα ζεστά.

Ντιν ντιν νταν

Εγεννήθηκες χωρίς
στρωματάκι,καλέ μας Χριστούλη.
Εγεννήθηκες χωρίς
μια σκουφίτσα να φορείς.

Ντιν ντιν νταν

Κι όμως μες στο στάβλο εκεί
Σε προσκύνησ' όλη η πλάση.
Κι όμως μες στο στάβλο εκεί
Μάγοι,πρίγκιπες,σοφοί.

Ντιν ντιν νταν

Γιατ' Εσύ 'σαι ο πιο τρανός
βασιλιάς όλου του κόσμου.
Γιατ' Εσύ 'σαι ο πιο τρανός
που δοξάζει ο ουρανός.

Ντιν ντιν νταν

Πηγή:τα ποιήματα & τα τραγούδια του δημοτικού σχολείου,Κλεοφίλης Κολίση-Χατζηκώστα

Χιόνι- ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

Χιόνι που πέφτει έξω!
σαν παγοπώλης του θανάτου
ο Θεός
με κόκκινα απ' τον πυρετό
τα μάτια

Καπνός Θεού στη στέγη
ουρλιάζει η γυναίκα
στο κρεβάτι
σαν παγωμένο περιστέρι
χιόνι που πέφτει έξω

Πηγή: Τα φάσματα ή Η χαρά στον άλλο δρόμο, 1958

Το χιόνι-ΑΝΕΣΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ

Στον Κρίτωνα Ζωάκο

Χιονίζει πάλι σήμερα.
Απ’ το παράθυρό μου
βλέπω τα δέντρα, τις στέγες των αντικρινών
σπιτιών, όλα μες στ’ άσπρα.
Θυμάμαι
ένα πρωί, σαν ήμασταν παιδιά -χαράματα ήταν
κι έτσι και τότε χιόνιζε- βγαίνω στον κήπο
και βρίσκω τ’ αδερφάκι μου.
Είχε ανοίξει
μια τρύπα μες στο χιόνι κι είχε μπει
μέσα κι έπαιζ’ εκεί με τ’ αρκουδάκι του.
Τι κάνεις
εδώ, του λέω, μονάχος, δεν κρυώνεις;

Δεν θα ξαναγυρίσω σπίτι σας, άκουσα τη φωνή του
οδυνηρά αινιγματική, γεμάτη πείσμα
και μια κακία που δε θα λησμονήσω
-κι έλαμπαν στο μισόφωτο τα ωραία του μάτια,
για ν’ απομείνει εκεί στους άθλιους πάγους
για ν’ απομείνει εκεί ανεξήγητα
παρ’ όλες έκτοτε τις συνεχείς εκκλήσεις μου.

Τη μέρα εκείνη μίσησα το χιόνι
κι ορθός, σε στάση προσοχής, μπρος στ’ αδερφάκι μου
ορκίστηκα να το πολεμώ μέχρι θανάτου.

Αυτά ήτανε τα πρώτα μου μαθήματα
πολύ προτού μάθω την αλφαβήτα.
Αργότερα,
όσο ο καιρός περνούσε κι ένιωθα
να μου έχει δωρηθεί από τους θεούς
της ομιλίας η χάρη, είναι γνωστό το χιόνι
πως όχι μόνο το κατάγγειλα με χίλιους τρόπους
παρά πως του αφιέρωσα για να το στιγματίσω
τις πιο παράφορες, πιο ρωμαλέες στροφές της ποίησής μου.

Σήμερα ωστόσο,
μισό σχεδόν αιώνα απ’ το πρωί εκείνο
των πρώτων παιδικών μου χρόνων,
χιονίζει πάλι.
Απ’ το παράθυρό μου
βλέπω τα δέντρα, τις στέγες των αντικρινών
σπιτιών, όλα μες στ’ άσπρα.

Πέφτει το χιόνι τώρα και σκεπάζει
με μια δική του απόρρητη δικαιοσύνη
τις πράξεις και τις παραλείψεις μας
τις χαρές και τις λύπες μας
τα μεγαλόπνοα σχέδια και τις μικρότητές μας
τους έρωτες
τις φιλίες
τα λάθη μας και τις εξάρσεις.

Κατευνάζει την αλαζονεία∙
διδάσκει την ισότητα∙
χορηγεί την ειρήνη.

Χιόνι της Ευσπλαχνίας -όχι της Ορφάνιας.
Χιόνι της Συγκατάβασης -όχι της Τιμωρίας.

Χιόνι της μυστικής αγάπης πια.

Πηγή: Το χιόνι και η ερήμωση, εκδόσεις χειρόγραφα, 1994

Tραγουδάς το χιόνι από το σπίτι;..- ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΥΡΙΑΖΗΣ

Tραγουδάς το χιόνι από το σπίτι;
μέσα στη ζεστή σου γειτονιά;
Nα το τραγουδήσεις απ' του αλήτη,
κι αν μπορείς, την ξέσκεπη γωνιά.

Nα το τραγουδήσεις με το χτίστη,
στ' ανεμοδαρμένο του γιαπί·
με την εργατιά, γεμάτη πίστη,
που τους πάγους σπάει με το τσαπί.

Nα το τραγουδήσεις ζευγολάτης,
της κρουσταλλιασμένης γης σποριάς·
στα ψηλά γιδόστρατα αγωγιάτης,
που στο χιόνι τα 'θαψε ο βοριάς.

Nα το τραγουδήσεις στο σοκάκι,
σαν εμένα, κι όπως, μια βραδιά,
χιόνι, από το τρύπιο μου σακάκι,
γέμιζε την άδεια μου καρδιά.

Πηγή: Στην παλιά στράτα του χωριού, 1925

Ο θάνατος το στρώνει- ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ

Μαύρες κουκκίδες
Διάττοντες στο χιόνι
Σήμα μικρό που χάνεται στη θέα
Να κάνει σκι πάνω σε μια νιφάδα
Το βρίσκει άλλη νιφάδα και το λιώνει
Λιώνει κι αυτή
Χιόνι στο χιόνι
Βέρμιο Φτερόλακκα ψηλά βουνά
Ο χρόνος-
Κι ο θάνατος το στρώνει

Πηγή: Ο θάνατος το στρώνει, εκδόσεις Ύψιλον, 1988

Έπειτα χιόνισε- ΖΕΦΗ ΔΑΡΑΚΗ

Έπειτα χιόνισε αποκλειστήκανε χωριά
ληστεύανε το χιόνι
τρώγαν τα ωδικά πουλιά
Ο άλλος δεν ήθελε να τους βάλει
μέσα στο σπίτι του σκονισμένα βάζα
σκονισμένα καθίσματα στημένα σαν δράκοι
στις γωνιές
Κι απ'έξω ας βράχνιαζε ο ουρανός
απ'το τραγούδι
μεθυσμένος ο αέρας δεν έπαιρνε ανάσα
το χιόνι έξω απ'τις σκηνές άρχισε να παγώνει
Στα σεντόνια της φυτρώνανε
γαλάζιες εξοχές
έπειτα πέθαιναν - πρόωρα παιδιά

Αλίμονο στους γέρους
Φορτώθηκαν κάτι παλιά ρολόγια
και τρέχανε στα παζάρια
με πρόσωπα μαύρα απ'το χρόνο
Κι ο χάροντας πηδούσε διψασμένος
από κλώνο σε κλώνο

Πηγή: Ο άνεμος και τα ρολόγια

Δεύτερο χιόνι-ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΠΛΑΣΤΗΡΑ

Χιονίζει
και πέφτουν
στη σούπα μου
ψέματα

σηκώνω
κλαδιά
να φανεί
το παράθυρο

Πηγή: Το φως που βλέπουμε τώρα, εκδόσεις Στιγμή, 1986

Το χιόνι σε περίμενε ή (Αδυναμία)- ΜΑΡΙΑ ΚΑΡΔΑΤΟΥ

Σαν έκαψες τις γέφυρες
πίσω σου,
το χιόνι σε περίμενε
στη στροφή.
Δικό σου το πρόβλημα
η λύση του
δική σου
Πρόσεξε μόνο
γλυκά μη γείρεις.
Στο χιόνι
ο ύπνος θάνατος

Απρίλης ’84

Πηγή: Ερωτικός ένοικος, 1987



Παλιά χιονισμένα πράγματα- ΑΛΕΞΗΣ ΤΡΑΪΑΝΟΣ

[ Θανάτοψις]

Το καθετί μου έξω από μένα πηγαίνει
Προς την επιστραμμένη σκιά του πλησιάζοντας
Τρίβοντας μέρες δίχως ήχο
Τρίβοντας κουρέλια από ουρανό
Τα τελευταία μονοπάτια του καπνού

Ως πού θα σε πάει ο καπνός
Ως πού θα σε πάει μάταιο φως μου
Χυμένο στο καθετί έξω από μένα

Στο πρόσωπό μου ρέει μόνο η νύχτα
Εδώ και καιρό πολύ δε θυμάμαι
Έχει εγκατασταθεί μαζεύοντας όλη μου τη ζωή
Σ’ ανάμνηση ζωής
Όλα μου τα πράγματα
Μιαν ανάμνηση πραγμάτων κάνοντας

Πόσο εξαντλημένος είναι ο χώρος
Πόσο είμαι εξαντλημένος ανάμεσα σε τόσα είδωλα
Παλιά χιονισμένα πράγματα

Έχει χιονίσει ο θάνατος έχει γεράσει
Πριν να γεράσει η ζωή
Πριν πριν ακόμα τις μέρες της μετρήσει
Σε μια κλειστή σελήνη
Πριν πριν ακόμα τα μάτια της ανοίξουν ανυπεράσπιστα
Μέσα στην πιο έκπαγλη άνοιξη
Πριν να γεράσει δε θα ζήσει
Κιόλας ο θάνατος έχει γεράσει μέσα της
Που απ’ τη λιγότερη νύχτα στην περισσότερη τη φέρνει
Πιο γυμνή

Πηγή: Μικρές μέρες, 1973

Αύριο θα χιονίσει- ΑΛΕΞΗΣ ΤΡΑΪΑΝΟΣ

[Cancerpoems]

Αύριο θα χιονίσει

Είχε τόσα χρόνια
Το χιόνι τα μάτια να βρεθούν κάποτε

Ακούω το χάλκινο χιόνι

Χιονίζει πολύ απ’ τις κλειστές χαραμάδες του γέλιου σου
Έναν κόσμο αποφλοιωμένον από κάθε μυαλό

Παρανοϊκή επέρχεται η μνήμη δίχως κανένα ζωικό παρελθόν

Από πράγματα που απουσιάσαν στη σιωπή
Σκέφτομαι τη ζωή προτού σχηματιστεί σε ζωή
Από ξανά απουσία ζωής αποσυρμένης απ’ τη ζωή
Μιας νύχτας πολύ απόντων πραγμάτων
Ή μιας αινιγματικής βροχής απ’ το κενό
Ένα τόσο σαθρό
Όπως ο χρόνος βαθύς και απών
Ζαλισμένος σε γαλάζια σύννεφα
Από καπνό
Δε θυμάται πότε ξανασυνέβη πάλι αυτό
Αυτό το πούσι από καπνό και σαν τάφος
Χωρίς κανένα ύφος γκρι στους κροτάφους
Σ’ ένα παράθυρο που κάθομαι χωρίς να μιλώ
Γιατί έζησα χρόνια μέσα σε γκρι παράθυρα και στο μαύρο
Γιατί έζησα χρόνια καπνίζοντας μες στο μαύρο
Με την κάθε μου σκέψη διαλυμένη προτού σχηματιστεί σε σκέψη
Από κανέναν κοντά κι ένα στόμα γεμάτο σκουριά

Ώρα της νύχτας κακιά
Μόνο στα έρημα μάτια Αυτά έχω στα χέρια μου
Μα ήδη αυτό που συνέβη είναι πάρα πολύ
Δεν έχει καμιά σχέση με τη ζωή
Δε θυμάται τίποτα απ’ αυτή
Ίσως να μη συνέβη ποτέ
Ούτε στη μνήμη

Ταραγμένος αναπνέει ο χρόνος
Και τώρα δε συνηθίζω ούτε να σε ξεσκονίζω ζωή

Γυρνώ πότε πότε το μάτι μου μέσα σου

Ό,τι με κουράζει τώρα είναι από πολύ παλιά

Μια αμνησία πολύ απόντων πραγμάτων

Ο χρόνος σε μικρά θραύσματα από πύον και παρελθόν
Με μερικά απαίσια θαύματα
Επανερχόμενος και άσπρος
Ο χώρος σαν χρόνος
Και άσπρος που

Ακούω το χιόνι
Τη ζωή προτού συμβεί
Και σχηματιστεί σε ζωή

Πηγή:Το δεύτερο μάτι του Κύκλωπα / Cancerpoems, 1977

Χιόνι-ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ 

Εκεί ψηλά πια δεν υπάρχει κανένας
Μακριά σημαίνουν καμπάνες.

Έξω η νύχτα παραμονεύει
Γεμάτη φυλλώματα
Ορθάνοιχτα μάτια
Εχθρικούς καθρέφτες.

Νεκρά τα πλοία μες στην ομίχλη
Η σιωπή μια πληγή δίχως όνομα
Το δάσος βελούδινο.

Μια παιδούλα κοιμάται στον ίσκιο του
Απ’ την ανάσα της
Γεννιούνται αδιάκοπα
Άστρα λευκά.

Πηγή: Νεοελληνική Ποιητική Ανθολογία Παπύρου, Δύο Αιώνες Νεοελληνικής Ποίησης

Το παλιό χιόνι (διασκευή)- ΜΙΜΗΣ ΣΟΥΛΙΩΤΗΣ

Ψηλά και πάνω στο παλιό το χιόνι
έπεσε το πρώτο φρέσικο χιονάκι
κατάξερο σαν κονφετί, σούσλικ
στην παλιά τη γλώσσα. Το σκάψαν
και μέσα στο σκαμμένο βάλαν στρώμα
και πάνω στο στρώμα την αγάπη τους,
αντικρισμένοι στα γόνατα,
λευκόασπρα πρόσωπα στο βουνό,
κι ασημένιες ανταύγειες της αγάπης που έπιασαν,
ο ένας τη φώτιζε εκείνην κι εκείνη τον δικό της,
ένας νέος και μια νέα,
όπως τους ψάλλει το βαλκανικό τραγούδι,
πάνω στο μισοχωμένο στρώμα,
πάνω στο περσινό σκαμμένο χιόνι,
που είχε πέσει πριν από το πρώτο φετινό,
με λόγια κι αξιώσεις για αιωνιότητα
στην κορυφή τού άσπιλου βουνού.

Πηγή: Υγρά ,2000

Το χιόνι - ΠΕΤΡΟΣ ΓΚΟΛΙΤΣΗΣ

[Πολυάνδρειο (Ωχρόλευκα και αιματωπά)]

Μια αίσθηση ζωής
νηπιακής
παιδί πέφτω στο παιδί
που ήμουν
–σαν χιόνι–
και είμαι
μια αίσθηση εαυτού
που περιέχει
τα μελλούμενα
ως ήδη τετελεσμένα
η απόσταση μειώνεται
τα χιόνια φεύγουν
αφήνουν πίσω τους
τσιμέντο

Πηγή:Το τριβείο του χρόνου, 2013

Χιόνι και άνθη-ΝΙΚΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ

Πρόλαβε και μπήκε μες στο σπίτι
κλείνοντας έξω τη χιονοθύελλα
και τα ουρλιάσματα του ανέμου.

Γαλατένια ροή φωτός στους τοίχους, θαλπωρή.
Το παλτό και η κουκούλα στην κρεμάστρα.
Βήματα απαλά πίσω απ’ την πλάτη
τολύπες χιονιού που συσσωρεύονται
ανάμεσα στις γρίλιες.

Ριπή ανέμου πάνω στις αμυγδαλιές,
ζεστό το αίμα γύρω από την κοφτερή
λεπίδα. Η πόρτα ορθάνοιχτη.

Χιόνι και άνθη, χιόνι και άνθη
πάνω στο δάπεδο, πάνω στην καρέκλα,
πάνω στο γυμνό, παγωμένο σώμα.

Πηγή:Ίσκιοι, 1987

Χιονισμένα βουνά- ΛΗΔΑ-ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΘΕΜΕΛΗ

Τα χιονισμένα βουνά
κρυσταλλωμένες μορφές
ακίνητες ασάλευτες βουβές.

Σκίτσα μ’ ευθείες γραμμές
και οι καμπύλες
πάνω στο πύρινο φόντο
του ηλιοβασιλέματος.

Πηγή: Κρίσιμες στιγμές, 2010

Χιονισμένο τοπίο- ΛΗΔΑ-ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΘΕΜΕΛΗ

Ένα τοπίο μονότονο
απέραντο
μοναχικό
είναι το χιονισμένο τοπίο.

Αστροφεγγιά μετά το χιόνι
το τοπίο φωτίζεται
κι η λευκή αγνότητά του
μας εξαγνίζει.

Μην πατάτε το χιόνι,
μην το λερώνετε.

Πηγή:Κρίσιμες στιγμές ,2010

Λιώναν με τις μπότες το χορτάρι- ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΗΛΙΩΤΗΣ

Ο πυλώνας συνεχίζει να ψηλώνει και να πλαταίνει.
Οι σκοποί του άφωνοι και μυστικοί
δε γνωρίζεις και δε γνωρίζει – πρέπει.
Εκείνος που ’πεσε
                              δεν κατείχε
κανέναν πυλώνα − αν και γνώριζε
πότε αλλάζει φέρσιμο το σίδερο
και πότε το Χιόνι στήνει
                    κόκκινους σηματοδότες
στη σκάλα του πυλώνα.
                                    Να παραβιαστούν
διατάξανε αυτοί
οι άσχετοι
με τα σίδερα
και τα στησίματα. 

Πηγή:  Λιώναν με τις μπότες το χορτάρι, Ενύπνιο, 2021

χιόνια- ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΖΗΣΑΚΗ

προσπαθούσε να κόψει ο ένας
το κεφάλι του άλλου και να το φάει
τόσο πολύ αγαπούσαν  

ήμασταν στ’ αλήθεια πολύ ερωτευμένοι
διασχίζαμε τρέχοντας την πλατεία Ομονοίας
μου ‘μπηγες σύριγγες στα μάτια
γινόμουν νερό και κυλούσαμε
χιόνι λιωμένο
ανάμεσα σε μετανάστες
παλιά φρικιά
καρέκλες καφενείων
και τουαλέτες

καμιά φορά παίρναμε τα όρη
μας ήθελε τρελούς αυτή η συνήθεια
επίσης άλλοτε παρίστανε καθένας μας τον αποσβολωμένο

μια μέρα είπες θα σε διαδεχτεί η άνοιξη
είπα κι εγώ θα φάω το καλοκαίρι
τι δουλειά είχαμε εμείς
λιωμένα χιόνια
μέσα σε όλα αυτά – μου λες;

κούμπωσε πάλι το παντελόνι σου
δώσ' μου τη φούστα
αυτός ο πάγιος χειμώνας
δεν θα τελειώσει έτσι εύκολα 

Μισέρημος, Μανδραγόρας, 2018

Το χιόνι- ΠΑΝΟΣ ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ

Ξέρω τίνος είν' αυτά
Σπαράγματα
και των καιρών άγνωστοι επιβάτες
Μόλις εξέχουν
από σάβανα καθημερινά

Σκάβει ο άνεμος
και χάνονται όλα
Τα χταπόδια των δρόμων
και τα φεγγάρια του χειμώνα
Ξεμακραίνουν πίσω μου
δίχως σημάδια

Όπως και να γυρίσω τις νύχτες
κρυώνω

Πηγή: Η άλλη φωτογραφία, Ρόπτρον, 1990

Οι χιονισμένοι στρατιώτες- ΣΑΡΑΝΤΟΣ ΠΑΥΛΕΑΣ

Κι αν ακόμη μπορούσαμε να λησμονήσουμε μια μέρα
πως μέσα μας κυκλοφορούν οι Μαραθωνομάχοι μας
κι οι Σαλαμινομάχοι μας, κι αν ακόμη σκοτεινιάζαμε
τη μεγάλη κατατρόπωση των Μήδων από τους Λακεδαιμονίους
Έλληνες στην περίφημη μάχη των Πλαταιών μας, έχουμε
να θυμηθούμε, να θυμόμαστε τους πατέρες μας και τους πάππους μας
που κίνησαν στο Σαραντάπορο και στο Σκρα, στα Γιαννιτσά,
στα Γιάννενα και στο Κιλκίς και στο Λαχανά.
Κι ακόμη μπροστά μας έχουμε τους κρυοπαγημένους μας
στρατιώτες, που έχασαν τα πόδια τους στ’ Αλβανικά βουνά,
για να μπορούμε να περπατούμεν εμείς το δικό μας, το τέλειο
περπάτημά μας ελεύθερον από το σκυμμένο βάδισμα
της κάθε ξένης υποτέλειας.
Κι εκείνους έχουμε τους χιονισμένους μας στρατιώτες
της Αλβανίας. Δε γύρισαν εκείνοι στη γαλάζια μας πατρίδα,
για να ντυνόμαστε οι μεταγενέστεροι εσείς κι εμείς
το ηρωικό τους το παράδειγμα καθώς ένα επανωφόρι
για τον κάθε χειμώνα των γεγονότων μας ζεστό και καθαρό,
ζεστό, πολύ ζεστό και καθαρό,
για να νικούμε πάντοτε όρθιοι τον κάθε δύσκολο καιρό.

Χιόνι -ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΡΤΑΚΗΣ

Άφες αυτοίς το αντάμωμα, την ωραιότητα του σώματος,
τις έξυπνες γυναίκες, την ολοκλήρωση,
εγώ αλλού έστρεψα τα μάτια:
το γκρίζο τ΄ουρανού, η αθωότητα της πολιτείας -
δεν πήγα, δεν ξέρω…
Όχι άλλο ξενύχτι,
όχι χρώματα, ερωτήσεις και λόγια. Τίποτα.
Τίποτα που να θυμίζει.

Οι πληροφορίες τον ήθελαν χαμένο, μακρινό.
Κανείς δε ρώτησε, απλώς μετέδιδε,
είχε αρχίσει να εισβάλει το μυστήριο
στις ιστορίες που χρησίμευαν γι΄αποσπερίδες.

Τη νύχτα στη σχολική αίθουσα
τα παιδιά κουρασμένα,
αρκούσε μια λέξη, για να μπει φωτιά,
να σπάσει ο τοίχος,
να γαυγίσει ο σκύλος,
σκούρες οι πορτοκαλιές, τα κάγκελα,
ο δρόμος κουραστικός, φτωχά τα δέντρα,
τα σπίτια μουγκά, οι άνθρωποι, ο χρόνος της νύχτας,
της νύχτας το χιόνι
απλωμένο στις βαθιές πολυθρόνες
με τις ανταύγειες της τηλεόρασης
στο ρυθμό του montage.

Παράλυτος.
-Χαμήλωσε τη φωνή!

Η λειτουργία της φωνής είναι καλωδιακή, διαστημική, αυτόματη,
αινιγματική, εύκολη, επιτυχημένη.
Η γυναίκα εκτείνει το χέρι της φωνής,
του χρώματος, της αλλαγής, της γεύσης
σχεδόν ευτυχισμένη που της επιτρέπεται.

Πιο βαθιά το χιόνι στο κάθισμα,
διαποτίζει τα μπαμπάκια, τις ραφές,
τα μεγάλα τριαντάφυλλα της στόφας,
τον κίνδυνο της αγκύλωσης.
Τα μάτια σαν σφαίρες,
το κορμί άγνωστο, αγνώριστο -
Ποτέ δεν άγγιξε το κορμί:
το παγωμένο χιόνι.
Καταπίνει,
ουρλιάζει.

Είναι κανείς εδώ που να φωνάζει;

Πηγή: stixoi/info

Χιόνι- ΤΖΟΥΤΖΗ ΜΑΝΤΖΟΥΡΑΝΗ

Γλιστράει το χιόνι απαλά,
πάνω στα φύλλα.
Στροβιλίζεται και παίζει
με τον αέρα.
Σκεπάζει το γρασίδι,
τα πλακάκια,
τις πολυθρόνες του κήπου.
Τα κλαδιά αρχίζουν να βαραίνουν,
και σκύβουν, λυγίζουν
απ’ το βάρος.
Έτσι, όπως λύγισα και γω
μέσα απ’ το τζάμι.
Έτσι, όπως έσκυψα
και βάρυνα και τσάκισα
στην απουσία σου.
Είναι Απουσία,
το χιόνι,
είναι Σιωπή,
είναι Έρωτας ανεκπλήρωτος.
Και στο τέλος,
όλα είναι μια βρώμικη λάσπη...

Πηγή: stixoi/info

Χιόνι -ΤΖΟΥΤΖΗ ΜΑΝΤΖΟΥΡΑΝΗ

Ο αθόρυβος ήχος που κάνει σαν πέφτει στη γη.
Η σιωπή του που σε ξεκουφαίνει
και σου παγώνει την καρδιά και το σώμα.
Το κρύο που διαπερνά το κορμί σου
και φτάνει μέχρι το μυαλό,
ικανό να σε τρελάνει.
Απόλυτο άσπρο,
απόλυτη σιωπή,
απόλυτη ηρεμία.
Καμία κίνηση
κοφτές ανάσες μόνο.
Τόσο όσο χρειάζεται για να μην πάθεις ασφυξία.
Χιόνι άσπρο.
Αμόλυντο.
Ζωοφόρο και θανατηφόρο μαζί.
Χιόνι.
Σαν τον Έρωτα.

Πηγή: 29 Ολονυκτίες ενός δίσεκτου Φεβρουαρίου

Χιόνι-ΤΖΟΥΤΖΗ ΜΑΝΤΖΟΥΡΑΝΗ

Στη μάνα,

Σαν ζάχαρη άχνη!
Είχε σκεπάσει τις λεμονιές και τις μανταρινιές,
και έκανε τα φύλλα τους να μοιάζουν
σαν μπισκοτάκια των Χριστουγέννων...
Και ο αέρας που φυσούσε
το άφηνε να πέφτει μετά μαλακά πάνω στο γρασίδι
που και αυτό ήταν άσπρο.
Και κρύο.
Παγωμένο.
Όπως το χαμόγελο που είχε μείνει στο πρόσωπό της
σαν άφησε την τελευταία της πνοή.
Γλυκό χαμόγελο, ζαχαρωμένο
με μια στάλα θλίψης στις άκρες των χειλιών.

Πηγή: Με καφέ και τσιγάρα

Χιόνι πεταλούδα -ΜΑΝΟΛΗΣ ΞΕΝΑΚΗΣ

ΑΡΧΙΣΕ να ρίχνει απ’ τη νύχτα στις τρεις.

Έριχνε χιόνι πεταλούδα
και σκεπάστηκαν τα δέντρα.

Σηκώθηκα και περπάτησα
σε διάδρομους νοσταλγίας.

Επέστρεφε και χανόνταν συνεχώς,

ως το λευκό, χιονισμένο πρωί,
η εικόνα σου στο μυαλό μου..

Πηγή: stixoi/info

Χιόνι στον Πενταδάχτυλο-ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΑΤΖΗΠΑΠΑΣ

Άσπρη μέρα, επιτέλους,
σαβάνωσε την ημισέληνο
στο αμίλητο βουνό.
Αναίσθητος όμως ο ήλιος
βούρτσισε στο πι και φι
το αθώο χιόνι
δεν είχε αίσθηση του τι ποιεί.

Πηγή: stixoi/info

Χιονόκαιρος μες στη χιονόσφαιρα -ΡΟΥΛΑ ΑΛΑΒΕΡΑ

Ψύχος.

Λευκά μυρμήγκια ανιχνεύουν τους
διερχόμενους. Άσπρο χιονόνερο,
χιονόβροχο. Ενδόμυχες φυγές,
ενδόμυχες νότες μονομαχούν με το λευκό.

Αλεύκαντες σκέψεις μου
σέβονται τον ήχο που γεννούν.
Υποτάσσονται, προσηλώνονται
στην παγωμένη νοσταλγία.

Σκεπτόμενη ονειροπόληση υψώνει ασπρόχωμα.
Σημαία ειρήνης ή παράδοσης;
Κρύο, λευκαίνομαι. Λευκαίνεται
το πενθηρό ιμάτιό μου.

Πηγή: Περί της δεσποτείας των πόλεων και των ονειρικών, 1999

Χιονοστιβάδα -ΒΑΣΙΛΚΑ ΠΕΤΡΟΒΑ-ΧΑΤΖΗΠΑΠΑ

Ξυπνώ μέσα σε εύθραυστη σιωπή.
Απ’ το παράθυρο
του φεγγαρόφωτου γλιστρούν
χιονοστιβάδα οι λέξεις
γύρω απ’ το κεφάλι μου
μαζεύονται
με τους ψιθυρισμούς τους με σκεπάζουν.
Κι εγώ με χέρια και με πόδια μάχομαι
για λίγο αέρα.
Μα σαν αρχίσω να τις γράφω
γαληνεύουν
και στο λευκό χαρτί μπροστά μου
ήσυχα κι ωραία.
αρχίζουν να μιλούν.

Πηγή: stixoi/info

Ο θάνατος το στρώνει-ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ

Μαύρες κουκκίδες
Διάττοντες στο χιόνι
Σήμα μικρό που χάνεται στη θέα
Να κάνει σκι πάνω σε μια νιφάδα
Το βρίσκει άλλη νιφάδα και το λιώνει
Λιώνει κι αυτή
Χιόνι στο χιόνι
Βέρμιο Φτερόλακκα ψηλά βουνά
Ο χρόνος-
Κι ο θάνατος το στρώνει

Πηγή:Ο θάνατος το στρώνει, εκδόσεις Ύψιλον, 1988

Βασίλισσα του χιονιού- ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ

Φευγαλέες σκιές
νωπού παρελθόντος
στο νου μου
τις ιριδίζουσες ίνες
ακροβατείτε ασύστολα

Ποια έκρηξη
-ουράνια ή χθόνια-
στο άπειρο έσπειρε
τα μύρια θραύσματά σας
που απρόσκλητα καρφώθηκαν
στις κόρες των ματιών μου
και
-σαν από τύχη, μοίρα ή πεπρωμένο-
γίνανε πρίσμα για να ιδώ
χρωματισμό τον κόσμο;

Κραδαίνουν οι ισχυρισμοί σας
ματωμένο λάβαρο
στο στεγνό μου κουφάρι
Σπαρταρώ κάτω απ’ το βάρος σας΄
κι ας λυγίζω
δεν θέλω να πάψει αυτός ο πόνος

Αφρίζουν τα σκοτάδια μου
μέσα τους λιώνουν
κι ό,τι ανθίζει
είναι κάτι μωβ σκληρά λουλούδια
που ευωδιάζουν

Πηγή: Γόος,Δωδώνη,2019

Χιόνι-ΒΑΛΙΑ ΓΚΕΝΤΣΟΥ

Οι δρόμοι στένεψαν
ή εμένα μου φαίνονται έτσι;
Στον κήπο κρέμονται παγοδάχτυλα
γυαλί φυσητό
το χιόνι μουδιάζει
ασπρίζει θυμούς

πέφτει

Φορώ ασημένιες γκέτες
παίζω φιδάκι και στρατέγκο
η εξώπορτα πετάει το χνούδι της
ένα σύμπαν αραχνοΰφαντο

πέφτει

Σκάβω βαθιά
το χώμα δεν με τραβάει
το πρωί θα τραβήξω μια φωτογραφία
όπως ξεφυτρώνει απ’ τη γη
μυστικά έτοιμη

υπάρχει γαλήνη εκεί

Μόλις ζεστάνει ο καιρός
θα ψήσω στον κήπο καφέ
να τον πιούμε μαζί γουλιά γουλιά
να πούμε τα δικά μας

Ένας απ’ τους δώδεκα μήνες
θα είναι ο μήνας του κήπου

Πηγή: Παραμύθια ανάποδα, Θεμέλιο,2020

Τα βήματά σου στην καθημερινή ζωή μοιάζουν με βήματα στο χιόνι;- ΠΟΠΗ ΚΛΕΙΔΑΡΑ

Νιώθεις πως κουράστηκες;
Νιώθεις πως κάτι σε δυσκολεύει;
Νιώθεις πως τα βήματά σου στην καθημερινή ζωή
μοιάζουν με βήματα στο χιόνι;
Κάνε παύση!
Διότι αν δεν σταματήσεις, αργά ή γρήγορα, θα καταρρεύσσεις...
Διότι, θα χάσεις τα πάντα στον δρόμο που πας... αν δεν είσαι καλά!
Με ακούς; Σταμάτα, σου λέω...
και κάνε τις σωστές κινήσεις!
Άσε πίσω ό,τι σε βαραίνει,
διώξε τις σκέψεις που σε πολιορκούν,
απομάκρυνε τα ασήμαντα απ' τα σημαντικά.
Μην έχεις ψευδαισθήσεις ότι συνεχίζοντας
κάτι θ'αλλάξει,ως διά μαγείας...

Αντιθέτως, αν δεν λύσεις τώρα τα θέματά σου,
θα δυσκολέψουν- όχι μόνο τη συνέχεια της διαδρομής σου,
αλλά δεν θα σ'αφήσουν να ευχαριστηθείς και όλα τα καλά
που μπορεί αυτή να φέρει!
Αντί να συνεχίσεις με βήματα στο χιόνι...
αποτίναξε από πάνω σου ό,τι σε πολεμά,
νιώσε ελεύθερος, χαλάρωσε τους ώμους,
χάρισε το χαμόγελό σου στη ζωή,
και μετά ... προχώρα,τρέξε, κάνε ό,τι λαχταράς!

Ζήσε χωρίς να είσαι σκυφτός, εξαντλημένος, χωρίς διάθεση...
Ζήσε τέρμα, με πάθος, γεμάτος ενέργεια!

Πηγή: Ρέουσα σιωπή, Εκδόσεις Πηγή,2020 

Όλα λευκά,έτοιμα να πεθάνουν-ΑΡΗΣ ΓΕΡΑΡΔΗΣ (Αδημοσίευτο)

Ψύχος δριμύ ξανά.
Πάγωσαν οι βλεφαρίδες.
Τραχύς σιβηρικός βοριάς
με δόντια καταφθάνει.
Ντυμένος πάλλευκες προβιές
και με οσμή θανάτου
στρατοπεδεύει στις ψυχές
αθώων κι εφέτος.

Πάγωσε το παγώνι
στο άκουσμα της είδησης.
Ο πιγκουίνος όμως γέλασε υστερικά
σαν διαφήμιση παγωτού.
Όσο για μας κλειστήκαμε
στα μαύρα σπίτια μας.
Σαν ευκολόπιστες σαρδέλες
στην κονσέρβα.

Κανείς δεν πάει να πολεμήσει.
Ας παγιωθεί το ψύχος και βλέπουμε.
Συνάμα, δίχως ψυχικά αποθέματα
η πόλη, βήχει απελπισία.

Γη μου αστέρι ηδονών-ΑΡΗΣ ΓΕΡΑΡΔΗΣ (Αδημοσίευτο)

Γη μου,
ερωμένη του θανάτου
ποιο αστέρι σε φεγγοβολά
και τραγουδάς.
Ποιος ύπνος
σε κοιμίζει
και ξυπνάς
γη μου.
Γη μου,
αστέρι ηδονών
και θλίψης
γη μου. γη μου
ερωμένη των αιθέρων
τι σε κυβερνάει
όταν κυβερνάς.

Χτες πέταξαν
στα ύψη οι θεοί σου
χτες άφησαν
για πάντα
το κορμί σου
οι θεοί
που τραγουδάς.
Γη μου,
ρίξε το χιόνι σου
επάνω στις πληγές μου
Γη μου τόσες ψυχές
σου δώσαμε
δώσε μου μία
πίσω… 

Χιόνι-ΣΑΛΒΑΤΟΡΕ ΚΟΥΑΖΙΜΟΝΤΟ

Πέφτει το βράδυ και μας αφήνετε πάλι,
αγαπημένες εικόνες της γης,δέντρα.
ζώα,κόσμος φτωχός κλεισμένος
μέσα σε μανδύες στρατιωτών,μάνες
με στεγνωμένη την κοιλιά απ’ τα δάκρυα.
Και το χιόνι μας φέγγει απ’ τα λιβάδια
σαν φεγγάρι. Ω, τούτοι οι νεκροί. Χτυπήστε
πάνω στο μέτωπο, χτυπήστε ως την καρδιά.
Ας ουρλιάξει τουλάχιστον κάποιος μες στη σιωπή,
μέσα σ’αυτόν τον λευκό κύκλο των ενταφιασμένων.

Μετάφραση: Ζωή Καρέλλη
Πηγή: Ξένη ποίηση του 20ού αιώνα, Μαρία Λαϊνά, Ελληνικά Γράμματα

Στρόβιλοι από χιόνι- ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΠΛΟΚ

Στρόβιλοι από χιόνι
σβήνουν κάθε ίχνος.
Η αυγή απαλή
μας ξυπνά απ’ τον ύπνο.

Αστραπές στο πλάτος
τ’ ουρανού μας λάμπουν.
Μαλακό το πάθος
λίκνισμα στους κάμπους.

Κουρασμένα πλήθη
πάλι θ’ ακλουθήσω
τη λευκή Κυρία
ίσως συναντήσω.

Μετάφραση: Ρίτα Μπούμη-Παππά
Πηγή: Παγκόσμια ποιητική ανθολογία Ρίτας Μπούμη-Νίκου Παππά, Διόσκουροι

Χιονίζει μέσα στη νύχτα - ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ

Τούτο το βράδυ είμαι πιο πάνω
είμαι πιο πάνω από όλα τούτα.

Τούτο το βράδυ
ένας τραγουδιστής είμαι των δρόμων
είναι γυμνή η φωνή μου
γυμνή φωνή που τραγουδάει για σένα
ένα τραγούδι που δε θαν τ’ ακούσεις.

Χιονίζει μέσα στη νύχτα,
την ίδια τούτη στιγμή
και να σε βρίσκει η σφαίρα.
Και τότε πια ούτε χιόνι,
ούτε άνεμος.

Πηγή: stixoi/info

Χιονόσκονη - ΚΡΙΣΤΙΝΑ ΤΟΤ

Πού πήγανε τριάντα δύο χρόνια;
Πώς κύλησαν οι μέρες κι οι βδομάδες;
Πάει τέλειωσε
δεν έχει άλλο –
– το παρόν δανείζει χρόνο
(εκεί που δεν είμαι).
Αλλά το παρελθόν
είναι εκεί
τόσος χρόνος πέρασε, σχεδόν όλος.

Αλλά
δεν είναι μόνο αυτό που με ξαφνιάζει:
τόσο το φεγγάρι
όσο και ο ήλιος
έχουν φασκιώσει τη ζωή μου τώρα που πάγωσε –
ό,τι δεν έχω κάνει, τώρα το σχεδιάζω.
Από τη ζωή μου άλλωστε
έχω ζήσει τη μισή:
το πρόσωπό μου βλέπεται ακόμη,
το στήθος μου καλά κρατάει, τολμώ
να πω. Όλα εντάξει
ως εδώ.

Υπάρχει κι ένα αγοράκι (το χρυσό μου!).
Ίσως ν’ αρχίσει να μιλάει εφέτος:
ιδού η φλυαρία
του χειμώνα.

Αλλά πού πήγαν άραγε όλα όσα πέρασα,
όλα αυτά τα χρόνια της χιονόσκονης;
Η σκόνη μου,
η ζέστη μου
ένα αγοράκι (το χρυσό μου!).
Ίσως ν’ αρχίσει να μιλάει εφέτος:
ιδού η φλυαρία
του χειμώνα.

Αλλά πού πήγαν άραγε όλα όσα πέρασα,
όλα αυτά τα χρόνια της χιονόσκονης;
Η σκόνη μου,
η ζέστη μου
έγιναν ένα με το διάστημα
ή μήπως άφησαν πίσω τους κάποιο ίχνος;

Ό,τι έμεινε
– είναι ν’ απορεί κανείς–
στα βάθη των λέξεων και των καρδιών
μα έτσι θα ξοφλήσει η ζωή μου;
Ή μήπως
Ακίνητη
Πίσω από αυτή την τόσο μπερδεμένη ζωή
που μόλις άγγιξα
θα `ρθει μια μέρα, εκεί που θα στέκομαι,
η φώτιση για να την καταλάβω επιτέλους;

Μετάφραση: Γιώργος Βέης
Πηγή: stixoi/info

Η πηγή κάτω απ’το χιόνι- ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ MING (713-768 μ.Χ)

Ο βορινός αγέρας κυνηγά τα μονότονα σύννεφα,
κάτω απ’ τα σύννεφα πετά το κατάλευκο χιόνι,
το χιόνι στροβιλίζει ξαφνικά και σκορπίζεται,
τα μονότονα σύννεφα είναι γεμάτα θλίψη.
Κι ωστόσο η πηγή δροσερή τρέχει πάντοτε,
μια κι η πηγή της φωτιάς ποτέ δε θα σβήσει.
Δεν είναι τάχα ένα καλό σημάδι;
Ελπίδες ξανανθίζουνε.

Μετάφραση: Αμαλία Τσακνιά
Πηγή: Κινέζικη ποίηση,πλέθρον,1982

Χιονίζει πάνω στην κινέζικη γη- AΪ CHING

Χιονίζει πάνω στην κινέζικη γη,
η παγωνιά πολιορκεί την Κίνα.

Ο άνεμος, γκρινιάρης γέροντας,
απλώνοντας τα παγωμένα νύχια του,
γαντζώνεται στα ρούχα των περαστικών
και με λόγια παλιά όσο κι η γη
μουρμουρίζει ατέλειωτα.

Εσείς, χωρικοί της Κίνας,
καθώς προβάλλετε μέσ’ απ’ τα δάση
οδηγώντας τα κάρα σας,
με τις γούνινες κάπες στο κεφάλι,
αψηφώντας τον βαρύ χιονιά,
για πού τραβάτε;

Μάθετε,
είμαι κι εγώ απ’ τη δική σας ράτσα.
Μέσ’ απ’ τα ρυτιδιασμένα πρόσωπά σας
εγώ ξεχωρίζω
τους μήνες και τα χρόνια του μόχθου
εκείνων που ζουν στη στέπα.

Κι εγώ
δεν είμαι πιο ευτυχισμένος.
Κυλώντας πάνου στο ποτάμι του χρόνου
τα κύματα της αθλιότητας,
πόσες φορές με βούλιαξαν και με ανέβασαν΄
η εξορία κι η φυλακή
μου πήραν τις μέρες τις πιο ακριβές
από τα χρόνια της νιότης.
Η ζωή μου το ίδιο αξιολύπητη
σαν τη δική σας.

Χιονίζει πάνω στην κινέζικη γη,
η παγωνιά πολιορκεί την Κίνα.

μια χλωμή λάμπα του λαδιού αργοσαλεύει.
Ποιος κάθεται δίπλα της μέσα στη βάρκα
με το κεφάλι σκυφτό
με το κεφαλομάντιλο το μαύρο ξεσχισμένο;
Νέα γυναίκα με ξεχτένιστα μαλλιά,
το πρόσωπο μαραζωμένο,
το σπιτικό σου,
φωλιά της ευτυχίας και της ζεστασιάς,
δεν κάηκε απ’ τον άσπλαχνο κατακτητή;
Μια τέτοια νύχτα σαν κι ετούτη,
δεν έχασες τον άντρα και προστάτη σου
και τώρα δραπετεύεις μ’ ένα θανάσιμο τρόμο
από τα βόλια τα εχθρικά;

Αλίμονο, αυτή την κρύα νύχτα
τόσες γριές μανάδες μας ζαρώνουν
μακριά πολύ απ’ τα σπιτικά τους,
ξένες, θαρρείς, που δεν κατέχουν
σε ποιες καινούριες στράτες θα τις φέρουν
οι ρόδες τ’ αμαξιού την άλλη μέρα.

Κι έπειτα,
ο κινέζικος δρόμος
είναι τόσο ανώμαλος
και λασπερός.

Χιονίζει πάνω στην κινέζικη γη,
η παγωνιά πολιορκεί την Κίνα.

Πάνω στη στέπα, τη νύχτα του χιονιά,
στις πυρπολημένες πεδιάδες,
τόσοι αγρότες χάσανε τα ζωντανά τους,
χάσανε την καλή τους γη
και τώρα σπρώχνονται
στο βρώμικο σοκάκι της απελπισίας.

Η απέραντη γη μας πεινασμένη
απλώνει ένα τρεμάμενο χέρι προς τον ουρανό
και ικετεύει.

Ο πόνος κι οι καημοί της Κίνας
είναι ατέλειωτοι,
σαν αυτή τη νύχτα του χιονιά.

Χιονίζει πάνω στην κινέζικη γη,
η παγωνιά πολιορκεί την Κίνα.

Πατρίδα,
οι αδύναμοι ετούτοι στίχοι,
γραμμένοι κάποια νύχτα δίχως λάμπα,
μπορούνε τάχα να σου φέρουν λίγη ζεστασιά;

Μετάφραση: Αμαλία Τσακνιά
Πηγή: Κινέζικη ποίηση,πλέθρον,1982

Είναι πατημασιές πάνω στο χιόνι- ΝΕΤΖΑΤΙ ΤΖΟΥΜΑΛΙ 

Είναι πατημασιές πάνω στο χιόνι
Ως εκεί που χτυπήθηκαν από το βόλι κι έπεσαν καταγής
Με αγνώριστα τα πρόσωπά τους
Τα κουφάρια τους μένουν εκεί

Ανάμνηση δεν υπάρχει γι’αυτούς
Σταμάτησε η ώρα
Γι’ αυτούς δεν είναι
Τ’ αστέρια κι αυτή η νύχτα
Γι’αυτούς δεν είναι ο ήλιος που έρχεται
Δεν υπάρχουν πια γι’αυτούς
Οι αγαπημένες τους
Στις μακρινές πολιτείες

Τώρα πια τέλειωσαν όλα
Η πείνα, η δίψα και το μίσος
Δε χρειάζονται τώρα σακίδιο για κουραμάνα
Ούτε όπλο
Η στολή και το πεσμένο πηλήκιο άχρηστα κι αυτά
Τώρα πια δεν κρυώνουν

Η πιο όμορφη τζακιού φωτιά
Δεν μπορεί πια τα χέρια τους να ζεστάνει
Και οι πιο γνωστοί με τ’ όνομά τους
Σαν τους καλέσουν δεν ακούνε
Λύκοι,φίλοι οι οχτροί;
Δε θα ξέρουν ποιοι έρχονται κοντά τους

Τώρα πια ούτε τρένα, ούτε καράβι
Δε θα τους κουβαλήσει άλλη φορά

Μετάφραση: Έρμος Αργαίος
Πηγή: Ανθολογία τούρκικης προοδευτικής ποίησης,αλφειός

Χιόνια- ΣΑΜΠΡΙ ΑΛΤΙΝΕΛ 

Χιόνιζε ένα απομεσήμερο,
Στους μεγάλους ουρανούς, στους ατέλειωτους ουρανούς΄
Μεμιάς έχασα εκεί στην πλατεία,
Σα να’ πεσε απ’ το χέρι μου η φωνή μου.

Γιατί στης καρδιάς μας το σκοτάδι.
Μια πίκρα να’ναι, μια θλίψη;
Και είναι ο κόσμος τόσο όμορφος ΄
Ζούμε σε τούτο το μέρος,
Όσο μπορούμε να ζήσουμε.

Χιόνιζε ένα απομεσήμερο,
Οι πόρνες στο Αλτινμπακκάλ σοκάκι,
Τρέμουν σύγκορμες απ’ το κρύο.
Τα παιδιά τρώνε ψωμί δίπλα στους τοίχους,
Βγάζει φωτογραφίες πάνω στη Γέφυρα ο Αλή

Έτσι μια μέρα,όπως θυμάμαι,
Μόλις είχε τελειώσει ο πόλεμος΄
Ξεχειλάει η μέσα πλάση μου από καλοσύνη κι ομορφιά.
Πάω κι έρχομαι στις τέσσερις γωνιές.

Απ’τα βάθη της ψυχής μου μια χαρά ξεπηδάει
Μεθυσμένος τρελά απ’την ειρήνη,
Όπως ο άνθρωπος απ’το κρασί μεθάει.
Σπάσανε όμως των ανθρώπων οι φτερούγες,
Δεν ξέρει κανείς πού να βαδίσει.

Στην αγαπημένη του κάποιος λουλούδια θέλει να προσφέρει, δεν έχει χέρια
Τα πόδια του θέλει κάποιος ν’απλώσει να ξεκουραστεί,δεν έχει πόδια,
Συνέχεια τα ραδιόφωνα εύχονται υγειά και χαρά.
Χιόνιζε ένα απομεσήμερο.
Στους δρόμους τους παλιούς της Ευρώπης΄
Στων γυμνών ανθρώπων τους κρόταφους,
Βρισκόταν ένα κρυφό σημάδι.
Πίκρες,απελπισία,βαριεστημάρα,
Ο χρόνος κυλούσε πιο αργά,
Άρρωστοι,πεθαμένοι΄
Κι αυτοί θα περάσουν έλεγε η από μέσα μας φωνή,
Θα τα ξεπεράσει έλεγε ο μόχτος του ανθρώπου΄ η χαρά για τη ζωή΄

ΙΙ
Χιονίζει πάνω στην Πόλη,
Οι πόρνες στο Αλτίνμπακκαλ το σοκάκι΄
Πώς έγινε και σε θυμήθηκα χιόνι;
Αμ’ εσείς από πού κι ως πού αγάπες,πίκρες,τσακωμούς;
Έτσι μιας ελπιδοφόρας στο κέντρο μοναξιάς.
Σε μια γωνιά.

Χιονίζει πάνω στην Πόλη.
Πηγαίνω.

Μετάφραση: Έρμος Αργαίος
Πηγή: Ανθολογία τούρκικης προοδευτικής ποίησης,αλφειός

Νύχτα το χιόνι- JACQUES CRICKILLON 

Σκεφτόμαστε το χρόνο, την πορεία που θα’πρεπε να κρατάμε στο
διάστημα, μειλίχια έρημο ακόμα, που θα καταφέρναμε να διανύσουμε
έτσι καθώς ξηλώνουμε κι αυτό τρομάζει

Τον άνεμο καθώς τ’ όνομα της νεκρής

Τούτοι οι πύργοι, κυρία μου, και τούτα τα τείχη μονάχα στα κοράκια
προσφέρουν άσυλο

Τούτοι εδώ οι ίσκιοι, τούτα τα μαύρα φτερά των υψηλών φυλάκων
του γκρίζου δεν έχουν πια, κυρία μου, δεν έχουνε πια φως.

Κι ο έρωτας

Που θα σαγήνευες τις μυστικές μας σκέψεις- τι χαμόγελο- και ο έρωτας

Πάνω σ’αυτές τις κοιλάδες της σκόνης, αυτά τα νοικιασμένα λιβάδια, αυτές
τις πτώσεις της πέτρας κι ο πύργος

Ο πανύψηλος πύργος που τον έχει εγγράψει το κενό είναι καθώς ένα νεκρό πουλί στο υγρό χορτάρι

Πηγή: Σύγχρονη γαλλική ποίηση του Βελγίου, Σωτήρης Γ.Τσαμπηράς,Πρόσπερος,1991

Βήματα στο χιόνι- NΤΑΝΙΕΛ ΝΤΙΛΙΕΡ 

Όλα τούτα τα βήματα στο παγωμένο χιόνι…
τι κομπολόι μοναξιές!
θα ρθει μια μέρα ο ήλιος
να σβήσει τις άσπρες πληγές
που ξανοίγουνε άπειρες φορές;

Βήματα μικρά, δισταχτικά,γλιστρήματα,
βήματα προσεχτικά παιδιών που θαμπώθηκαν…
Βήματα ονείρου, γλυκά, απαλά,ξανθά
τρυφερής αγαπημένης…
Βήματα πολύ βαθιά,σκληρά,σταθερά
του άντρα με την πέτρινη καρδιά…
Βήματα μικροσκοπικά,στραβά,αβέβαια:
κάποια γριούλα τρέχει και σάμπως χάνεται
μες στο χειμώνα…

Πόσα αχνάρια ανάκατα,μπλεγμένα
αδιάφορα το ένα για το άλλο!
Έτσι λοιπόν αδιάκοπα ποδοπατούνε την καρδιά μας;

Για δες! Κει κάτω μοναχό του,σιωπηλό
μικρό πουλί με παγωμένα τα φτερά, ίδιος απόστολος
πηδολογάει γοργά από το ένα στο άλλο βήμα
κι ανάμεσά τους δένει όλ’αυτά τα πεπρωμένα.

Πηγή: Σύγχρονη γαλλική ποίηση του Βελγίου, Σωτήρης Γ.Τσαμπηράς,Πρόσπερος,1991

Χιόνι- LEGGELO

Σιγή λευκότητας η νύχτα…
Ένα έλκηθρο που γλιστράει αθόρυβα΄
μόνο τ’αστέρια τριζοβολούν,
μόνο ο γκιόνης κλαίει΄
στον αέρα
μονάχα του νωπού χιονιού και του έρωτα
η άσπιλη ανάσα.
Απόψε θα πετάξει το έλκηθρο
θα το τραβάει λευκό ελάφι με πλούσια κέρατα,
θα διασχίσει το δάσος,
πάνω στο παρθενικό μονοπάτι της ειρήνης
για να σου φέρει ένα λευκό ρόδο.

Πηγή: Σύγχρονη γαλλική ποίηση του Βελγίου, Σωτήρης Γ.Τσαμπηράς,Πρόσπερος,1991

Απόψε πέφτει το χιόνι-MARIE-PAULE THIERRY 

Πενήντα, εξήντα, εβδομήντα χρόνια πέφτει το χιόνι
γυναίκα,στους ώμους σου.
Πέφτει το χιόνι
και στρώνει το κρεβάτι του στερνού σου έρωτα.
Το λένε Σιωπή κι είναι τα μάτια του αστέρια μαύρα.

Θυμάσαι τις ανοιξιάτικές σου γάμπες,
τα στήθη σου λευκά λουλούδια
Και το μαργαριταρένιο σου δέρμα.
Θυμάται
τις νύχτες που ο άντρας σ’έκανε καράβι στα μπράτσα του,
και τις μέρες του παιδιού που κράταγες σαν ήλιο.

Πηγή: Σύγχρονη γαλλική ποίηση του Βελγίου, Σωτήρης Γ.Τσαμπηράς,Πρόσπερος,1991

Σταματώντας στα δάση ένα χιονισμένο βράδυ-ΡΟΜΠΕΡΤ ΦΡΟΣΤ

Τα δάση αυτά ποιος να τα ορίζει!
Το σπίτι του θα το 'χει στο χωριό.
Δε θα με δει να στέκω εδώ,
Τα δέντρα να κοιτάζω, ενώ χιονίζει.
Τ'άλογό μου θα το βρίσκει τρέλα
σ'αυτή να σταματάω την ερημιά.
Παγωμένη λίμνη,γύρω έλατα
και κατάμαυρη νυχτιά.
Τα κουδούνια του ανήσυχα τινάζει
ρωτάει αν έχασα το δρόμο,λες.
Κι ακούγεται ύστερα μόνο τ'αγιάζι
και του χιονιού οι νυφούλες απαλές.
Το δάσος είν'ωραίο,μαύρο,βαθύ΄
μα εγώ πολλά έχω ακόμα υποσχεθεί
κι έχω μίλια πολλά να κάνω
πριν πεθάνω-μίλια πολλά να κάνω.

Μετάφραση: Βασίλης Κούλης
Πηγή: Νέα παγκόσμια ποιητική ανθολογία Ρίτας Μπούμη-Νίκου Παππά,Διόσκουροι

Το χιόνι-ΜΑΟ ΤΣΕ ΤΟΥΝΓΚ

Ολόκληρος ο τόπος του Βορρά
σε χίλια λι πάγου είναι κλεισμένος
σε χίλιες χιονοθύελλες κλειστός.
Κοίτα τις δυο μεριές του Μεγάλου Τείχους…
Μόνο μια απέραντη αναστάτωση έχει μείνει.
Απ’ τις ψηλές και χαμηλές πλαγιές του Κίτρινου Ποταμού
δε βλέπεις πια τα νερά να κυλούν.
Τα βουνά είναι ασημένια φίδια που χορεύουν,
οι πλαγιές ελέφαντες που λάμπουν μες στον κάμπο.
Με τους ουρανούς θέλω ν’ αναμετρηθώ.
Με καθαρό καιρό
είναι τόσο όμορφη η γη,
σαν κοπελιά με φόρεμα λευκό
και πρόσωπο ολοπόρφυρο.
Έχουνε τέτοια χάρη τα βουνά κ’ οι ποταμοί
που στο κυνήγημά τους
αμέτρητοι λεβέντες παραβγαίνουν.
Οι αυτοκράτορες Σιχ-Χουάγκ και Γου-Τι ήταν σχεδόν αμόρφωτοι.
Οι αυτοκράτορες Τάι-Τσουγκ και Τάι Τσου ήταν χωρίς καρδιά.
Ο Γενίς Χαν το τόξο του ήξερε μόνο να λυγίζει ενάντια σ’ αετούς.
Κι όλοι τους στο χτες ανήκουν―μόνο σήμερα γεννιούνται άντρες με καρδιά.

Μετάφραση: Πέτρος Διαμαντής
Πηγές: https://www.e-prologos.gr

 

Έρευνα- Επιμέλεια αφιερώματος: Αγγελική Καραπάνου

Η  αναδημοσίευση του περιεχομένου του παρόντος διαδικτυακού ιστότοπου ΕΝΝΕΠΕ ΜΟΥΣΑ επιτρέπεται ΜΟΝΟ με την παράθεση πηγής και ενεργού συνδέσμου (link).

 

 

 

Έννεπε Μούσα

Έννεπε Μούσα!
Για τους εραστές της ποίησης και της στιχουργικής!
Για προβολή γνωστών κι άγνωστων δημιουργών!
Για επικοινωνία μέσα από έργα αγαπημένα!
Έννεπε Μούσα!
Με όχημα την πένα, το ταξίδι, τ’ όνειρο!!!

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ

Η  αναδημοσίευση του περιεχομένου του παρόντος διαδικτυακού ιστότοπου ΕΝΝΕΠΕ ΜΟΥΣΑ επιτρέπεται ΜΟΝΟ με την παράθεση πηγής και ενεργού συνδέσμου (link).

  

Τα Cookies βελτιώνουν την απόδοση της σελίδας μας. Δεν αποθηκεύουμε προσωπικές σας πληροφορίες. Μας επιτρέπετε να τα χρησιμοποιούμε;