Το ναυάγιο και ο ναυαγός στην ποίηση (Ποιήματα)

Το ναυάγιο και ο ναυαγός στην ποίηση (Ποιήματα)

Ναυάγιο. Καταστροφή πλοίου , αλλά και  λέξη - σύμβολο  της αποτυχίας στη ζωή εν γένει. Για να δούμε  πώς χώρεσε η θαλασσινή τραγωδία  σε κάποια ποιήματα!

Τὸ ναυάγιο τῆς «Κίχλης» (Γ΄)-ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

«Τὸ ξύλο αὐτὸ ποὺ δρόσιζε τὸ μέτωπό μου
τὶς ὦρες ποὺ τὸ μεσημέρι πύρωνε τὶς φλέβες
σὲ ξένα χέρια θέλει ἀνθίσει. Πάρ᾿ το, σοῦ τὸ χαρίζω-
δές, εἶναι ξύλο λεμονιᾶς...»
Ἄκουσα τὴ φωνὴ
καθὼς ἐκοίταζα στὴ θάλασσα νὰ ξεχωρίσω
ἕνα καράβι ποὺ τὸ βούλιαξαν ἐδῶ καὶ χρόνια-
τὄ᾿λεγαν «Κίχλη» ἕνα μικρὸ ναυάγιο- τὰ κατάρτια,
σπασμένα, κυματίζανε λοξὰ στὸ βάθος, σὰν πλοκάμια
ἢ μνήμη ὀνείρων, δείχνοντας τὸ σκαρί του
στόμα θαμπὸ κάποιου μεγάλου κήτους νεκροῦ
σβησμένο στὸ νερό. Μεγάλη ἀπλώνουνταν γαλήνη.
Κι ἄλλες φωνὲς σιγὰ-σιγὰ μὲ τὴ σειρά τους
ἀκολούθησαν- ψίθυροι φτενοὶ καὶ διψασμένοι
ποὺ βγαίναν ἀπὸ τοῦ ἥλιου τ᾿ ἄλλο μέρος, τὸ σκοτεινό-
θἄ ῾λεγες γύρευαν νὰ πιοῦν αἷμα μία στάλα-
ἤτανε γνώριμες μὰ δὲν μποροῦσα νὰ τὶς ξεχωρίσω.
Κι ἦρθε ἡ φωνὴ τοῦ γέρου, αὐτὴ τὴν ἔνιωσα
πέφτοντας στὴν καρδιὰ τῆς μέρας
ἥσυχη, σὰν ἀκίνητη:
«Κι ἂ μὲ δικάσετε νὰ πιῶ τὸ φαρμάκι, εὐχαριστῶ-
τὸ δίκιο σας θἆ ῾ναι τὸ δίκιο μου ποῦ νὰ πηγαίνω
γυρίζοντας σὲ ξένους τόπους, ἕνα στρογγυλὸ λιθάρι.
Τὸ θάνατο τὸν προτιμῶ-
ποιὸς πάει γιὰ τὸ καλύτερο ὁ θεὸς τὸ ξέρει».
Χῶρες τοῦ ἥλιου καὶ δὲν μπορεῖτε ν᾿ ἀντικρίσετε τὸν ἥλιο.
Χῶρες τοῦ ἀνθρώπου καὶ δὲν μπορεῖτε ν᾿ ἀντικρίσετε τὸν
ἄνθρωπο.

Πηγή: «Κίχλη»,Εκδόσεις Ίκαρος,1947

Η νήσος των ναυαγών-ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΜΕΛΗΣ

       Σχέδιο για μια λυρική εποποιία

      Πόντον επ’ ατρύγετον δερκέσκετο δάκρυα λείβων
      Οδύσσεια Ε 84

       Δεύτερη ραψωδία

Τώρα μας καίει το λιοπύρι
Επάνω σ’ αυτή την ξέρα σ’ αυτό το μαύρο βράχο
Κυκλωμένο απ’ τους ανέμους δαρμένο απ’ τη βοή
Κι από μηνύματα καταιγίδων

Στεγνοί
Με σάρκες λιγοστές κι άφθονο ουρανό
Ψυχή αλμυρή δέρμα φθαρμένο από θαλασσοπούλια και φως
Μαζεύουμε το νερό της βροχής μες στις κουφάλες
Μασούμε πεταλίδια και βότσαλα

Μας τρώει η έγνοια
Μας ανάβει τα είδωλα μια αλλοτινή μορφή
Πανιά μεγάλα και ξάρτια μες στη φτερούγα του ήλιου
Κ’ η φαντασία μιας θάλασσας που δεν την πάτησε ίσκιος
Δε ράγισε το πράο της κρύσταλλο αυλακιά πουλιού

Δε γίνεται να ξεχάσουμε
Να πληθύνουμε τη σκόνη θάβοντας το πιο ακέραιο σχήμα
Στους τάφους που αναπαύονται τα λείψανα των μεγάλων νεκρών
Στο χωνευτήρι του διανυμένου χρόνου με τον κίτρινο άνεμο
Γιατί πλέει, ταξιδεύει μέσα στο αίμα μας οργώνοντας το γυρισμό του με τις χιλιάδες χρόνια
Πάνω σε πλάκες χιλιοδιπλωμένες ποτισμένες οδύνη και που τις ξεφυλλίζει ένας καημός

Σκαρί απ’ όμορφη γυναίκα που η θωριά της καίει και γράφεται
Και που η ασύγκριτη γραμμή της έχει κάτι απ’ το πουλί που πετάει ψηλά
Και κάτι απ’ την κοκκινωπή αγωνία του ήλιου όταν μπατάρει
Κι απ’ το θυμό της θάλασσας που μάχεται να συγκεράσει
Το φως και το σκοτάδι
Το φελλό και το μολύβι

Προβάλλει με το γνώριμο ερωτικό του λύγισμα
«Αργώ» ή «Γοργόνα» στην πολύφωτη μπούκα του ορίζοντα
Φέρνοντας πίσω τους θεούς
Τον καπετάνιο που χάθηκε στις πόρτες της αυγής
Αγγεία, χρυσαφικά…

Το καράβι που πλέει μέσα στο αίμα μας

Πηγή: "Ο γυρισμός", 1948 

Το ναυάγιο-ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Θα μείνω κι εγώ μαζί σας μες στη βάρκα
Ύστερα απ’ το φριχτό ναυάγιο και το χαμό
Το πλοίο βουλιάζει τώρα μακριά
(Πού πήγαν οι άλλες βάρκες; ποιοι γλιτώσαν;)
Εμείς θα βρούμε κάποτε μια ξέρα
Ένα νησί ερημικό όπως στα βιβλία
Εκεί θα χτίσουμε τα σπίτια μας
Γύρω-γύρω απ’ τη μεγάλη πλατεία
Και στη μέση μια εκκλησιά
Θα κρεμάσουμε μέσα τη φωτογραφία
Του καπετάνιου μας που χάθηκε –ψηλά-ψηλά–
Λίγο πιο χαμηλά του δεύτερου, πιο χαμηλά του τρίτου
Θ’ αλλάξουμε τις γυναίκες μας και θα κάνουμε πολλά παιδιά
Κι ύστερα θα καλαφατίσουμε ένα μεγάλο καράβι
Καινούριο, ολοκαίνουριο και θα το ρίξουμε στη θάλασσα

Θα ’χουμε γεράσει μα θα μας γνωρίσουνε.

Μόνο τα παιδιά μας δε θα μοιάζουνε μ’ εμάς.

Πηγή: "Η συνέχεια 3", 1962

Ο ναυαγός-ΚΩΣΤΑΣ ΜΠΑΛΑΣΚΑΣ

Δεν είσαι μακριά από τα λιμάνια
δεν είναι νύχτα,δεν είσαι μόνος. Κι όμως είσαι ναυαγός.
Τα ροζιασμένα δοκάρια γύρω σου κι οι βρόμικες βάρκες
κάνουν το δέρμα των χεριών σου ν'αηδιάζει
κι οι κοντινές στεριές,με τα χιλιοειδωμένα τους τοπία
τους τάφους των νεκρών σου σού θυμίζουν
και τη σκοτεινή χειμωνιάτικη νύχτα
π'όρμησες με τον άνεμο στο πέλαγος.

Κι είσαι τώρα ναυαγός. Η θάλασσα
σ'έχει κουράσει. Η στεριά
σ'έχει απαυδήσει. Κι ο ουρανός
δεν είναι πουθενά.

Και τα γράμματα,που βάζεις στα μπουκάλια,
γυρίζουν πίσω. Δεν υπάρχει παραλήπτης.
Είσαι ένας ναυαγός χωρίς ελπίδα.

Πηγή:Θαλασσινή ποιητική ανθολογία, Εκδόσεις Δωδεκάτη Ώρα,1968

Ο Οδυσσέας δεν ήταν ναυαγός-ΠΑΝΟΣ ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ

Ανέβηκε στην πέτρα
πήρε ανάσα
και πήρε βροχή
Ένα ζευγάρι κάλτσες
μια φανέλα
αριθμός 333
Οδυσσέας 333
Άπλωσε τα χέρια του στη θάλασσα
στο νου
Η φρίκη θάλλει
Ο αργαλειός πίσω και πάνω στην πλάτη μας

Πήρε να φιλιώνει με τον τόπο

Ήρθε ο επιλοχίας ο Θωμάς,
είχε μυαλό Τζέιμς ο Θωμάς
μυαλό Μ1 επαναληπτικό

Τον γύρισαν λιώμα
δεν τον γνώρισαν ούτε τα σκυλιά

Πηγή: «Ο καπνοπόλεμος»,1977

Ναυαγός-ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΔΡΙΒΑΣ

Είναι η ώρα για τα μεγάλα φωτεινά επίπεδα
Τα φαγωμένα ερειπωμένα λυγμικά πανάρχαια γκρίφια
Τα χωνεμένα βήματα στην άμμο
Τα χρυσαφένια σκίνα
Και το κρασί το σύφλογο
Όμοια βαθύ και σύφλογο σαν ήλιος το χειμώνα.
Είναι η ώρα που κερδίζομε το θάνατο
Κι ωσάν τις πέτρες άφωνοι και ριγηλοί
Περιδιαβάζουμε στην τρικυμία.

Πηγή: «Μια δέσμη αχτίδες στο νερό», Εκδόσεις Πρόσπερος,1978

Σαν ναυαγοί-ΓΙΑΝΝΗΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ

Κατεβήκαμε
αργά το βράδυ
κι αράξαμε πίσω απ'τα γυμνά πλευρά του λιμανιού
σε δυο βάρκες μόνες
την ώρα που ο ουρανός
είχε χαμηλώσει ως το μέτωπό μας
κι ο άνεμος του Νοεμβρίου
δερνόταν στις μεγάλες πέτρες...

Ύστερα.Εκείνη
ανέβηκε ψηλά στην κόγχη
της σιωπηλής μάντρας
και μονάχα ο ίσκιος της ξεχώριζε στο χάος

Περνούσαν στιγμές
μέσα σε μιαν έκσταση μοναξιάς
και τέλειας απόγνωσης.

Μείναμε λίγη ώρα ακούγοντας
το κρεσέντο της άγριας θάλασσας
ψάχνοντας μες στη νύχτα
για τους χαμένους εαυτούς μας
σαν ναυαγοί που ψάχνουν
πάνω απ'το σκοτεινό πέλαγος να βρουν
σημάδια του σπασμένου καραβιού τους.

Πηγή: Ποιητική συλλογή " Ρωγμές "(1981),Συγκεντρωτική έκδοση "Ποίηση",Εκδόσεις Νουμάς,2004

ναυαγός στο τέλος της δεύτερης χιλιετίας-ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

εδώ γκρεμίζονται οι αιώνες μέσα στη θάλασσα
χωρίς ούτε ένα ήχο
το ψάρι γεννιέται και το φύλλο
στο ίδιο ακριβώς σημείο
που χάνονται οριστικά τα ίχνη
της πανανθρώπινης πορείας

τον χώρο σημαδεύει ένας ήλιος γυμνός
μεγάλος σαν το γαλάζιο τ’ ουρανού
που περικλείουν τα φτερά του γλάρου
απέραντος σαν τις σκόρπιες φωνές
και τα παιχνίδια των παιδιών
κάτω απ’ τ’ αγιόκλημα και τα γεράνια

στο κοντάρι ανεμίζει η ψυχή μου
φωτιά που ανάβει με περηφάνια ο ναυαγός
γνωρίζοντας πως χαιρετίζει κάθε μέρα
την αντανάκλασή της σαν καράβι
σ’ ένα ορίζοντα αμετάκλητα άδειο

Πηγή: "Ο πλοηγός του απείρου", 1986

Δυο ναυαγοί-ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

Ξύλα, κουπιά σπασμένα,
δυο ναυαγοί σ’ ένα μαδέρι
παλεύοντας ποιος τον άλλονε να πνίξει...

Ήταν αυτό που απόμενε
απ’ το μεγάλο στόλο της εφηβικής φιλίας.

Πηγή: «Mαθητεία ξανά», Εκδόσεις Διάττων ,1991

Ο κύριος Φογκ ενώπιον ναυαγού-ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ

Μία μέρα
από την πολυθρόνα του είδε
ο κύριος Φογκ
έναν άνθρωπο να πνίγεται.
-Αφού δε γνωριζόμαστε
τι νόημα θα είχε να τον σώσω, σκέφτηκε.
Με τον καιρό θα το ξεχνούσε
ενώ εγώ για πάντα θα θυμόμουν
την αγνωμοσύνη του.
Ή θα ΄τανε δια βίου ευγνώμων
κι έτσι μοιραία θα τον ξεχνούσα.
Θέματα τόσο σοβαρά
καλύτερα να τα ρυθμίζει
η θάλασσα.

Πηγή:«Ο κύριος Φογκ»,Εκδόσεις Ύψιλον,1993

Το ναυάγιο-ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ

Πιάνω τον εαυτό μου πότε πότε
να αναστενάζει,
βαθιά
με αναφιλητό.

Σα να `χει μέσα μου σαλέψει
κάποιο ναυάγιο.

Πηγή: «Τέλος προγράμματος», Εκδόσεις Μπιλιέτο,1997

Τα ναυάγια-ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

Μακριά στον ορίζοντα γίνεται
ένα ναυάγιο. είναι πολύ μακριά
και δε γνωρίζουμε τους πνιγμένους,
τους φίλους και τους συγγενείς που
τους θρηνούν.
Αλλά κι εδώ κοντά γίνεται ένα άλλο
ναυάγιο, κι αλίμονο, ξέρουμε
τους πνιγμένους, καθώς και τους
φίλους και συγγενείς που τους θρηνούν.

Πηγή: «Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια», Εκδόσεις Κέδρος,1998

Ναυάγιο στο ναυάγιο-ΣΤΑΥΡΟΣ ΑΜΠΕΛΑΣ

Ναυάγιο το ναυάγιο
έφτασα σε σένα.

Σώμα από μάρμαρο λευκό
δέρμα στιλπνό
βλέμμα σπινθηροβόλο

κι από τότε
μένω μαζί σου στο βυθό
κάτω από ένα στρώμα κοραλλιών
και θαλάσσιων ανεμώνων.

Πηγή: «Αναβάλλοντας»,2001

Ναυαγοί-ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ Χ. ΜΑΡΚΟΓΛΟΥ

Βαριά σκοτεινή βροχή
Στο προσκεφάλι μου φωνές
Φωνές που δεν εξαγοράζονται
Και παραμένουν βαθιά στο αίμα
Βαθιά στην εξορία της πατρίδας

Έσπασε ο καιρός στη σιωπή τ’ ουρανού
Στη δικαιοσύνη μένουμε της ιστορίας
Στην πίκρα που διασχίζει τις ψυχές
Λεηλατημένων ονείρων κοινοκτημοσύνη

Ναυαγοί της ιστορίας κωπηλατούμε.

Πηγή:«Ονείρων κοινοκτημοσύνη», εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα, 2002

Εναέριο ναυάγιο-ΧΑΡΑ ΧΡΗΣΤΑΡΑ

Τα κενά αέρος έφεραν αναταράξεις
Η κλίση προς το έδαφος
προετοιμάζει την πρόσκρουση
Εναέριο ναυάγιο αύτανδρο
κι υστέρα ο θρήνος
Πως να κοιτάξεις ξανά τον ουρανό;
Πως να ξανακτίσεις τα σπίτια σου
εκεί που χάθηκαν τόσες ζωές;
Στον ύπνο βυθίστηκε η πολιτεία μας
κι ούτε τα σήμαντρα των εκκλησιών
μπορούν να την ξυπνήσουν
Μεσαίωνας στις ψυχές
και τ’ ακρογιάλια
Θα ξεμυτίσει πάλι η μέρα
να μας τραβήξει από το λήθαργο
Στην ταλαιπωρημένη
απ’ τον κατακλυσμό πεδιάδα μας
0ι κρουνοί του νερού
θα θρέψουν νέες ρίζες στα βλαστά μας
θ’ αστράψουν στα φύλλα τους δροσοσταλίδες
από τη λάμψη του ήλιου
που περιμένουμε στα σκοτεινά
τόσον καιρό 

Πηγή: «Το χάσμα», Εκδόσεις Νέα Πορεία, 2006

Ο ρόλος των ναυαγίων-ΛΑΜΠΡΟΣ ΗΛΙΑΣ
 
Τὴν ὕστατη στιγμὴ
χτύπησε τὴν ἀνάλαφρη πόρτα
τῶν συναισθημάτων τοῦ ποιητῆ
σὰν πάντα
ἐξαγορασμένα νὰ τὰ εἶχε μὲ ἀργύρια
ποὺ ἀπόκτησε μιὰ νύχτα κατακερματισμένη
στὰ μύρια τῆς ψυχῆς του ἄσημα κομμάτια.
Στίχο τὸ στίχο συνταιριάστηκαν
οἱ προσδοκίες μὲς στὸ γλυκὸ ξημέρωμα
πάλι
σήκωσαν πανιὰ στὸν οὔριο ἄνεμο
θεάρεστη ἀποστολὴ νὰ ἐκπληρώσουν.
Ἀγνώμονα λόγια τὸν Αἴολο ἐξοργίζουν
τώρα
ἡ φοβισμένη του ματιὰ σκέφτεται τὸν ποιητή.
Ποῦ ἆραγε ἄντλησε τὸ θράσος καὶ τὸν ψάχνει
δῆθεν;
Τὸ ρόλο τους ἐκπληρώνουν τὰ ναυάγια.
 
Ἀζόλιμνος, 7 πρὸς 8 Ἰουνίου 2005

Πηγή: "Επτά ημέρες ναυαγίου",2007

Ναυαγοί-ΕΦΗ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ

Ξεβράστηκαν
στη στεριά της μέρας
κάποιοι κρατώντας κομμάτι νύχτα
και άλλοι θάλασσα
όσοι γλύτωσαν είχαν κιόλας ξεχάσει
οι άλλοι νεκροί ακόμη
μα προπαντός πλυμένοι
στέγνωναν στις πέτρες
ο καιρός δεν τους ξεχώριζε
και αυτοί πού σώθηκαν
και οι άλλοι άφησαν πίσω
τις κομμένες τους ουρές.

Πηγή: «Ήχος από νερό», Εκδόσεις Ενδυμίων,2010

Ναυάγια-ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΑΣ

Φαγώθηκες να δούμε
το ναυάγιο του κρουαζιερόπλοιου
ψηλά, από τον δρόμο που οδηγεί
στο λιμάνι του Αθηνιού.

Δε σου αρκούσε το ναυάγιο που ζούμε
– ήθελες και δεύτερο!

Πηγή: «ντόρτια», Εκδόσεις ποιήματα των φίλων, Αθήνα, 2012

Οι ναυαγοί των ματιών-ΘΑΝΑΣΗΣ Ε. ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ

Όταν η υπέργηρη μητέρα μου έπαθε σοκ υπογλυκαιμίας για
πρώτη φορά μπροστά στα μάτια του επίσης υπέργηρου και
ήδη αναρρώνοντος από μακρά ασθένεια πατέρα ο μικρός
αδερφός μου που ανάστατος έσπευσε στο Κέντρο Υγείας του
βρήκε να κλαίνε βουβά ναυαγισμένοι ο ένας στο βλέμμα του άλλου.

Πηγή: «Χαμηλά ποτάμια», Εκδόσεις Μελάνι,2015

Ναυαγός-ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ

Ένας πλούσιος Αθηναίος εταξίδευε με πλοίο
όταν πιάνει τρικυμία και το έκοψε στα δύο.
Όλοι τότε κολυμπούσαν για να βγούνε στη στεριά
και αυτός μόνο κοιτούσε κατά Όλυμπο μεριά.
«Αθηνά γαλανομάτα, γλύτωσε με απ’ τον πνιγμό
κι εγώ δώρα θα σου κάμω που δε θα `χουν τελειωμό.»
«Για να γλιτώσεις, φίλε μου, κολύμπα σα δελφίνι
τα παρακάλια άσε τα. «Συν Αθηνά και χείρα κινεί».

Πηγή: «Αισώπειοι Μύθοι», Εκδόσεις Γερμανός,2016

Ναυαγισμένος-ΜΑΙΡΗ ΜΠΡΙΛΗ

Όσες φορές κι αν έψαξα
κρυμμένο μέσα του εύρισκα τον εαυτό μου
και έξω τόπο να κατοικήσει δεν είχε.
Γι’ αυτό κι εγώ
με του Νου τη σχεδία
ένα τροπικό νησί του έφτιαξα.
Αλλά ήταν σαν να μην έφτασε.
Αφού στον κίνδυνο
μην τον ρουφήξουν τα κύματα
ποτέ στ’ ανοιχτά δεν βγήκε
και στον φόβο των ανθρωποφάγων,
ποτέ μια φωτιά δεν άναψε.
Κι εγώ που βάδισα τη μοναχική ακτή
νομίζοντας ότι κάποτε θα με αναγνώριζε
και θα 'χα έναν άνθρωπο δικό μου,
ποτέ δεν με βρήκε.
Έτσι πορεύτηκε τη ζωή του
Αφανής,
στους ανεύρετους ναυαγισμένος.

Πηγή: "Άνθρωποι στη θάλασσα" , Εκδόσεις ‘’ ΕΥ ’’,2017

Το ναυάγιο-ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΑΪΤΑΤΖΗ-ΧΟΥΛΙΟΥΜΗ

[Ενότητα: Όλα σιγούν εκκωφαντικά ηχούν ακατάληπτα]

κύμα σιώπα
στης θάλασσας το χείλος
παιδιά κοιμούνται

Τις νύχτες νύχια παιδιών σκαλίζουν σοβάδες
μανάδες μπήγουν στα στήθη καρφιά
άνδρες κολλάνε στους τοίχους τα πρόσωπα
Η πείνα κατοικεί στα παράθυρα
σε αχρηστία τα χέρια
Πλοκάμια απλωμένα τα δάχτυλα
τυλίγονται θηλιά στο λαιμό
Πόδια παπούτσια απόμαχου
σε συρμάτινα φράγματα
Σκαρφαλώνουν ξυπόλητοι
κι ο γιαλός μετρά κεκοιμημένους

Κάδοι σε κεντρομόλο υπόσταση
απέκτησαν θαμώνες νυχτόβιους
λέσχη λερή σ’ ανυπέρβλητη δημοφιλία
Τυμβωρύχοι απορριμμάτων
εκσκαφείς σκάβουν ελπίδες
 
Πικρός χυμός η ανέχεια
μασουλάν γαϊδουράγκαθα
θηλάζουν ανθούς ακακίας
Από δίπλα κλειστές πύλες χλιδής
όνειδος ακατάσχετης βουλιμίας
Θα περνάμε όμορφα είπαν
θα πετάμε οι έχοντες θα γλείφουν πεινώντες
Έχει και η χαμέρπεια τη δικαιοσύνη της

Προ πολλού είχε καταγραφεί το ναυάγιο
προδιαγεγραμμένο από τα γεννοφάσκια
Ακρίδες αδηφάγες την πανίδα κατέφαγαν
ενεχυροδανειστές ονείρων άδολων
Το έρμα διέβρωσαν ευπατρίδες

Υποκύανες αχιβάδες οι μέρες μας
ώχρα ταπείνωσης οι στιγμές
Τ’ αλέτρι κρεμάσαμε στον εξώτοιχο
σκιάχτρο για πεινασμένους σπουργίτες
Επαίτες βουλιάζουμε έντρομοι
κύματα σκάμε σε βράχια αλαζονείας

Όμως αν δε χάσεις τον εαυτό δε χάνεται τίποτα
αν στο όλον συνέχεσαι όλος τα έχεις όλα
Ναυαγοί και σανίδα και ταξίδι εμείς
ναυπηγούμε πελαγίσια ναυάγια

Πηγή:Όλα σιγούν εκκωφαντικά ηχούν ακατάληπτα, Εκδόσεις  Ρώμη,2020

Τα ναυάγια-ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΡΙΖΩΝΗ

Δεν ξέρω γιατί μ΄ αρέσουν τα ναυάγια
μου φαίνεται πως είναι στοιχειωμένα
ανάμεσά τους περνούν χιλιάδες ψάρια
περνούν αρχαία αγάλματα, πνιγμένοι
ψάχνουν στα ημερολόγια των πλοίων
για όσους χάθηκαν, γυρεύουν τις αιτίες
ψάχνουν για χάρτες με κρυμμένους θησαυρούς
παλιά ανεμολόγια και πυξίδες
καμιά φορά όταν τραβιούνται τα νερά
σέρνουν τα τσακισμένα σκάφη στα καρνάγια
και τα καλαφατίζουν όλη νύχτα
κι εκείνα ξαναγίνονται καινούργια
γεμίζουν πλήρωμα κι ανάβουνε τα φώτα
σηκώνουν άγκυρες και λύνουν τα σκοινιά
πλέουν περήφανα σε πλήρη ιστιοφορία
κι ύστερα την αυγή ξαναβυθίζονται
αθόρυβα στο σκοτεινό πυθμένα.
Δεν ξέρω γιατί μου αρέσουν τα ναυάγια
ιδίως εκείνα που δεν τα ανέσυρε κανείς
ίσως γιατί έχουν κάτι από μένα.

Πηγή:https://www.neolaia.gr

Σ’ ένα ναυάγιο συναισθημάτων ανασταίνομαι-ΜΑΡΙΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

Γοητεύομαι απ’ τις παύσεις.
Έλκομαι απ’ τη στοργή
κι ας μην υπάρχουν τρόποι
να συλλαβίσεις
σε μια αγκαλιά την ομορφιά της.
Εισχωρώ σε μια ρωγμή και χάνομαι.
Έπειτα με φοράω δαχτυλίδι
για να στενεύει ο χώρος μου.
Μικρός να γίνεται
για να μεγαλώνω απότομα.
Τσαλακώνομαι.
Μπλέκομαι.
Σ’ ένα ναυάγιο συναισθημάτων
ανασταίνομαι.

Πηγή: http://metaximas.org

Δυο ναυαγοί-ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΑΛΤΟΣ

Τι άλλο να κάνει δεν ήξερε.
Όλα τα είχε ξοδέψει για εκείνον.
Όλα τα τραγούδια της
όλους τους ουρανούς της
όλες τις λέξεις.
Κάθε μέρα σ’ ένα γκρίζο πέλαγο
έπλεε σαν σανίδα
και το βράδυ ξεβραζόταν
σε ένα δωμάτιο παγερό.
Μια ναυαγός ξεγυμνωμένη
κι απ’ τη μοναξιά της ακόμα.
Μια μέρα τον ξαναβρήκε
κι όσο περνούσε ο καιρός
άρχισε δίπλα του να ζεσταίνεται ξανά
να παίρνει φωτιά
και σιγά σιγά να καίγεται
με τις στάχτες της μέσα στην αγκαλιά του
ν’ αργοσβήνουν μελαγχολικά
σαν πυγολαμπίδες
πάνω στο κρύο οδόστρωμα
ενώ εκείνος
με το βλέμμα στο ορίζοντα
έστελνε σήματα S.O.S.
βαθιά μέσα στη νύχτα.

Πηγή: «Ναυαγοί στη λεωφόρο»,Εκδόσεις Κύμα,2017

Ο ναυαγός-ΝΙΚΟΣ Α.ΚΑΤΣΙΚΑΝΗΣ

Πολλές φορές ναυάγησα όμως ποτέ στη θάλασσα
αλλά σε κάμαρες κλειστές μικροαστικών σπιτιών,
δάρθηκα από τα κύματα και το σκαρί μου χάλασα
σ’ άγριoυς βράχους έκπαγλων γενναίων κοριτσιών.

Και καπετάνιος ήμουνα και ναύτης και λοστρόμος
σήκωνα και κατέβαζα μονάχος τα πανιά,
νύχτα μεθούσα μ’ άψινθο και στο αυτί μου ο τρόμος
για την αγάπη μου 'λεγε και για τη λησμονιά.

Σε καταιγίδες τροπικές μ’ έσπρωχνε το κουμπάσο
σε ξέρες από στήθια και ρουφήχτρες των μηρών,
με το τιμόνι μαεστρικά και δίχως να το σπάσω
έριχνα το παλιό σκαρί στη δίνη των καιρών.

Δεμένος στο μεσίστιο ως άλλος Οδυσσέας
από Σειρήνες πέρασα κι άλλα πολλά δεινά,
πηγαίνοντας κατάπλωρα στα χείλη μιας ωραίας
κι ας ήξερα πως ήταν ένα τέρας που πεινά.

Διάφανα ψάρια χόρευαν στη γλώσσα της επάνω
το στόμα της βαθιά ζεστή βασαλτική σπηλιά,
μην έχοντας τη δύναμη πάρα πολλά να κάνω
παραδινόμουν σε υγρά σπαραχτικά φιλιά.

Και σαν ερχόταν της αυγής η δροσερή γαλήνη
έβρισκε τα συντρίμμια μου να πλέουν στο νερό,
μ’ ένα κορμί κατάξερο το αλάτι που 'χε πλύνει
και με οστά που στέγνωνε ο ήλιος για καιρό.

Πηγή: «Εγχειρίδιο μικρών θανάτων», Εκδόσεις Γαβριηλίδης,2018

Ναυάγια της στεριάς-ΙΩΑΝΝΗΣ Σ. ΠΑΠΟΥΤΣΑΚΗΣ

Περπατώ στους ίδιους δρόμους
που έτρεχα σαν ήμουνα παιδί.
Όλα έχουν πια αλλάξει στις γειτονιές
που κάποτε οι άγγελοι
κάνανε στους ανθρώπους συντροφιά.
Οι άνθρωποι,τα σπίτια,τα μαγαζιά,εμείς...
Τίποτα δεν θυμίζει το χτες.
Τότε που σ'αυτούς τους δρόμους
σεργιάνιζαν φωνές και γέλια.
Τώρα σιωπές και σκιές.
Τα σπιτάκια ήταν αφημένα
στη λιακάδα των ονείρων
και στων λουλουδιών τ'αρώματα
κι από μέσα άκουγες τραγούδια
που ξεχύνονταν από τις ορθάνοιχτες αυλόπορτες
και ροβολούσαν σ'ολάκερη τη γειτονιά.
Τώρα γίνανε φυλακές
για εκατομμύρια ψυχές
που ζουν με την ψευδαίσθηση της ελευθερίας.
Χαθήκανε οι άνθρωποι
στο χάος των αριθμών.
Γίνανε κι οι ίδιοι αριθμοί.
Δίχως ονόματα,δίχως ταυτότητα.
Άβουλοι κι απρόσωποι.
Ακριβώς όπως μας θέλουν οι εξουσιαστές μας.
Περπατούν στους δρόμους
και λένε φωναχτά τις σκέψεις τους.
Κάποτε τους λέγαμε τρελούς...
Όσο πάνε και πληθαίνουν
τα ανθρώπινα ναυάγια της στεριάς.
Αρχίζει να νυχτώνει.
Ακόμα και το φως του φεγγαριού
μου φαίνεται απόψε χλωμό.
Ίσως κι αυτό κουράστηκε απ'το σεργιάνι
σ'ένα κόσμο που έπαψε
να ακούει τη φωνή του...

Πηγή: "Η θάλασσα της σιωπής",Εκδόσεις Βακχικόν,2020

Ναυάγια στο Αιγαίο και στο δωμάτιό μου-ΞΑΝΘΙΠΠΗ ΖΑΧΟΠΟΥΛΟΥ

Κάθε βραδιά ένα παιδί γυμνό
καταπίνει κύμα-κύμα το Αιγαίο
και μετά ξερνάει σπασμένες πλώρες, ξεβρασμένες
πάνω στο τρικυμισμένο μου μαξιλάρι

Ύστερα γεμίζω το δωμάτιο με νερό
και γίνομαι ναυαγός
πλημμυρισμένης νύχτας
και τακτοποιημένης μέρας

Κάθε πρωί ανοίγω το φως
και φυλάω στο σύνορο της συνήθειας
με λάβωμα κρυφό κι ανοίκειο

Σε ρηχές μέρες βαθαίνει το Αιγαίο
βαθύς κρατήρας ηχώ του εαυτού μας

Πηγή:"Βαθύς ουρανός,Βυθός θάλασσας",Εκδόσεις Το Ροδακιό,2020

Ο ναυαγός-ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΡΗΓΟΡΟΠΟΥΛΟΣ

Θέλω να θηρέψεις τη ρότα μου με του αρόδου το πηδάλιο,
να σκαρφαλώσεις σαν λιόγερμα στις πλάτες τ'ουρανού
και ακροβάτης του ορίζοντα να είσαι,
μες στου πελάγους την αέναη έλξη.
Και ίσως τότε σκοντάψεις πάνω στον ύφαλο της απουσίας μου,
ίσως βουλιάξεις στα σπήλαια που αντιλαλούν οι ανάσες μας,
μπαταρισμένες απ'των κυμάτων τη μανία...
Στην αβαρία της Ατλαντίδος,
ο Ποσειδώνας ενεχυρίασε την τρίαινα,
εξαγοράζοντας τη σιωπή των Θεών.

Κι είναι νωρίς ακόμη να σαλπάρεις,
για δες των πλοίων πως θρόμβωσαν τα ιστία,
ξαμολημένοι οι κάβοι σαν θηλιές να γραπώνονται απ'τους ντόκους,
όλα τα όρτσα να γκελάρουν πάνω στ'άστρα,
σαν αντανάκλαση λησμονημένων ναυαγών,
που σαβανώσαν τη σελήνη στα κορμιά τους.

Κι είναι αργά πια να σαλπάρεις,
οι σειρήνες έπαυσαν να τραγουδούν,
μονολογούν χαιρέκακα τ'όνομά σου.
Βεβηλωμένη Ιθάκη μοιάζει η ψυχή του Οδυσσέα,
έκταμα τώρα η Πηνελόπη σαν απροσπέλαστή του ξέρα,
να στέκει φάρος βυθισμένου λιμανιού,
ξεμπροστιάζοντας το ανιαρό κράξιμο των γλάρων.

Τίποτα δεν απέμεινε...
Ίσως μόνο μια θαρραλέα αγάντα,
πάνω στον ίσαλο των ονείρων μας,
αθώα,όπως το πρώτο μας μπάρκο,
ένοχη,σαν την παλίρροια που έσβησε την ακροθαλασσιά μας.

Πηγή: "Έσσεται Ήμαρ",Εκδόσεις 24 γράμματα,2020

Ναυάγιο-ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΙΛΕΛΕΣ

Στη λάσπη τρώει σκουριά τη λαμαρίνα
που τη στιγμάτισε αρρώστια στη Σαγκάη
στα δυο σκισμένη,σάπια η καρίνα
που σώθηκε απ'τον κυκλώνα στη Βομβάη.

Κουφάρι απ'τα όρνια φαγωμένο
στου φεγγαριού το φως γυμνό να παραδέρνει
το παλαμάρι χρόνια ξεφτισμένο
κι ο μαύρος γύπας διψασμένος γυροφέρνει.

Στη γέφυρα κουρνιάζουνε οι γλάροι
μες στο σκοτάδι κουφοβράζει το μπουρίνι
σβηστά καραβοφάναρα και φάροι
κι ο ξέμπαρκος στην αμμουδιά βρίζει και πίνει.

Απονιφάδι,σκέλεθρο,ρημάδι
άσωτος γιος τις αμαρτίες ξεπληρώνει
φούντο η ζωή,κομμένο παραγάδι
αλλού καρδιά,αλλού κορμί,αλλού τιμόνι.

Στεγνό μελάνι,φύλλα κίτρινα ξερά
στο ημερολόγιο σταμάτησε ο χρόνος
φρακάρει η άγκυρα στα βρόμικα νερά
το στερνοπαίδι καταβρόχθισε ο Κρόνος.

Πηγή: "Αντι...σώματα",Εκδόσεις Απόπειρα,2020

Ναυάγιο-ΕΦΗ ΧΑΝΤΖΟΥΛΗ

Φλόγες τυλίγουν το πλοίο,
καπνοί ζώνουν τους επιβάτες.
Ο τρόμος ξεχείλισε,
η απειλή φοβερίζει.
Τι θ'απογίνουμε τώρα;
Η ελπίδα βουλιάζει,
επιπλέει ο πανικός νικητής.
Οι αδυναμίες των ανθρώπων πολλές.
Η πάλη για ζωή αδυσώπητη.
Το βαθύ κύμα παρέσυρε μια ψυχή,
μια άλλη ζωή χαροπαλεύει.
Ένας πιο κει στάθηκε τυχερός.
Μια μάνα αποχωρίζεται το παιδί της.
Πυρπολείται ζωντανός ένας άλλος.
Έτσι είναι η ζωή.
Σκληρή κι ανελέητη.
Κίβδηλες οι υποσχέσεις της.
Δε γεννήθηκε,αλίμονο,
για να μας χαρίσει δικαιοσύνη.

Πηγή: "Ταξίδι συναισθημάτων",Εκδόσεις Όταν,2020

Αγάπη-ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

Κι ήμουν στο σκοτάδι. Κι ήμουν το σκοτάδι.
Και με είδε μια αχτίδα.

Δροσούλα το ιλαρό το πρόσωπό της
κι εγώ ήμουν το κατάξερο ασφοδίλι.
Πώς μ’ έσεισε το ξύπνημα μιας νιότης,
πώς εγελάσαν τα πικρά μου χείλη!

Σάμπως τα μάτια της να μου είπαν ότι
δεν είμαι πλέον ο ναυαγός κι ο μόνος,
κι ελύγισα σαν από τρυφερότη,
εγώ που μ’ είχε πέτρα κάνει ο πόνος.

Πηγή: Ο πόνος του ανθρώπου και των πραγμάτων,1919

Φύγε, η καρδιά μου νοσταλγεί…-ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

Φύγε κι άσε με μοναχό, που βλέπω να πληθαίνει
απάνω η νύχτα, και βαθιά να γίνονται τα χάη.
Ούτε του πόνου η θύμηση σε λίγο πια δε μένει,
κι είμαι άνθος που φυλλοροεί στο χέρι σου και πάει

Φύγε καθώς τα χρόνια κείνα εφύγανε, που μόνον
μια λέξη σου ήταν, στη ζωή, για μένα σαν παιάνας.
Τώρα τα χείλη μου διψούν το φίλημα της μάνας,
της μάνας γης, και ανοίγοντας στο γέλιο των αιώνων

Φύγε, η καρδιά μου νοσταλγεί την άπειρη γαλήνη!
Ταράζει και η ανάσα σου τα μαύρα της Στυγός
νερά, που με πηγαίνουν, όπως είμαι ναυαγός,
εκεί, στο απόλυτο Μηδέν, στην Απεραντοσύνη.

Πηγή: «Ελεγεία και Σάτιρες»,1927

Το χέρι της θάλασσας-ΝΙΚΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ

Τούτη η ερημιά μού θυμίζει το χέρι της θάλασσας
που τραβά τους ναυαγούς να τους ληστέψει.

Έχω ξαπλώσει και γυρεύω μέσα μου ανώφελα
– σώμα πνιγμένου που ψάχνει μερόνυχτα τον βυθό
να βρει την ψυχή του.

Πηγή:" Δειγματοληψία Α'", 1981

Η ζωή μου σαν ένα πλοίο-ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΛΗ ΡΟΥΚ

Η ζωή μου σαν ένα πλοίο• ο έρωτας η θάλασσα τριγύρω.
Εσύ, ακουμπισμένος στην κουπαστή γέρνεις το βλέμμα
ως ο βυθός να μοιάζει πως πηδά για να σε συναντήσει μες στα μάτια…
Χάνονται στ’ αμπάρι οι παλιές φωνές
όπως το δελφίνι σου απαλό ολόδροσο στου λόγου
τα παιχνίδια βοηθάει με θείες ψευτιές τα ιστία που μας πάνε.
Αρμενίζοντας δεν έχω τίποτα να χάσω ή να κερδίσω
γλιστράω με τον ελάχιστο χρόνο μου πάνω απ’ τους δαιδάλους
με τα φύκια όπου οι πνιγμένοι σέρνονται σε μεταθανάτιους περιπάτους.
Η ζωή μου σαν ένα πλοίο•
στην κρύα κουβέρτα ώρες κατάμονη μες στο μυαλό μου
γλείφω τα μέλη σου ως το πρωί που ξημερώνομαι σε γνωστά λιμάνια:
«Το πρώτο φιλί» «Η άπληστη αγάπη» «Η ανία» «Ο χωρισμός»
τοπωνύμια με τη λίγη πειστικότητα που έχει η πείρα όλη.
Ω, μπες μέσα μου και τράβα με σ’ όσα ναυάγια σχεδίαζες εψές
γλυκά χαμογελώντας μες στον ύπνο σου με το ’να χέρι χαμηλά
το άλλο στην καρδιά σαν να μιλούσες τρυφερά προς τα τελώνια.
Κι όπως φωτισμένα τα βραδινά νησιά καρφώνουν τις πόρπες τους στη νύχτα
θα να με σχίζεις με τα δικά σου τα κουπιά θε να με πλέεις για τελευταία
φορά πριν πέσει το σκοτάδι μου
και τα κατράμια δάκρυά μου χυθούν στο φως σου όλο επάνω.

Πηγή:«Ενάντιος έρωτας», εκδόσεις Κέδρος, 1986

Ώρα του λυκόφωτος-ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

Είμαστε αιχμάλωτοι του ανεξήγητου και του αιώνια χαμένου
κι η τύψη είναι ο μόνος τρόπος να ξαναγυρίσουμε στην παιδική
αγνότητα -
ω παλιέ φίλε που έφυγες, ξέρω ότι θα σε συναντήσω σε κάποιο
όνειρο ή άξαφνα στο δρόμο όταν όλα θα' χουν χαθεί,
γυναίκες που αγαπήσαμε ενώ έξω απ' τα παράθυρα δυνάμωνε η βροχή
κι ύστερα πιασμένοι απ' το χέρι περάσαμε τη γέφυρα,
με τα μαλλιά σας βρεγμένα να λαμπυρίζουν στο ηλιοβασίλεμα -
ποιος θα το πίστευε αλήθεια πως υπήρξε ένας καιρός που δίναμε
τη ζωή μας
μ' εκείνον τον αδιάκοπο πυρετό σαν τ' άρρωστα παιδιά που όταν
αναρρώσουν δεν τους χωράνε τα παιδικά τους ρούχα
και στο σχολειό τα κοροϊδεύουν - και γεμίζουν τα τετράδιά τους
με ποιήματα
για να μη χαθούν. Κι ύστερα έρχεται η ενηλικίωση σαν ένα ναυάγιο.

Ω, λυκόφως, δίκαιη ώρα, που και στα πιο ταπεινά πράγματα
δίνεις μια σημασία πριν έρθει η νύχτα.

Πηγή: «Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου" - Α», 1990 

Πλατεία Ναυαρίνου-ΜΑΡΙΑ ΚΑΡΔΑΤΟΥ

Στα ανάκτορα του Γαλέριου
ένα φάντασμα τριγυρνά
με βιβλία στη νυχτερινή βάρδια
Φωτογραφίες ασπρόμαυρες
το απαθανατίζουν
Κύματα φέρνουν
μέχρι την πλατεία ναυαγούς
παραπατούν ζωντανοί νεκροί
πολλά παιδιά σχεδόν
δείχνουν την τρυπημένη γλώσσα
ζητώντας κατοστάρικο
χλωμό το πρόσωπό τους
πατημένος καπνός η ομορφιά τους
στο γλιστερό πλακόστρωτο
Ήχος βιολιού ακούγεται λυπημένα
πάνω απ’ την πόλη με τους πρόσφυγες
Ένα κορίτσι παίζει κλαίγοντας
τ’ αδύνατα πόδια του στο κρύο
χτυπάει με ρυθμό
Η τύχη ας το βοηθήσει

Πηγή: «Ούτε δροσιά», εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα, 2002

Στην αμμουδιά-ΝΙΚΟΣ ΜΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

Βγάζοντας τελευταία και τη φωνή σου
Φτάνεις ολόγυμνη στην αμμουδιά
Τυλιγμένη στην τριμμένη πετσέτα του χρόνου.
Σε καρτερώ με τα ναυάγια
Παράσημα καρφωμένα στο στήθος.
Με φλέβες μαστίγια
Χτυπάω αλύπητα το παρελθόν.
.
Πηγή: « Ένα παράθυρο με κιμωλία», Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2005

Πτερόεσσα θλίψη-ΛΙΛΙΑΝ ΜΠΟΥΡΑΝΗ

Ας μην γελιόμαστε.
ο καθένας με τις σφαίρες του.
ο καθένας στον δικό του πόλεμο.
καμιά φορά
σταματάμε τα διερχόμενα
τουριστικά λεωφορεία
και ζητάμε παυσίπονα
από τους επιβάτες.
για μιαν αναμνηστική φωτογραφία
μας χαρίζουν
ακόμη και τον πυροσβεστήρα.
ύστερα
μας επιτρέπουν να πεθάνουμε
ανενόχλητοι.
αυτός ο ήλιος που δε δύει
δεν είναι ήλιος.
είναι τα καντήλια μας,
της λύπης το αργό πετρέλαιο
που φλογίζει
τους μακρείς λαιμούς των φουγάρων.
αυτό το ναυάγιο
που μισοκοιμάται στο ένα πλευρό
δεν είναι ναυάγιο.
είναι το σπασμένο σου γόνατο,
το δεξί μου δάχτυλο
το ακρωτηριασμένο
κι αυτές οι σελίδες οι λευκές
πάνω στο σεντόνι
κάποιας ζωής χαμένα επεισόδια,
ανέκδοτες των ονείρων
στιχομυθίες.

Πηγή: stixoi/info

Στο φως σου ναυαγός- ΣΑΛΒΑΤΟΡΕ ΚΟΥΑΖΙΜΟΝΤΟ

Γεννιέμαι στο φως σου ναυαγός
βράδυ με ξάστερα νερά.
Με γαλήνια φύλλα
καίει τ’ αέρι παρηγορημένο.
από τους ζωντανούς ξεριζωμένος
καρδιά προσωρινή
είμαι σύνορο μάταιο.
Το τρομερό σου δώρο
από λόγια, Κύριε,
κανονικά πληρώνω.
Ξύπνα με απ’ τους νεκρούς:
καθένας έχει πάρει τη γη του
και τη γυναίκα του.
Εσύ έχεις κοιτάξει μέσα μου
στη σκοτεινιά των σπλάχνων μου:
κανείς δεν έχει την απελπισιά μου
μέσα στην καρδιά του.
Είμαι ένας άνθρωπος μόνος
μια κόλαση μονάχη.

Πηγή: stixoi/info

Ναυάγιο στον καθρέφτη-ΡΟΜΠΕΡΤΟ ΧΟΥΑΡΟΖ 

Ναυάγιο στον καθρέφτη
Κάθε μέρα βουλιάζουμε όλο και πιο πολύ
μέσα στο λείο νερό του.

Μέχρι που μια ορισμένη μέρα
η υπερβολή του ναυαγίου
σπάει τον καθρέφτη από μέσα.

Μετάφραση: Ευριδίκη Τρισόν-Μιλσανή

Πηγή: "Δέκατη-Τρίτη/Κάθετη" ,stixoi/info

Κατάδυση στο Ναυάγιο-ΑΝΤΡΙΕΝ ΡΙΤΣ

Αφού πρώτα διάβασα το βιβλίο των μύθων,
και φόρτωσα την κάμερα,
και έλεγξα την άκρη της λεπίδας του μαχαιριού,
φόρεσα
την ολόσωμη πανοπλία από μαύρο λάστιχο
τα γελοία βατραχοπέδιλα
τη φοβερή κι αλλόκοτη μάσκα.
Αναγκάζομαι να το κάνω αυτό
όχι σαν το Κουστώ με την
αφοσιωμένη του ομάδα
πάνω στο ηλιόλουστο ιστιοφόρο
αλλά εδώ πέρα μόνη μου.
Μια σκάλα υπάρχει.
Η σκάλα είναι πάντα εκεί
κρέμεται αθώα
κοντά στο πλάι του ιστιοφόρου.
Γνωρίζουμε το λόγο της ύπαρξής της
εμείς που την έχουμε χρησιμοποιήσει.
Σε αντίθετη περίπτωση
δεν είναι παρά ένα κομμάτι ναυτιλιακού νήματος
απλά κάποιο μέρος του εξοπλισμού.
Κατεβαίνω.
Από σκαλοπάτι σε σκαλοπάτι και ακόμα
το οξυγόνο με βυθίζει
το μπλε φως
τα καθαρά άτομα
του ανθρώπινου αέρα μας.
Κατεβαίνω.
Με τα πόδια μου παράλυτα απ’ τα βατραχοπέδιλα
σέρνομαι σαν έντομο κάτω στη σκάλα
και δεν υπάρχει κανείς
να μου πει πότε ο ωκεανός
θα αρχίσει.
Αρχικά ο αέρας είναι μπλε κι ύστερα
είναι πιο μπλε και μετά πράσινος και μετά
μαύρος και μου έρχεται σκοτοδίνη αλλά
η μάσκα μου είναι πανίσχυρη
διοχετεύει στο αίμα μου ισχύ
η θάλασσα είναι μια άλλη ιστορία
η θάλασσα δεν είναι ζήτημα ισχύος
πρέπει να μάθω μόνη μου
να στρέφω το κορμί μου χωρίς βία
μέσα στο βαθύ στοιχείο.
Και τώρα: εύκολο είναι να ξεχάσω
για ποιο λόγο ήρθα εδώ
μεταξύ τόσων πολλών που ανέκαθεν
ζουν εδώ
λικνίζοντας τα ριπιδωτά τους πτερύγια
ανάμεσα απ’ τους υφάλους
έτσι κι αλλιώς
αναπνέει κανείς διαφορετικά εδώ κάτω.
Ήρθα να διερευνήσω το ναυάγιο.
Οι λέξεις είναι σκοποί.
Οι λέξεις είναι χάρτες.
Ήρθα να δω τι ζημιά έχει γίνει
και τι θησαυροί επικρατούν.
Έσυρα την ακτίνα του φακού μου
αργά κατά μήκος της γάστρας
για να βρω κάτι πιο μόνιμο
από ψάρια ή φύκια
εκείνο για το οποίο ήρθα εδώ:
το ναυάγιο κι όχι την ιστορία του ναυαγίου
το πράγμα το ίδιο και όχι το μύθο
το πνιγμένο πρόσωπο που πάντα κοιτά
προς τον ήλιο
τα αποδεικτικά στοιχεία της ζημιάς
που φθαρμένα απ’ το αλάτι λικνίζονται σ’ αυτή την ξεφτισμένη ομορφιά
τα πλευρά της καταστροφής
που καμπυλώνονται για να υψώσουν το ανάστημά τους
μεταξύ των διστακτικών θαμώνων.
Αυτό είναι το μέρος.
Κι εγώ είμαι εδώ, η γοργόνα με τα μαύρα μαλλιά
που κυματίζουν πίσω, ο γοργονάνδρας με τη μαύρη πανοπλία.
Κάνουμε κύκλους σιωπηλά
γύρω απ’ το ναυάγιο
βουτάμε μέσα στο αμπάρι.
Είμαι εκείνη: είμαι εκείνος
με το πνιγμένο πρόσωπο που κοιμάται με τα μάτια ανοιχτά
με στήθη που φέρουν ακόμα την πίεση
με το ασημένιο, χάλκινο, επιχρυσωμένο φορτίο που κείτεται
αφανές μέσα σε βαρέλια
μισοχωμένα και παρατημένα να σαπίζουν
είμαστε τα μισοκαταστραμμένα όργανα
που κάποτε κρατούσαν την πορεία
τo θαλασσοφαγωμένο ημερολόγιο καταστρώματος
η χαλασμένη πυξίδα
Είμαστε, είμαι, είσαι
από δειλία ή από τόλμη
εκείνος που βρίσκει το δρόμο μας
πίσω σε αυτή εδώ τη σκηνή
κουβαλώντας ένα μαχαίρι, μια κάμερα
ένα βιβλίο μύθων
μέσα στο οποίο
τα ονόματά μας δεν εμφανίζονται.

Απόδοση:Μαργαρίτα Παπαγεωργίου
Πηγή:"Κατάδυση στο Ναυάγιο: Ποιήματα 1971-1972"

 

Έρευνα-Επιμέλεια αφιερώματος: Αγγελική Καραπάνου 

 

Έννεπε Μούσα

Έννεπε Μούσα!
Για τους εραστές της ποίησης και της στιχουργικής!
Για προβολή γνωστών κι άγνωστων δημιουργών!
Για επικοινωνία μέσα από έργα αγαπημένα!
Έννεπε Μούσα!
Με όχημα την πένα, το ταξίδι, τ’ όνειρο!!!

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ

Η  αναδημοσίευση του περιεχομένου του παρόντος διαδικτυακού ιστότοπου ΕΝΝΕΠΕ ΜΟΥΣΑ επιτρέπεται ΜΟΝΟ με την παράθεση πηγής και ενεργού συνδέσμου (link).

  

Τα Cookies βελτιώνουν την απόδοση της σελίδας μας. Δεν αποθηκεύουμε προσωπικές σας πληροφορίες. Μας επιτρέπετε να τα χρησιμοποιούμε;