Το ξενοδοχείο στην ποίηση (Ποιήματα)

Το ξενοδοχείο στην ποίηση (Ποιήματα)

Ξενοδοχείο. Κατάλυμα διακοπών και ο ναός του ανέμελου έρωτα! Για να δούμε πώς το τίμησαν οι ποιητές!

Στο φθινοπωρινό ξενοδοχείο-ΝΙΚΟΣ-ΑΛΕΞΗΣ ΑΣΛΑΝΟΓΛΟΥ

Σ’ αυτό το φθινοπωρινό ξενοδοχείο, έγραφες
που αγαπηθήκαμε τα περασμένα χρόνια
γυρίζω πάλι στις ταράτσες του και σκέφτομαι
βλέποντας φώτα εργοστάσια μες στη συννεφιά
πόσο το πεθαμένο αίσθημα επιζεί
ανήμπορο για μια σταγόνα αίμα.

Κι όμως δεν τα λυπάμαι τα εργοστάσια, δεν τα σκέφτομαι
δε με μεθούνε πια το απόβραδο οι μηχανές
ούτε και η μνήμη σου, ξέθωρη πια πάνω στα τζάμια.

Μόνο το γείτονά μου, αυτόν δεν τον ξεχνώ
φυματικός και συνταξιούχος έμπορας
κρεμάστηκε στα δέντρα αυτά
άνοιξη 1951.

Πηγή: «Νοσοκομείο εκστρατείας», 1972

Τα έπιπλα των ξενοδοχείων-ΤΑΣΟΣ ΚΟΡΦΗΣ

Τα έπιπλα των ξενοδοχείων με τρομάζουν
έτσι όπως δέχονται, όπως υπομένουν τη μοναξιά.
Αλλάζουν πρόθυμα σεντόνια τα κρεβάτια,
δε νοιάζονται για τα κορμιά,
για τον ιδρώτα, τις κραυγές, τα δάκρυα των περαστικών.
Και τα συρτάρια που ίσως, κάποτε, ποθούσαν
άνθη γαζίας ή κλώνους γιασεμιών,
δεν υποφέρουν μένοντας άδεια, χρόνια ολόκληρα,
δε νοσταλγούν τη δροσερή αφή των ασπρορούχων.

Πηγή:"Ποιήματα",Εκδόσεις Πρόσπερος,1983

Το ξενοδοχείο -ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ

«Δες ένα αριστούργημα
νεοκλασικής αρχιτεκτονικής»,
μου είπες, «το ξενοδοχείο στη γωνία.
Σ’ ένα από τα παλιά κι ευρύχωρα
δωμάτιά του πάμε να πλαγιάσουμε μια μέρα.
Στα καλέσματα και τις επινοήσεις μας,
στην ιεροτελεστία του έρωτα,
μ’ επηρεάζουν οι χώροι με τη δική τους ατμόσφαιρα».

Πηγή:«Το γυμνό ζευγάρι και άλλα ποιήματα», εκδόσεις Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη, 1990

Ξενοδοδείο « Η Ελπίς»-ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

Λίγο μακριά από την Αθήνα είναι το
Ξενοδοχείο «Η Ελπίς». Κάθε βράδυ
σ’ αυτό το Ξενοδοχείο, τα μεσάνυχτα,
κλαίνε δύο φαντάσματα. Αυτή η κακοτυχία
απελπίζει τον ξενοδόχο, γιατί καταλαβαίνετε
ότι αυτό που συμβαίνει απομακρύνει
την πελατεία και είναι θαύμα πώς
μένει το Ξενοδοχείο ακόμη ανοιχτό.
Τι αγιασμούς αλλά και τι ξόρκια ακόμα
έχει κάνει ο ιδιοκτήτης,
αλλά ΤΙΠΟΤΕ.
Κάθε βράδυ στις 12 τα μεσάνυχτα
αρχίζει το σπαραχτικό κλάμα
των δύο φαντασμάτων.

Πηγή: «Ανάποδα γύρισαν τα ρολόγια»,1998

Η θέα απ’ το ξενοδοχείο-ΜΑΡΙΓΩ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ

Είναι καλύτερα να τα βλέπεις στις ταινίες,
όταν νυχτώνει
να σκεπάζεις την άκρη της πόλης
με φαντασία,
για τα σκουπίδια
και τους αγνώστους που περνάνε.

Είναι καλύτερα να τα βλέπεις στις ταινίες
πώς έμειναν μόνοι τελικά
οι ευφυείς,
ανυπεράσπιστοι για πάντα
εγκλωβισμένοι στο όνειρό τους.

Πηγή: «Τ’αστέρια πάνε στη σειρά»,Εκδόσεις Κέδρος,2008

Ξενοδοχείο "Η Αρκαδία"-ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ

Γι'αυτόν,
που έχει σε ξενοδοχείο μόλις καταλύσει
πόλης επαρχιακής και άγνωστης,
που η κάμαρη
με τους πελώριους ίσκιους τον φοβίζει,
με την καράφα και τη μια καρέκλα της,
η έξοδος στο δρόμο είναι παρηγοριά
μέσα στα φώτα να βρεθεί και μες στην κίνηση,
στις ομιλίες.

Πηγή: "Ποιήματα",Εκδόσεις Γαβριηλίδης,2009

Κρεβάτια ξενοδοχείων-ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ

Πόσο θλιμμένα
είναι τα κρεβάτια
των ξενοδοχείων

που πάνω τους
μόνο πελάτες πλάγιασαν.

Πηγή: "Ποιήματα",Εκδόσεις Γαβριηλίδης,2009

Φτηνά ξενοδοχεία-ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΤΑΥΡΑΚΑΚΗΣ

Δεν υπήρχαν για μας
μεγάλοι δρόμοι
μεγάλες πλατείες
Οι αφετηρίες των λεωφορείων
μικρές κουκίδες σε άλυτα σταυρόλεξα
καλά κρυμμένοι γρίφοι
στο στρίφωμα του χειμώνα
στα μουσκεμένα ρούχα
στα τελευταία τσιγάρα
Στις τρύπιες τσέπες
ακυρωμένα εισιτήρια
Ζήνωνος - Σεπόλια κι ανάποδα
οι λέξεις
οι εφημερίδες
οι στάσεις
οι άνθρωποι

Ξενοδοχείον «Ο Γλάρος»
αφήνεις το παλτό σου
στη μεταλλική κρεμάστρα
τυλίγεσαι τα κιτρινισμένα σεντόνια
και στήνεις αυτί ….
Όλο το βράδυ έσταζε
υδάτινα κέρματα

Το πρωί με υγρά μάτια
έκλεινες έναν ακόμη λογαριασμό

Αθήνα - Λένορμαν
Χειμώνας 1998

Πηγή: "Επέκεινα των ασμάτων",Εκδόσεις Μετρονόμος,2009

Ξενοδοχείο Δέλτα-ΠΑΜΠΟΣ ΚΟΥΖΑΛΗΣ

Χτυπούσε το τηλέφωνο κι εγώ απαντούσα Δέλτα
Τα άλλα είκοσι τρία γράμματα
κάθονταν ήδη σε τραπέζι γιορτινό
ορθογώνιο και μακρύ, απόσταση ασφαλείας
να μην μπορούν να σμίξουν τα ποτήρια
Σε μισή ώρα θα άλλαζε ο χρόνος
Ο καινούργιος έξω απ’ την πόρτα
έκανε πρόβα τα λόγια του
κι εγώ επαναλάμβανα το γράμμα Δέλτα
Στην άλλη άκρη της γραμμής ευχές μακρινές
ζητούσαν να μπουν στο δωμάτιο εκατόν τρία,
πεντακόσια ένα
σ’ ένα δωμάτιο
Στις δώδεκα παρά δέκα άφιξη για μονόκλινο
Ταυτότητα, παρακαλώ
Αλβανός είμαι
Δουλεύω στις γεωτρήσεις με Κύπριους
Όπου με σταματά η αστυνομία
μιλάω κυπριακά και μ’ αφήνουν ήσυχο
Δέλτα, παρακαλώ! Όχι, απουσιάζει
Θα του το πω πως αλλάζει ο χρόνος σε λίγο
Στον πάγκο της υποδοχής, δώδεκα παρά δύο
δυο ποτήρια πλαστικά με κόκκινο κρασί βαρελίσιο
λαδοτύρι Μυτιλήνης και ψωμί
Στην υγειά σου!
Πώς λέμε Καλή Χρονιά στα Αλβανικά;

Πηγή:«ένα», Παράκεντρο, Λεμύθου 2011

Μικρό πανδοχείο-ΝΙΚΟΣ ΜΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

[Γενικευμένη επίθεση]

Κοιτάζοντας τη ματαιότητα με μάτια γυάλινα
Καταπίναμε ατάραχοι την πρωινή παλίρροια
Ενώ τα βράδια στον πλάγιο φωτισμό της σελήνης
Μεγάλες ανοίγαμε τρύπες στη φαντασία
Ταΐζομε με λάθη την ερωτική μας υπόσταση
Χωρίς υπεροψία φυγής και αντιπαραθέσεις φαντασμάτων
Κλυδωνιζόμαστε μόνο σε παθιασμένους εγκλεισμούς
Με λύσσα και μοσχοβολιά, απρέπειες και πάθος.
Αλήθεια με πόσα όνειρα ακόμη μπορείς να στολίσεις
Το μικρό πανδοχείο εκείνης της νύχτας.

Πηγή: «Όπως η θάλασσα με το αύριο», Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2016

Hotel Makedonia-ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΤΡΟΥ

ο τελευταίο τσιγάρο στο κρεβάτι
δείχνει πόσο μακριά
έχω φτάσει.
Ένα ταριχευμένος αλιγάτορας
στον κόλπο της Βεγγάζης.

Οι πιθανότητες πλημμύρας στα νότια
περιγράφουν άριστα το μέλλον μου.
Ένα βουνό με άγνωστο όνομα
υψώνεται μπροστά.
Με δέντρα, πέτρες—
με τα όλα του.

Αυτή την ώρα κάπου στην Ανατολή
στήνουν πάγκους με υφαντά.
Κοκκινίζει γλυκά η θάλασσα των Σαργασσών.

Κι εγώ κοιτώ τη Βέροια
πίσω από το τζάμι.

Πηγή: «Χωματουργικά»,Εκδόσεις Μικρή Άρκτος,2016

Το ξενοδοχείο-ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΚΑΝΕΛΗΣ

Στο ίδιο ξενοδοχείο μετά από χρόνια
στο ίδιο δωμάτιο με το ίδιο κρεβάτι
η μόνη αλλαγή που παρατήρησα
ήταν μια λάμπα νέας τεχνολογίας.
Κατά τ’ άλλα, πουλιά στο πάτωμα
φεγγάρια στο βάθος του καθρέφτη
σκόνες χόρευαν πάνω στα σεντόνια
η φωνή σου κλεισμένη στην ντουλάπα.

Στη μία βγαίνουν και τα φαντάσματα
σιγοκλαίνε σαν τα ορφανά βρέφη
με βλέπουν απ’ την κλειδαρότρυπα
κι εγώ γυμνός από συναισθήματα
αρπάζω ένα και το φορώ κατάσαρκα.
Στη ρεσεψιόν ακούγονταν ουρλιαχτά,
ο αέρας τσάκιζε τους ευκαλύπτους.
Όλη η ζωή μου σε αναπαράσταση.

Και στον τοίχο η ίδια μαύρη αράχνη
ύφαινε το πέπλο του θανάτου μου.

Πηγή: «Υπό το μηδέν»,Εκδόσεις Στοχαστής,2017

Ξενοδοχείο-ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΝΤΟΥΜΗ

Τα χείλη σου είναι φυλλοβόλα δέντρα∙ μαδάνε
(ας συμφωνήσουμε πως είναι η εποχή τους)∙
προσπερνάς τα ξεβαμμένα σημεία του προσώπου
και μελετάς τα μικρά τετράγωνα από δέρμα∙
τα αφαιρείς προσεκτικά, γνωρίζοντας πως
περιέχουν πληροφορίες που ενοχοποιούν
εσένα, αυτόν, τ’ ανοιχτά φερμουάρ
που σου μαγκώνουν τα χείλη και γεννούν παιδιά
πολλά παιδιά που πέφτουν σαν βελανίδια
I do but you won’t΄—
σε σκέφτομαι συχνά
κάνω ότι γράφω ένα γράμμα.

Πηγή: «Love me tender”,Εκδόσεις Σαιξπηρικόν,2018

Στο ξενοδοχείο-ΠΕΤΡΟΣ ΣΤΕΦΑΝΕΑΣ

Ψηλά στις σουίτες του υπερπολυτελούς ξενοδοχείου
σπανίως γίνεται έκθεση καλλιτεχνικών φωτογραφιών
οι πίνακες στους τοίχους των δωματίων
έχουν εσωτερικό φωτισμό
παραπέμπουν σε πολύχρωμες αγελάδες
που θηλάζουν τα νεογνά τους

Μορφές ποιητών
Έχουν ήδη πάρει τις θέσεις τους
Δίπλα στο κρεβάτι

Το περίεργο καλλιτεχνικό ζευγάρι
Είναι εντός του υπολογιστή,πιθανόν και εντός των πινάκων

Ζηλεύω αυτές τις στιγμές ξεκούρασης
Στο φως του κομοδίνου

Μπορούμε να υποθέσουμε ότι και οι φωτογραφίες
Που διαλέγει το ζεύγος του δωματίου Η1
Αφορούν αγελάδες μαύρες,πορτοκαλί και μπλε;

Έχω μεγάλη περιέργεια
Να δω τι κοιτάζουν
Όπως το ξύλινο δάπεδο και τα φλιτζάνια του καφέ

Αν και άνεργος θέλω να επιστρέψω στην εργασία μου
Να μεταφέρω βαλίτσες
Στο ισόγειο του πασίγνωστου ξενοδοχείου μου

Πηγή: "Αφροδίτη στα μπλε",Εκδόσεις "Το Ροδακιό",2021

Το ταξίδι-ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

Στον Θάνο Κωνσταντινίδη

Σταθείτε! φώναξε ο φωτογράφος
όμως το πλοίο είχε πια τώρα ξεκινήσει
ένα μεγάλο άσπρο πλοίο γεμάτο άρρωστα πουλιά
κι ο πτηνοτρόφος σε μια ταράτσα με κιάλι τα κοιτούσε
να φεύγουνε μαζί με τα μεγάλα σύννεφα που φεύγανε κι αυτά

Αν μπαίναμε στο αντικρινό ξενοδοχείο θα μας βλέπαν
θα λέγαν: Μπήκαν στο ξενοδοχείο «Η Ελπίς»

«Φεύγετε για ταξίδι;» ρώτησε ο συνταγματάρχης
«Όχι» απάντησα «Είμαι γιατρός
μόλις εξέτασα τ’ άρρωστα αυτά πουλιά που φύγαν
νά, ένα που μου ξέφυγε κιόλας!»
Είχε περάσει στο απέναντι μαγαζί

«Είναι τα τελευταία πράγματα που ψωνίζω
μ’ ελληνικά χρήματα» είπε το άρρωστο πουλί
Έπειτα άνοιξε τα φτερά του και πέταξε στον ουρανό

Πηγή:"Όταν σας μιλώ",1956

[Μες στις θλιμμένες κάμαρες...]-ΜΙΜΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

Μες στις θλιμμένες κάμαρες
πάνω στους γκρίζους τοίχους
των μαραμένων
των επαρχιακών ξενοδοχείων
πολλές φορές
έχω απιθώσει τη θλίψη μου.
Τη θλίψη μου την απέραντη
σαν τη γης
την πλατιά
σαν τη θάλασσα
τη γλυκιά
σαν τον ήλιο.
Στους μαραμένους τοίχους
των επαρχιακών ξενοδοχείων
έχω διαβάσει
τα βάσανα και τις χαρές
των περασμένων χρόνων μου.
Στους γκρίζους τοίχους
των μαραμένων ξενοδοχείων
έχω αφήσει
κάτι από τα νιάτα μου.
Κάθε τόσο που ερχόταν η άνοιξη
μούδινε την υπόσχεση πως θάρθεις.
Στο περβόλι τ’ ουρανού
τ’ αστέρια ανθισμένα
για σένα μου μιλούσαν.
Κι ήρθες απλή, γλυκιά
σαν τριανταφυλλένι’ αυγή.
Στην καρδιά μου κρεμάστηκαν
χαρούμενες αχτίδες
ανοιξιάτικου ήλιου,
και γέμισε λες
υάκινθους
και άλικα ρόδα.
Μ’ αυτά στολίζω
το σταρένιο καταρράχτη
των μαλλιών σου.
Ήρθες κι άπλωσες
σαν κλαδιά μυγδαλιάς
τα δυο σου χέρια
και μ’ έβγαλες
στους φλογισμένους από παπαρούνες
κάμπους.
Στ’ άδειο πεντάγραμμο τής καρδιάς μου
τα μικρά σου δάχτυλα
γράψανε
το πιο τρυφερό τραγούδι του κόσμου
Καθώς έπεσ’ η μορφή σου
στις νεκρές λίμνες των ματιών μου
ζωντάνεψε
χιλιάδες νούφαρα
Τα μάτια σου παράξενα
– σα νάκλεψαν τα όνειρα των άστρων –
με κοίταξαν
κι η καρδιά μου γέμισε γιασεμιά.
Με κοίταξαν
και με πήρανε τα σύννεφα της δύσης
– χρυσαφένιες γαλέρες –
και με ταξιδεύουν
στο γαλάζιο ατλαζένιο χάος.
Περπατήσαμε μαζί
και τα χλωμά φώτα των δρόμων
μάς άγγιξαν παράξενα.
Καθώς ανηφορίζαμε,
τα δέντρα σκύψανε
να χαϊδέψουν τα μαλλιά σου.
Θα μπορούσα να περπατάω
αιώνες πλάι σου
και στ’ αποτυπώματα των ποδιών μας
θ’ άνθιζαν υάκινθοι.
Θα μπορούσα να στόλιζα
μ’ άστρα τα μαλλιά σου.
Τώρα
με τη φλόγα που καίει εντός μου
στολίζω το στρώμα
που απλώνεις
τα κρίνα του κορμιού σου.

Πηγή: "Ημιτόνια",1960,Επανέκδοση,Εκδόσεις 24 γράμματα,2019,
http://www.katiousa.gr

Η μεγάλη αμαρτία-ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

Οπωσδήποτε θα είχα κάνει μεγάλα πράγματα
στη ζωή μου, αλλά είχα γεννηθεί πολύ απασχολημένος,
θέλω να πω (τι να πω και ποιος να καταλάβει)
– έμενα τότε σ’ ένα άθλιο ξενοδοχείο κοντά στο σταθμό,
τα τρένα φεύγαν γρήγορα σαν τις Εποχές, τα βράδια
ακουγόταν άξαφνα ένας πυροβολισμός απ’ το
παρελθόν κι η νοσταλγία με σκότωνε, ενώ η μαραμένη
καμαριέρα έστρωνε τα σεντόνια, τυλιγμένη μες στο
πυκνό μυστήριο μιας ζωής που σπαταλήθηκε άδικα, και
θυμόμουν τη μητέρα που μού `λεγε πως μια είναι η
μεγάλη αμαρτία, “παιδί μου” έλεγε κι εγώ καταλάβαινα,
γιατί υπάρχουν πολύ λίγα λόγια στον κόσμο –
όπως κι οι πιο ωραίες ιστορίες θα ειπωθούν για μας
όταν δε θα’ ναι πια κανείς να τις ακούσει.

Πηγή: «Ο τυφλός με το λύχνο»,Αθήνα, Κέδρος, 1983

Η πρώτη μέρα του κόσμου-ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

Ήταν η πρώτη μέρα μετά το προπατορικό αμάρτημα. Εγώ κι η
Μαρία μόλις είχαμε βγει απ’ το παλιό ξενοδοχείο, όπου ίσως η γυναίκα
να είχε συλλάβει. Προχωρήσαμε σιωπηλοί. «Μαρία, πώς θα
σωθούμε;» ρώτησα. Βασίλευε ο ήλιος. Στην είσοδο της πόλης καθόταν
ένας ρακένδυτος άνθρωπος με δυο βρώμικα ζάρια στο χέρι.
«Παίζουμε;» μου λέει.

Στο βάθος ο Θεός φαινόταν πολύ μονάχος.

Πηγή: Ποιήματα,Συγκεντρωτική Έκδοση

Νυχτοπερπατήματα-ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ

" Έχει ξεσηκώσει το ξενοδοχείο με τα θέλγητρά της,
την περιστοιχίζουν θαυμαστές, όμως το μυαλό της
στο νεαρό της ρεσεψιόν.
Ομορφόπαιδο και χρόνια μικρότερός της,
τον έχει εκμαυλίσει, τον απολαμβάνει μέχρι το πρωί.
Τα βράδια που έχω αϋπνίες,
τους βλέπω να επιστρέφουν απ’ τις ερημιές
και τα ξενύχτια".

Με φόντο τις αϋπνίες της πρόβαλλε το ζευγαράκι.
Πικάντικα κι ευφρόσυνα τα νυχτοπερπατήματα.

Είχα σταμπάρει το ομορφόπαιδο της ρεσεψιόν.
Η στόφα, η μαγιά του σύναζε όνειρα:
πράος κι αισθαντικός.
Μαινάδες του έκαναν σινιάλο.

Πηγή: «Θείο κορμί», εκδόσεις Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη, 1994

Πόνος και τρόμος-ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

στον Αλέκο Φασιανό

Πόνος
και πάλι πόνος
τρόμος
και πάλι τρόμος
στο άδικο σώμα
στην άδικη ψυχή
από ένα έρημο ξενοδοχείο
έφυγε ξαφνικά
χάθηκε η μητέρα
σ’ ένα μακρύ τούνελ
χάθηκε ο πατέρας
κι έρημη
πλανιέται
από πόνο
σε πόνο
από τρόμο
σε τρόμο
η άδικη ψυχή.

Πηγή: «Έκτοτε»,1996

Η σερβάντα-ΑΝΤΩΝΗΣ Δ.ΣΚΙΑΘΑΣ

Από τη σκάλα μας πήρε το λιβάνι.
Καθώς ανεβαίναμε, δεξιά και αριστερά
πατημένα λουλούδια.
Στο δωμάτιο, όπου έβλεπαν τηλεόραση
τα τελευταία χρόνια,
υπήρχε ένα καντήλι που τρεμόπαιζε,
μερικοί μακροσυγγενείς
και ένας μικρός ντυμένος στα ναυτικά,
να ψάχνει παίζοντας
με τα συρτάρια της σερβάντας.

Ψίθυροι για το χρόνο που έφυγε.

Το παιδί χάθηκε κάτω από το συρτάρι,
καθώς το πάτωμα γέμισε ξανά με πρόσωπα
του οίκου περισσότερο ή λιγότερο γνωστά.
Η θεοδώρα στο Βεζούβιο το τριάντα
με συμφοιτήτριές της.
Ο Κώστας, λίγο πριν φύγει για το μέτωπο,
με την Κλαίρη.
Το προσωπικό του εργοστασίου στη Μάκρη,
Πάσχα του πενήντα δύο.
Οικογενειακές διακοπές στα ιαματικά Λουτρά
της Αιδηψού.
Ξενοδοχείο «Αίγλη», τέλος του σαράντα.
Ο Αλέξανδρος με τη Θεανώ νεογέννητη στο τιμόνι
της πρώτης «Μερσεντές», μοντέλο του εξήντα.
Ο Νίκος στο κατάστρωμα του «Αβέρωφ»,
κάπου στο Αιγαίο.
Αποκριές με όλους τους γείτονες της Πατριάρχου
Σεργίου στο χορταριασμένο κήπο.

Με τρόπο πήρα μια της Άνοιξης του πενήντα οκτώ
με την Έφη στην πρώτη Δημοτικού.
Οι άλλοι, χωρίς τρόπο,
τις επόμενες ημέρες, θα μοίραζαν τα υπόλοιπα.

Πηγή: «Χαίρε αιώνα»,Εκδόσεις Χειροκίνητο»,2002

Αρχή Ινδίκτου-ΝΙΚΗ ΜΑΡΑΓΚΟΥ

Αρχή Ινδίκτου
που μπορεί να είναι και Μάρτης
όταν πάλι σε αλώνει ο έρωτας
δεν αντιστέκεσαι
φτιάχνεις ένα άγαλμα
και το κοσμείς με τιμές και όργια
που εφάπτονται της μνήμης
μαράθων, θριδάκων, λέκτρων,
το πράσινο του παγονιού
στις φτερούγες του Αρχάγγελου
οι μέρες με τους ένθεους φίλους
πριν απ’ την Καθαρά Δευτέρα
ομόπτερου έρωτος χάριν
και οι άλλες στο Rajastan
η ακινησία που τις ακολουθεί
ενός ανθρώπου διαβασμένου που αγωνίζεται
να βρει την εσωτερική φωτιά
την αναχώρηση από την ηδονή
πού πρόβλεψαν οι αστρολόγοι
όταν στις υπαίθριες κουζίνες
στο έμπα του νέου χρόνου
οι οδηγοί των ρίκσο κοιμόντουσαν ο ένας πλάι στον άλλο
περπάτησες ως το ξενοδοχείο
ενώ γίνονταν ερωτικές οι αόρατες πόλεις
οι δρόμοι, τα φύλλα.

Πηγή: «DIVAN, ποιήματα 1967-2000»,Εκδόσεις «το Ροδακιό», Αθήνα 2005

Η Αλβανίδα-ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ

Πάνω από δεκαετία, κάθε καλοκαίρι
στο ξενοδοχείο που έκανα διακοπές με την ίδια μεγάλη παρέα,
ήταν καμαριέρα.
Έτσι κατόρθωνε να συντηρείται,
ο μισθός της στην Αλβανία πενιχρός,
γυμνάστρια σε σχολείο τον χειμώνα.
Από τη σκληρή δουλειά ρυτίδες χαλνούσαν το πρόσωπό της,
τα αισθηματικά της πάντα σε αδιέξοδο,
ερωτικό σύντροφο δεν είχε.
Με έμφυτη εγκαρδιότητα και σπασμένα ελληνικά
λαχταρούσε να μας μιλάει στα δωμάτια, όταν καθάριζε,
ή στους διαδρόμους.
Όσο πλησίαζε ο καιρός να φύγουμε στεναχωριόταν.
«Εσάς θυμάμαι στην ερημιά μου τον χειμώνα» μας έλεγε.

Ένα βράδυ σφίχτηκε η καρδιά μου
όταν την είδα να κάνει βόλτα μόνη στον παραλιακό πεζόδρομο.
Μέσα στον πολύ κόσμο μια μοναχική φιγούρα,
που ακόμα και εκείνη την ώρα, ενώ είχε ήδη σχολάσει,
φορούσε τη γαλάζια στολή της καμαριέρας.

Πηγή:«Ηδονή και εξουσία», εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα, 2009

Σε βλέπω-ΧΡΙΣΤΟΣ ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΑΚΗΣ

Σε βλέπω και θαρρώ πως είναι ψέμα,
είναι αυταπάτη και αντικατοπτρισμός,
σ΄ ένα φτηνό ξενοδοχείο,
νύχτα –
Τουλούζ Λωτρέκ ή άγγελος Κυρίου
ή της ζωής μου
ο έσχατος χρησμός;

Πηγή: «Ξένος ειμί και άλλα ποιήματα»,Εκδόσεις Τυπωθήτω-Δαρδανός,2009

Μείναμε οι δυο μας-ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ

Μείναμε από ηλεκτρικό
και από πόσιμο νερό
μείναμε από εφημερίδες
και από χρήσιμες πληροφορίες.

Μείναμε στο ξενοδοχείο
όταν όλοι είχαν φύγει
μείναμε οι δυο μας μόνοι
εσύ κι εγώ κι ένας τρίτος ακόμη.

Δεν ξέρω γιατί κρύβεται
μόλις γυρίζω να τον δω
το πρόσωπό του είναι
μισοκρυμμένο απ’ το φως.

Η όψη του μου είναι γνωστή
κάπου θα έχουμε συναντηθεί
μα δεν μπορώ να θυμηθώ
πού και πότε και γιατί.

Και μείναμε όλοι σ’ ένα χάνι
έξω απ’ την πόρτα της ωραίας
και κάναμε ολονυχτίς καρτέρι
πρωί απόγευμα και μεσημέρι.

Μήπως τυχόν κι εμφανιστεί
ξαπλωμένοι εμείς στο διάδρομο
μα άνοιξε ξαφνικά η πόρτα
και μπήκε ένας κακός αέρας

με πένθιμη μαύρη φορεσιά
μπότες και περισκελίδες με καρφιά
στο ύψος του μηρού και ουλή
μιας πληγής που ακόμα

δεν τεκμηριώθηκε από κανέναν.

Πηγή: “Άνθη του θερμοκηπίου”,Ποιήματα 2004-2005,εκδόσεις Απόπειρα,2010

Λειτούργημα-ΛΕΝΑ ΚΑΛΛΕΡΓΗ

Πέρασα όλη μου τη ζωή
Σ’ αυτό το ξενοδοχείο
Περιμένοντας να έρθεις.
Χωρίς δικό μου σπίτι.
Χωρίς ένα συρτάρι για έναν φίλο.
Ακούγοντας το βόμβο του καλοριφέρ
Τρώγοντας στα κλεφτά, πίνοντας μπύρες.
Έρχονταν να με δουν, τους έλεγα όχι
Μήπως τηλεφωνήσεις.
Κάθε στιγμή έτοιμος να φύγω
Έτοιμος για τον ερχομό σου.
Πέρασα νύχτες σιωπηλός και σου μιλούσα.
Απ’ το να παίζω στο μυαλό το σμίξιμό μας
Έγινα σκηνοθέτης ουρανών.
Η απουσία σου μόνο μ’ έκανε
Ν’ αντέξω αυτή την ύπαρξη.
Τώρα στοχεύω με το βλέμμα ένα καρέ γαλάζιο
Άδειο το θέλω από τυφώνες και πουλιά.
Αυτό το σύννεφο με κυνηγά όλη μέρα.

Πηγή : «Κήποι στην άμμο»,Εκδόσεις Γαβριηλίδης,2010

Δυσαρέσκειες-ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ

Στο ίδιο αυτό ξενοδοχείο
πριν σαράντα χρόνια.

Όμως
οι βρύσες τώρα στάζουν λίγο
μόνωση δεν υπάρχει ούτε μοκέτες
κι όσο για την τηλεόραση
δυο τρία κανάλια πιάνει μοναχά.
Τέλειωσε, λες, για μας
ετούτο το ξενοδοχείο.

Μας ενοχλεί το γήρας του
ή μήπως ενοχλείται απ’ το δικό μας;

Πηγή: «Βαθέος γήρατος»,Εκδόσεις Κέδρος,2011

Πόλεις με χιόνι-ΛΕΥΚΙΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ

Κοιτάζεις διαρκώς το πρόσωπό της
περνούν εικόνες μιας άλλης εποχής ασπρόμαυρες
σε τρένα και σταθμούς
πόλεις με χιόνι με κρύο και καμινάδες στην ομίχλη
οι προβολείς καθώς πέφτουν στο πρόσωπό της
σ’ αφήνουν έκθετο στο φως
κι εσύ κοιτάς το χειμωνιάτικο παλτό
με το `να χέρι στην αριστερή τσέπη
τα μάτια τριγωνικές σχισμές και βαθυγάλανα
στους δρόμους γύρω ένας αγέρας
της σηκώνει τα μαλλιά
τα σιάχνει με τ’ άλλο χέρι
καθώς φυσάει μέσ’ στη νύχτα
όπως τότε στο επαρχιακό ξενοδοχείο
με τα σπασμένα παράθυρα
ήταν χειμώνας πάλι κι ο τυφλός υπάλληλος ρωτούσε τι ώρα είναι
την κοιτούσες χρόνια αδέξιος κι ερασιτέχνης του έρωτα
στα μάγουλα στα φρύδια στο λαιμό κι ύστερα έφευγες
στις μύτες των ποδιών

ό,τι μένει απ’ τη μορφή της
λύπη του έρωτα
μέσα στη νύχτα η ομορφιά της.

Πηγή: «Ποιήματα 1964-2010»,Εκδόσεις Γαβριηλίδης,2011

Η συνάντηση-ΔΗΜΗΤΡΑ Χ.ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

Εάν κατέρρεε ο Πύργος του Κάφκα,
Θα καταλύαμε στου Καρυωτάκη την Πρέβεζα
Στριμωγμένοι αλλά όχι άστεγοι.
Αν έπιαναν οι χωροφύλακες τη Φόνισσα,
Θα την έριχναν σε υγρό κρατητήριο,
Ώσπου να τελειώσει η ανάκριση
Του φοιτητή του Ντοστογιέφσκι.

Κι εμείς μ’ αυτούς κι αυτοί μαζί μας
Και μεταξύ τους με θλιμμένα μάτια
Όλοι γνωστοί. Φυλή διωγμένων.
Κάποιοι στο δρόμο από χάνι σε χάνι
Βγάζουν φτερά. Αλλά δεν φτάνουν πρώτοι.
Κοντά τους τρέχει η πεινασμένη μας καρδιά.

Πηγή: «Ο τρόμος ως απλή μηχανή», Εκδόσεις Πατάκη,2012

Υγρασία-ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

Βροχερό προάστιο σιωπηλό. Νύχτα.
Στη λάσπη τα ίχνη απ’ τα βήματα του τροχονόμου.
Η βροχή κάνει τη σιωπή εντονότερη στα δημόσια ουρητήρια.
Κλειστά τα παρκινγκ. Που θα σταθμεύσουμε απόψε;
Ξενοδοχείο λαϊκό, διανυκτερεύον. Καθώς ανεβαίνουμε τη σκάλα
πατάμε σε κουκιά του καφέ. Ό νεαρός υπάλληλος, εντούτοις,
ακούμπησε στο κομοδίνο ένα παλιό κηροπήγιο
σε σχήμα κηρύκειου. Αυτό
μας έδωσε την άδεια για τον ύπνο και τον ξύπνο, παρ’ ότι
έξω η βροχή είχε πολύ δυναμώσει.

Πηγή: «Υπερώον»,Εκδόσεις Κέδρος,2013

Ραμαζάνι στο Κάιρο-ΝΙΚΗ ΜΑΡΑΓΚΟΥ

Πήγαμε με την Αν στα εγκαίνια
μετά το βράδυ στο παζάρι στο Φιασιάουι
κόσμος παντού, γυναίκες να καπνίζουν ναργιλέ,
ήπια σαλέπι με καβουρδισμένα αμύγδαλα
φουντούκια, σταφίδες.
Εκείνη ήπιε χυμό από ρόδι και μάγκο
με τους κόκκους του ροδιού να επιπλέουν.
— Ο κροκόδειλος που κρεμόταν στο ταβάνι,
είπε η Αν είναι ο ίδιος με αυτόν που κρεμόταν παλιά
στο τζαμί Μπαρκούκ.
Γυρνώντας στο ξενοδοχείο μεσάνυχτα, αγόρασα
μια ζακέτα με λουλούδια.
Αδύνατον να κοιμηθώ.

Πηγή: "Προς Αμυδράν ιδέα",Εκδόσεις «Το ροδακιό», 2013

Μια φορά κι έναν καιρό-ΝΙΚΟΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ

[Ενότητα: Του αίματος]

"Τι δουλειά κάνεις;"
"Πουλάω... παίρνω τα ΚΤΕΛ και μια βαλίτσα.
Πάντα υπάρχει κάποιο ανοιχτό ξενοδοχείο.
Μένω, μετά μαζεύω παραγγελίες,
φεύγω".
Σ’ ένα καταπράσινο δάσος υπήρχε μια όμορφη αλεπού:
πολύ μικρή για μεζές
πολύ -πολύ μικρή για να μη χορταίνει εύκολα.
Όταν ξέμενε,
επιτάχυνε το βήμα, έφτανε στις παρυφές της πόλης,
όρμαγε στα σκουπίδια,
επέστρεφε.
"Όλοι θέλουν ένα τηλέφωνο, μια διεύθυνση υποψήφιων νεκρών.
Άλλοι για όργανα,
άλλοι για καμιά γρήγορη αρπαχτή στη διαθήκη,
άλλοι -οι πιο πολλοί-
να ξελαμπικάρουν:
Μια ζητούμενη ευθανασία
ένας φόνος χωρίς άλλοθι, κόστος, φλυαρίες".
Η αλεπού δεν είναι πονηρό ζώο
θα την έλεγες
ευπροσάρμοστη
ολιγαρκή
κυρίως χωρίς φαντασία
και όνειρα.
Γι’ αυτό και η ουρά της είναι φουντωτή, εντυπωσιακή,
περισσότερο από ολόκληρο το ζώο.
Σαν να λέει:
"Από μένα θυμηθείτε
μόνο τη φυγή μου".

Πηγή: «Δρόμοι με ματωμένα γόνατα», Εκδόσεις Ars Poetica,2013

Το κενό-ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

Διαλέγεις έναν άντρα κατά προτίμηση μεσόκοπο
σε κάποια ουρά
με μία επιταγή χωρίς αντίκρισμα στο χέρι
ή ενώ ψωνίζεις κιμά
αν και το αίμα στη λευκή ποδιά
ενός χασάπη συνήθως απωθεί.
Προσωπικά επιλέγω τα ταχυδρομεία.
Οι άνθρωποι κρατούν νούμερα στο χέρι
και παραλαμβάνουν ή στέλνουν
χωρίς επίγνωση της ματαιότητας.
(Διαλέγω πάντα άντρες που το νούμερό τους τελειώνει σε μηδέν).

Τυλίγεις το ανδρικό κορμί
σε μία κόλλα από χαρτί
αφού το φιμώσεις με μελάνι
κοιμάσαι μαζί του μία δύο τρεις φορές
σε ένα φτηνό ξενοδοχείο
το κρεβάτι τρίζει αφόρητα
η βρύση στάζει
η μούχλα τρώει τους τοίχους.
Κι εκεί γύρω στις πέντε το πρωί
ενώ θα ροχαλίζει δίπλα σου
σαν ψάρι με ολάνοιχτο το στόμα
μες στο αμνιακό υγρό της ποίησης
όλα θα ζωντανέψουν ξαφνικά
ο πόνος της αποκοπής
ο ομφάλιος λώρος σκουλήκι
η μητέρα χωρίς φύλο
ο πατέρας με τα πλαστικά γάντια
η μυρωδιά του αιθέρα
το διπλό άλμα του ακροβάτη.
Τότε η μόνο τότε
μπορείς να γράψεις για το τίποτα.

Πηγή: «Κλινικά απών»,Εκδόσεις Γαβριηλίδης,2014

Ξέρεις στη Βαλτιμόρη έχει ποντίκια-ΜΑΡΙΚΑ ΣΥΜΕΩΝΙΔΟΥ

Ανοίγω το βιβλίο που είχα στην Κούβα
διαβάζω λίγο και καθώς χτυπά το τηλέφωνο
το σηκώνω για να το κλείσω
μία κάρτα κι ένα μήνυμα από το ξενοδοχείο πέφτει στο πλακάκι
"Το κορίτσι σας δεν θα έρθει στην παραλία , θα σας βρει στο δωμάτιο αργότερα" έγραφε
Χαμογελώ...
Τελικά αν ήξερα πιάνο
θα είχα γδάρει το δάχτυλό μου
που παίζει συνέχεια τη νότα "Μ"

Πηγή: «Πλάνη 18»,Εκδόσεις Μανδραγόρας,2014

Σουίτα-ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ

Η γνωριμία τους δεν άντεχε να μένει άλλο
με συχνά τηλεφωνήματα αργά τη νύχτα,
και την απόσταση πάντα να παρεμβάλλεται
ανάμεσα στη μεγάλη πόλη του
και στο γραφικό χωριό της

Εκείνη, για τη συνάντηση σε πόλη του νομού της,
είχε βαφτεί κάπως άτεχνα,
αλλά τ’ ακριβά της ρούχα,
(ειδικά ο συνδυασμός των χρωμάτων,
και τα κοσμήματα),
φανέρωναν φτηνό γούστο νεόπλουτης.

Στην απόμερη καφετέρια του ραντεβού,
η μουσική ήταν δυνατή, το φως χαμηλό
κι ένας νεαρός όλο και μπαινόβγαινε,
εκτοξεύοντας σκόπιμα στην παρέα του,
καθισμένη μπροστά τον μπαρ,
πικρόχολα αστεία.

Όταν τα βλέμματά τους έγιναν μεταξύ τους πιο έντονα
και οι στιγμές φάνταξαν, παρόλη τη φασαρία,
αποκλειστικά δικές τους, της πρότεινε
να περάσουν μαζί τη νύχτα.

Του είπε πως προτιμούσε ξενοδοχείο
πρώτης κατηγορίας, πολυτελή σουίτα
με πρόσβαση σε προσωπική πισίνα
με ψηφιδωτό βυθό κι αναπαυτικές ξαπλώστρες.

Όταν βγήκαν στο δρόμο, η ζέστη ακόμα επέμενε.
Ένιωσε να τον διαπερνά η ερημιά
της επαρχιακής πόλης. Η διάθεσή του χάλασε.

Ενώ άναβε τσιγάρο, κι εκείνη είχε σταθεί
σε μια βιτρίνα με πορσελάνινα σκεύη,
νόμισε πως την είδε να ξεβοτανίζει
το ίδιο μεσημέρι στο μποστάνι του σπιτιού της,
και να φέρνει τα λερωμένα με χώμα χέρια στο μέτωπο,
για να αφαιρέσει πρόχειρα τον ιδρώτα.

Πηγή: «Άβατοι τόποι»,Εκδόσεις poema,2015

Το θέρετρο-ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Το κλειστό λόγω της κρίσης
Κάποτε λουξ ξενοδοχείο
Στο επαρχιακό θέρετρο
Παρηκμασμένος κοσμοπολίτης
Που βρήκε δουλειά
Απόφαση, βλέπεις, από κέντρα ισχύος

Η ακτή μπροστά τους όμως
Δε θα πάψει ποτέ να μυρίζει
Λάστιχο
Και νοτισμένο καπνό
Το χρώμα μιας χαμένης πατρίδας

Η οσμή της απώλειας
Δε χάνεται ποτέ από το δέρμα που
Μυρίζει σαπιοκάραβο
Κάποιοι που λησμόνησαν
Να πληρώσουν το βαρκάρη
Βρίσκονται στον πάτο της θάλασσας
Αλλού η γη της Επαγγελίας

Εκείνο το κοριτσάκι από τη Γερμανία
Είπε στον μπαμπά του
Ότι φοβάται να πέσει στη θάλασσα
Το Αιγαίο είναι γεμάτο από ψυχές

Σκέφτομαι μήπως αυτό θα είναι κακό
Για τον καλοκαιρινό τουρισμό εφέτος

Πηγή: «Μεταπλάσματα»,Εκδόσεις Σαιξπηρικόν,2017

Νομός Τριπόλεως-ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ

Άκαρπη αποδείχθηκε η συνάντησή τους
στην Πλατεία του Άρεως. Λίγες κουβέντες,
χαμηλωμένα βλέμματα, αμηχανία,
κομπιάσματα της φωνής.
Η κλήση στο κινητό του ήταν προσχεδιασμένη.
Σήμαινε και την εσπευσμένη αποχώρησή του
μαζί με τις τυπικές υποσχέσεις που δόθηκαν
ως κατάληξη, για πιθανή τάχα συνάντησή τους
κάποια μέρα στην Αθήνα.
Στο βάθος, το όρος Μαίναλο,
όπου κάποτε είχαν επιχειρήσει μαζί την ανάβαση
παρέα με άλλους στην επικίνδυνη πλαγιά.
Παγωμένο χιόνι και δύσβατα περάσματα παντού.
Γέλια και πειράγματα για όσους καθυστερούσαν.
Στην μισοάδεια καφετέρια,
με τους φτηνούς πίνακες, τα παλιομοδίτικα έπιπλα,
τους λεκιασμένους καθρέφτες
με τις χρυσές, σκαλιστές κορνίζες,
έμεινε μέχρι αργά,
διαβάζοντας παλιές εφημερίδες, πίνοντας καφέδες
μαζί με αμέτρητα, λυτρωτικά τσιγάρα.
Όταν είδε το γκαρσόνι να λέει σιγανά στους πελάτες
πως θα κλείνανε σε λίγο,
σηκώθηκε για το ξενοδοχείο.
Πριν πέσει να κοιμηθεί,
βγήκε για λίγο στο μπαλκόνι
για το τελευταίο τσιγάρο της μέρας.
Παγωμένος αέρας έπνεε από το Μαίναλο.
Η κορυφή του βουνού μόλις που διέγραφε μια μαύρη,
τεθλασμένη γραμμή μέσα στην άναστρη νύχτα.

Πηγή: stixoi/info

Ταξίδια του νου και του κορμιού-ΤΖΟΥΤΖΗ ΜΑΝΤΖΟΥΡΑΝΗ

Όμορφος που είσαι αγάπη μου!
Και πόσο μου λείπει τώρα η αγκαλιά σου.
Ταξιδεύεις εσύ και παλεύεις με τα κύματα στον ωκεανό... και γώ, πετάω στα σύννεφα...και κοιτάω τη φωτογραφία σου.
Το τελευταίο μας φιλί στην προβλήτα του λιμανιού, δεν ήθελα με τίποτα να τελειώσει.
Ούτε και γω ξέρω πού και πως βρήκαμε τη δύναμη να χωρίσουμε τα σώματά μας.
Μπήκες εσύ στο καράβι σου, και γω προχώρησα αντίθετα, χωρίς να κοιτάξω πίσω...
Δεν κοιτάζω ποτέ πίσω... Τό'χω γρουσουζιά.
Έφτασα στο ξενοδοχείο με τα πόδια, δεν ξέρω πόσες ώρες περπατούσα, δε με ένοιαζε, αφού κανένας πια δε με περίμενε στο δωμάτιο.
Σκεφτόμουν τις μέρες που περάσαμε μαζί, το άγνωστο λιμάνι, που μάθαμε απ'έξω, πόντο τον πόντο, περπατώντας πιασμένοι χέρι χέρι.
Καθισμένη τώρα στη θέση μου στο αεροπλάνο, ακόμα μια φορά, γυρίζοντας πίσω στο μικρό, δικό μου βασίλειο, αναρωτιέμαι ποιο θα είναι το επόμενο λιμάνι που μας περιμένει να ανακαλύψουμε.
Εγώ ψηλά, πάνω από τον Ατλαντικό στα σύννεφα, και συ κάπου ανάμεσα στον Ειρηνικό και τον Ατλαντικό, στην άλλη μεριά της γης, με άλλα αστέρια να φέγγουν τον ουρανό σου τη νύχτα και μοναδικό κοινό το μικρό δικό μας αστέρι, αυτό που νοητά κοιτάμε και οι δύο κάθε βράδυ όταν λέμε καληνύχτα.
Και ας μην υπάρχει τέτοιο... που να μπορούμε να το βλέπουμε και από τα δύο ημισφαίρια...
Είναι το αστέρι μας, και το πάμε εμείς όπου θέλουμε, όπου αποφασίζουμε ότι μας τραβά η ζωή και η τύχη.
Και μ’ αυτό οδηγό, πορευόμαστε στη ζωή μας.

Πηγή: stixoi/info

Θέση θέα-ΑΡΙΣΤΗ ΖΑΪΜΗ

Στο ξενοδοχείο Bella Vista
που κρέμεται με χρυσή κλωστή
απ’ τον ουρανό
μπορείς να βρεις λίγο
απ’ όλα.
Γυάλινο υπερίπταται πάνω
από την ισχνή πολίχνη
που σπρώχνεται κι αιμορραγεί.
(Επεξηγήσεις περιττές –
ξέρουμε από αίμα.)

Το ξενοδοχείο Bella Vista
έχει όμως κρουασάν και
μαρμελάδες, τα μικρά
εντοιχισμένα δράματά του,
απώλειες μια στο τόσο και πάλι αν –
Έχει καθαρό αέρα
του βουνού που όταν τήκεται
γίνεται τσάι και
receptionist με παπιγιόν
που σου χαμογελούν βαλεριάνα.
Έχει χοροεσπερίδες που
εξατμίζονται φυσαλιδοειδώς
και κρασί που περιμένει
χωρίς να οξειδώνεται
στα πολυάριθμα μπαλκόνια.

Το ξενοδοχείο Bella Vista
δέχεται αποκλειστικά
τους ξένους των προθύρων
που είναι στους ιλίγγους άνοσοι
και δεν τους ενοχλεί η γεύση
του αίματος –
αρκεί να έχει
ανθρακικό.

Πηγή: stixoi/info

Ο ξενώνας-ΤΖΕΛΑΛΑΝΤΙΝ ΡΟΥΜΙ

Ο άνθρωπος είναι ένας ξενώνας.
Κάθε μέρα ένας καινούργιος ερχομός,
μια χαρά, μια θλίψη, μια κακία,
μια στιγμιαία συνειδητοποίηση
φτάνει όπως ένας απρόσμενος επισκέπτης.
Υποδέξου τα όλα!

Ακόμα κι αν πρόκειται για ένα πλήθος καημών,
που βίαια αδειάζουν το σπίτι από τα έπιπλά του,
φέρσου σε κάθε καλεσμένο με αξιοπρέπεια,
θα μπορούσε κάλλιστα να σε ετοιμάζει
για μια χαρά καινούργια.

Τη νηφάλια σκέψη, τη ντροπή, την υστεροβουλία,
υποδέξου τες στην πόρτα χαμογελώντας και κάλεσέ τες μέσα.
Να είσαι ευγνώμων για καθετί που έρχεται,
γιατί έχει σταλεί ως οδηγός απ’ τον επέκεινα κόσμο.

Πηγή:https://enallaktikidrasi.com

Ξενοδοχείο-THEO LEGER

Το ξενοδοχείο όπου μένω φτωχικά
δεν έχει τοίχους καθόλου προστατευτικούς
μήτε και σίγουρα ταβάνια.

Το πέρασμα στην τύχη των περιπλανώμενων καρδιών
είναι θλιβερό και βίαιο κάτω απ'τη σιδερένια του τη στέγη.

Ο έρωτας δεν το διασχίζει παρά φευγαλέα
κι αναστενάζοντας με τον άνεμο των διαδρόμων φεύγει
με μάτια ορθάνοιχτα τρελά μέσα στη χλαλοή των δρόμων.

Κι αργά ανάμεσα στις πένθιμες φωτιές των πεζοδρομίων
η ελπίδα του βραδιού σβήσει στον ουρανό της πόλης
κάθε παράθυρο θ'ανάψει τη μοναξιά του.

Μετάφραση:Άρης Δικταίος
Πηγή:Ανθολογία βελγικής ποιήσεως Άρη Δικταίου,Οι γαλλόφωνοι,Εκδόσεις Γ.Φέξη,1969

Δωμάτιο ξενοδοχείου στην Πάτρα-PAUL VANDERBORGHT

[από την "ΕΛΛΑΔΑ" ]

Αφήστε μας μόνους εδώ,μακριά απ'των όχλων το κοπάδι:
Πάρα πολύν καιρό έχουμε κ'οι δυο μας ταξιδέψει.
Το μεγάλο δωμάτιο,γλυκό στα κουρασμένα μας κορμιά 'ναι.
Σιωπή ύστερ'από τις κραυγές των τραίνων,των νερών τον σάλο...

Μετάφραση:Άρης Δικταίος
Πηγή:Ανθολογία βελγικής ποιήσεως Άρη Δικταίου,Οι γαλλόφωνοι,Εκδόσεις Γ.Φέξη,1969


Έρευνα-Επιμέλεια αφιερώματος: Αγγελική Καραπάνου 

 

Έννεπε Μούσα

Έννεπε Μούσα!
Για τους εραστές της ποίησης και της στιχουργικής!
Για προβολή γνωστών κι άγνωστων δημιουργών!
Για επικοινωνία μέσα από έργα αγαπημένα!
Έννεπε Μούσα!
Με όχημα την πένα, το ταξίδι, τ’ όνειρο!!!

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ

Η  αναδημοσίευση του περιεχομένου του παρόντος διαδικτυακού ιστότοπου ΕΝΝΕΠΕ ΜΟΥΣΑ επιτρέπεται ΜΟΝΟ με την παράθεση πηγής και ενεργού συνδέσμου (link).

  

Τα Cookies βελτιώνουν την απόδοση της σελίδας μας. Δεν αποθηκεύουμε προσωπικές σας πληροφορίες. Μας επιτρέπετε να τα χρησιμοποιούμε;