Το τρένο στην ποίηση (Ποιήματα)

Το τρένο στην ποίηση (Ποιήματα)

Το τρένο σφυρίζει...Ταξίδι αρχίζει! Για να δούμε πώς βάδισαν οι ποιητές στις ράγες του!

Βράδυ-ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

Στὸν κ. Κλ. Παράσχο

Τὰ παιδάκια ποὺ παίζουν στ'ανοιξιάτικο δείλι
—μια ιαχὴ μακρυσμένη—
τ'αεράκι που λόγια με των ρόδων τα χείλη
ψιθυρίζει και μένει,

τ'ανοιχτὰ παραθύρια που ανασαίνουν την ώρα,
η αδειανὴ κάμαρά μου,
ένα τραίνο που θα'ρχεται απὸ μια άγνωστη χώρα,
τα χαμένα όνειρά μου.

οι καμπάνες που σβήνουν, και το βράδυ που πέφτει
ολοένα στην πόλη,
στων ανθρώπων την όψη, στ'ουρανού τον καθρέφτη,
στη ζωὴ μου τώρα ὅλη...

Πηγή:"Ελεγεία και Σάτιρες",1927

Ένα βράδι στο σταθμό-ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ

Τι θλιβερό πράμα ο Σταθμός,
που μόλις να'χει φύγει το τραίνο.
Ούτε στιγμή, μολίς που εδώ
στις ράγιες του βαριά σταματημένο

και πηγαινοέρχονταν γοργά,
ανίδεα γελώντας ταξιδιώτες.
Κι' όσοι που μείνανε κι' αυτοί
δεν έχουνε την όψη τους σαν τότες.

Η άδεια θέση κ' η σιωπή
μες στο Σταθμό που του'φυγε το τραίνο.
Κι' αυτοί που μείνανε σκορπούν
κ' έχουν το βήμα το αποφασισμένο

όσων τη μοίρα ακολουθούν.
Κάθε φορά τους φεύγει κι' από κάτι
και κείνοι μένουν στο Σταθμό
λυγίζοντας το θολωμένο μάτι.

Στρέφουν στα ίδια θαρρετοί
δήθεν κ' η πλάτη τους κυρτώνει πίσω.
- Καταραμένε χωρισμέ
όμως και σένα απόψε θ' αγαπήσω.

Γιατί το «χαίρε» ήταν γλυκό
καθώς το χέρι σειόταν στον αέρα
απ' το μαντήλι πιο λευκό
κι' απ' τον ανθό, σα φως που έφευγε πέρα,

που δεν το είχα ιδεί ποτέ
τόσο γαλήνια ωραίο τ' όραμά σου,
Καταραμένε χωρισμέ.
Μου τρέμουνε τα χείλη στ' όνομά σου.

Gare du Nord, Παρίσι 1927

Πηγή:«Ελληνική επιθεώρηση» 23, 1930

Ο σταθμάρχης-ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ

ΘΟΛΩΝΕ το βράδυ και το τραίνο είχ’ έμβει
Στον ερημικό σταθμό βαρύ και ατόφιο
Λες το’ χε τυρλίξει σ’ αχνά πέπλα η ρέμβη
Έτσι ως ξάφνου στάθκε ακίνητο και ψόφιο.

Σήμανε η καμπάνα κι έτριξαν οι θύρες,
Ούρλιαξε ‘να σφύριγμα και αυτό εκινήθη
Πλάι σε μια παράτα αγέρωχες φιλύρες
Που κωπηλατούσαν –λες στητές- στη λήθη.

Λίγο ακόμα κι όργιο – αρθρωτή γουστέρα-
Θάφευγε ως είχ’ έρθει μες των ατμών τολύπη
Κι εγώ πάλι μόνος στη θλιμμένη εσπέρα
Με συντρόφισσά μου, θάμενα, τη λύπη.

...........................................

Άξαφνα ως γλυστρούσε – σ’ ένα παραθύρι
Ένα χέρι εξαίσιο μούγνεψε και πάει
Μια σειρά άσπρα δόντια , δυο μάτια σαπφείροι
Μούστειλαν – φίλημα στα χάη!

Έμενα … Η μέρα είχε κιόλας φύγει,
Του σταθμού μου, γύρω, η ερημία αλύχτα
Κείνες οι φιλύρες πήγαιναν με ρίγη
Και με βήμα στράτι- ωτικό στη νύχτα…

Ω, εσύ, κυρά χέρι, δόντια , μάτι
Όνειρο και τραίνο που την πας τη νιότη,
Έδωσα σινιάλο – το κ α θ ή κ ο ν_ για τη
Διασταύρωσή μας στην αιωνιότη…

Πηγή: ''Εαυτούληδες'', 1952

Ο σταθμός-ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

Μέσα στὸν ὕπνο μου ὅλο βρέχει,
γεμίζει λάσπη τ᾿ ὀνειρό μου
εἶναι ἕνα σκοτεινὸ τοπίο
καὶ περιμένω ἕνα τραῖνο.

Ὁ σταθμάρχης μαζεύει μαργαρίτες
ποὺ φύτρωσαν πάνω στὶς ράγιες
γιατὶ ἔχει πολὺν καιρὸ νἄρθῃ
τραῖνο σ᾿ ἐτοῦτον τὸ σταθμὸ
καὶ ξάφνου πέρασαν τὰ χρόνια
κάθομαι πίσω ἀπ᾿ ἕνα τζάμι
μάκρυναν τὰ μαλλιά,
τὰ γένεια σὰ νἆμαι ἄρρωστος πολὺ
κι ὅμως μὲ παίρνει πάλι ὁ ὕπνος
σιγὰ-σιγὰ ἔρχεται ἐκείνη
κρατάει στὸ χέρι ἕνα μαχαίρι
μὲ προσοχὴ μὲ πλησιάζει
τὸ μπήγει στὸ δεξί μου μάτι!

Πηγή: «Ο σταθμός»,1960

Κάτω απ’ τις ράγες...-ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Κάτω απ’ τις ράγες του τρένου
Κάτω από τις γραμμές του βιβλίου
Κάτω από τα βήματα των στρατιωτών

Όταν όλα περάσουν – πάντα σε περιμένω.

Πέρασαν από τότε πολλά τρένα
Κι άλλα πολλά βιβλία θα διαβαστούν
Κι άλλοι στρατιώτες το ίδιο θα πεθάνουν.

Κάτω από κάθε τι που σου σκεπάζει τη ζωή
Όταν όλα περάσουν –
Σε περιμένω.

Πηγή:" Η συνέχεια 3", 1962

Δυο καρδιές ηλεκτρισμένες σ'ένα τραίνο- ΚΑΙΣΑΡ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ

Το πρωί, μέσα στο τραίνο, όπως τη θέση μου
–την ίδια πάντα- παίρνω απέναντί σας,
τ’ ωραίο, λιτό κεφάλι μού προσφέρετε
σα φρούτο σε κρυστάλλινη φρουτιέρα...

Μπροστά σας ένα απλό παιδάκι γίνομαι
που, ορθό σε μια προθήκη φωτισμένη,
νιώθει η καρδιά του απόκρυφα να δένεται
μ’ ένα λαμπρό, γαλάζιο παιχνιδάκι...

Χρόνια με το ίδιο τραίνο ταξιδεύουμε,
λικνίζοντας τ’ απίθανα όνειρά μας:
στο ερωτικό, τ’ αμφίβολο ταξίδι μας,
ω, ας μένουμε κι οι δυο μας πάντα ξένοι!

Πηγή: Παγκόσμια ποιητική ανθολογία Ρίτας Μπούμη-Νίκου Παππά,Εκδόσεις Διόσκουροι

Στο γκρίζο τραίνο του Δεκέμβρη-ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

Σα να μην υπήρξαμε ποτὲ κι όμως πονέσαμε απ᾿τα βάθη. Ούτε που μας δόθηκε μία εξήγηση για το άρωμα των λουλουδιών τουλάχιστον.
Η άλλη μισή μας ηλικία θα περάσει χαρτοπαίζοντας με το θάνατο στα ψέματα.
Και λέγαμε πως δεν έχει καιρὸ η αγάπη να φανερωθεί ολόκληρη. Μία μουσικὴ άξια των συγκινήσεών μας δεν ακούσαμε.
Βρεθήκαμε σ᾿ένα διάλειμμα του κόσμου ο σώζων εαυτὸν σωθήτω. Θα σωθούμε απὸ μία γλυκύτητα στεφανωμένη με αγκάθια.
Χαίρετε άνθη σιωπηλὰ με των καλύκων την περισυλλογὴ ο τρόμος εκλεπτύνεται στην καρδιά σας. Ενδότερα ο Κύριος λειτουργεί ενδότερα υπάρχουμε μαζί σας.
Δεν έχει η απαλὴ ψυχὴ βραχώδη πάθη και πάντα λέει το τραγούδι της υπομονής.
Ω θα γυρίσουμε στην ομορφιὰ μία μέρα… Με τη θυσία του γύρω φαινομένου θα ανακαταλάβει, η ψυχὴ τη μοναξιά της.

Πηγή: Ν. Καρούζος, Ποιήματα, Ίκαρος

Τα τρένα-ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

Με παίρνουν κάθε τόσο και με γυρίζουν τα τρένα,
σαν ένα εξόριστο που δεν ξέρουν πού να τον αφήσουν,
σαν έναν κρατούμενο που δεν εμπιστεύονται σε καμιά φυλακή
– έναν κρατούμενο που δεν γνωρίζει το λάθος του
εκτός αν η λύπη για τη ζωή είναι φόνος, εκτός
αν η καρδιά που αγαπά έχει χάσει τη λογική της.

Ανοίγουν τις γραμμές οι σηματοδότες,
τα τρένα περνάνε τα σύνορα προς τα κει,
τα σύνορα προς τα δω κι εγώ βρίσκομαι στο παράθυρο
ταξιδεύοντας πάντοτε. Εξετάζουν οι ελεγκτές τα χαρτιά μου
κοιτάζοντας, προσεχτικά, το βαθιά
ρυτιδωμένο μου πρόσωπο, το γιομάτο
υπογραφές και σφραγίδες: «περάστε…»
Και συνεχίζω, ωσότου, δεν ξέρω πού, πότε και πώς
θα μου αφαιρέσει ο μεγάλος σταθμάρχης το διαβατήριο.

Πηγή:[Ημερολόγιο],"Οδοιπορία",1972

Το τραίνο-ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ

Δεν τα κατάφερνε να κοιμηθεί, ζέστη του κερατά, και-
γότανε το μεσημέρι, η κάμαρα μία κόλαση, πλάγιασε
πάλι, απέναντι η Φανή,

το μάτι της Φανής ασάλευτο στο κάντρο, χρόνια δε-
καεφτά που πέθανε, κι όξω απ’ την κάμαρα ο σταθμός,
σακατεμένες μηχανές βουλιάζοντας στο σίδερο.

Τραίνο στις 12, τραίνο στις 3, τραίνο στις 4 και τέ-
ταρτο, τότε το τραίνο κίνησε νυστάζοντα, κι άκουγες
τους αρμούς τα κόκαλα, τροχοί και κόκαλα, κι από τα
σπίτια πίσω ο μέγας ουρανός, κι από τα δέντρα πίσω
ο μαύρος ουρανός, το τραίνο παίρνοντας

την κατηφόρα, χώματα ξερότοποι, κι αυτός σκυμμένος
στο παράθυρο, μήτε ήρθε στο φυλάκιο της στροφής
εκείνη η ανώνυμη γυναίκα, στάχτη κι ερημιά το μού-
τρο της, να σύρει τη βαρειά αλυσίδα, ο δρόμος ανοιχτός
και η άσφαλτο, κι ο σκύλος μήτε σάλεψε, χωμένος στη
γαρουφαλιά, το τραίνο παίρνοντας

την άλλη κατηφόρα, ίσια γραμμή, δεξιά το πεύκο βύ-
ζαινε το φως, και κάτω δέκα μέτρα η θάλασσα, σωστό
γυαλί στον ήλιο αστράφτοντας, η αρμύρα από τη θά-
λασσα, κι ο λίγος άμμος, το νερό σε μια φανταστική
συνέχεια, ο λίγος άμμος το κορμί του καίγοντας, στον
ήλιο καίγοντας.

Ετσι γυμνός ανάσκελα, χωμένος μες στο καλοκαίρι,
βούιζε το κεφάλι του, γιομάτο κυπαρίσσια και τζιτζί-
κια το κεφάλι του πριζότανε.

Χιλιάδες σπίθες στο εσωτερικό και σκοτεινιά κι αντί-
λαλοι, κι όξω στον άμμο ένα μεγάλο φως, πλατύ χω-
ράφι αθέριστο, γιομάτο φως, κι εκείνος,

έτσι πρησμένος και γυμνός, ανάσκελα, σε τούτη την
απίστευτη εκμηδένιση, το μάτι του άδειο γράφοντας
τα γεγονότα τ’ ουρανού, τα κυπαρίσσια ακίνητα και
μια σειρά πουλιά, μαύρα, λοξεύοντας,

χιμώντας πάνω στο κουφάρι του, με πείνα αρπάζοντας
τα σπάραχνα, σκουντώντας τόνα τ’ άλλο, κράζοντας,
και τρώγανε ανυπόμονα κι ακούγονταν μέσα στο φως
οι φοβερές φτερούγες που χτυπούσανε.

Κατέβηκε παντού η σιωπή.

Κατέβηκε με τ’ άροτρο ο Θεός.

Άσπρο το ρούχο του, πελώριος έκατσε, κι έκατσε δίπλα
στο σκαμνί, τα ρούχα του τον άμμο σκοτεινιάζοντας,
και φαρδύ του χέρι εσκάλισε, τ’ άσπρα του δά-
χτυλα κοσκίνισαν τον άμμο, κι ο Θεός

είπε, σηκώνοντας αργά το χέρι του, να φύγουν τα που-
λιά, κι εκείνα φύγανε, ξαφνιάστηκαν, πήραν το δρόμο
ανάμεσα στα κυπαρίσσια, εφύγανε, σκεπάσανε την ά-
κρη τ’ ουρανού.

Κι είπε ο Θεός.

Κι ήρθε η Φανή, κατέβηκε, σκούρα κι αμίλητη στην
πέτρα του γιαλού.
Ηρθε κι ο θυρωρός κουτσαίνοντας,
ο Νίκος από το περίπτερο και το πλατύ
ποτάμι πέρα από τη Λάρισα, κι η γέφυρα ύστερα, κι ο
δρόμος όξω απ’ την Κοζάνη, και τα πολυβόλα, κι η
κραυγή του λοχαγού στη σκοτεινή χαράδρα, ήρθε η
Φανή,

στο απέραντο νοσοκομείο, διάδρομοι και φως, και πιο
ψηλά κόκκινοι λόφοι, οι λόφοι κόκκινοι, κοκκινοκόκκι-
νοι, μαύροι καθώς ενύχτωνε και περπατούσαν με φα-
νάρια ανάμεσα στα ξύλα, βλαστημώντας το Χριστό
σας ο Ζαφόγλου κι ήρθανε

χιλιάδες έγγραφα, χαρτιά σφραγίδες και χαρτόσημα
κι υπογραφές, η επιτροπή στη σύναξη κι ο σκούρος
τοίχος πίσω τους με το σημαδεμένο χάρτη, μυγοχέ-
σματα, τσιγάρα, σκύβοντας κάτι σκυφτές φωνές.

Κι εφάνηκε απ’ τους άμμους, περπατώντας ήσυχα, ήρ-
θε η γυναίκα στο φυλάκιο της στροφής, πήρε την α-
λυσίδα αργά, την πέρασε στο γάντζο, και το χέρι της
κομένο απ’ τον καρπό, ξερό σαν ξύλο, κάψαλο το χέρι
της.

Και πέντε φορτηγά στην άσφαλτο σταμάτησαν, τόνα
με τ’ άλλο, ο σκύλος τότε ανασηκώθηκε, πάνω στο
τραίνο εχίμηξε αστραπή, καθώς το τραίνο εκίναγε, κι
αρχίνισαν τα κόκαλα, τροχοί και κόκαλα, σίδερα - κό-
καλά, κι ο σκύλος τότες ούρλιαξε.

Κι εκείνος άκουσε, μέσα στη βύθιση, άκουσε.

Κι είπε να σηκωθεί, σηκώθηκε, ξανάπεσε μεμιάς.

Τον πήρε η θάλασσα, σκοτάδι χαμηλά σκοτείνιαζε και
πάγωνε από το παράθυρο, τον πήρε η θάλασσα, βρά-
χια νερό και πέτρες χάθηκαν,

η αλυσίδα, η άσφαλτο, τα πέντε φορτηγά,

τα βράχια κόκκινα, πέτρα χαλίκι κι άμμος κι ουρανός,

μονάχα ο κούφιος ουρανός.

Πηγή: Νεκρόδειπνος, 1972

Ἔρημος σταθμὸς-ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

[Ενότητα: Διασπορά]

……Μόλις πέθανα, βγῆκα ἀπ᾿ τὸ μεγάλο καθρέφτη τοῦ πατρικοῦ σπιτιοῦ, τὸ σούρουπο εἶχε μιὰ παράφορη οἰκειότητα, ἡ Τερέζα ἔλεγε τὸ παλιὸ τραγοῦδι τῶν ἀλλοπαρμένων σταθμῶν ποὺ ἀκολούθουσαν τὰ τρένα, κι ἐγὼ δὲν εἶχα ποῦ νὰ πάω κι ἀποκοιμήθηκα στὰ χέρια τῶν τυφλῶν, ποὺ ἐντούτοις ἀναβαν τὴ λάμπα,
……ἦταν σκοτεινὴ ἐποχή, δράματα παίζονταν σιωπηλὰ πάνω στὶς γέφυρες, τραυματιοφορεῖς τρέχανε καὶ πάνω στὰ φορεῖα κείτονταν μεγάλοι στεναγμοὶ ἀπὸ παλιὲς ἐξεγέρσεις,
……ὅταν τέλος ἔφτασα στὸ σταθμό, εἶχαν ὅλοι φύγει, ἤμουν τόσο φοβισμένος ποὺ ἂν μ᾿ ἄγγιζες θὰ ράγιζα, ἀφήνοντας νὰ φάνει ὁ θεός, στὸ ἀπάνω πάτωμα ἔμεναν οἱ Φ. κι ἐμεῖς ἔπρεπε νὰ κάνουμε ἡσυχία, γιατί ἡ μεγάλη κυρία εἶχε πυρετὸ κι ἡ μητέρα ποὺ τὴν ὑπηρετοῦσε εἶχε μάθει νὰ πετάει, γιὰ νὰ μὴν τῆς λερώνει τὸ χαλί,
……φέρανε, μάλιστα, καὶ τὸν ἐπιστάτη νὰ καταθέσει, ἀλλὰ δὲν εἴχανε καμιὰ ἀπόδειξη, γιατί τὸ παλιὸ σχολικὸ κουδοῦνι ἦταν πιὸ μακριὰ κι ἀπ᾿ τοὺς νεκροὺς κι ὁ ἅμαξας τῶν παιδικῶν καιρῶν ἔξω ἀπ᾿ τὴν πόρτα μάταια χτυποῦσε ἀπελπισμένα τὰ τέσσερα μαρμαρωμένα ἄλογα.

Πηγή: " Νυχτερινὸς ἐπισκέπτης", 1972

Τα τραίνα-ΚΥΠΡΟΣ ΧΡΥΣΑΝΘΗΣ

Τα τραίνα δεν κρατάνε εφημερίδες
έχουνε δρομολόγια,τυπικούς χαιρετισμούς
δεν ξεχωρίζουν μέρα ή νύχτα
τους επιβάτες πάντοτε καλωσορίζουνε με μια σφυρίκτρα
παλεύουν με τον άνεμο και τη βροχή
ανάβουνε τα φώτα σβήνουνε τα φώτα
με πρόγραμμα,δεν ξέρουνε πολιτική
μισούν την απεργία που τα κοιμίζει πάντοτε ξεσκέπαστα
τα τραίνα παίρνουν την ψυχή μας στους σταθμούς
τι περιμένουμε μες στους σταθμούς με τις βαλίτσες μας κενές
από όνειρα και σχέδια
το μέγα τραίνο πότε θα'ρθει που θα μας γυμνώσει
από την αίσθηση της γης πιο πέρα απ'τους σταθμούς
θα μας ορθώσει κάθετα για το ταξίδι τ'ουρανού...

Πηγή: Ποιητική Ανθολογία,Εκδοτικός Οργανισμός Μάλλιαρη,Θεσσαλονίκη,1975

Υπόγειο τρένο - ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

Κι έπειτα τα χρόνια θα περάσουν
όγκοι βουνών και πέτρας θα παρεμβληθούν
θα ξεχαστούν όλα
όπως ξεχνιέται το καθημερινό φαΐ
που μας κρατάει ορθούς.
Όλα, έξω από κείνη τη στιγμή
που μέσα στο συνωστισμό του υπόγειου τρένου
κρατήθηκες στο μπράτσο μου.

Πηγή: "Θάλασσα επαγγελίας", Εκδόσεις Θεμέλιο,1977

Το βαγόνι-ΓΙΩΡΓΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

Κοιμάμαι μεσημέρι με τη Ρέα.

Κάποιος βγαίνει από τις πικροδάφνες
σκύβει και τη φιλεί στα χείλη
τα φύλλα τρέμουνε με τον αέρα
Ρέα, ένα να πάμε στο νερό της ψιθυρίζει.
Εκείνη μισοξυπνάει χαμογελώντας
διστάζει καθώς κοιτάζουνται στα μάτια.
Ωστόσο ξετυλίγει τον ίσκιο της προσεχτικά
γύρω από το κορμί μου –
το χέρι της αποτραβιέται
κι αφήνει λίγο φως μες στο δικό μου.
Κοιμάται και μας βλέπει
ξέρω του λέει πως μας βλέπει
ενώ με δείχνει πλάι της
ήσυχα πλαγιασμένον στο χορτάρι.
Θέλει να φύγουνε μαζί
να πάνε για παιχνίδια στο νερό
μα δεν αποφασίζει και φοβάται.
Φοβάται σάμπως να έχουν πέσει
κι οι δυο στου ύπνου μου το δίχτυ
και δεν μπορούνε τώρα να ξεφύγουν.
Εγώ δε βλέπω τίποτε απ' όλα τούτα
μήτε κοιμάμαι με τη Ρέα.
Φαντάζομαι μονάχα πράγματα
που θα μπορούσε να ονειρευτεί εκείνη
ταξιδεύοντας ακόμη στον ύπνο μου
σ' ένα βαγόνι με φαντάρους
καθώς μας παίρνουν ολοένα για τον πόλεμο.

Πηγή: «Το σακί», Εκδόσεις Κέδρος 1980

Παιδικό τραίνο-ΤΕΟΣ ΣΑΛΑΠΑΣΙΔΗΣ

Δεν είναι τόσο δύσκολο όσο έδειξε.
Ζεις, πεθαίνεις: Έχεις μια στιγμή.
Ο καθένας είναι μια στιγμή κι όλα τ’ άλλα είναι νύκτα.
Κι όταν έρθει το τέλος ανάβεις τσιγάρο (προς θεού! όχι γράμματα).

Αν όμως φοβάσαι διά την πολύτιμον υγείαν σου
Φεύγεις
Και υγείαν έχεις
Υγείαν ποθών και διά ημάς. (Ταύτα
και γράμματα γνωρίζω...) Τι κακό!

Έτυχε όλοι να είσθε εγγράμματοι.

(Αδημοσίευτο, Αρχείο Τ.Σ.)

Πηγή:" Δώδεκα ποιήματα του Τέο Σαλαπασίδη" ,Επιμέλεια Μάρκου Μέσκου, 1993

Επιβατικός σταθμός-ΜΑΡΙΑ ΚΕΝΤΡΟΥ-ΑΓΑΘΟΠΟΥΛΟΥ

Στη μνήμη της Κορνηλίας

Κοντά στα τρένα υπάρχει μια κρυφή ροή νερού
Αργά ράθυμα δροσίζει τ’ αναμμένα βαγόνια
Η Κορνηλία σκύβει απ’ το παράθυρο επικίνδυνα
Σ’ ένα κουπέ με κόκκινα βελούδα
Ανοίγει μια πετσέτα στα γόνατά της
Ψωμί τυρί αυγό και αλατοπίπερο
«Θα ’ρθεις μαζί μου ως το θάνατο;» λέει

Ποιος ντυμένος στα μαύρα κόβει εισιτήρια σήμερα
Ποιος ελεγκτής μάς κοιτάζει με μια νέα υποψία
Ο κλειδούχος ας ξεκλειδώσει επιτέλους την καρδιά του
Ας χορτάσει ο μηχανοδηγός μια θεία ανάπαυση
Και οι γραμμές να γυαλίσουν τα παπούτσια τους

Στην πλατεία κοιμάται η αγία τεμπελιά
Ένας καφές φουσκώνει ως τον ουρανό
Σκάζει στα χείλη του σταθμάρχη που ρουφάει τη μέρα
Σα να ’ναι η πρώτη του κι η τελευταία

Πηγή:«Σαλκίμ», Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα, 2001

Το κόκκινο τραίνο-ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ Χ. ΜΑΡΚΟΓΛΟΥ

Ξυπνώ στο βάθος της νύχτας

Καθώς το παλιό εκείνο τραίνο ορμά
Με πάταγο διασχίζει, με τριγμούς το δωμάτιο
Σφυρίζει στους παγωμένους ατμούς η ουτοπία

Κόκκινες ανεμίζουν σημαίες ασυμβίβαστες
Φεύγει πηδώ και δεν το φτάνω
Χάνονται οι προβολείς στο χιόνι
Παλιές πληγές με σφάζουν

Από το φως του δρόμου
Τέλος εισβάλλει η λογική του πραγματικού

Πηγή: «Ονείρων κοινοκτημοσύνη», Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα, 2002

De nova insula utopia-ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ

Όμως και ο Τόμας Μωρ ταξίδευε με τραίνο.
Χιμαιρικά ταξίδια αναψυχής
απ’ τα παράλια μέχρι την ενδοχώρα.
Μες στη δερμάτινη βαλίτσα του με τάξη
όλες του οι αυταπάτες διπλωμένες·
πιο κάτω τα κοστούμια του
κι ένα ζευγάρι μαλακά παπούτσια περιπάτου.

Σκύβοντας στο παράθυρο μπορούσε
να δει όλα τα θαύματα
του τόπου που δεν ήταν,
του τόπου που σε σχήμα φεγγαριού
μισού μόνο από το παράθυρο
του τραίνου σου τον βλέπεις.

Έφτανε στον σταθμό πριν σκοτεινιάσει
–κανείς δεν ήτανε να τον υποδεχτεί–
με πάντα κάτι ξεχασμένο στο κουπέ του:
γάντια, καρφίτσες, ώρα επιστροφής,
καμιά φορά τη μαύρη του κλωστή
που είχε για να ράβει τον λαιμό του.

Ώσπου μια μέρα ο συρμός
ξέφυγε από τις ράγες.
Κύλησαν οι τροχοί του στα χωράφια,
κύλησαν και συνέχισαν σαν μακριά σκιά
μια διαδρομή πλάι στη διαδρομή τους,
απ’ τα παράλια μέχρι την ενδοχώρα
χωρίς να σταματάνε πουθενά.

Σκύβοντας στο παράθυρο ο λόρδος
Τόμας Μωρ (Πρόεδρος της Βουλής,
Σφραγιδοφύλακας και Υπουργός
των Θησαυρών του Βασιλείου)
με το κομμένο του κεφάλι στον αέρα,
με βλέμμα σαν οθόνη από γυαλί,
κοίταζε όλα τα θαύματα του νέου ταξιδιού,
όλα τα πλάσματα της χώρας που δεν ήταν
ούτε αντανάκλαση ούτε μάταιη δωρεά.
Στους παραλλήλους του καινούριου κόσμου.
(Μπορεί και λίγα μίλια πιο κοντά).

Δεν τον συνάντησα ποτέ
αν και ήμουν ελεγκτής στο ίδιο τραίνο.
Ο χρόνος βλέπετε. Με μπέρδευε ο χρόνος
που ολοένα ξέφευγε απ’ τις ράγες,
ακολουθώντας τη φορά της αμαξοστοιχίας,
τρέχοντας πίσω απ’ της φενάκης του τη σκιά.
Και πώς να φτάσεις μια σκιά
για ν’ ακυρώσεις το εισιτήριό της;

Πηγή:«Χωρικά», Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα, 2007

Η ευτυχία έχει μια θλίψη από παιδιού-ΒΑΣΙΛΗΣ ΛΑΛΙΩΤΗΣ

που έμεινε ξαφνικά μοναχό μ’ όλα τ’ αστέρια
κι όσο από την ομορφιά μένει αμοίραστο
κυλάει αίμα τοξικό γλυκά στη φλέβα…

Ακούω ακόμα τη φωνή σου: Βάσια, Βάσια
όπως σου φέρνουν μιαν εκπλήρωση επιθυμίας
κι ύστερα: Τί είναι; Τίποτα, τίποτα.
Είναι πολλά τα λόγια που χωράει ένα τίποτα
λίγο πριν φτάσει το τρένο στο σταθμό
που να πονάνε κιόλας σαν ανάμνηση.

Πώς σου φυσάω τα μάτια να μην κλάψεις; Έτσι.

Πηγή:"Μάσενκα", Ενδυμίων, 2012

Με το τραίνο-ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ

'Ολη νύχτα λέγανε ψαλμούς
-τους παίρνουν όπου νά’ ναι τους Εβραίους.
Τα ξημερώματα ήρθαν και μας μίλησαν,
ξυπνήσαν το μικρό τους, έβρασαν αυγό~
φεύγανε, λέει, ταξίδι με το τραίνο...

Τώρα στο πάτωμά τους μπαινοβγαίνουν άλλοι.
Οι ίδιες πόρτες κλείνουν και γι’ αυτούς,
σ’ αυτά τα ίδια τα δωμάτια πλαγιάζουν.

Κι εγώ ακόμα αμφιβάλλω αν τους πήρανε~
και τα βραδάκια σιγοτραγουδώ στις σκάλες.

Πηγή: «Τα χίλια δέντρα»,Ιωάννου: Ποιήματα,1954-1985,Εκδόσεις Σφεντάμι,2014

Ο μικρός σταθμός-ΠΕΤΡΟΣ ΣΤΕΦΑΝΕΑΣ

Δεν κατηγορώ
τους μικρούς σταθμούς
Εμφανίζονται στο πουθενά

Δε με απασχολεί εξάλλου
αν ο σταθμάρχης τους βγήκε στη σύνταξη

Τα εισιτήρια που εκδίδονται εκεί
είναι ανακυκλώσιμα.

Ακόμη κι αν το τρένο σταματήσει
δε θα κατεβώ

Δε θα μάθω ποτέ προσωπικά
τον συγκεκριμένο αυτό σταθμό
και χιλιάδες άλλους

Πουλιά θα κλωσούν στη σκεπή του
με μεγάλη τάξη

Είναι και η θέα του οροπεδίου
όταν προσπερνάς την αποβάθρα

Δεν προσβλέπω σε αλλαγές σπουδαίες
Ειδικά στις σιδηροτροχιές

Πηγή: «Η παραλία της Καλαμάτας»,Εκδόσεις «Το Ροδακιό»,2009

Το φύλο μιας μέρας στο τρένο-ΛΕΝΑ ΚΑΛΛΕΡΓΗ

Όμορφος που ήσουν
Το πρόσωπό σου μισό ψάρι
Μισό φίδι
Μισό γύπας που μελαγχολεί
Τα μάτια σου ακοίμητες λίμνες
Τα χείλη σου διασταύρωση ορτανσίας και νέγρας
Τα λόγια σου έξω απ’ τα παράθυρα
Μάνταλα
Τα μαλλιά σου καπνός

Ας έπεσα έξω
Στην ώρα άφιξης του έρωτα
Στις καλές μέρες για απόγονους
Και στην τοποθεσία των σταθμών

Ξέρω ότι ήσουν love story
Γιατί σου έγραψα ποιήματα
Κι αναμφίβολα
Η Τετάρτη είναι αγόρι.

Πηγή: «Κήποι στην άμμο»,Εκδόσεις Γαβριηλίδης,2010

Το τρένο για το Λένινγκραντ-ΑΛΕΞΙΟΣ ΜΑΪΝΑΣ

Σαράντα πόντοι από κάτι.

Μια γυναίκα στο σταθμό των υπεραστικών συρμών
σηκώθηκε απ’ τη σειρά με τις σιδερένιες καρέκλες
και περπάτησε λίγο στο χιονάκι της αποβάθρας προς νότια
πριν σταθεί στο κράσπεδο με παράλληλους
τους μηρούς στο καλσόν
πάνω απ’ τις μισοθαμμένες ράγες.
Φορούσε ένα πράσινο κασκόλ που καθρεφτίζαν τα μάτια της
κι έναν υγρόφαιο αέρα με σκούφο
που μεγάλωνε κατά μία έννοια τα πόδια.
Μικρό σουλάτσο με στάση,
σίγουρα χωρίς να βλέπει τι κοίταζε.
Ύστερα ήρθε το τρένο, χτύπησε η καμπάνα,
κατέβηκε ο σταθμάρχης, βγήκαν οι μεθυσμένοι,
άνοιξε η πληγή, τέλειωσε η διάρκεια της εποχής
και ξεκίνησε αυτό που είμαι τώρα όταν επιμένω.

Πηγή: «Το περιεχόμενο του υπόλοιπου»,Εκδόσεις Γαβριηλίδης,2011

Το τρένο-ΝΙΚΟΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ

Το τρένο πάντα μυρίζει
σώματα, για μια ‘’μη αναστρέψιμη’’ διαδικασία
η πορεία δεν είναι ποτέ η ίδια
τα σώματα το νιώθουν: εκρήγνυνται.
Ο πόνος , η προσμονή
με τη μορφή ιδρώτα.
‘’Αγνοούν’’ κάποιοι το σώμα.
Δεν ακούν δεν μυρίζουν δεν γεύονται.
Το τρένο με πάει βόρεια
στην αυταπάτη,
‘’ μη αναστρέψιμη’’ κι αυτή.

Πηγή: " Δρόμοι με ματωμένα γόνατα",Εκδόσεις Ars Poetica, 2013

Έλλειψη εμπιστοσύνης-ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΚΑΝΕΛΗΣ

Λίγοι άνθρωποι με πίστεψαν:
Ο μεθυσμένος παλαιοπώλης
ο σταθμάρχης των τρένων
και μια ξυπόλητη γυναίκα.
Ο πρώτος γιατί του αγόρασα
όλες τις διεγερμένες μνήμες,
ο δεύτερος επειδή με είδε
να ξαπλώνω πάνω στις ράγες
και η γυναίκα διότι λέει
κατασκευάζω θλιβερές εικόνες
πάνω στη γυμνή άσφαλτο.

Εγώ όμως δεν τους πιστεύω.
Το μόνο που ακόμα καταφέρνω
είναι να ξυπνώ τα μεσάνυχτα
και να καρφώνω στο χαρτί
τα δυο μου χέρια.

Πηγή: “Εκτός εαυτού”, Εκδόσεις Στοχαστής, 2015

Γυναίκα υπό απόρριψη-ΝΙΚΟΣ ΜΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

Τα βράδια κοιμόμασταν από αμέλεια πάνω στις ράγες
Αγνοώντας βέβαια πότε θα περάσει το τρένο
Επιβεβαιώνοντας με τον τρόπο αυτόν τη σκοτεινή πλευρά των ονείρων
Οι πιο αποφασιστικές μας πάντως στιγμές ήσαν σίγουρα τυχαίες
Εσύ βρισκόσουν συνέχεια δίπλα μου γιατί ήσουν πάντα μακριά μου
Με τη ματιά σου τόσο διαπεραστική να τρομάζει τον ίδιο τον θάνατο
Εγώ καταπίνοντας μαζί με τα δάκρυα αζήτητα κομμάτια ουρανού
Είχα γίνει γαλάζιος κι οι άνθρωποι με φοβότανε τόσο
Που περνούσα αλώβητος απ’ τα αρπακτικά βλέμματά τους
Κι αισθανόμουν γυναίκα υπό απόρριψη
Με την σύντροφό μου σαν άντρας μέσα στη νύχτα
Ξυρισμένη να αποχωρεί.
Τρύπιο το λαγήνι του χρόνου κι οι ώρες χυμένες αλλού
Ξεδίπλωναν τρυφερά τη γαλανόλευκη της μοναξιάς αλληγορία.

Πηγή: "Τέλος της περιπλάνησης", Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2015

Ο σταθμός-ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ

Ώρες η σιωπή πατούσε το χώμα που `σκαψαν τα μάτια
μα κανένα φως δεν έβγαινε απ’ αυτού
και μόνο οι φοβερές ρωγμές χαραγμένες στη ράχη της γης
από ανθρώπους που προσπάθησαν να σχεδιάσουν μια μοίρα
ανάσαιναν τη μνήμη μου κι αυτή αργούσε να πεθάνει
σκοντάφτοντας αδιάκοπα σε ξερές ημερομηνίες και μισογκρεμισμένα ονόματα.

Καμιά φωνή δε φεύγει τώρα απ’ την ηχώ της
καμιά λύση δε δίνει τη θέση της σ’ άλλη
όλα κρατούν ένα μικρό διάστημα - παρηγοριά της επιστροφής -
μα αυτός ο ρημαγμένος σταθμός - κομμένα τα σύρματα,
κομμένες οι φωνές.
Δε με πλανεύει πια γι’ αλλού
για μιαν αναπνοή μακρύτερα.

Μόνος κι άλλος κανείς εδώ
με το μέτωπο κολλημένο στις ράγες
να λογαριάζω τα σάπια βαγόνια
εδώ κι όχι αλλού, καμιά υπεκφυγή γι’ αλλού
τα τρένα όλα φευγάτα
κι οι μέρες μας ατέλειωτες.

Πηγή: “Ψυχοστασία”, Εκδόσεις Ύψιλον,2017

Πλάι στις γραμμές του τρένου-ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΓΚΡΑΣ

Κι θα'ρθει μια εποχή που τα τριαντάφυλλα θ’ ανθίσουν,
πλάι στις σιδηροτροχιές, κι όσοι μιλούσαμε για θάνατο
θα βρεθούμε αμήχανοι, θα προσπαθούμε να προσδιορίσουμε
μιαν απουσία, γιατί θάνατος είναι ο φόβος μόνο,
κι ο Αλιόσα Καραμάζωφ διατείνονταν στην παρέα των παιδιών
"θα ξαναβρεθούμε, θ'αγαπηθούμε ξανά", αρκεί να ξεχάσουμε
τις αράχνες και να μυρίσουμε τα άνθη,
εκεί, πλάι στις γραμμές του τρένου.

Πηγή: «Ποιήματα»,Εκδόσεις Ενδυμίων,2018

Το τραίνο των 12 -ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

Καμιά φορά το σφύριγμα ενός τραίνου μες στη νύχτα έχει κάτι
απ’ την αιώνια αναχώρηση ‒
ω μη μιλάτε‒ ίσως να μην ξημερώσει πια.

Πηγή: "Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου",Εκδόσεις Μετρονόμος,2018

Βαγόνι-ΜΑΡΙΝΑ ΑΡΜΕΥΤΗ

Ένα βαγόνι αμαξοστοιχίας θα ναυλώσω
Θα καλέσω τις λέξεις
Θα φτιάξω ένα συρτό παραλήρημα
πάνω στις ράγες
Έτσι σχεδόν ακίνητος
Κάπου φτάνεις
Κι ύστερα είναι και το παράθυρο
Βουνά, λίμνες, πουλιά σε διασχίζουν
Ενίοτε εντρυφούν μέσα σου
Και σε ξαναγράφουν
Όσο για σένα
Θα καθόσουν δίπλα μου
Θα θελα και δε θα θελα
να σ’ ακουμπήσω
όπως θα θελα και δε θα θελα
να σ’ αγαπήσω

Πηγή:«Ο κύριος ιππόκαμπος»,Εκδόσεις Φίλντισι ,2018

Το βαγόνι-ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΤΑΣΙΟΠΟΥΛΟΣ

Στους πρόποδες του ουρανού είχαν ξεχάσει
ένα βαγόνι όλο σκουριά και ξύλο ανεξίθρησκο
σκήνωμα φωτιά κι απελπισία
του έρωτα τρωτό διάδημα που
μέσα του χάθηκε ο πόλεμος.
Στάγδην χυνόταν το αίμα του Γκαλίπ
και πάνω στη βροχή τού άχνιζε το χώμα
ολοφυρμοί, χλαίνες, σωσίβια διάσπαρτα παντού
η κωμωδία τού ενεδρεύοντος θριάμβου:
-ψυχή μου, ο παράδεισος σαν όρυγμα βαθύ ψεύτικη λέξη
το δόλωμα στην άκρη του σκοινιού
συσκευασμένη προσευχή και αμαρτία πάντα.

Πηγή: "Αχερουσία η θάλασσα", 2019 

Το τραίνο-ΖΩΖΗ ΖΩΓΡΑΦΙΔΟΥ

Μη μ’ αφήσεις να φύγω.
Άσε το τραίνο να περάσει
με τον μαύρο καπνό
μέσα στη νύχτα να σβήσει
την πίκρα που πίσω θα αφήσει.
Είμαι εδώ.
Και θα μείνω
αν θελήσει η ζωή
την ελπίδα να ανθίσει.

Πηγή: «Γι’αυτό το λίγο»,Εκδόσεις Γκοβόστη,2019

Ανάδρομα τρένα-ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΠΑΤΕΡΑΚΗ

Στον αυτοκρατορικό μου ιστό
/ η βόρεια λεοντή μου τρομάζει αιώνα το βήμα /
με επαίτες νωπούς μυστηρίων
που χαρακώνουν το δέρμα
και τα οστά σφυρίζουν ανάδρομα τρένα
όταν σαλεύουν τα χέρια μου
σαν όνειρα ιερών εντολών
στο μαύρο νερό με το αίμα μου –
κίονα των μυρίων γλωσσών μου
σε φθινοπωρινή ουλή
κάτω απ’ τα ξερόφυλλα
των πλεγμένων ίσκιων μου
στο χρώμα που αντιπάσχει φυλακή
και λύτρωση
ανάμεσα στα άκρα των φυλών μου
/ άνεμος να ευωδιάζει η δίψα μου
κι εσύ να σπας την γυμνή μου λάμπα
στους ασπρόμαυρους δεσμώτες μου. /
Ανάδρομα ένα
κατοικούν στα φώτα μου
που χορεύουν σαλεμένες πληγές
στις θηλυκές εκτάσεις μου
πάνω απ’ τους λόφους των σπάργανων
και μέσα στον προαύλιο σπασμένης μήτρας
με την κατάβαση των θεών μου.

Πηγή: "Πλουτώνιο άλγος μου", Εκδόσεις 24 Γράμματα, 2020

δεν φεύγουν τα τρένα, αλλά οι σταθμοί-ΜΑΡΙΑ ΚΑΝΤΩΝΙΔΟΥ

Δεν φεύγουν τα τρένα, αλλά οι σταθμοί.
Και οι σταθμοί δεν έχουν θάνατο.
Να αποδειχθεί.
Έξω λαμπυρίζει ένα περίπτερο κι εσύ μου μιλάς
για γιουκαλίλι,
πες το μου, γύρω καρέκλες και χειρολαβές
σε εξαιρετική επί του παρόντος κατάσταση
όπως ακριβώς και οι ράγες στα πόδια σου –
τι άλλη απόδειξη θέλεις;
Καμία.

Πηγή: Stanza, Εκδόσεις Gutenberg,2021

Με το τραίνο-ΛΑΜΠΡΟΣ ΗΛΙΑΣ

Θέλω νὰ ταξειδέψω
μὲ τὸ τραῖνο τῆς ξεγνοιασιᾶς
πάλι
σὰν τὰ νεανικά μου χρόνια
κάμπους καὶ βουνὰ περνώντας
ἐνάερα
εὐαίσθητους χαιρετισμοὺς ν’ ἀκούσω
δεχόμενος τῶν ἡλιαχτίδων χάδια
κι ἄλλοτε πάλι
οἱ χιονονιφάδες ἀπ’ τὸ παράθυρο
γλυκὰ στὸ μάγουλο νὰ μὲ φιλήσουν
σκέφτομαι δυὸ στίχους νὰ σοῦ γράψω.

Ἀθήνα, 29 Ἀπριλίου 2012

Πηγή: "Επιμελώς Ερριμμένα,Αθήνα,2021

Στο βραδινό τραίνο -ΛΑΜΠΡΟΣ ΗΛΙΑΣ

Φόρτωσα στο βραδινό το τραίνο
ατόφιες της ζωής τις συνειδήσεις
σκέφτηκα πως ίσως προλαβαίνω
τα πικροδάκρυα να δω της δύσης

όπως τα ’γραψαν τα παραμύθια
που η καλή γιαγιά μου εξιστορούσε
άπλωναν μπροστά μου την αλήθεια
εκείνη που η καρδιά μου αναζητούσε

ίδια με την τόλμη του αιθέρα
βουίζει σαν το εύθυμο μελίσσι
λες και είναι βλέμμα ενός αστέρα
στο βάθος του δειλά να ’χει δακρύσει

ένιωσα τον λόγο του να σβήνει
παρέα με την κίνηση του τραίνου
φτάνοντας στου έρωτα την κλίνη
κατέθεσα φιλήματα επαίνου.

Πηγή: Το αρχείο του ποιητή

Aγάπη-Απάτη-ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ

To τρένο της γραμμής θα 'ρθει σε λίγο.
Φέρνει μαζί του μιαν άρρωστη, γκρίζα βροχή
μεταλλική.
Χαρακώνει την ψυχή με ενοχές
Το πρόσωπο με ρυτίδες
Ακούγεται το αγκομαχητό της μηχανής.
Σείονται οι ράγες
Πάλλονται οι καρδιές
Παράλληλες ράγες
Παράλληλες ζωές
Ασύμβατες υπάρξεις
βουτηγμένες στα λασπόνερα της ματαίωσης
Σημαδεμένα τραπουλόχαρτα προορισμένα για απάτη
Βρέχει αγάπη- απάτη απόψε
κι εσύ
ακούς το σφύριγμα και το βάζεις στα πόδια
Χάνεσαι στην ομίχλη του σταθμού
τυλιγμένος στο αγαπημένο μου πανωφόρι.

Πηγή:"Το γλαυκό και το μπλε της νύχτας" ,Εκδόσεις Γράφημα, 2021

Έφιππο φεγγάρι- έρπον τρένο-ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

Ένα έφιππο χαρωπό φεγγάρι
Εντελώς εξημερωμένο
Καλπάζει στην κορυφή του Κόζιακα
Οι πέτρες λάμπουν στο πέρασμά του
Τα χώματα του μιλούν περίεργα
Οι φλέβες των ξύλων του δείχνουν
Μεθυστικές ροές
Κι ένα περίλυπο τρένο από μακριά
Έρποντας προσπαθεί να το φτάσει
Ω τρένο τρένο
Αργοπορημένο και μελαγχολικό
Ασημένια αρμαθιά των βαγονιών
Στόλισε μονάχα το στήθος της πεδιάδας
Κύλα παράλληλα
Με το περιδέραιο του ποταμού
Και μην ανακατεύεσαι με τα ουράνια
Πού να ξέρεις τι γίνεται εκεί πάνω
Ούτε κι εγώ ξέρω τίποτα
Δεν ξέρω τίποτα απ’ όλα αυτά που βλέπω
Ούτε και από τόσα άλλα πολλά που με λυπούν

Πηγή: stixoi/info

Το τρένο φάντασμα-ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΛΟΥΡΗ

Θα έχει περάσει και μια συντέλεια από τότε
Και αυτός ακόμα εκεί
Στέκει με τη βαλίτσα στο χέρι
Όρθιος
Τα γένια του απλώθηκαν στις ράγες
Έλιωσαν τα ρούχα απ´τους αιώνες
Ιδανικό λίπασμα
Βλάστησε ολόκληρος
Άνθη αποδημητικά ρίζωσαν στα μαλλιά του
Φωλιές χελιδονιών οι τσέπες του
Πτυχώσεις γραμμένες στην αναμονή
Ο συρμός δεν έφτασε ποτέ
Εμείς ή κάποιος απ´τους επόμενους δεν είδε τίποτα να έρχεται
Ταξιδιώτες δεν επιβιβάστηκαν
Κι όμως
Είναι σίγουρος για το δρομολόγιο
Το εισιτήριο δέρμα δεύτερο στο χέρι του
Λάκκος στο μέγεθος του πέλματος
Σκάφτηκε με τα χρόνια
Οριζόντια κολώνα μιας κατ´επίφασιν ύπαρξης
Θα ´ρθει η μέρα που η γη θα πιει το επίμονο σαρκίο
Κατά καιρούς πέρασαν πολλοί από τον σταθμό
Αργόσχολοι περαστικοί
Εμπειρογνώμονες βεβαιοτήτων
Απεγνωσμένοι ποιητές
Θρασύδειλοι επαναστάτες
Άντρες, γυναίκες, παιδιά
Όλοι να δούνε θέλησαν
Αυτόν που περιμένει τον «Γκοντό»
Όνομα κι αυτό για μια αμαξοστοιχία
Συνώνυμο της προσμονής του απόντα
Αυτού που ίσως και να έρθει
Μέχρι τότε
Μόνος στην αποβάθρα
Υπάρχει.

Πηγή: stixoi/info

Ταξίδι με το τρένο-ΕΛΕΝΗ ΚΟΛΛΙΑ

Είμαι υπεύθυνη για ένα βαγόνι με εύφλεκτες ύλες
σε μια συνήθη αμαξοστοιχία
όπου κανείς δε υποψιάζεται τίποτα.

Φλυαρώ με τους συνταξιδιώτες μου
απολαμβάνω τα τοπία
τα πίνω με τους θερμαστές

και το ταξίδι συνεχίζεται.

Πηγή: stixoi/info

Το τρένο-ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΕΓΚΑΡΧΟΣ

Το τρένο εκινείτο
πάνωθεν τις ράγες
αργά σαν δυσκολεύετο
όταν το φορτίο ήτο βαρύ
και η απαντοχή εξαντλείτο
το τούνελ σκοτεινό
και οι κραυγές νεκροζώντων
επληθύνοντο.
Ταχέως σαν ευκολείνετο
όταν οι αγροί ήτο πλήρεις
από εδώδιμα αγαθά
και όταν πολύχρωμες σημαίες
στα μπαλκόνια της έπαρσης
ξεδιπλώνοντο.
Χέρια παιδιών
εξέρχοντο των παραθύρων
συγκρατούντο και αντιστέκοντο
στις ριπές των ανέμων.
Όταν το άγιον Πάσχα
επλησίαζε εσταθμεύετο.
"Η ζωή εν τάφω
κατετέθη Χριστέ!"
Αναμονή και περισυλλογή.
Υπό των πρώτων χτύπων
της καμπάνας της Αναστάσεως
εφανέρωτο πάλιν ταξιδεύοντι
καθήμενοι ερωτευμένοι νέοι
αγκαλιάζοντο και εφιλούντο
ονειρεύοντες και προσμένοντες
την άφιξη του νέου κόσμου.

Πηγή: stixoi/info

Άννα-ΑΓΓΕΛΟΣ ΒΛΙΩΡΑΣ

Σε τρένο μισοσκότεινο, σ’ ένα ψυχρό βαγόνι
ταξίδευα και κοίταγα το χρόνο να τελειώνει:
ο ωροδείκτης έλεγε πως δεν υπάρχει ελπίδα,
ο λεπτοδείκτης έφερε μαζί του ηλιαχτίδα.

Η ώρα όμως πλησίαζε, σε λίγο κατεβαίνω,
θα ήτανε πια μάταιο κι άλλο να περιμένω.
Να περιμένω τη στιγμή που κάποια θα γνωρίσω
να κάνω μία νέα αρχή, τα πάθη μου ν’ αφήσω.

Να ταξιδεύουμε μαζί, με πλοία, αεροπλάνα.
Που να την έλεγαν Ζωή, που να τη λέγαν Άννα.
Ίσως να είμαι ξυπνητός, μπορεί και να κοιμάμαι,
μπορεί να ονειρεύομαι, το τέλος να φοβάμαι.

Όμως τη μοναξιά μου σπα μια θέση παγωμένη,
όταν εμπρός μου κάθισε μια "φεγγαροντυμένη».
Είχε μορφή αγγελική, σαν "Όνειρο στο Κύμα»,
σαν να `χε βγει από καμβά ή από κάποιο ποίημα.

Τα μάτια τα `χε καστανά και τα μαλλιά της μαύρα,
τα χείλη κατακόκκινα κι η δροσερή της αύρα
το χώρο αιχμαλώτιζε, τον έκανε δικό της.
Αχ να `μουν κόσμημα χρυσό γύρω απ’ το λαιμό της!

Θέλω να της μιλήσω, μα χάνω τα λογικά μου,
δεν δύναμαι να θυμηθώ ούτε το όνομά μου.
Πόσα θα είχα να της πω και πόσα να της δώσω,
μακάρι να `μουν ικανός το χρόνο να παγώσω.

Όμως αυτός δεν βοηθά, εγώ φέρω ευθύνη.
Την κοίταξα διστακτικά, με κοίταξε κι εκείνη,
της μίλησα για τον καιρό, τη ρώτησα πού πάει.
Μου `πε πως πήγαινε να βρει εκείνους π’ αγαπάει.

Το όνομά της ζήτησα κι απάντηση δεν πήρα.
Ίσως να ήταν Καλυψώ, μπορεί και να `ταν Ήρα.
Το τρένο τότε σταματά - μαζί και η καρδιά μου
κι εκείνη χάνεται, σκορπά, φεύγει από κοντά μου.

Τρέχω φρενίτης να τη βρω, μα πουθενά εκείνη
κι εγκαταλείπω το σταθμό με πόνο, με οδύνη.
Το ίδιο βράδυ, λίγο αργά, προτού ο ήλιος δύσει,
για μια κοπέλα άκουσα που είχε αυτοκτονήσει.

Που είχε μαύρα τα μαλλιά και άλικα τα χείλη
και στο λαιμό της πέρασε θηλιά ένα μαντήλι...
Εγώ από κείνη τη στιγμή δεν ξαναπήρα τρένο,
όσο για το ρολόι μου, συνέχεια παγωμένο:

ο ωροδείκτης του μυαλού σημαίνει την καμπάνα,
μα ο λεπτοδείκτης της καρδιάς. Και τ’ όνομά της;
Άννα.

Πηγή: stixoi/info

Το σύμπαν είναι σχήμα-ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΛΛΟΣ

Όταν μπεις στις γραμμές του τρένου, ξεκίνα. Μη σταματάς σε κάθε σταθμό.
Να είσαι σαν το εξπρές ή την ταχεία, να είσαι σαν τις νεροτσουλήθρες,
αλλά όχι στην αρχή ή το τέλος. Η ταχύτητά σου πρέπει να είναι μετρημένη.
Γι’ αυτό υπάρχουν τα τούνελ και οι σήραγγες, γι’ αυτό κι οι σκεπαστές νεροτσουλήθρες.
Μήπως και πετάξεις. Το πέταγμα, εκτός απ’ τα πουλιά, μόνο τα αεροπλάνα το μπορούν και οι αράχνες.
Όχι εκείνες που σηκώνουν τα αυτοκίνητα από τους δρόμους, αλλά εκείνες που κατεβαίνουν
από το ταβάνι ως το πάτωμα του δωματίου μας. Αυτές οι ίδιες κατασκευάζουν τις γραμμές τους,
αόρατες εκτός των άλλων. Γι’ αυτό μιλάμε για πτήση.
Ακόμα και τα πουλιά έχουν τον δικό τους δρόμο. Το σύμπαν είναι σχήμα.

Πηγή: stixoi/info 

Οι ράγες των χειλιών-ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

Η στιγμή πριν η σταγόνα
πέσει στο ποτήρι.
Η μαγεία του μετέωρου.
Βαγόνι με αχνιστά κάρβουνα
στις ράγες των χειλιών.

Πηγή: stixoi/info

Φύλακας γραμμών-ΑΜΑΛΙΑ ΡΟΥΒΑΛΗ

Δε θυμούμαι πια τον εαυτό μου εδώ
το τραίνο φτάνει
χιλιάδες σπίθες τα φώτα του
ενσωματωμένα στις κόρες των ματιών μου
πίνω στην υγεία της μαυρίλας
που με πότισαν τα τραίνα

Η φωνή μου ακούεται παράξενα επηρεασμένη
από τους φθόγγους των τσακαλιών
με τον απέραντο λάρυγγα

Φως κόκκινο
Κόκκινη νύχτα

Κι ο θάνατος με κόκκινο πηλίκιο

Πηγή: https://amarouv.blogspot.com

Τα όνειρα των τραίνων-ΠΑΜΠΛΟ ΝΕΡΟΥΔΑ

Τα τραίνα ονειρεύονται στο σταθμό,
μόνα τους,κοιμισμένα,
χωρίς ατμομηχανές.

Ταλατευόμενος μπήκα μέσα στην αυγή:
για μυστικά πήγαινα να ψάξω,
για χαμένα αντικείμενα μέσα στα βαγόνια,
μέσα στη νεκρή οσμή του ταξιδιού.

Ανάμεσα στα φευγάτα σώματα
μόνος μου κάθισα μες στο σταματημένο τρένο.

Πυκνός ήταν ο αγέρας,σα συμπαγής όγκος
από κουβέντες ειπωμένες
και φευγάτες απελπισιές.

Ψυχές χαμένες μέσα στα τρένα,
σαν κλειδιά δίχως κλειδαριές
κάτω απ'τα καθίσματα πεσμένα.

Γυναίκες απ'το Νότο
φορτωμένες μπουκετάκια και πουλερικά,
Ίσως και να δολοφονήθηκαν
ίσως να γύρισαν πίσω και να'κλαψαν,
ίσως να χάλασαν τα βαγόνια
με των γαρίφαλών τους τη φωτιά.
Ίσως κι εγώ να ταξιδεύω,να'μαι μαζί τους
ίσως ο ατμός των ταξιδιών και
οι βρεγμένες ράγες,ίσως
και να ζουν όλα μες στο σταματημένο τραίνο
και γω ένας ταξιδιώτης αποκοιμισμένος δυστυχισμένα
ξύπνιος.

Καθώς καθόμου,και το τραίνο
ταξίδευε δια μέσου του κορμιού μου,
καταργώντας τα σύνορά μου,
με μιας έγινε το τραίνο
της παιδικής ζωής μου
ο αχνός της χαραυγής
το χαρούμενο και πικρό καλοκαίρι.

Άλλα τραίνα ήταν που φεύγανε
τραίνα γεμάτα πόνο,
λες κι ήταν φορτωμένα κατράμι,
κι έτσι,το ακίνητο τραίνο έφευγε
εκείνο το πρωινό,που όλο κι απλωνόταν
πονεμένο πάνω στα κόκκαλά μου.

Μοναχός βρισκόμουν μέσα στο τραίνο,το μοναχό,
αλλά δεν ήμουνα ο μοναδικός μόνος,
εκεί είχαν μαζευτεί πολλές μοναξιές
περιμένοντας να ταξιδέψουν
σα φτωχοί στους διαδρόμους.

Και γω μέσα στο τραίνο,
σαν νεκρός καπνός,
μαζί με τόσα άλλα όντα,
αποκαμωμένος από τόσους θανάτους
ένιωσα χαμένος σ'ένα ταξίδι
που μέσα του τίποτα δε σάλευε
έξω απ'την κουρασμένη μου καρδιά.

Πηγή: Ποιήματα,"Εστραβαγάριο",Μπουένος Άιρες,1958,Εκδόσεις Δαμιανός

Το πρωινό τραίνο-USHA MALIK

Πολύ πρωί
Τα φορτηγά περάσαν τραίνα
Βιαστικά
Απ'τον μικρό σταθμό
Δίπλα στο δρόμο.
Τρέξανε τα παιδιά
Τα ονόματα με δίψα
Να διαβάσουν:
"ΠΥΛΗ ΤΗΣ ΙΝΔΙΑΣ"
"ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΗΣ ΚΑΤΣΑΝΤΙΟΥΓΚΑ"
"ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ ΤΗΣ ΓΚΟΛΓΚΟΝΤΑ"
Ονόματα γεμάτα μάγια
Των φορτηγών συρμών!

Θύμισες τραίνων που περνούν
Την πρωινή ξεσκίζοντας ομίχλη
Φούντες μαύρου καπνού
Που κύκλους στο γαλάζιο τ'ουρανού
Λαξεύουν

Ένα αγόρι
Κείτεται νεκρό
Απάνω στη γραμμή
Το σκότωσε το πρωινό το τραίνο.
Αυτοκτονία,είπαν.

Πηγή: Σύγχρονη ινδική ποίηση,Βασίλη Γ.Βιτσαξή,Βιβλιοπωλείον της Εστίας,Αθήνα,1978

Κοπάδι σε τρένο -ΟΡΑΣΙΟ ΚΑΣΤΙΓΙΟ

Είμαστε αθώοι, ουρλιάζαμε μες απ’ τα τρένα.
Νύχτα ήταν ή μέρα; Ήμασταν ζωντανοί ή νεκροί;
Με τα κεφάλια κρεμασμένα απ’ τους φεγγίτες κοιτούσαμε τον απέραντο [κάμπο.
Αίφνης, ένα μουκάνισμα μας έφερνε στη θύμηση την Ιφιγένεια
και γυρίζαμε για να σφίξουμε τα παιδιά μέσα στα στήθια μας.
Τι είναι εκείνο; Ο ήλιος. Τι είναι εκείνο; Ένα σύννεφο.
Είχαμε λησμονήσει το χρώμα της θάλασσας, τη μυρωδιά της βροχής.
Όσοι ήξεραν από αστέρια είχαν ξεχάσει τις ονομασίες τους,
γι’ αυτό τους δίναμε ονόματα των παιδιών μας για να προσανατολιστούμε [στο γυρισμό.
Τι είναι εκείνο; Ένα δέντρο. Τι είναι εκείνο; Ένα ποτάμι.
Κι ένα γρηγοριανό μέλος υψωνόταν ολόγυρά μας,
μιλούσε για όσους προορίζονταν για τη θυσία.
Είμαστε αθώοι, ουρλιάζαμε μες απ’ τα τρένα.
Νύχτα ήταν ή μέρα; Ήμασταν ζωντανοί ή νεκροί;
Το γάλα είχε ξινίσει στα στήθια των μανάδων,
χτενίζαμε τα μαλλιά μας και γίνονταν στάχτη.
Τι είναι εκείνο; Ένα πουλί. Τι είναι εκείνο; Μια πέτρα.
Και χαμηλώνοντας το κεφάλι κρύβαμε την ντροπή μας,
βουβοί κόβαμε τα νύχια των νεκρών.
Είμαστε αθώοι, ουρλιάζαμε μες απ’ τα τρένα.
Νύχτα ήταν ή μέρα; Ήμασταν ζωντανοί ή νεκροί;
Τ’ απόβραδα πίναμε το κρασί των τυφλών,
ονειρευόμασταν ακόμα ένα δάσος από ορχιδέες.
Τι είναι εκείνο; Άμμος. Τι είναι εκείνο; Ομίχλη.
Κι η ζωή δραπέτευε σαν νυχτερίδα απ’ τις σκιές
και αποκοιμόμασταν με μια απρόσμενη γαλήνη στο βλέμμα.
Ύστερα τα μάτια μας έγιναν σαν τα μάτια των αγαλμάτων,
κοιτάξαμε τις παλάμες μας κι είχε εξαφανιστεί η γραμμή της ζωής,
κι από τη στοίβα υψώθηκε ιαμβικός ο ρόγχος
αλυχτώντας για σένα, για μένα, για όλους μας τους συντρόφους.
Έμειναν πίσω μόνο οι ετρουσκικές μας γραμμές,
κέρινα τραγούδια που ταξιδεύουν στον ήλιο,
και στο πλευρό μας πάντα εσύ, κόρο σπλαχνικό,
εσύ, ψυχή μου, δαμάλα, στεφανωμένη με βιολέτες και νάρδους.

Μετάφραση: Χαράλαμπος Δήμου
Πηγή: «Οι γάτοι της Ακρόπολης και άλλα ποιήματα», Οι Εκδόσεις των συναδέλφων,2012

Νοσταλγία-ΛΑΝΓΚΣΟΝ ΧΟΥΓΚΣ

Η γέφυρα του τραίνου
Είναι τραγούδι λυπημένο στον αέρα
Η γέφυρα του τραίνου
Είναι τραγούδι λυπημένο στον αέρα΄
Κάθε φορά που ο σιδηρόδρομος περνά
Δεν ξέρω που θα ήθελα να πάω.

Επήγα μέχρι το σταθμό
Χτυπούσε τόσο δυνατά η καρδιά μου
Επήγα μέχρι το σταθμό
Χτυπούσε τόσο δυνατά η καρδιά μου.
Ένα βαγόνι ήθελα να'βρισκα
Που να με πήγαινε στο Νότο.

Η νοσταλγία μου,Κύριε
Είναι ένα πράγμα τρομερό
Είναι ένα πράγμα τρομερό
Η νοσταλγία μου,Κύριε
Για να μην κλάψω-
Το στόμα ανοίγω και καγχάζω.

Μετάφραση: Ρίτα Μπούμη Παπά
Πηγή:Νέα Παγκόσμια Ποιητική Ανθολογία Ρίτας Μπούμη-Νίκου Παππά,Διόσκουροι

 

Έρευνα-Επιμέλεια αφιερώματος: Αγγελική Καραπάνου 

Έννεπε Μούσα

Έννεπε Μούσα!
Για τους εραστές της ποίησης και της στιχουργικής!
Για προβολή γνωστών κι άγνωστων δημιουργών!
Για επικοινωνία μέσα από έργα αγαπημένα!
Έννεπε Μούσα!
Με όχημα την πένα, το ταξίδι, τ’ όνειρο!!!

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ

Η  αναδημοσίευση του περιεχομένου του παρόντος διαδικτυακού ιστότοπου ΕΝΝΕΠΕ ΜΟΥΣΑ επιτρέπεται ΜΟΝΟ με την παράθεση πηγής και ενεργού συνδέσμου (link).

  

Τα Cookies βελτιώνουν την απόδοση της σελίδας μας. Δεν αποθηκεύουμε προσωπικές σας πληροφορίες. Μας επιτρέπετε να τα χρησιμοποιούμε;