Το ταξίδι στην ποίηση (Ποιήματα)

Ένα ταξίδι είναι η ζωή και κάθε κομμάτι γης που περπατάμε έστω και για λίγο, γράφει μέσα μας. Εικόνες, γεύσεις και μυρωδιές κάθε τόπου αφήνουν  το αποτύπωμά τους στην ψυχή μας. Δύσκολα να βρεις άνθρωπο που να μην αγαπάει αυτή την αέναη περιήγηση. Για να δούμε τι είπαν οι ποιητές για τα ταξίδια!

Το ταξίδι-ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

Μου σφίγγει ο καημός, σα θηλιά το λαιμό
και μες στην καρδιά με δαγκώνει σα φίδι.
Παράξενο θέλω ν’ αρχίσω ταξίδι,
χωρίς, μα χωρίς τελειωμό.

Το δρόμο μ’ αργά να τραβώ, να τραβώ,
αλλά πουθενά και ποτέ να μη στέκω,
ψυχή να μη βρίσκω, ή πάντα να μπλέκω
με κόσμο τυφλό και βουβό.

Να νιώθω τριγύρω πλατιά ερημιά,
κλεισμένα τα σπίτια, τα τζάκια σβησμένα,
ψηλά να μη φέγγει αστέρι κανένα,
και κάτου γυναίκα καμιά.

Ε! ίσως σε τέτοιο ταξίδι αν βρεθώ,
ατέλειωτο, έρμο, σ’ αγνώριστη χώρα,
δε θα ’χω περίσσια λαχτάρα σαν τώρα,
Αγάπη, από σε να χαθώ!

Απρίλιος 1883

Πηγή: "Τα τραγούδια της πατρίδος μου","Τραγούδια της καρδιάς και της ζωής",1886

1-ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

Πλια δε δροσολούστηκα
σε νερό αγιασμένο:
μ’ άφ’σε το ταξίδι σου
με φτερό σπασμένο·

θρέφει με η ανάμνηση,
μα και φαρμακώνει,
κι ό,τι ώς χτες με θέρμαινε
τώρα με παγώνει

και κοιτώ εφτασφράγιστα
τα παράθυρά σου,
τα κακόψυχα δε λεν
για τη συμφορά σου

και τα χιλιομίσησα
και δεν τα μετάειδα
κι ας μου ξαναδείξουνε
του Ήλιου τη Νεράιδα!

Πηγή:"Κηρήθρες",1905

Ταξίδι στα Κύθηρα-ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ

Τ'ωραίο καράβι, έτοιμο στο χαρωπό λιμάνι
γιορταστικά με γιασεμιά και ρόδα στολισμένο
με τις παντιέρες του αλαφριές στην ανοιξιάτικη αύρα
και τ΄Όνειρό μας στο χρυσό πηδάλιο καθισμένο,

μας πήρε για τα Κύθηρα, τα θρυλικά, όπου μέσα
σε δέντρα και σε λούλουδα και γάργαρα νερά
υψώνεται ο μαρμάρινος ναός για τη λατρεία
της Αφροδίτης, – του έρωτα τη θριαμβική θεά,

Μα το ταξίδι ήταν μακρύ κι η χειμωνιά μας βρήκε!…
Οι φανταχτές κι ανάλαφρες παντιέρες μουσκευτήκαν,
τα χρώματα ξεβάψανε και τ’ άνθη εμαραθήκαν

και κάτου απ τους άξενους τους ουρανούς, το πλοίο
απόμεινε ακυβέρνητο στο κύμα τ΄αφρισμένο
με το φτωχό μας Όνειρο στην πρύμνη πεθαμένο.

Πηγή: "Νοσταλγίες",1920

Τελευταίο ταξίδι-ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

Καλό ταξίδι, αλαργινό καράβι μου, στου απείρου
και στης νυχτός την αγκαλιά, με τα χρυσά σου φώτα!
Να ’μουν στην πλώρη σου ήθελα, για να κοιτάζω γύρου
σε λιτανεία να περνούν τα ονείρατα τα πρώτα.

Η τρικυμία στο πέλαγος και στη ζωή να παύει,
μακριά μαζί σου φεύγοντας πέτρα να ρίχνω πίσω,
να μου λικνίζεις την αιώνια θλίψη μου, καράβι,
δίχως να ξέρω πού με πας και δίχως να γυρίσω!

Πηγή: "Ελεγεία και σάτιρες,1927

Το ταξίδι-ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΡΦΥΡΑΣ

Όνειρο απίστευτο η λιόχαρη μέρα! Κι εγώ κι η Αννούλα,
λίγοι παλιοί σύντροφοί μου και κάποιες κοπέλλες μαζί,
μπήκαμε μέσα σε μια γαλανή, μεθυσμένη βαρκούλα,
μπήκαμε μέσα και πάμε μακριά στης χαράς το νησί.

Ούτ'ένα σύννεφο κι ούτ'ένας μαύρος καπνός στον αγέρα΄
πλάι μας στήθη ερωτιάρικα κι άσπροι χιονάτοι λαιμοί,
φως στα μαλλιά τα ξανθά, φως στο πέλαγος, φως πέρα ως πέρα:
μα ποιος επήγε ποτέ του μακρυά στης χαράς το νησί;

Ω! τι με νοιάζει κι αν πάμε ως εκεί; Τι με νοιάζει; Γελάει
όλ' η γλυκειά συντροφιά μου, γελά η θλιμμένη ζωή,
στ' άπειρο μέσα κυλάμε ΄ κι η Αννούλα τρελλά τραγουδάει:
Όπου και να 'ναι μακριά θα φανεί της χαράς το νησί...

Δημοσίευση: Περιοδικό "Μπουκέτο",6 Ιανουαρίου 1927

Ταξίδι-ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

Κάτω ἀπὸ ἕνα πεῦκο
Ὁ ἀγέρας δὲ φυσοῦσε
Τραγούδαγε τὸν ὕπνο
Μιὰ κοπέλα.

Κάτω ἀπὸ τὸν ὕπνο
Ἡ ἀναπνοὴ μᾶς φύλαγε
Ἡ αὐγὴ
Νὰ περάσει τὸ ρέμα.

Ἦταν νύχτα
Ποιὸς ξέρει
Ἂν δὲ γεννηθήκαμε
Τότε.

Σὰν κλείνουμε τὰ μάτια
Φοβούμαστε καὶ τώρα
Μήπως γίνουμε ξένοι
Ὁ ἕνας στὸν ἄλλο.

Ἀλλὰ τότε δὲν ἔφταιγε
Παρεκτὸς ἡ καρδιά μας
Μᾶς ἀγαποῦσε ἡ θάλασσα
Μᾶς ἀγαποῦσε ὁ ὕπνος.

Σήμερα ἡ μπόρα πέρασε
Θὰ μᾶς σηκώσει ὁ Θεὸς
Θὰ μᾶς φιλήσει
Θὰ γίνουμε παιδιά του.

Πάνω στὴ χλόη
Ὁ στοχασμός μας τρέχει
Μελαγχολεῖ σὰ μέλισσα
Μελαγχολεῖ καὶ πάει.

Καὶ καβαλάρης ὁ ἄνεμος
Μπροστὰ τοῦ περπατάει
Καὶ χαιρετάει τὰ σύννεφα
Καὶ ἀψηφᾷ τὴ γῆ.

Πηγή: Βικιθήκη

Ένα ταξίδι να πάμε-ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

Ένα ταξίδι να πάμε με τη γλώσσα μας
Ένα ταξίδι

Χλωμούς και ρόδινους ουρανούς να δούμε
Χώματα με την αίσθηση της φωτιάς
Με το χρώμα του δέντρου
Με το χρώμα και τη λαλιά του πουλιού
Με την οσμή της θάλασσας
Με την αγκαλιά του ορίζοντα
Και την περίσσια μυρωδιά
Μιας φύσης που δεν κλείνει

Λαίμαργοι σαν πουλιά να πετάμε
Μες στον ξανθόν αγέρα
Και να πατάμε κάποτε
Πάνω στο πουλί της γης
Πάνω στο γλήγορο πουλί
Που όλους μας φέρνει
Και μας σηκώνει πιο ψηλά
Απ’ όποια δόξα διανοητική

Η νύχτα έγινε μια βεντάγια
Ο αγέρας έγινε ωραίο κρασί
Πίνουμε και είμαστε παιδιά
Που πρωτοπίνουν
Καλπάζει το αίμα μας
Λυτρώνεται ο νους μας
Στάχτη ρίχνουμε
Στης θάλασσας τα μάτια
Η φαντασία μας γεμίζει κύματα
Γεμίζει αστέρια η φαντασία μας.

Πηγή: Βικιθήκη

Ταξίδι-ΙΩΑΝΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ (1891)

Φυσάει τ'αγέρι,τα σκοινιά σφυράνε,
πλάι ο καπνός στα κύματα κυλά,
γέρνει το πλοίο μονόπαντα απαλά
κ'οι αφροί στην πλώρη του χοροπηδάνε,

Στη γαλανή την άβυσσο θολά
τα μάτια το ακρογιάλι αναζητάνε,
μ'άλλο μέσα στο φως δεν απαντάνε
παρά τα σύγνεφα τ'απατηλά.

Όμως εμείς μακριά δεν ερευνούμε
τα πέλαγα με μάτι θλιβερό,
τη γη τη χιλιοπόθητη να ιδούμε...

Μας φτάνει,το χαρούμενο ταξίδι
απάνω στο ανερεύνητο νερό
και των γλαρών τ'ανάλαφρο παιχνίδι.

Πηγή: Μεγάλη Ανθολογία Ελληνικού Σονέτου,Κάρολου Ε.Μωραΐτη,Αθήνα,1987

Το ταξίδι των μάγων-ΖΩΗ ΚΑΡΕΛΛΗ

Έπρεπε νάμαστε τρεις.
Αν δεν ήταν τόσο σκοτάδι,
θα καταλάβαινα ίσως, γιατί
έχω μείνει τόσο μονάχος.
Πόσο έχω ξεχάσει.
Πρέπει απ’ αρχής πάλι το ταξίδι
ν’ αρχίσει.
Πότε ξεκινήσαμε, τότε, οι τρεις;
Ή μήπως, κάποτε, είχαμε ανταμώσει…
Μαζί πορευτήκαμε ένα διάστημα,
όσο μας οδηγούσε άστρο λαμπρό.
Αυτό άλλαξε την οδό ή εγώ
τίποτα πια να δω δεν μπορώ;
Πού βρίσκομαι τώρα, σε τέτοιον καιρό,
σκληρό, ανένδοτο, δύσκολο,
εγώ, ανήσυχος, βιαστικός.
Μήπως κι’ η ώρα πλησίασε;
Πού να το ξέρω!
Πού είναι τα δώρα;
είχαμε τότε τοιμάσει δώρα
ήμερα, ήσυχα
δώρα ημών των ταπεινών, χρυσόν
λίβανον και σμύρναν άλλοτε
με θαυμασμό κι’ ευλάβεια τού φέρναμε.
Τώρα σ’ αυτόν τον καιρό
σίδερο, κεραυνό και φωτιά.
Ήμασταν τρεις,
τώρα κανέναν άλλον δε βλέπω
κι’ αισθάνομαι τα χέρια μου
πότε άδεια, πότε βαριά.
Βασιλείς τότε προς τον βασιλέα
του κόσμου, τώρα κανείς
δε βασιλεύει με βεβαιότητα.
Σκοτάδι βαρύ. Ποιος μ’ οδηγεί;
Δίχως συντροφιά,
δίχως άστρο κανένα πηγαίνω.
Μόνη προσφορά, η μεγάλη που γνωρίζω,
συμφορά της στέρησής Του.
Τι να προσφέρω σημάδι ευλάβειας
κι’ υποταγής; Εμείς, άνθρωποι
της παράφορης τούτης εποχής,
τι μπορούμε, δικό μας, ευτυχείς
να Του δώσουμε; Είναι ανάγκη
να βρούμε την προσφορά.
Τίποτα δεν προσφέρει της ψυχής μας
ο τόσος αγώνας.
Χρυσόν, λίβανον και σμύρναν
άλλοτε, δώρα απλά.
Μας παιδεύει η ασυμπλήρωτη προσφορά.
Τώρα που πορεύομαι στο σκοτάδι,
χωρίς τη χαρά των δώρων, μονάχος,
δεν έχω παρά τον εαυτό μου να δώσω.
Εν συντριβή βαδίζοντα.

Πηγή: “Το ταξίδι των μάγων” ,1955

Το ταξίδι-ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

Στον Θάνο Κωνσταντινίδη

Σταθείτε! φώναξε ο φωτογράφος
όμως το πλοίο είχε πια τώρα ξεκινήσει
ένα μεγάλο άσπρο πλοίο γεμάτο άρρωστα πουλιά
κι ο πτηνοτρόφος σε μια ταράτσα με κιάλι τα κοιτούσε
να φεύγουνε μαζί με τα μεγάλα σύννεφα που φεύγανε κι αυτά

Αν μπαίναμε στο αντικρινό ξενοδοχείο θα μας βλέπαν
θα λέγαν: Μπήκαν στο ξενοδοχείο «Η Ελπίς»

«Φεύγετε για ταξίδι;» ρώτησε ο συνταγματάρχης
«Όχι» απάντησα «Είμαι γιατρός
μόλις εξέτασα τ’ άρρωστα αυτά πουλιά που φύγαν
νά, ένα που μου ξέφυγε κιόλας!»
Είχε περάσει στο απέναντι μαγαζί

«Είναι τα τελευταία πράγματα που ψωνίζω
μ’ ελληνικά χρήματα» είπε το άρρωστο πουλί
Έπειτα άνοιξε τα φτερά του και πέταξε στον ουρανό

Πηγή: "Όταν σας μιλώ",1956


Α, το θαυμαστό ταξίδι μου-ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

Ά, το θαυμαστό ταξίδι μου !
Βλάστηση από λάμψεις
εκρήξεις σιωπής
ήλιοι που δε βασίλευαν ποτέ, πυρπολώντας το κρανίο μου
με καινούργιες περηφάνιες,
γιγάντιες εικόνες τίναξαν στον αέρα
το φτωχό παλαιοπωλείο της μνήμης μου,
μετεωρίτες σαν ολοπόρφυρα φιλιά, σκοτάδια που τραγουδούσαν,
τοπία
από αιώνια νεότητα - με τούτα τα λαχανιασμένα χέρια
θέρισα
της πρώτης αθωότητας τα γιασεμιά,
κάτω απ’ τα πόδια μου διαβαίνουν οι χιλιετηρίδες,
ραχητικές βωδάμαξες,
φορτωμένες αγάλματα που πέθαναν
και φθαρμένα σκηνικά από παλιές επαναστάσεις.

Πηγή: «25η Ραψωδία της Οδύσσειας»,1963

Το ταξίδι-ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ

Τρέχω πετάω κυνηγάω πουλιά και όνειρα,
και κάθε μέρα κολυμπάω σε πιο βαθιά νερά
Θέλω τον κόσμο να αγκαλιάσω με ένα ζεστό φιλί,
και από τη δύση μου να φτάσω ως την ανατολή.

Μα είναι φίδι το ταξίδι
είναι χολή μαζί και ξύδι,
σε ένα μεγάλο αγκάθινο σταυρό
όμως εγώ δεν κάνω πίσω
ούτε τον δρόμο μου θ' αφήσω,
ώσπου λιμάνι σίγουρο να βρω.

Θέλω τον κόσμο να αγκαλιάσω με ένα ζεστό φιλί,
και από τη δύση μου να φτάσω ως την ανατολή.

Τρέχω,πετάω, χαιρετάω τα πιο τρελά παιδιά
Και κάθε πέτρα που πατάω ανοίγει σαν καρδιά
Δείχτε μου δρόμο να περάσω με ήλιο με βροχή,
Θέλω τον κόσμο ν' αγκαλιάσω και πάλι απ' την αρχή.

Μα είναι φίδι το ταξίδι
είναι χολή μαζί και ξύδι,
σε ένα μεγάλο αγκάθινο σταυρό
όμως εγώ δεν κάνω πίσω
ούτε τον δρόμο μου θ' αφήσω,
ώσπου λιμάνι σίγουρο να βρω.

Δείξτε μου δρόμο να περάσω με ήλιο με βροχή,
Θέλω τον κόσμο να διαβάσω και πάλι απ' την αρχή.

Πηγή: Από την ταινία του Ελία Καζάν "Αμέρικα-Αμέρικα" σε μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, 1963

Ταξίδι-ΜΑΡΙΑ ΚΕΝΤΡΟΥ-ΑΓΑΘΟΠΟΥΛΟΥ

Ζεσταθήκαμε πολύ
Σε τούτη την άμμο
Αποκάρωσε το σώμα μας
Η επανάπαυση
Του αθέλητου επιθυμητού
Ώρα να πορευτούμε
Τινάζοντας από πάνω μας
Τους προσκολλημένους κόκκους
Ώρα ν’ αποχαιρετήσουμε τα ωραία κοχύλια
Πέρα από την έκσταση των ματιών μας.

Ένα καράβι σφυρίζει επίσημα
Μας καλεί για την άλλη πατρίδα
Που ακόμα δεν μάθαμε
Να την αποκαλούμε.

Πώς να περάσουμε
Την απεραντοσύνη της άμμου
Χωρίς ν’ αφήσουμε τα πύρινα ίχνη
Των βημάτων μας
Χωρίς ανάπαυλα
Χωρίς αναπολήσεις;

Ποιος ξέρει...
Ίσως κάποτε να ξεδιψάσουν οι γλάροι
Την αλμυρή τους γεύση
Βυθίζοντας το ράμφος τους
Στα επαναληπτικά ίχνη
Άλλων πελμάτων
Χτίζοντας τις φωλιές τους
Πάνω στα δικά μας
Περάσματα.

Πηγή: "Διασταυρώσεις", 1965

Ταξίδι-ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΒΕΑΚΗΣ

Χαϊδεύει μου το μέτωπο στη νύχτα υγρός ο μπάτης.
Τα κύματα γλυκολαλούν στου καραβιού τα πλάγια.
Μα στο κρεβάτι που οι χαρές πλέκουν του Ωραίου τα μάγια
να η σκέψη μου πριμάρμενη γοργοπετάει σιμά της.

Κ'η θάλασσα η πλατύστερνη μαστορικός ο αχάτης
από τεχνίτη χρυσικού τα χέρια. Η νύχτα,βάγια
του πόνου κι αδερφή. Μα ο νους, πάντα πιστός στην άγια
τη θύμησή της,δίπλα της περνά,νυχτοδιαβάτης.

Στα μάτια μου ασημόχυτα του φεγγαριού μαγνάδια.
Μα στου πελάου την έκταση,την άπλερη,την άδεια
τα νυχτοπλάνα ισκιώματα γράφουν τη ζουγραφιά της

κι απ'των κυμάτων το χορό,το βούισμα π'ανεβαίνει,
λες κ'είναι κάποια μουσική,σ'ώρες καημού γραμμένη,
που όλο μου λέει και ξαναλέει-ω Αγάπη!-τ'όνομά της.

Πηγή: Μεγάλη Ανθολογία Ελληνικού Σονέτου,Κάρολου Ε.Μωραΐτη,Αθήνα,1987

Ταξίδι ανεκπλήρωτο-ΤΕΥΚΡΟΣ ΑΝΘΙΑΣ

Εμείς, τ'ανόητα πουλιά, με τη βραχνή λαλιά,
με ψωριασμένα τα φτερά, ψαλιδισμένη ουρά,
μια νύχτα χειμωνιάτικη, χωρίς να λογαριάσουμε,
κατάμονοι, κινήσαμε στα σύννεφα να φτάσουμε.

Μες στην τρελή αστροφεγγιά, κάποια φωνή στριγγιά,
τόσο βαριά, τόσο βαριά, του αδέσποτου βοριά,
μας τρόμαξε κάποια στιγμή που λίγο προχωρήσαμε,
κι έτσι τ'αγαπημένο μας ταξίδι παρατήσαμε.

Πηγή: stixoi/info

Ταξίδι-ΒΑΣΙΛΗΣ ΦΑΪΤΑΣ

Βρεθήκαμε στις άδειες αίθουσες ενός μουσείου
πρόσωπα άγνωστα μαρμαρωμένα.
Σ’ αυτό το απέραντο αντηχείο
ο θόρυβος των κλειδιών στην πόρτα
και τα βήματα του φύλακα
μας θυμίζουν ένα ταξίδι.
Μέσα μας πλαταίνει μια άλλη ζωή
(πατρίδα αντίο)
μέσα μας υφαίνεται μια καινούργια σημαία
για την καινούργια πατρίδα τους καινούργιους καιρούς.

Πηγή: «Άποικοι της νύχτας», Θεσσαλονίκη, 1966

Ταξίδι-ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΜΕΤΑΛΛΙΝΟΥ-ΑΡΜΥΡΑ

Διάλεξα για καπετάνιο μου,
το γλάρο,το γοργόφτερο πουλί.
Με πήρε στ'ανοιγμένα του φτερά
κι όπου τ'αρέσει,ας με πάει΄
Στο Νότο;-σαν να μ'αρέσει,αλήθεια-
Στο Βορρά;κι αυτό το ίδιο
Στη Δύση;Στην Ανατολή;
Με τι με νοιάζει
Πάρε με,καπετάνιε μου μακριά,
άσε το ρόλο της να παίξει
η τύχη η πανούργα...
Το εισιτήριο που κρατώ
δεν γράφει "τόπο"...

Πηγή:"Μικρό και απλό",Θαλασσινή ποιητική ανθολογία,Εκδόσεις Δωδέκατη ώρα,Αθήνα,1968

Ταξίδι-ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

[Διασπορά]

Στὴ Λοῦλα, ποὺ δὲ θὰ τὸ διαβάσει

Ζοῦσε τὴν τελευταία του ὥρα.
Στὸ σταθμό, νύχτα, περίμενε τὸ τρένο, ποὺ θὰ ᾿πέφτε μπροστά του νὰ τελειώνει.
Ἄξαφνα, ἀπὸ μιὰ παλιὰ ξεχασμένη παρόρμηση ἀνέβηκε στὴ γραμμὴ νὰ περπατήσει,
ὅπως ἄλλοτε, ποὺ ἦταν ἕνα αἰώνιο παιδί.
Τότε, μ᾿ ἔκπληξη, εἶδε τὴ μικρὴ πεθαμένη ἐξαδέλφη νὰ περπατάει στὴν ἄλλη γραμμή,
ἀπλώνοντας τοῦ τὸ χέρι, γιὰ νὰ κρατηθοῦν, πιὸ στέρεα, πάνω ἀπ᾿ τ᾿ ὄνειρο.
Περπάτησαν ὥρα, χαμογελώντας ὁ ἕνας στὸν ἄλλον,
κι ὅταν πέρασε τυφλὸ τὸ τρένο, βουίζοντας,
τὰ δύο παιδιὰ χειροπιασμένα συνέχιζαν νὰ προχωρᾶνε πάνω στὶς ρᾶγες,
ἐνῷ τὸ πτῶμα ἑνὸς ἄντρα κείτονταν πιὸ ἐκεῖ.

Πηγή: Νυχτερινός επισκέπτης ,1972

Ταξίδια-ΜΑΡΙΑ ΚΕΝΤΡΟΥ-ΑΓΑΘΟΠΟΥΛΟΥ

Φανταστείτε τα σπίτια να ταξιδεύουν
Έστω μέσα στους δρόμους της πόλης
Έστω κατά τις όχθες των νερών
Αν όχι πάνω στις σιδηρογραμμές
Ή στη θάλασσα μέσα
Αν όχι πάνω στα σύννεφα

Φανταστείτε τα σπίτια
Φωτισμένα τρεχαντήρια
Τρένα που σφυρίζουν στην ομίχλη
Μάτια σκοτεινά στα φιλιστρίνια
Στην κουπαστή χελιδονόψαρα
Και κάρβουνο πολύ κάρβουνο
Στα πρόσωπα των ταξιδεμένων

Πηγή: " Αρμιλλάρια", 1973

Τα πιο ωραία ταξίδια-ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

Μέσα στον ύπνο μας κοιμούνται τα πιο ωραία ταξίδια.
Κι εγώ δεν έχω αλλο όπλο απ’ το να διηγούμαι ψεύτικες ιστορίες
και να τις πιστεύω.

Πηγή: «Βιολέτες για μια εποχή»,1985

Το ταξίδι-ΑΝΤΩΝΗΣ Θ.ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Μιλούσε για το όμορφο ταξίδι του
εκστατικός ακόμα με το φτερούγισμα των γλάρων
και με το χάδι της όστριας στα μαλλιά
στον ποιητή,
που κρύβοντας το φρέσκο ακόμα χειρόγραφο
κάτω από το χαρτοφύλακα,
χαμογελούσε με συγκατάβαση
για τη φτωχή περιγραφή.
Τι θα μπορούσε τάχα να του πει
για το ταξίδι που λίγο πριν αυτός είχε τελειώσει!

Πηγή: "Εκτός Προγράμματος", εκδόσεις "Διογένης", Αθήνα ,1991

το ταξίδι-ΣΩΤΗΡΗΣ ΣΑΡΑΚΗΣ

Κάπου θα πρέπει να’ χω φτάσει
βάσταξε το ταξίδι αυτό καιρό
και τώρα νιώθω
την πλήξη μου σταματημένη
πάνω στις ράγες του άγνωστου σταθμού.

Κάπου θα πρέπει να 'χω φτάσει
κι αν μάλιστα ρωτούσα κάποιον απ’ αυτούς
τους όλο έγνοιες και φροντίδα ταξιδιώτες
ίσως να μάθαινα κι εγώ
αν τέλειωσαν εδώ οι σταθμοί
ή αν το ταξίδι συνεχίζεται
αν πρέπει να κατέβω ή όχι
αν - επιτέλους - έχει όνομα ο σταθμός
και η πόλη τούτη με τα γκρίζα σπίτια
που μισοβλέπω απ’ το παράθυρό μου
να πνίγεται στο αγκάλιασμα του κάμπου.

Κάπου θα πρέπει να ’χω φτάσει.
Βάσταξε το ταξίδι αυτό καιρό
και τώρα νιώθω
την πλήξη μου σε πλήρη αρμονία
με τον καινούργιο τόπο.
Πάρτε τουλάχιστο από δω
αυτόν τον ξαναζεσταμένο ήλιο.

Πηγή: «Το δέρας», ποίηση, Εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα 1994

Κάθε ταξίδι-ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΓΓΕΛΑΚΑΣ

Κάθε ταξίδι
εκκρίσεις σπάταλες
ιδρώτας και αίμα
ιχνογραφίες τραγικές
πάνω σε πλάτες αφιλόξενες
ανθρωποφάγων λεωφόρων.

Σκύβω το κεφάλι
μια μια τις ξανακολουθώ
όχι γιατί μπορεί να με ζεστάνει
ένα δωμάτιο
μα να, σα φτάνω κάπου
εκείνη μόνο τη στιγμή
θαρρώ πως κρύβομαι.

Πηγή: «Σάλια, μισόλογα και τρύπιοι στίχοι», εκδόσεις Λιβάνη, Αθήνα, 1995

Ταξίδια...-ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΔΙΝΑΡΑΣ

[ Α' ]

Περάσαμε τη ζωή μας ταξιδεύοντας
στους λερούς δρόμους του Μπρούκλιν.
Παίξαμε, εκ του ασφαλούς,
διασχίζοντας το Σέντραλ Παρκ,
ανατριχιάζοντας σε κάθε κίνηση σκιών των απεγνωσμένων.

Χαζέψαμε την αγωνία
των βετεράνων του Βιετνάμ
που έκοβαν στα δυο,
με ειδικά μαχαίρια,
την ψυχή τους.

Κρατήσαμε συντροφιά
στους μοναχικούς καβαλάρηδες
και ψάλλαμε δυνατά
στις εκκλησίες των νέγρων.
...

Όταν άναβαν τα φώτα,
αναγνωρίζαμε τους ίδιους ίσκιους
στα πρόσωπα των ανθρώπων
που κάθε βράδυ παίρναν το ίδιο τραίνο,
την ίδια ώρα, κι από τον ίδιο πάντα σταθμό.
Το τραίνο που δεν ακολουθούσε
ποτέ το ίδιο δρομολόγιο
και δεν γνώριζες
τους ενδιάμεσους σταθμούς,
ούτε το τέρμα.

Κι όταν ξανάσβηναν τα φώτα,
πάλι ταξίδια.
Ταξίδια που δεν έγιναν,
κι όμως υπήρξαν.

Πηγή: " Ένα Πράσινο Θολό", Λευκωσία,1996

Ταξίδι-ΧΑΡΑ ΧΡΗΣΤΑΡΑ

[Κυκλώματα της μνήμης]

Τι ωραίο θα ήταν το ταξίδι
αν το αποτολμούσα
θα μ’ έφερνε σε κόσμους μαγικούς
μακριά από τον τόπο του μαρτυρίου
θα κολυμπούσα σε πλατειά θάλασσα
μ’ ανοιχτόν ορίζοντα
μικρές χαρές θα κεντούσαν πλατύφυλλα λουλούδια
στον καμβά των ημερών μου
θα ξάπλωνα στην αμμουδιά
κάτω απ’ τον λαμπρό ήλιο
θα κυκλοφορούσα σε δρόμους
γεμάτους εκπλήξεις
κα παρουσίες που θα μου μιλούσαν
σε γλώσσα με ήχους μουσικούς και λεπτεπίλεπτους

πορφυρούς σαν την χλαμύδα
που το όνειρο τύλιξε στους ώμους μου

Πηγή: «Θέατρο σκιών» (1997 - 1999),Εκδόσεις Νέα Πορεία,1999

Παράτολμα ταξίδια-ΓΙΑΝΝΗΣ Γ.ΜΑΣΜΑΝΙΔΗΣ

Η ακατάσχετη
Φρονιμάδα
Των μεγάλων
Τον καλούσε
Σε παράτολμα
Ταξίδια

Ταξίδευε
Πάντα νύχτα
Πότε με βάρκα
Πότε με ποστάλι

Μες στην ομίχλη

Έστρεφε
Το κεφάλι
Πίσω

Πηγή: « Παγωμένος Νοέμβρης», Εκδόσεις Νέα Πορεία, 2004

Ταξίδι-ΕΦΗ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ

πλήρωσα τις δόσεις
μια θάλασσα λογαριασμοί
το 'χα ξοφλήσει το ταξίδι
πριν
το σκάφος
έγερνε
ακυβέρνητο
στο γυμνό κατάρτι
δεμένο πρόχειρα
σκληρά μαστίγωνε
τον άνεμο
ένα πανί
ένας νεκρός
ζητούσε να υπάρξει
ένας κρεμασμένος
από τα πριν πνιγμένος
κι απ’ τον εαυτό του ακόμη
αγέννητος νεκρός
ένα πανί
ένας

Πηγή: «Σκεύη ταξιδίου», Εκδόσεις Ενδυμίων,2007

Ταξίδια στο άπειρο-ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΔΙΝΑΡΑΣ

Σκαρφάλωσες στ’ άδυτα βράχια.
Στις αητοφωλιές των ρωγμών
και των γόνιμων χρωμάτων.
Πυκνές φτερούγες έκρυψαν το λεπίδι
που έμελλε να βυθιστεί
στη χίμαιρα της πρώιμης ανθοφορίας.

Άνεμοι στη γέννησή τους
στέγνωσαν τ’ αραγμένα ξύλα
παίρνοντας τη νοτιά της εξορίας
– απόμακρη καταιγίδα –
πίσω στην πράσινη μήτρα.

Υπάρχεις στο σκοτεινό ποτάμι
της μύχιας ταραχής.
Στην τεντωμένη χορδή της πλήρωσης
και της λιγοθυμιάς του ονείρου.

Γύρισε ο καιρός.
Σήκωσε το τραγούδι μας
να οριοθετήσει ταξίδια στο άπειρο.

Πηγή: «Φαράγγια των Αγγέλων», 2008

Ταξίδι-ΑΝΗΛΙΚΟΙ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΙ ΣΤΙΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΦΥΛΑΚΕΣ ΔΙΑΒΑΤΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Έφερα τη ζωή στα μέτρα μου
Έφερα τη ζωή ως την αγάπη
Έφερα τη ζωή ως το θάνατο
Έφερα τη ζωή μου στη φυλακή
Οδήγησα τη ζωή μου στο Θεό
Πάντα ζω
Υπάρχω
Ενεργώ
Ονειρεύομαι.

Πηγή: «έγκλειστες συναντήσεις», 2008

Ταξιδεύεις ακόμα-ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ

Ταξιδεύεις ακόμα βουερό σπίτι της εξοχής
κι ακόμα η τρελή σου ψυχή
επιμένει στο καλοκαίρι.
Ακόμα αντλείς απ΄το πηγάδι νερό,
ακόμα τις νύχτες
με πάθος ανασαίνεις.
Είσαι μαγική
κι άσβηστη θλίψη,
ακόμα κρατάς
το παιδί
στην καρδιά σου.

Πηγή: «Ποιήματα»,Εκδόσεις Γαβριηλίδης,2009
Ταξιδεύοντας- ΕΦΗ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ

Δε θα πάμε.
Το ξέρω.
Σε κάποια ναι. Δύο, τρία. Ίσως. Το πολύ.
Στα άλλα όχι. Σίγουρα όχι.
Τα ταξίδια εννοώ
αυτά πού κάθε βράδυ
σχεδιάζουμε γελώντας
και περνάμε όμορφα
και σ΄αγαπώ ακόμα
κι όταν στις λεπτομέρειες διαφωνούμε
μα στο τέλος συμφωνούμε
και ξέρω πως ξέρεις κι εσύ
ότι δε θα πάμε σε όλα
όχι τουλάχιστον σε όλα.
Και περιμένω με χαρά απόψε
και πάλι το επόμενο ταξίδι
να σχεδιάσουμε , το δικό μας
αυτό πού δε θα πάμε.

Πηγή: «Ήχος από νερό»,Εκδόσεις Ενδυμίων, 2010

Ταξίδι-ΧΑΡΙΛΑΟΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ

Πάνω από τον ωκεανό,
κάτω από τ’ αστέρια του,
σε σκοτεινή καμπίνα αεροπλάνου,
ένιωσα την ευτυχία
που δεν έχει όνομα και λόγο.
Εκείνη που γεμίζει το άδειο κάθισμα
και σε κάνει να χαμογελάς,
σίγουρος πως η ζωή
είναι ευγενική
με όσους αγαπούν
την απαράμιλλη φαντασία της.

Πηγή: «Χίλιες λέξεις για ένα μοτίβο»,Εκδόσεις Παρασκήνιο,2013

Ταξίδι-ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

Έσπαγα το κορμί σου
σε κάθε κόμπο κάθε άρθρωση
ρουφώντας από τις ρωγμές χυμό.
Κι εσύ διαρκώς αναδυόσουν πιο ακέρια
με σκέπαζες με την πολύβουη φυλλωσιά σου
την αρμυρή δροσιά της θαλασσινής σου νύχτας
και με ταξίδευες όλο το δρόμο
από το αγρίμι ως τον άνθρωπο.

Πηγή: "Λυσιμελής Πόθος", Εκδόσεις Κίχλη, 2014

Ταξιδεύοντας-ΜΙΜΗΣ ΣΟΥΛΙΩΤΗΣ

Κατεβαίνω για την Αθήνα και του λόγου μου
σαν προσωρινή επιστροφή από το προάστιο
μέσω όμως άλλων ηπείρων,
της υψιπέτιδος Ελασσόνας, της χθαμαλής Λάρισας
κι από την δεξιά παράκαμψη προς Μπράλο
τραβώ νικητής προς Λαμία ξανά,
και έχω ροβολήσει το Σαραντάπορο
και μετά από τη δεύτερη πρόχειρη καφέ-στάση
παρκάρω κανονικά για ζουμερό σουβλάκι
μπροστά από το μικρούτσικο μπεζεστένι της Στυλίδας
όπου μασουλώντας μες στην ήσυχη χειμωνιάτικη λιακάδα
χωρίς περιττά πλαταγίσματα, πίνοντας δήθεν μια δήθεν μπίρα
η ατενίζοντας μακριά, ψηλά πάνω απ’ τη μπίρα, στο μέλλον
αυτοϋπενθυμίζομαι ότι ένας πρόπαππος η μία προμάμμη
τους θάψαν εδώ γύρω:

"Να μου φτιάξεις κι ένα δεύτερο, μάστορα, χωρίς τις πατάτες;",
σε τέως νεκροταφείο η νυν οικοδομικό τετράγωνο,
τελείως νεκροί.
Τα λάδια θα `χουν κατέβει, συνεχίζω
και είμαι στον χρόνο μου
αφού η Αθήνα πιάνει και τη Φθία
που ζούσε κάποτε σαν άλλη ήπειρος
σκοπεύω να έχω περάσει τη Λυκόβρυση
εξακολουθώντας αυτεξούσιος Αθηναίος
προτού αρχίσουν να επιστρέφουν για τη Νίκαια
οι φαγωμένοι των Θηβών με τα υποκοριστικά μωρά
και με τα υπεράριθμα πεθερικά ποικίλα.

Πηγή: «Αθήνηθεν»,Εκδόσεις Ερμής,2014

Ταξίδι στο πουθενά-ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΑΝΑΓΙΩΤΟΣ

Ευτυχείς και ευδιάθετοι
επιβιβάστηκαν εγκαίρως στο καράβι
οι ταξιδιώτες.

Με τα ψάθινά τους καπέλα,
τα σκούρα τους ματογυάλια,
τα πολύχρωμά τους φανελάκια.
Με πλήρεις τις αποσκευές.

Όμως,
άδεια ήσαν τ’ αμπάρια,
παγωμένοι οι ατμολέβητες.
Στη γέφυρα ερημιά.

0 ήλιος τενεκεδένιος,
ξύλινοι οι γλάροι.
Μολυβένιο το πλήρωμα.

Μήτε βοριάς
που φύσηξε,
μήτε νοτιάς.

Ούτε το βίρα
ακούστηκε,
ούτε το μάινα.

Ονειρικό ήταν το ταξίδι.
Χωρίς όμως ένα θυμητάρι,
δίχως έστω μιαν ανάμνηση. 

Πηγή: “Ανέστιος και λιθοξόος”, Λεμεσός, 2015

Τα ταξίδια μου-ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΟΜΙΑΝΟΣ

Ενυπόθηκοι δανεισμοί στη διαπίδυση
από της καθημερινής μου ανίας
την τελματωμένη βουή

Αγοραίες εικόνες στα γκισέ
των όρθιων ενοράσεων-
ανήθικες παραπλανήσεις στων
ονείρων την αθώα συγκρότηση

Απαλλαγή ομηρίας στη μόνιμη
βλάβη των καίριων πληγμάτων
που ασκεί επάνω μου η πλάκα-
βακτηριδιακή, ανεκδοτολογική, τσιμεντένια
ή οποιοσδήποτε άλλης σύστασης

Περίγυρος βωμός στη σπλαχνικότητα
του ανέσπερου φωτός μου-
δανεικό τοτέμ οπιούχων ιριδισμών
διάχυση της άγουρης λατρείας
στην πίστη του καινοφανούς

Γόητρο αναξιολόγητων ηδονών
στο σακίδιο του άφατου μυστηρίου
μοιχός, έκκεντρος διάπλους
στους ωκεανούς του ασυνείδητου
με αλεξίπτωτο ελεύθερης πτώσης

Σκυταλοδρομίες λαχανιασμένων αναχωρήσεων
με άκυρες τις αλλαγές στις ξέπνοες αφίξεις-
αμάλγαμα χαλαρότητας – εναλλασσόμενης
με τον κόμπο στο στομάχι μιας τρικυμίας

Συναισθηματικοί και βιολογικοί κραδασμοί-
τραμπάλες ανένταχτων επιθυμιών
άνοδος και κάθοδος στις γλιστερές πίστες
της έμπαρκης λαχτάρας στα πλοία του θυμικού

******************************
Αυλαίες διάφανες παράθυρα
άρμενα φύλλα
ευωδιάζουν κλαρίσια άνοιξη

Πηγή: «Ποιητικές αφηγήσεις», Γαβριηλίδης ,2015

Αλαργινά ταξίδια-ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΕΡΟΥΚΑΣ

Σε αγκαλιές ξεχάστηκα
και σε ταξίδι αλαργινό,
γιατί σε μένα τ’ όνειρο
ποτέ δε βγήκε αληθινό,
έπαιξα ρέστα τη ζωή
τη πόνταρα στο μαύρο,
όμως ποτέ δεν έτυχε
κάτι απ’ αυτή να πάρω.

Για χάρη σου ξοδεύτηκα
βράδια ξενύχτησα,
άλλα μου έδωσε η ζωή
κι άλλα εγώ της ζήτησα,
στη λησμονιά ξεχάστηκα
και χάθηκα στο δρόμο,
ζωή που δε μου κράτησες
μια νύχτα μόνο.

Σε βραδινές διαδρομές
το κόσμο γνώρισα,
χαμένα χρόνια να κοιτώ
έτσι προχώρησα
και στη ζωή μου έμειναν
αλαργινά ταξίδια,
γιατί δεν ήθελα να ζω
τα ίδια και τα ίδια.

Πηγή: «Βένετο», Εκδόσεις Όστρια, 2016

Ταξίδι - ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ-ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ

Έλαμψε πάλι ή χρυσαυγή χάθηκε το σκοτάδι
Ό κόσμος λούστηκε στο φως ζεστό τού ήλιου χάδι
Στέκονται νέοι στη σειρά φοράνε δαχτυλίδι
Σημάδι αποχωρισμού για μακρινό ταξίδι
Σέβονται την απόφαση που ή πόλη έχει λάβει
Ήρθε στιγμή σημαδιακή να μπούνε σε καράβι.

Μα ποιος κατέχει τον καιρό μόνο ό Θεός τον ξέρει
Θυσία τού προσφέρουνε τύχη καλή να φέρει
Ένα καράβι με πανί κι ένα ψηλό κατάρτι
Θα ταξιδέψει σήμερα με οδηγό και χάρτη
Μ’ ένα καράβι τολμηρό και στην καρδιά ελπίδα
Θα ταξιδέψουν μακριά στη νέα τους πατρίδα
Έχουν αγγεία, φυλαχτά, κοσμήματα ωραία
Δεν πάνε ’κει για πόλεμο μα για πατρίδα νέα
Καράβι φεύγει με τους νιους κι αφήνει πονεμένη
Μάνα πού κλαίει το παιδί και πάντα το προσμένει.

Ποιος είπε πώς το σώμα μου είναι μια λίμνη λάδι
Κάποτε είμαι μάγισσα στα βάθη μου σκοτάδι
Και τραγουδώ βράδυ πρωί αλάτι τούς ποτίζω
Αν βρουν πατρίδα σώζονται πίσω δεν τους γυρίζω.

Πηγή: "΄Υδατα Υδάτων,δελτία θυέλλης",2016

Ταξίδι-ΑΓΓΕΛΑ ΚΑΪΜΑΚΛΙΩΤΗ

Γνώριζες βέβαια
πως δυτικά βρισκόταν η Ιθάκη
γι’ αυτό ταξίδευες προς την Ανατολή
μήπως νικήσεις το σκοτάδι

Αιώνια πορεύεσαι δίχως φύλλο πορείας
κρύβεις το πολύτιμο φορτίο
καρφωμένο στην καρδιά σου
γνωρίζεις λες τα όρια και το βάθος
υποψιάζεσαι τον ίλιγγο της πτώσης
Τρέχεις τώρα με σιγουριά
Σχεδόν χαίρεσαι - Σχεδόν έφτασες
Τικ-τακ τικ-τακ
βίαια ξεκαρφώνεις τη μικρή καρδιά
Πέφτεις
Ένα δέντρο-θεατής σε οικτίρει
αναλαμβάνοντας τις ενοχές
λατρεύοντας την αμαρτία
Στα δάχτυλά του
ασημοκαπνισμένα βλέφαρα σε καλούν
υποψίες πνοής και όρασης
Τικ-τακ τικ-τακ πάψε μικρή καρδιά
Μην την ακούς
Σταμάτα εκεί

Στην χλωροφύλλη να αποθέσεις
το σώμα του νεκρού
Εκείνη θα το θρέψει με γάλα πράσινο
εκχύλισμα φωτός
και θα το αναστήσει δέντρο-ψυχή
Στέρεψαν οι πηγές στα στήθια μου
μαζί με τα ποτάμια των ψευδαισθήσεων
Άκου τραγουδά ένας άγγελος
Άκου ένας άγγελος γονατιστός θρηνεί
κάτω από μια συνένοχο ελιά
Τώρα λήθη μόνο
Δε θα βρεις θάνατο μες στην αθανασία

Πηγή: «Αειθαλής θάλασσα»,Εκδόσεις Μελάνι,2017

Ταξίδι-ΙΩΑΝΝΑ Μ.ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΟΥ

Ένα ταξίδι είν’ η ζωή, κι εμείς περαστικοί στους απάτητους δρόμους της...

Γεμίζουμε άγριες φράουλες την ποδιά μας,
μαζεύουμε γοργόνες απ’ τα κύματα,
κοιμόμαστε πλάι στα κοράλλια των βυθών.
Η σάρκα μας, φύλλα του φθινοπώρου,
η ψυχή μας, πρωτοβρόχι,
το τραγούδι μας, οι πρώτες καταιγίδες του χειμώνα.

Οι χιλιάδες μικρές στάλες της βροχής χορεύουν με τα κυπαρίσσια,
παραμερίζουν οι διαβάτες για να περάσει ο αέρας ο βιαστικός,
ξεροβήχουν τα καλντερίμια κάτω από τα πέλματα των αλόγων
που οδηγούν ωραίοι έφηβοι.

Τα ποτάμια ολοένα ταξιδεύουν,
τρέχουν ασταμάτητα των γλάρων οι φωνές πίσω από τα καράβια,
τα κορίτσια τραγουδούν στις γειτονιές
για ταξίδια που ποτέ δεν τελειώνουν.

Ταξίδια στα μάτια των αγαπημένων,
στα κοχύλια που ξεβράζει η θάλασσα,
στους επιτάφιους τους γεμάτους κεριά,
στις απέραντες ακρογιαλιές των πελαργών.
Κι οι κάμποι χρυσοί στο προσκεφάλι μας,
οι ονειροδείκτες γυρίζουν σαν τρελοί στα εξωκλήσια,
ζωντανεύουν των βράχων οι αγιογραφίες.

Οι δρόμοι ζεστές αγκαλιές γίνονται,
τα δέντρα γνώριμοι παλιοί,
τα μονοπάτια στοργικά.

Ένα περιστέρι μάς κοιτάζει κατάματα,
κλείνουμε το μικρό του σώμα στις χούφτες μας,
αφήνουμε τον άνεμο να μπει στην κάμαρή μας.

Ένα ταξίδι είν’ η ζωή,
κι εμείς περαστικοί στους απάτητους δρόμους της.

Πηγή: «Λόγου Εργόχειρα», Εκδόσεις Βεργίνα,2017


Ταξίδι-ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΥΛΑΚΟΥ

Αφετηρία, η κόμη με τις λευκές στιγμές
στο όρος του ελαιώνα.
Καλοκαίρι.
Αγριοκάτσικα στα βράχια.
Κοκκινόχωμα.
Το βλέμμα σου φτερουγίζει
στης θάλασσας το αλμυρό παρόν
Επιθυμίες εξατμίζονται στον αφαλό.
Λάβα τα χείλη σου.
Χέρια παραδομένα στην άμμο
καθώς οι βάρκες ρίχνουν τα δίχτυα
στο μπλε φόρεμά σου.
Μοιάζουν όλα τόσο πραγματικά αγάπη μου.

Πηγή: «Λευκός καμβάς», Εκδόσεις Solucio ,2017

Ταξιδεύω αναζητώντας-ΣΠΥΡΟΣ ΖΑΧΑΡΑΤΟΣ

Ταξιδεύω•
ψάχνοντας το μίτο
στην Ποίηση.

Θέλω ν’ ανθίσω
να γίνω ωκεανός
σαν Ποίημα.

Στην αστραπή
ψάχνω της αλήθειας
το θέλγητρο.

Αναζητάω•
τη μαγεία του θαύματος
στην ουτοπία.

Θέλω οι φιλότεχνοι•
να γίνουν τ’ αηδόνια
στους φεγγίτες.

Το Ποίημα συνεχίζεται
θα γράφεται αιωνίως•
αχνίζοντας Ζωή…

Πηγή: «Ερήμην Ερημιά»,Εκδόσεις Πανός,2017

Ταξίδι-ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΓΚΡΑΣ

Η πολιά την κεφαλήν
Γυναίκα,
Ύψωνε ένα πήλινο θυμιατό
Που μύριζε κυπαρισσόμηλο,
Όταν
Παραπάτησε στο κατώφλι.

Κι αντί
Να τιναχτεί- όπως φάνηκε πως θα γινόταν-
Στον που ανοίγονταν μπροστά της,
Πολύχρωμο των γαλαξιών πολτό,
Γύρισε πίσω,
Σε μια θαμπή πομπή Επιταφίου,
Στους δρόμους της γειτονιάς,
Που ονομάζουμε συνήθως
“Παιδική ηλικία”.

«Θ’ ακούσω πολλές φορές», σκέπτονταν περπατώντας,
“To δος μοι τούτον τον ξένον”, όμως
Ποτέ
Δε θα υγράνουν
Την καρδιά μου-
Όπως συμβαίνει απόψε-
Τα πέταλα της πασχαλιάς
Και οι ουρές των διαττόντων ”.

Πηγή: «Ποιήματα»,Εκδόσεις Ενδυμίων,2018

Τα ταξίδια ξεκλειδώνουν δύσκολα-ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΓΚΡΑΣ

Κι όταν οι άλλοι έφευγαν, εγώ προσευχόμουν-
τα ταξίδια
είναι πάντα περίπλοκα και ξεκλειδώνουν δύσκολα,
όπως τα όνειρα που πολυκαίρισαν,
κι οι πεταλούδες όταν βγαίνουν από το καλοκαίρι.
Πέρασε η εποχή που τρέχαμε πίσω από τα ποδήλατα,
ερέβη έγιναν οι τοίχοι με τα γιασεμιά.

Θεέ μου, δώσε να τελειώσουμε, λουσμένοι από το φως.

Πηγή: «Ποιήματα»,Εκδόσεις Ενδυμίων,2018

Ταξίδι δίχως κίνηση-ΕΡΜΟΦΙΛΗ ΤΣΟΤΣΟΥ

Ο έρωτας πάντα έλκεται από
δύο μορφές
δύο γεωμετρικούς όρους
δύο αμοιβαία ταξίδια
μπλε άσπρο
λευκό κόκκινο.
Εσύ πάντα διάλεγες το πορφυρό όπως
το σούρουπο γυρνάει να πει αντίο
στις πεδιάδες.
Πορφυρό γιατί έσταζε ευρύχωρα
το κόκκινο στα δάχτυλά μου.

Το ταξίδι διακόπηκε από ιαχές χριστιανών
προσηλυτισμένων σε ιαμβικούς χορούς.
Τα βαγόνια άδειασαν, ο αγιασμός
βαφτίστηκε με πέτρες και η διορία
να σε ατενίζω από το παράθυρο κούρασε
την άδεια μου ώρα.

Πηγή: «Ώρες ανησυχίας»,Εκδόσεις Σμίλη,2018

Ταξίδι του παππού-ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΔΑΛΑΚΟΓΛΟΥ

Πέθανες σαν το φως τ' αποσπερίτη,
φιλούσε τη χαμένη μας πατρίδα,
κι έβλεπαν μακριά τα δυο σου μάτια,
έβλεπαν μακριά κι ας ήτανε σβησμένα.

Πέταξες μες στο χάος, μες στα σκότη,
να βρεις τη νεραϊδένια μας πατρίδα,
και μεις μείναμε μόνοι, μες στα ξένα,
χαμένοι αποδεδειγμένοι να σε κλαίμε.

Σε κατευόδωσαν οι φίλοι με λουλούδια,
το μακρινό ταξίδι στην πατρίδα
πολύ κρατάει, αλίμονο για πάντα.

Το παγωμένο χέρι σου φιλώντας,
υπόσχεση πικρή σου δίνουμε όλοι,
κοντά σου κάποτε θα `ρθούμε στην πατρίδα.

Πηγή: http://www.silia.gr/

Αξέχαστο ταξίδι-ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΣΑΚΑΛΗΣ

Θα προχωρήσουμε μαζί
τι λες
θα περπατήσουμε
τους δρόμους της αγάπης
σαν να μη αγαπήσαμε
ποτέ πριν
σαν να είναι η πρώτη φορά
θα πιαστούμε
χέρι - χέρι
θα φιληθούμε
θα νιώσουμε
τη φωτιά του έρωτα
σαν να γεννηθήκαμε
ο ένας για τον άλλο
ίσοι μεταξύ μας
μα εγώ θέλω να σε υπηρετώ
να υπηρετώ την αγάπη
δεν θέλω αρχηγιλίκια
θα είμαστε
σαν το ποτάμι και τη θάλασσα
σαν τον ήλιο και το φεγγάρι
τι λες
θέλεις να ζήσεις
αυτό το ταξίδι μαζί μου
σου υπόσχομαι
να σου μείνει αξέχαστο.

Πηγή: https://ennepe-moussa.gr

Το ταξίδι της αγάπης-ΣΑΚΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ

Κυνηγούσες πολύ πρωί στην πεδιάδα
πουλιά και ήλιο
και αντί για προσευχή
έπινες τσίπουρο
παίρνοντας δύναμη
απ’ τα μάτια του μαύρου σέτερ
που έλεγες πως τα βράδια σου μιλούσε,
της Ίρμας.
Οι άνθρωποι τελειώνουν
και τα τσιγάρα μουρμούριζες
τους χειμώνες.
Γι’ αυτό πλούσιος δεν έγινες ποτέ
δεν μάζεψες τον ιδρώτα σου
σε πιθάρια
ούτε τις αϋπνίες σου επένδυσες
σε μετοχές.
Ξαφνικά τυλίχτηκες στη σιωπή,
σεντόνι ο χρόνος σε σκέπασε.
Καλό το ταξίδι στον μεγάλο δρόμο
πατέρα.

Πηγή: https://ennepe-moussa.gr

Ταξίδι με το τρένο-ΕΛΕΝΗ ΚΟΛΛΙΑ

Είμαι υπεύθυνη για ένα βαγόνι με εύφλεκτες ύλες
σε μια συνήθη αμαξοστοιχία
όπου κανείς δε υποψιάζεται τίποτα.

Φλυαρώ με τους συνταξιδιώτες μου
απολαμβάνω τα τοπία
τα πίνω με τους θερμαστές

και το ταξίδι συνεχίζεται.

Πηγή: stixoi/info

Ταξίδι-ΣΤΕΛΛΑ-ΣΟΦΙΑ ΖΥΓΟΥΡΗ

Μες στις στεγνές τις ώρες της Σιωπής,
μικρή νεράιδα η Έμπνευση, με παίρνει απ’ το χέρι.

Δροσάτη αύρα το φτερούγισμα ψυχής,
στ’ άρρητα αρμενίζει η καρδιά, τα μυστικά τα μέρη..
Τα χείλη βρέχουμε στης Ποίησης "νερό",
δροσοσταλίδες λαμπυρίζουν στα..φτερά μας
"Ας μείνουμε λίγο ακόμα" της ζητώ..
Ας διαρκέσει το όνειρο όσο χτυπά η καρδιά μας..!

Στάθηκε τότε η σκέψη στη στιγμή τη μαγική,

όπου ακουμπά η ψυχή και χαλαρώνει,

σαν θεατής που τη ζωή του αμέτοχα κοιτά,
κι ότι κοιτάς... δεν είσαι εσύ.
Είναι κι αυτή μια σκέψη που λυτρώνει..!
Με λόγια άνθη, το όνειρο κεντά,
στο άδειο "τώρα" δίνει υπόσταση και χρώμα..
Παιδί η καρδιά τ’ αστέρια της μετρά,

και στων ονείρων κατοικεί, των μύθων της τη Χώρα..!

Πηγή: stixoi/info

Ταξιδιώτες-ΒΑΣΙΛΗΣ ΦΑΪΤΑΣ

Χρόνια περιμέναμε στο σταθμό ένα τραίνο πού ποτέ δεν πέρασε
με τις αποσκευές στα χέρια
το πρόσωπο προσηλωμένο στην τελευταία στροφή
έτοιμοι πάντα για αναχώρηση.
Κάπου θέλαμε να ταξιδέψουμε
και μείναμε εκεί στο σταθμό
περιμέναμε ένα τραίνο πού δεν πέρασε
μαρμαρωμένοι ταξιδιώτες
έτοιμοι πάντα για αναχώρηση.

Πηγή: «Άποικοι της νύχτας», Θεσσαλονίκη, 1966

Ταξιδιώτης- ( Π.Θαλασσινού)

Όταν σου γελάσει η θάλασσα
και σε φωνάξουν τα κύματα
και σπάσει η πλάκα στο γραμμόφωνο
του παραλιακού καφενείου
τότε να φύγεις!

Κι όταν η αλμύρα σου ψήσει το δέρμα
και φορέσεις λαμπρό τ'ασίγαστο κύμα
και σου σπάσουν τα ξάρτια
και σχιστούν τα πανιά σου
και νομίσεις το παιχνίδι χαμένο
στο ναυάγιο πιασμένος κάπου έχεις φτάσει...

Κι όταν πια το πρωί θε να σ'εύρει
να προσμένεις τον ήλιο
να προσμένεις την κάλμα
αγκαλιά στ'ακρογιάλι,
μη σε πιάσει αθέλητη η τρελή νοσταλγία,
μη ψελλίσεις τον ήχο της σπασμένης της πλάκας,
κάλλιο αργά να γλιστρήσεις στο κύμα,
να σε πάρει το κύμα,αφού κάπου έχεις φτάσει,
αφού πια το ταξίδι για σε έχεις τελέψει!...

Πηγή:"Στενές θάλασσες",Θαλασσινή ποιητική ανθολογία,Εκδόσεις Δωδέκατη ώρα,Αθήνα,1968

Ταξιδιώτης των αστεριών-ΜΑΡΙΑ ΘΩΜΑ

Τι μουρμουρίζεις μεσ’ τη νύχτα
κλέφτη σκοτεινέ της λύπης
πώς είναι τα μάτια σου ανοιχτά
ως το μέτωπο
ξαφνικά, άνοιξαν σαν τον ήλιο
Νιώθω δυο χείμαρρους
στις πλαγιές του λαιμού σου,
ταξιδιώτη σκοτεινέ των αστεριών,
και τη σελήνη κομμάτια στα χείλη σου
θηρία που σωπαίνουν
περπατούν στις γωνιές του κορμιού σου
και φορείς αργά και τρέμοντας
σκοτεινή αστροθύελλα
προστατεύεις τα πουλιά
μεσ’ στις μασχάλες σου
κουρνιάζουν νυχτερίδες
στα γαλανά μαλλιά σου
πλανήτη σκοτεινέ της μοναξιάς
συνταξιδιώτη μου.

Πηγή: «Μια ιστορία για τον ουρανό», Εκδόσεις Όμβρος, 2001

Ο ταξιδιώτης-ΜΑΙΡΗ ΓΙΟΣΗ

Με τη βαλίτσα στο χέρι
ο ταξιδιώτης
ούτε έρχεται
ούτε φεύγει.
Απ’ την καρδιά του
λείπει ο λεπτοδείχτης.
Οι ώρες περνούν αργά
γιατί ανυπόμονα
ο ταξιδιώτης
ούτε έρχεται ούτε φεύγει.

Πηγή: «Χαμηλός ουρανός και άλλα ποιήματα», Εκδόσεις Κρωπία,2006

Ο μοναχικός ταξιδιώτης της νύχτας-ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΓΓΕΛΗΣ

Ι.

Και να 'ναι ώρα θεριεμένης μοναξιάς, ν’ αντιπαλεύεις
μόνιμο σκοτάδι.
Στα δάση με τις αρκούδες συντροφιά βράδυ βροχής
που ακούς φωνές απ’ το πηγάδι.
Κι αν είχες πίστη άλλοτε που έσερνε βουνά,
τώρα κανείς και τίποτα κοντά σου. Απ’ τη φωλιά σου
αγναντεύεις χαμηλά
τα αναμμένα φώτα. Ότι σε κύκλωσαν
ωσεί κύνες πολλοί.

Κι η επαρχία σου τρυφερό κορμί
με νόημα φονικού.

ΙΙ.

Τη μέρα που σ’ αρνήθηκαν τον γυρισμό στην πόλη
και βρέθηκες το δειλινό σ’ απόγκρεμο γιαλό
αγρίμι, σύσκοτο θεριό στων Ελαιών το δάσος
να Λες δικές σου προσευχές κοιτώντας τα βουνά

νοσταλγώντας με πάθος τα βουνά, τα δύσβατα ρουμάνια

εσύ ο ληστής, ο τετρωμένος αγάπης.

Πηγή: «Επέτειος», «Εκδόσεις των φίλων»,2008

Ταξιδευτής της πολυθρόνας-ΣΤΕΛΛΑ ΤΙΜΩΝΙΔΟΥ

[I]

Καθηλωμένος στην πολυθρόνα σου
πατάς ένα κουμπί κι αμέσως
βρίσκεσαι σε άλλη γη.
Ρουφάς με τα μάτια σου
καθάρια ακρογιάλια
με μαργαριτάρια και κοράλλια.
Τ’ αυτιά σου γεμίζουν από ήχους
μεθυστικούς κι εξωτικούς.

Ψυχή τε και σώματι επιθυμείς
να λάβεις μέρος σ’ αυτή την πανδαισία.
Όμως κι αυτό αυταπάτη∙
μια νοερή πλοήγηση απλά
σε άλλο τόπο και χρόνο.
Ταυτόχρονα ο δικός σου χρόνος
προχωρεί ολοταχώς και ατάραχος.

Ίσως να ’ταν καλύτερα παλιότερα,
σκέφτηκα. Τότε που συμμετείχαν
όλες οι αισθήσεις. Όταν ερχόσουν
tête à tête με τα στοιχεία της φύσης
και το ταξίδι διαρκούσε χρόνια.
Ο Οδυσσέας παλιννόστησε σίγουρα
πιο σοφός στην Ιθάκη του
απ’ ό,τι εσύ από το Internet.

Πηγή:«ατελείωτες νύχτες», Εκδόσεις University Studio Press, Θεσσαλονίκη, 2008

Ταξιδιώτης-ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Ξεκίνησες και πάλι το ταξίδι,
το λιμάνι σε χαιρέτισε βουβά
βουβός κι εσύ στην κουπαστή κοιτάς.
Χάνεται στο βάθος το λιμάνι,
δυο δάκρυα στα μάγουλα κυλούν.
Μήπως δεν είναι η μοίρα σου γνωστή;
Σαν τα καράβια κι εσύ
να μένεις λίγο στο λιμάνι
και να φεύγεις.

Πηγή: «Πρόσωπα Γνωστά», εκδόσεις ΡΕΩ, 2011

Ο ταξιδιώτης-ΔΗΜΗΤΡΗΣ Γ. ΠΑΠΑΣΤΕΡΓΙΟΥ

Ο άνθρωπος στάθηκε λίγο να ξαποστάσει.
Απόθεσε το σάκο της μοναξιάς,
το σακίδιο με τα βάσανα,
πήρε μια βαθιά ανάσα
και ξεφύσησε.

Ξαφνικά σηκώθηκε δυνατός βοριάς.
Χαμογέλασε.
Ξαναφορτώθηκε τα σακίδια
και συνέχισε το δρόμο του.
Δεν του φαίνονταν πια τόσο βαριά.

Πηγή: «Furor Scribendi »,Εκδόσεις Ars Poetica, 2013

Ο ταξιδιώτης-ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

Τον συνάντησα στον σταθμό των λεωφορείων.
Είχε μόλις φτάσει από την Θήβα.
Φορούσε έναν χιτώνα, τα πόδια του ήτανε πρησμένα
τα μάτια του άλλαζαν συνέχεια χρώμα.
Ήταν ένας άντρας από έρημο
μου πρόσφερε ζεστή ρακή
που έλιωνε και μούδιαζε την γλώσσα.
Είχα άδικο, μου είπε, αυτό με βασανίζει.
πως την κατάλληλη στιγμή
δεν έδωσα σωστή απάντηση.
Γιατί ο Κύριος των πάντων δεν είναι ο θάνατος
γιατί ο έρωτας είναι αυτός που πρώτα μπουσουλάει
κι ύστερα ορθώνεται στα δύο και υπερβαίνει,
και τέλος αποκτά τις τρεις του διαστάσεις
χώμα, κόσμος, περιπλάνηση.
Και η Ιοκάστη; τον ρώτησα, δεν ήταν λάθος
μία θεϊκή συνωμοσία
μία πλεκτάνη;
Με κοίταξε και το πρόσωπό του άλλαζε συνέχεια
αιώνες ολόκληροι περνούσαν από πάνω του.
Ήταν η γυναίκα και μητέρα και αδελφή μου
κι ακόμα η κόρη και η ερωμένη
από το σώμα μου προήλθε κι εγώ απ’ το δικό της.
μου απάντησε και η καυτή ανάσα της ερήμου
μου έκαψε τα σωθικά.
Άλλωστε, μου είπε ανέμελα
ενώ έψαχνε το εισιτήριο του για να φύγει,
ποτέ κανείς δεν επιλέγει αυτόν που θα αγαπήσει.

Πηγή: stixoi/info

Ταξιδιωτικός οδηγός για τη λήθη-ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

Στα σύνορα κατάσχονται οι αποσκευές.
Πρώτος σταθμός Απολυμαντήριο.
Κάτω από το καυτό νερό
το σώμα ξαναγίνεται
χωρίς ουλές και κόκκινα σημάδια
χωρίς το αιμάτωμα του οργασμού
χωρίς το χωρίς του.
Η μετακίνηση γίνεται με παγοπέδιλα.
Μοιράζονται φυλλάδια με οδηγίες.
Γιατί καιροφυλακτούν τόσοι πίδακες θερμού αέρα
κάτω από τα στρώματα του πάγου
η Μνήμη μπορεί να εκτιναχτεί
με ένα μόνο τηλεφώνημα
και όλη η Λήθη να καταποντιστεί
στον ζεστό κόλπο της Αλήθειας.

Πηγή: « Κλινικά απών»,Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2014


Η ΄- ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

Μὰ τι γυρεύουν οἱ ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω σὲ καταστρώματα κατελυμένων καραβιῶν
στριμωγμένες μὲ γυναῖκες κίτρινες καὶ μωρὰ ποὺ κλαῖνε
χωρὶς νὰ μποροῦν νὰ ξεχαστοῦν οὔτε μὲ τὰ χελιδονόψαρα
οὔτε μὲ τ᾿ ἄστρα ποὺ δηλώνουν στὴν ἄκρη τὰ κατάρτια.
Τριμμένες ἀπὸ τοὺς δίσκους τῶν φωνογράφων
δεμένες ἄθελα μ᾿ ἀνύπαρχτα προσκυνήματα
μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις ἀπὸ ξένες γλῶσσες.

Μὰ τι γυρεύουν οἱ ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω στὰ σαπισμένα θαλάσσια ξύλα
ἀπὸ λιμάνι σὲ λιμάνι;

Μετακινώντας τσακισμένες πέτρες, ἀνασαίνοντας
τὴ δροσιὰ τοῦ πεύκου πιὸ δύσκολα κάθε μέρα,
κολυμπώντας στὰ νερὰ τούτης τῆς θάλασσας
κι ἐκείνης τῆς θάλασσας,
χωρὶς ἁφὴ
χωρὶς ἀνθρώπους
μέσα σε μία πατρίδα ποὺ δὲν εἶναι πιὰ δική μας
οὔτε δική σας.

Τὸ ξέραμε πὼς ἦταν ὡραῖα τὰ νησιὰ
κάπου ἐδῶ τριγύρω ποὺ ψηλαφοῦμε
λίγο πιὸ χαμηλὰ ἢ λίγο πιὸ ψηλὰ
ἕνα ἐλάχιστο διάστημα.

Πηγή: «Μυθιστόρημα»,1935 

Απουσία-ΓΕΩΡΓΙΑ ΚΟΛΟΒΕΛΩΝΗ

Ταξιδεύεις
Σε άγνωστα στην πένα μελάνια
Κι εγώ ξεχασμένη αποσκευή
Στην αποβάθρα της μνήμης σου

Πηγή:«Ιστορίες με λυπημένη αρχή», εκδόσεις Νέος Αστρολάβος / Ευθύνη, 2012

Ταξίδι - ΓΙΟΧΑΝ ΒΟΛΦΓΚΑΓΚ ΓΚΑΙΤΕ

Μέρες, νύχτες τώρα στέκει αρματωμένο
το καράβι. Πρίμο αγέρι καρτερώντας∙
με πιστούς καθόμουν φίλους, με το γλέντι
υπομονή να κάμω και καρδιά ζητώντας
κάτω στο λιμάνι.
Και διπλά ανυπομονούσανε και κείνοι:
-Το πιο γρήγορο σου ευχόμαστε ταξίδι,
τον καλόν, από καρδιάς, τον πηγαιμό σου.
Σε προσμένουν πλήθια τ’ αγαθά στους κόσμους,
και τιμή κι αγάπη θα’ βρεις σα γυρίσεις
μες στην αγκαλιά μας.
Κι από σύναυγα φωνές κακό κι αντάρα
κι οι στριγγές του ναύτη διώχτουνε τον ύπνο∙
όλο πήγαιν’ έλα, τρέχουν , ζωντανεύουν,
για να κάνομε πανιά στο πρώτο απόγειο.
Και σαν τ’ άνθη ανοίγουν τα πανιά στην αύρα
και μ’ αγάπης λαύρα ξετραβά ο νήλιος∙
φεύγουν τα πανιά, ψηλά τα νέφη φεύγουν,
όλοι απ’ το γιαλό μας προβοδούν οι φίλοι
με τραγούδια ελπίδας και φαντάζουν, έτσι,
στης χαράς τη μέθη, μια χαρά πως θα ’ναι
κι όλο το ταξίδι σαν του μισεμού μας
την αυγή και σαν τις πρώτες αστροφωτισμένες νύχτες.
Μ’ άστατοι καιροί από το Θεό σταλμένοι
έξω από το δρόμο που’ χε βάλει πρώρα
το λοξεύουν. Φαίνεται πως παρατιέται
στη διάθεσή τους, κι ήσυχα πασκίζει
να τους ξεγελάσει- στο σκοπό του πάντα
μ’ όλη τη λοξοδρομιά του.
Μ’ από τα κουφόηχα σκότια μάκρη
στέλν’ η τρικυμιά το μήνυμά της
κι όλο και σιμώνει. Σα νερά σαρώνει
κάτω τα πουλιά, τις φουσκωμένες
σφίγγει των ανθρώπων τις καρδιές, και να την
ήρθε! μπρος στην άγρια αμέρωτή της λύσσα,
κάτω τα πανιά με γνώση ο καπετάνιος∙
και με το αγωνία γιομάτο τόπι παίζουν
κύματα κι ανέμοι.
Πέρα στ’ ακρογιάλι εκείνο στέκουν
φίλοι κι αγαποί, στη στεριά πάνω τρέμουν.
Αχ, γιατί λοιπόν δεν έμεν’ εδώ πέρα!
Αχ, η τρικυμία! και μακριά συρμένος
από τη χαρά! έτσι ο καλός να πάει
χαμένος; α, έπρεπε… α, να μπόρειε, Θε μου!
Μα άντρας στέκεται εκείνος στο τιμόνι∙
το καράβι παίζουν κύματα κι ανέμοι,
κύματα κι ανέμοι όχι την καρδιά του.
Με περήφανη ματιά μετράει την άγρια
άβυσσ’ οργισμένη, και τα θάρρη του έχει,
είτε κι όξω πέσει είτε αράξει
στους θεούς του εκείνος.

Μετάφραση: Ι.Ν. Γρυπάρη
Πηγή: Παγκόσμια ποιητική ανθολογία "Ταξίδι στην ποίηση",Ναυτίλος

Το ταξίδι- ΣΑΡΛ ΠΙΕΡ ΜΠΟΝΤΛΕΡ

Μα αληθινοί ταξιδευτές εκείνοι είναι που φεύγουν
μονάχα για να φύγουν• ελαφρές καρδιές καθώς
μπαλόνια, το μοιραίο τους ποτέ δεν τ’ αποφεύγουν•
Χωρίς να ξέρουν το γιατί, πάντοτε λένε «Εμπρός!»
Εκείνοι που σαν σύννεφα οι απροθυμιές τους μοιάζουν
και που σαν νεοσύλλεκτοι κανόνια λαχταρούν
κι άγνωστες ηδονές τρανές, που πάντοτε αλλάζουν
Και που τι όνομα έχουνε δεν μπόρεσαν να βρουν!
Φρίκη! Σαν σβούρα μοιάζουμε, σαν φούσκα που πηδάει•
Ακόμα και στον ύπνο μας, απάνω μας σιμώνει,
Μας δέρνει η Περιέργεια και μας κυλά στα χάη,
Σαν ένας Άγγελος σκληρός που ήλιους μαστιγώνει.

Μοίρα παράξενη! Ο σκοπός πάντα άλλη θέση παίρνει,
κι αφού δεν είναι πουθενά, μπορεί να ’ναι παντού•
ο Άνθρωπος που ακούραστα η Ελπίδα τόνε σέρνει,
αιώνια ψάχνει αναπαμό με τρέξιμο τρελού.
Πλοίο τρικατάταρτο η ψυχή, ζητάει την Ικαρία•
Κάποια φωνή απ’ την γέφυρα φωνάζει: «Προσοχή!»
Κι από τη σκοπιά μια άλλη φωνή απαντά: « Ευτυχία…
’Έρωτας… Δόξα..» Διάολε! Σκόπελος είν’ εκεί!
Κάθε νησάκι που ο σκοπός του πλοίου μακριά κοιτάζει,
Είν’ Ελδοράδο που μας έχει η Μοίρα υποσχεθεί•
Κι η Φαντασία, που έξαλλη στην κεφαλή οργιάζει,
Βρίσκει μόνο έναν ύφαλο μόλις ο ήλιος βγει.
Ω των χιμαιρικών χωρών ο ποθοπλανταγμένος!
Στα σίδερα ή στη θάλασσα πρέπει να πεταχτεί
Ο οικτρός σκοπός, που Αμερικές βλέπει σαν μεθυσμένος
Κι η πλάνη του το βάραθρο το κάνει πιο βαθύ;
Κι ο γερο- αλήτης έτσι δα στις λάσπες που πατάει,
Χάσκοντας, παραδείσια ονειρεύεται παλάτια•
Σε κάθε τρώγλη που κερί μονάχα την φωτάει,
ανακαλύπτουν Κάπουες τα εκστατικά του μάτια.

Μετάφραση: Γεώργιος Σημηριώτης
Πηγή: "Τα άνθη του κακού"

Ταξίδι στο Βυζάντιο-ΟΥΙΛΙΑΜ ΜΠΑΤΛΕΡ ΓΕΪΤΣ

Ι

Δεν είναι τόπος για τους γέροντες αυτός. Νέοι
Στην αγκαλιά ο ένας του άλλου, πουλιά στα δέντρα,
–Τούτες οι γενεές που πεθαίνουν– στο τραγούδι τους,
Ποτάμια σμάρια οι σολομοί, θάλασσες σμάρια τα
σκουμπριά,
Το ψάρι, η σάρκα και το θήραμα, όσο βαστά το
καλοκαίρι υμνούν
Το κάθε τι που σπέρνεται, γεννιέται, και πεθαίνει.
Παρμένοι από τη λάγνα τούτη μουσική όλοι αψηφούν
Του αγέραστου νου τα μνημεία.

ΙΙ

Ο γέρος είναι τιποτένιο πράγμα,
Κουρελιασμένο ρούχο απάνω σε μπαστούνι, εκτός
Αν η ψυχή χτυπήσει τις παλάμες της και τραγουδάει
πιο δυνατά, πιο δυνατά
Στο κάθε ξέσκισμα της θνητής φορεσιάς της,
Και δεν είναι σχολειό του τραγουδιού παρά η μελέτη
Των μνημείων της δικής της μεγαλοπρέπειας·
Έτσι λοιπόν αρμένισα τις θάλασσες για νά 'ρθω
Στην άγια πολιτεία του Βυζαντίου.

ΙΙΙ

Σοφοί ορθωμένοι μέσα στην άγια φωτιά του Θεού
Λες στο χρυσό ψηφιδωτό ενός τοίχου
Βγείτε απ’ την άγια τη φωτιά, στριφογυρίστε μες στο
στρόβιλο,
Γενείτε δάσκαλοι του τραγουδιού για την ψυχή μου.
Κάψετε την καρδιά μου κι αναλώστε την· άρρωστη
του πόθου,
Δεμένη σ’ ένα ζώο που ξεψυχά,
Δεν ξέρει τώρα τι είναι· και δεχτείτε με
Στην τεχνουργία της αιωνιότητας.

IV

Και μια φορά που θά 'βγω από τη φύση, ποτέ μου
δε θ’ αποζητήσω
Για τη σωματική μορφή μου πράγμα φυσικό,
Αλλά τέτοια μορφή που οι Γραικοί χρυσοχόοι φτιάνουν
Από σφυρήλατο χρυσάφι και μαλαματένιο σμάλτο
Για να κρατήσουν ένα νυσταλέον Αυτοκράτορα ξυπνό·
Ή στήνουν σε χρυσό κλωνάρι για να τραγουδά
Στους άρχοντες και στις αρχόντισσες του Βυζαντίου
Τα που περάσαν, ή που περνάν, ή που θά 'ρθουν.

Μετάφραση: Γιώργος Σεφέρης
Πηγή:"Αντιγραφές", Ίκαρος, Αθήνα, 1978

Το ταξίδι - ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ

Ένας ποιητής ταξιδεύει
σε μια θάλασσα του κόσμου μας
κοιτάζοντας ένα άστρο.

Ταξιδεύει κάποιος ποιητής
σ’ ένα απ’ τα άστρα, σε μια θάλασσα,
κοιτάζοντας τον κόσμο μας.

Ταξιδεύουν οι ποιητές
στις θάλασσες του κόσμου
κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο.

Μετάφραση: Τάσος Ιορδάνογλου
Πηγή: http://logotexnikesmikrografies.blogspot.com

Ταξιδεύοντας-ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ

Ανοίγουμε τις πόρτες
κλείνουμε τις πόρτες
δρασκελάμε τις πόρτες
και στο τέρμα του μοναδικού μας ταξιδιού
μήτε πολιτεία μήτε και λιμάνι

Το τραίνο εκτροχιάζεται, το πλοίο ναυαγεί, τ’ αεροπλάνο συντρίβεται
Ένα μονάχα επισκεπτήριο στον πάγο χαραγμένο

Αν είχα δικαίωμα, δικαίωμα εκλογής
Να ξαναρχίσω ή όχι τούτο το ταξείδι τούτο το ταξείδι
Θα το ξανάρχιζα, Θα το ξανάρχιζα, Θα το ξανάρχιζα

Απόδοση: Γιάννης Ρίτσος
Πηγή:stixoi/info

Ταξιδιωτικό-ΜΕΛΙΧ ΤΖΕΒΝΤΕΤ ΑΝΤΑΪ

Κάποτε με τρένο σε ταξίδι μακρινό
Δεν μπόρεσα μάτι να κλείσω
Έχοντας στο νου το σπιτικό κρεβάτι
Απόψε γιατί δεν μπορώ να κοιμηθώ
Στου σπιτιού μου το κρεβάτι;

Μετάφραση:Έρμος Αργαίος
Πηγή:Ανθολογία Τουρκικής Προοδευτικής Ποίησης,Εκδόσεις Αλφειός,1981

Ελεγεία του ταξιδιού-FREDERIC KIESEL

Δε ζητώ παρά εσένα,πόλη της εσώτερης επιθυμιάς μου,
λαθραία πατρίδα ανάμεσα στα παιδικά χρόνια μου και στην ψυχή μου,
και στη στροφή ενός στενού δρόμου όπου σκύβει μια γηραιά γλυσίνα,
να'ναι μια κρήνη στην ακριβή θέση του ονείρου,
να πάω σ'αυτήν καθώς μέσα στον ύπνο
και να την ξαναβρώ δική μου μόνο χαϊδεύοντας τα φθαρμένα της χείλη.

Και γι'αυτό,πόσες νύχτες ταξιδιού δεν περάσανε μουρμουρίζοντας
ανάμεσα σε δυο μισοΰπνια,
πόσα φτωχά τοπία μεταμορφωμένα από τη βιάση,
που το φαρδύ βουβό γλαυκό των διαστημάτων της καρδιάς τα καταπλήσσει:
(το ίδιο αυτό που συνοδεύει τούτο το βαθύ και κανονικό σαν τη βαρύτητα
της σάρκας κύλισμα,
και που αλλάζει τόνο μονάχα όταν αρχίζει να τρέψει ένα όνειρο καινούργιο).

Γκρίζα σύνορα περασμένα την αυγή,
άγονοι αυχένες,εναέρια καμπαναριά,χωριά στολισμένα ανάμεσα στ'αμπέλια,
απότομη οικειότητα των μισοανοιγμένων μια στιγμή κοιλάδων,
οι χίλιες λάμψεις μιας ξένης ζωής ακραγγιγμένης μόνο την ιρίδωσή της
μου προσφέρουν.
Δεν πρέπει τάχα να γνωρίσω,ως την εξάντληση,παρά τις αρχές της
ευχαρίστησης μονάχα;

Ποιος είναι λοιπόν αυτός ο κλειστός κόσμος όπου μονάχα οι σκεφτικοί
θόλοι διατηρούνε πολλή ώρα το χαλκόχροο φως του βραδιού;
Από που μου ξανάρχονται αυτά τα φορτωμένα γεφύρια,αυτές οι αυλές
που τα παιδιά απότομα τις ερημώνουν,
κι από που υψώνονται πετάγματα πουλιών φαρδύτερα από τα ίδια,
σαν για να μεταφέρουνε στον έγχρωμο ουρανό ένα διαφορετικό μέτρο;
Κι αυτοί οι συνοφρυωμένοι πύργοι σε αναμονή,κι αυτά τα μοναστήρια
της λήθης όπου φέγγουνε από τρυφερά σμάλτα;
Δεν επιζητώ παρ'αυτό το γοητευτικό αγαθό που δεν μου ανήκει;
αυτόν τον βομβίζονται μεσημεριάτικο κήπο,που είναι πιο αληθινός κι από
εκείνον της μνήμης,
κι αυτόν τον λαό από πρόσωπα νωρίς αποστραμμένα μέσα στην γλυκύτερην άγνοια,
αυτό το σύμπαν από μυστικά που αγνοεί τον τόσον άσκημα υπερασπισμένον εαυτό του.

Μετάφραση: Άρης Δικταίος
Πηγή: Ανθολογία βέλγικης ποιήσεως,ΙΙ.Οι γαλλόφωνοι,Εκδόσεις Γ.Φέξη,1969

Σχέδιο ταξιδιού στην Ανατολή-ΑΝΤΡΕ ΣΕΝΙΕ

(Από τις "Ελεγείες")

Ας φύγουμε! Σηκώσαν το πανί και το Βυζάντιο
πέρα με κράζει. Ομολογώ,"νικήθηκα".Και φεύγω.
Απ'το ζυγό μιανής σκληρής ο χρόνος κι οι μεγάλες
οι θάλασσες μπορούν μονάχα να με αποτραβήξουν.
Το σχήμα της που με ζητά παντού χωρίς να θέλω,
ή που γεμίζει τα δυο μάτια μου όμορφη μορφή της
τα μέρη που τα κατοικεί,και κείνα που την είδαν,
το που με κυνηγά όνομά της,όλα πάσαν ώρα
δίνουν τροφή θανάσιμη στην που με τρώει φωτιά...
Αγαπημένη λευτεριά,μόνη κληρονομιά μου,
ω θησαυρέ που ως σε κρατούν δεν ξέρουν την τιμή σου
που όποιος τον χάνει,στη στιγμή τον νοσταλγεί,ωιμένα!
Σε τούτους τους γιαλούς με καρτερείς,θεία ελευθερία.

Θεοί του Ευξείνου,χαίρετε! της Έλλης,της Αβύδου
και της Σηστού,κι ω Νύμφη του Βοσπόρου πέρα ωραία.
που σήμερα αντικρύζετε του βάρβαρου Οσμανίδη
την πιεστική ημισέληνο στη δύση της να φτάνει...
Έβρο,Παγγαίο,Ροδόπη κι Αίμο,ω Θράκη,χαίρε,μόνα
κι εμένα και του Ορφέα. Κι εσύ,χαίρε,ω Γαλατά,που χρόνια
τα μάτια μου σε πόθησαν,γιατί εκεί μια Ελληνίδα
στη νεαρή της άνοιξη,πανόμορφη στην κλίνη
συζύγου που ήταν θρέμμα της Γαλλίας,μ'έχει γεννήσει,
εμένα Γάλλο μέσα στην καρδιά του Βυζαντίου.

Μετάφραση: Κ.Χρυσάνθη-Ε.Κόσμου
Πηγή: Παγκόσμια Ποιητική Ανθολογία "Ταξίδι στην ποίηση",Εκδόσεις Ναυτίλος,1995

Το ταξίδι των μάγων-ΤΟΜΑΣ ΕΛΙΟΤ

Κρύο ταξίδι κάναμε.Η χειρότερη εποχή του χρόνου για ταξίδι.
Και τι μακρύ ταξίδι.Οι δρόμοι αδιάβατοι, ο καιρός αψύς στην καρδιά του χειμώνα.
Και οι γκαμήλες ταλαίπωρες, κουτσές, δύστροπες, έπεφταν κάτω στο λιωμένο χιόνι.
Ήταν φορές που νοσταλγήσαμε τα καλοκαιρινά παλάτια στις πλαγιές,
τα περιβόλια, τα μεταξένια κορίτσια που μας έφερναν δροσιστικά.
Και οι αγωγιάτες έβριζαν, γκρίνιαζαν και φεύγανε κρυφά για το κρασί και για το γλέντι.
Και οι φωτιές σβηστές, κι ούτε μια σκέπη.
Οι πόλεις εχθρικές και τα χωριά αφιλόξενα, τα σπίτια βρώμικα μας έκλεβαν στο νοίκι .
Σκληρό ταξίδι κάναμε. Στο τέλος προτιμούσαμε να ταξιδεύουμε
όλη νύχτα και να κοιμόμαστε κλεφτά.Και οι φωνές στ’ αυτιά μας
τραγουδούσαν κι έλεγαν πως όλα αυτά ήταν τρέλες.
Το ξημέρωμα φτάσαμε σε μια ήμερη πεδιάδα, χλωρή, βρεμένη
παρακάτω από τα χιόνια, μ’ ένα ρυάκι που έτρεχε
κι έναν νερόμυλο που χτυπούσε στο σκοτάδι
και τρία δέντρα στον χαμηλωμένο ουρανό κι ένα άσπρο,
γέρικο άλογο που κάλπαζε μες στο λιβάδι.
Ύστερα φτάσαμε σε μια ταβέρνα που την ίσκιωνε κληματαριά.
Έξι χέρια σε μια ανοιχτή πόρτα που γύρευαν ασήμι και πόδια που
κλωτσούσαν τ’ άδεια ασκιά.Μα κανένας δεν ήξερε τίποτε.
Έτσι τραβήξαμε και φτάσαμε νύχτα, την τελευταία ώρα βρήκαμε
τον τόπο, και ήταν, θα `λεγε κανείς, επιτυχία.
Αυτά είναι όλα παλαιές ιστορίες, παλαιές αναμνήσεις και θα πήγαινα ξανά, μα ένα δεν ξέρω, ένα
δεν ξέρω.
Κάναμε τόσον δρόμο για γέννα ή θάνατο;
Βρήκαμε μια γέννα, αυτό είναι σίγουρο, άλλωστε ήξερα να ξεχωρίζω.
Θα πίστευα πως ήτανε άλλο πράμα.
Ήταν η γέννηση τούτη, σκληρή, πικρή αγωνία σαν θάνατος.
Σαν το δικό μας θάνατο.
Γυρίσαμε στα παλάτια μας, σε τούτα τα βασίλεια, όχι πια
βολεμένοι στα παλιά προνόμια.Έναν ξένο λαό που λάτρευε τα είδωλά του.
Θα προτιμούσα άλλον έναν τέτοιο θάνατο.

Πηγή: stixoi/info

Ένας ξένος ταξιδιώτης-ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ

Ένας ξένος ταξιδιώτης που γύριζε απ' το τρίτο Ράιχ και τον ρώτησαν
ποιος κυβερνάει εκεί κάτω στ' αλήθεια;
αποκρίθηκε, ο τρόμος.

Πηγή: stixoi/info

Ταξιδεύοντας με ένα άνετο αυτοκίνητο-ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ

Καθώς ταξιδεύαμε με ένα άνετο αυτοκίνητο
σε ένα βροχερό εξοχικό δρόμο
είδαμε ένα κουρελιάρη άνθρωπο μέσα στο σούρουπο
να μας κάνει σήμα να τον πάρουμε μαζί μας
μας έκανε και υπόκλιση.
Είχαμε μια σκεπή και είχαμε χώρο και συνεχίσαμε
να οδηγούμε
και ακούσαμε την ίδια τη φωνή μου να λέει κακόκεφα:
όχι δεν μπορούμε να πάρουμε κανένα μαζί μας.
Είχαμε διανύσει μακρύ δρόμο,ίσως μιας μέρας πορεία
όταν έξαφνα ταράχτηκα από την ίδια τη δική μου φωνή
από την ίδια τη δική μου συμπεριφορά
και από ολόκληρο αυτό τον κόσμο.

Μετάφραση:Ελένη Καλκάνη
Πηγή:Μπέρτολτ Μπρεχτ,Εκλεκτά ποιήματα,Εκδόσεις Δαμιανός,2003

Ο ταξιδιώτης-ΓΚΙΓΙΟΜ ΑΠΟΛΙΝΕΡ

Ανοίξτε μου αυτή την πόρτα που χτυπώ θρηνώντας

Η ζωή αλλάζει όπως ο Εύριπος

Κοιτούσες ένα σωρό από σύννεφα να κατεβαίνει
Μαζί με τ’ ορφανό πλοίο για τους πυρετούς που θα ’ρθουν
Όλες αυτές τις λύπες αυτές τις μεταμέλειες
Άραγε τις θυμάσαι

Κύματα ψάρια καμπουριασμένα λουλούδια του αφρού
Ήταν μια νύχτα η θάλασσα
Και μέσα της χύνονταν τα ποτάμια

Θυμάμαι θυμάμαι ακόμα
Ένα βράδυ κατέβηκα σ’ ένα θλιβερό πανδοχείο
Κοντά στο Λουξεμβούργο
Στο βάθος της σάλας πετούσε ένας Χριστός
Κάποιος κρατούσε ένα κουνάβι
Ένας άλλος έναν σκαντζόχοιρο
Χαρτοπαίζανε
Κι εσύ μ’ είχες ξεχάσει

Θυμάσαι το ατέλειωτο ορφανοτροφείο των σιδηροδρομικών σταθμών
Διασχίσαμε πολιτείες που όλη μέρα στριφογύριζαν
Και τη νύχτα ξερνούσαν τον ήλιο των ημερών

Ναύτες γυναίκες σκυθρωπές φίλοι μου
Θυμηθείτε

Δυο ναύτες που δεν χωρίστηκαν ποτέ
Δυο ναύτες που δεν κουβέντιασαν ποτέ
Ο πιο μικρός έγειρε πλάι και πέθανε

Αγαπημένοι μου φίλοι
Κουδούνια ηλεκτρικά των σταθμών τραγούδι θεριστριών
Καρότσι του χασάπη στρατιές δρόμων αναρίθμητων
Ιππικό των γεφυρών νύχτες μελανιασμένες απ’ το πιοτό

Θεότρελες ζούσαν οι πόλεις που έχω δει

Θυμάσαι τα περίχωρα και το παραπονιάρικο κοπάδι των τοπίων

Τα κυπαρίσσια τέντωναν τη σκιά τους κάτω απ’ το φως του φεγγαριού
Κείνη τη νύχτα στο τέλος του καλοκαιριού άκουγα
Ένα λιγωμένο πουλί γεμάτο ερεθισμό
Και τον αιώνιο θόρυβο σ’ ένα πλατύ και σκοτεινό ποτάμι

Κι ενώ ετοιμοθάνατα κυλούσανε στις εκβολές
Όλα τα βλέμματα όλα τα βλέμματα απ’ όλα τα μάτια
Έρημες οι όχθες χορταριασμένες σιωπηλές
Κι απέναντί τους το βουνό φαινόταν ολοκάθαρα
Τότε αθόρυβα χωρίς ψυχή να φαίνεται
Περνούσανε μπρος στο βουνό ευκίνητες σκιές
Από τα πλάγια ή ξαφνικά γυρίζανε τ’ αχνά τους πρόσωπα
Και πρότειναν τη σκιά όπως τις λόγχες τους

Πάνω στο κάθετο βουνό οι σκιές
Θέριευαν κι άλλοτε απότομα χαμήλωναν
Αυτές οι σκιές με τη γενειάδα και τ’ ανθρώπινό τους κλάμα
Γλιστρώντας ανεπαίσθητα στο φωτεινό βουνό
Ξέρεις κανέναν σ’ αυτές τις παλιές φωτογραφίες
Θυμάσαι τη μέρα που ’πεσε μια μέλισσα μες στη φωτιά
Θυμάσαι ήταν το τέλος του καλοκαιριού
Δυο ναύτες που δε χωρίστηκαν ποτέ
Ο πιο μεγάλος φορούσε στο λαιμό σιδερένια καδένα
Ο πιο μικρός χτένιζε κοτσίδες τα ολόξανθα μαλλιά του

Ανοίξτε μου αυτή την πόρτα που χτυπώ θρηνώντας

Η ζωή αλλάζει όπως ο Εύριπος

Μετάφραση: Φανή Κισκήρα, Τόλης Καζαντζής
Πηγή: Ξένη ποίηση του 20ού αιώνα-Επιλογή από ελληνικές μεταφράσεις,Μαρία Λαϊνά,Ελληνικά Γράμματα,2007

Ο ταξιδιώτης φτάνει-ΠΙΕΡ ΖΑΝ ΖΟΥΒ

Φοβερός αφρός! Και μοναξιά χωρίς μνήμη.

Πόσους δρόμους και πόσα όνειρα της νύχτας
Πόσες πόλεις και πόσες χαμένες χώρες
Διέσχισα από την εποχή της πρώτης μου ματιάς
Το βλέμμα μου και μόνο αρκεί για να εγκαινιάσω το ταξίδι!
Α! κουράστηκα,δώστε μου μια καρέκλα
Δεν ξέρω πια πώς είναι φτιαγμένο το σώμα της γυναίκας.
Πονάω σε τόσα σημεία της σιωπής μου.
Της ιστορίας της πορείας μου χωρίς τις χαρές του εμπορίου.
Και της λήθης των παιδιών μου που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν μες στην επαρχία.
Που το μυαλό μου γίνεται κούφιο,σκοτεινό και ζηλόφθονο.

Μετάφραση: Θανάσης Χατζόπουλος
Πηγή: Ξένη ποίηση του 20ού αιώνα-Επιλογή από ελληνικές μεταφράσεις,Μαρία Λαϊνά,Ελληνικά Γράμματα,2007

 

 Έρευνα-Επιμέλεια αφιερώματος: Αγγελική Καραπάνου

Έννεπε Μούσα

Έννεπε Μούσα!
Για τους εραστές της ποίησης και της στιχουργικής!
Για προβολή γνωστών κι άγνωστων δημιουργών!
Για επικοινωνία μέσα από έργα αγαπημένα!
Έννεπε Μούσα!
Με όχημα την πένα, το ταξίδι, τ’ όνειρο!!!

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ

Η  αναδημοσίευση του περιεχομένου του παρόντος διαδικτυακού ιστότοπου ΕΝΝΕΠΕ ΜΟΥΣΑ επιτρέπεται ΜΟΝΟ με την παράθεση πηγής και ενεργού συνδέσμου (link).

  

Τα Cookies βελτιώνουν την απόδοση της σελίδας μας. Δεν αποθηκεύουμε προσωπικές σας πληροφορίες. Μας επιτρέπετε να τα χρησιμοποιούμε;