Το καρπούζι στην ποίηση (Ποιήματα)

Το καρπούζι στην ποίηση (Ποιήματα)

Καλοκαίρι,ζέστη κι ο άρχοντας των καλοκαιρινών φρούτων,το δροσερό καρπούζι. Για να δούμε τι μας είπαν οι ποιητές!

Το καρπούζι-ΣΤΕΛΙΟΣ ΣΠΕΡΑΝΤΖΑΣ

Τέτοια γλύκα δεν είν’ άλλη
τι καρπούζι μια φορά!
Κι είν’ η φέτα του μεγάλη
σα μια βάρκα του ψαρά.

Έγια μόλα κι έγια λέσα
βάρκα, πάμε στο νησί.
Έχεις μαύρα ψάρια μέσα
κι έχεις και γλυκό κρασί

Πηγή: https://www.elniplex.com

Ένα καρπούζι τον Αύγουστο…]ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

[Βαρύ το χώμα κι άγνωστος ο λόγος που μετατοπίζεται το κωδωνοστάσιο]

Οι δυνάμεις που απαιτούνται για να ολοκληρωθεί ένα καρπούζι τον
Αύγουστο είναι κατά πολύ ανώτερες απ' τις άλλες που συντρέχουν
για να συντελεσθεί ένα κακούργημα σε οποιαδήποτε στιγμή του
χρόνου.

Πηγή: «Εκ του πλησίον», 1998

Μια φέτα καρπούζι-ΓΙΟΛΑΝΤΑ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ

Μια φέτα καρπούζι
οι βροχούλες της άνοιξης…

Τα νοτισμένα ίχνη σου στην άσφαλτο
κλέβουν τροχοί τρελών αυτοκινήτων.

Στο αναφιλητό των υαλοκαθαριστήρων
ξεπλένεται το ασύμπτωτο.

Πηγή: «Αόρατο τρωκτικό»,Εκδόσεις Γαβριηλίδης,2013

Το καρπούζι-ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΚΑΝΕΛΗΣ

Σήμερα έκοψα ένα καρπούζι στη μέση,
πέταξα τα σπόρια έξω απ’ το παράθυρο
για να φυτρώσουν στρατιώτες στο δρόμο.
Με το χυμό του έφτιαξα κόκκινες θάλασσες
που ναυμαχούν όλοι οι ερωτευμένοι.
Κάποιο πουλί με μεσαιωνική πανοπλία
άρχισε να τσιμπολογά τις φλούδες.

Στο τέλος έμεινα με το μαχαίρι στο χέρι
να το καρφώνω στην καρδιά του καύσωνα
χωρίς νερό, σ’ ένα ακατοίκητο σπίτι,
ενώ ο δρόμος γέμισε από ηττημένους στρατιώτες
η θάλασσα από νεκρούς εραστές
κι η ζωή μου σαν πουλί αποδημητικό
μετανάστευσε σε μεσαιωνική πόλη.

Ποιος το περίμενε πως με ένα καρπούζι
θ’ αποκρυπτογραφούσα τον κόσμο;

Πηγή: «Εκτός εαυτού», Εκδόσεις Στοχαστής,2015

Ο καρπουζάς-ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ

Πουλάει καρπούζια μπροστά από τη στάση του λεωφορείου
και τις προηγούμενές του ζωές πουλούσε καρπούζια
όμως επειδή τον 17ο αιώνα δεν υπήρχαν λεωφορεία
τα πουλούσε δίπλα από κοπριές αλόγων
και γαϊδουριών
στα σταυροδρόμια των χωματόδρομων
που ένωναν τα βοσκοτόπια
μια φορά χάρισε ένα ζουμερό καρπούζι
στην αυλή της Ρήγαινας
αλλά δεν κέρδισε την εύνοιά της
κι από τότε
υποψιάζεται πως
και στην επόμενή του ζωή
καρπούζια θα πουλά
μόνο που θα ήθελε να είναι
πιο νέος
λιγότερο σκυφτός
και καλύτερα ντυμένος
όταν εγώ θα περνώ με το ιπτάμενο αμάξι μου
θα τον βλέπω
και θα γράφω το ίδιο ποίημα.

Πηγή: "Μυστικοί άνθρωποι",Εκδόσεις κύμα,2019

Να φας την καρδιά...-ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

28.7.1939

Να φας την καρδιά ενός καρπουζιού
Και σαν το καρπούζι να πέσεις να κοιμηθείς
Να τρέξεις με τα παιδιά πλάι στο ρυάκι της γειτονιάς
Εκεί που τη νύχτα φυτρώνει η πανσέληνος
Μουδιάζει μια ψυχή και σου κάθεται στο στήθος
Ξυπνάνε τα ζώα και φέρνουν γύρους
Για να διασκεδάσουν τη σιωπή
Τη σιωπή όπου βάζεις το κεφάλι
Και το παίρνεις πίσω γιομάτο χαράματα
Σαν να λούστηκε μέσα σε όρθρους
Και σε πετάματα πουλιών

Πηγή: Βικιθήκη

Ορόσημο-ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ

Να μη σταματήσουμε, ας προχωρήσουμε κι άλλο.
Δεν μπορεί, κάπου θα βγάζει αυτό το μονοπάτι.
Μην κοιτάς τη συστάδα των δέντρων κι αυτούς τους θάμνους
που κλείνουν το δρόμο.
Δεν μπορεί, κάπου θα βγάζει.
Μη σκαλίζεις μόνο τ’ αρχικά μας στο δέντρο.
Χάραξε ημερομηνία και ώρα.
Να τη θυμόμαστε αυτή τη μέρα.
Χτες βράδυ ονειρεύτηκα
μια βάρκα με λευκό πανί,
ανάσαινα το κυμάτισμά του
και μια γαλήνη είχε απλωθεί στη θάλασσα και στον ύπνο μου.
Λες να `ναι το αύριο;
Το σήμερα το μοιράσαμε κόκκινες φέτες καρπούζι,
φτύνουμε τα κουκούτσια
κι αιστανόμαστε το χυμό γλυκό και κρύο
να διατρέχει το στέρνο μας.

Απόψε θα ξενυχτήσουν πάλι οι ψαράδες.
Κι εγώ θα ζητιανεύω λίγη δροσιά από τ’ άσπρα σεντόνια.
Αύριο σαν κάθε μέρα
στην ακρογιαλιά οι πέτρες θα εμποδίζουν τα παιδιά να τρέχουν.
Το κύμα ολοένα θα γλείφει τις πέτρες στρογγυλές.
Μ’ αυτές τις πέτρες θα σμιλέψω το κορμί σου.
Ν’ αναδυθείς κάτι ανάμεσα
σε ενάλιο θεό και λεβέντη βαρκάρη
φουσκώνοντάς σου τα μπράτσα
δυο αρμαθιές ελπίδες.

Πηγή: «Καταγραφές», ιδιωτική έκδοση, Θεσσαλονίκη, 1982

Ιουλίου λόγος-ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Μετρημένο τόπο έχουν οι άνθρωποι
Και στα πουλιά δοσμένος είναι ο ίδιος άλλ’
Απέραντος!
Απέραντος ο κήπος όπου μόλις απο-
Χωρισμένος απ’ τον (πριν και πάλι μεταμφιεσμένος μου αγγιχτεί)
Θάνατο, έπαιζα και μου έφταναν εύκολα όλα έως την απαλάμη

Ο ιππόκαμπος κείνος! Και της φυσαλίδας τσιουπ το σπάσιμο!
Του βατόμουρου το βαποράκι μες στα βαθιά των φυλλωμάτων
Ρεύματα! Κι ο πρωραίος ιστός όλο σημαίες!

Τι τώρα μου ήρθαν. Αλλά σαν χθες υπήρξα
Κι ύστερα η μακριά μακριά ζωή των αγνώστων η άγνωστη
Έστω. Και μόνο να τα λες ωραία ξοδεύεσαι• όπως του νερού η ροή
Που ψυχή την ψυχή δένει τις αποστάσεις
Κι από ‘να σ’ άλλον Γαλαξία βρίσκεσαι να σχοινοβατείς
Ενώ κάτω απ’ τα πόδια σου βοούν τα βάραθρα. Κι ή φτάνεις ή όχι

Αχ αχνά σχεδιασμένες πάνω στα σεντόνια μου πρώτες ορμές.
Θήλεις άγγελοι
Που από ψηλά μου ενεύατε άφοβα να προχωρώ μες στα όλα
Μιας που κι από το παράθυρο να πέσω, η θάλασσα
Πάλι θα μου κάνει το άλογο
Το πελώριο καρπούζι όπου κάποτε ανίδεος εκατοίκησα
Κι οι μικρές εκείνες παρακόρες, το μαλλί τους λυτό που
Με τη νοημοσύνη ανέμου γνώριζε να ξετυλίγεται πάνω από
τις καμινάδες!
Τέτοια του κίτρινου στα μπλε αρμοσιά που αλήθεια να σαστίζεις
Και γραφές πουλιών που ο άνεμος τις μπάζει απ’ το παράθυρο
Την ώρα που κοιμάσαι και παρακολουθείς τα μέλλοντα
Ξέρει ο ήλιος. Κατεβαίνει μέσα σου να δει. Επειδή τ’ απέξω
Είναι καθρέφτης. Μες στο σώμα η φύση κατοικεί κι από κει
εκδικείται
Όπως σε μιαν αγριότητα ιερή σαν του Λέοντα ή του Αναχωρητή
Το δικό σου λουλούδι φυτρώνει
που το λένε Σκέψη
(Άλλο αν, και μελετώντας, πάλι βγήκα εκεί
Που το κολύμπι μ’ έβγαζε απ’ ανέκαθεν)

Μετρημένο τόπο έχουν οι σοφοί
Και στα παιδιά δοσμένος είναι ο ίδιος αλλ’
Απέραντος!
Απέραντος ο θάνατος δίχως μήνες κι αιώνες
Τρόπος κι εκεί να ενηλικιωθείς κανένας• ώστε
Στις ίδιες κάμαρες ξανά στους ίδιους κήπους θα γυρνάς
Κρατώντας το τζιτζίκι που είναι ο Δίας και πάει από 'να
Σ’ άλλον Γαλαξία τα καλοκαίρια του.

Πηγή: «Τα ελεγεία της Οξώπετρας»,1991

Τρινάκρια (απόσπασμα)-ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Με λίγη ακόμη αφή και πολλήν όραση ο χάρτης ολοκληρώνεται. Κι άξαφνα ντανγκ! Ο ήχος της καμπάνας που βουτάει ολόισια, διψασμένος θα ‘λεγες για γνώριμα κι από καιρό χαμένα ύφαλα. κει που λευκάζουν ίσως ακόμη τα καμπύλα και γλιστερά μιας Αφροδίτης, ν’ ανεβάσει και να σκορπίσει στον αέρα πραγματικότητες παντοτινές, ει δυνατόν σ’ ένα είδος μετάφρασης των Εβδομήκοντα. όπως ως τώρα γινόταν με τον χρυσό του χαλκού που φύλαγαν για μας οι κώδωνες των ορθοδόξων, αν όχι με την οξύτητα στη γεύση των καρπών της μεσημβρίας, ή με τις απόπνοιες της σταματημένης θάλασσας σ’ εκείνα τα δειλινά που φτάνουν να μυρίσουν καρπούζι, κάπου δυτικά της Αιολίδας. Από κάτι τέτοια είναι που πλάθονται οι αληθινές πατρίδες. Από τις μαγνητικές ιδιότητες που ακτινοβολεί ωσάν ήλεκτρον η αγάπη κι επιλέγει κομμάτια ύλης που είναι στερεοποιημένες αισθήσεις για να ζήσει : αν όχι με το δοσμένο απλώς αλλά με το φωτάκι που ανάβει στην άκρη των δαχτύλων μας κάθε φορά που χτυπάμε πλήκτρα για να ‘ρθουμε σε επαφή με τη γνωριμία ενός βαθύτερου κόσμου.

Πηγή: "Εκ του πλησίον", 1998

Ανεμαγέρι-ΤΑΣΟΣ ΗΛΙΑΔΗΣ

Ιούλης ο μήνας
του καλοκαιριού.
Πήρε ο άνεμος
το κέντημα
του αγοριού με το γέλιο
στα χείλη.
Μέλισσες δεκάξι του τραγουδούν.
Με μια φέτα καρπούζι στο χέρι
το πορτοκαλένιο της μέρας κοιτούσε το φεγγάρι.
Του ουρανού τα βάθη.
Μακρινές που ακούγονται
οι αναπνοές των άστρων...

Πηγή: «Αίθριος Λόγος», Εναλλακτικές Εκδόσεις,2007

Τη σκιά του ρίχνει ο εφήμερος άνθρωπος πάνω στα αιώνια τοπία-ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΙΔΗΡΑ

Για το εκτυφλωτικά λευκό
εκείνων των σπιτιών
-μικρών στέρεων διαψεύσεων
της μαύρης απειλής της λάβας-
που σταλακτίτες κρέμονται
σχεδόν μετέωρα
στις κάθετες πλαγιές
των απόκρημνων βράχων.

Για τη σκιά μου
που διασταυρώνεται μ’ εκείνη του τουρίστα
εξαλείφοντας τις όποιες διαφορές μας
πλούσιος ή πένης
για τη σιωπή
εκείνη τη μοναδική κοινή μας γλώσσα
για τα πάθη μας
που ησυχάζουν επιτέλους
στο πλακόστρωτο απλωμένα.

Για τους μαύρους σπόρους
που μοιάζουν περιττοί
καθώς μπερδεύονται
στην κατακόκκινη σάρκα του καρπουζιού
όμως κρυφά υπόσχονται συνέχεια
στο καλοκαίρι, στη ζωή.

Για την αξία της λεπτομέρειας:
το δήθεν ξεχασμένο ανοιχτό κουμπί
στο ντεκολτέ της όμορφης τουρίστριας
που μας σερβίρει.
Για το μελαψό της χρώμα
θα ξεθωριάσει λίγο-λίγο το χειμώνα.
Μουντός ο ήλιος του Βορρά
κι η Σαντορίνη όνειρο μακρινό
σχεδόν απίστευτο
ασφαλισμένο στο ποτάρι
με τα τζην σορτσάκια της.

Για το γοργό του ηφαιστείου
που διακρίνω πίσω από την έπαρση
του Ύμνου της Χαράς
καθώς εκείνος ξεσηκώνει το νησί
τη δύση αναβάλλοντας.

Για τη συνεύρεση θανάτου ζωής
που αιώνια συντελείται
εδώ στην υγρή στρόγγυλη κλίνη
της Καλδέρας
και πιο πολύ
για την αμφιβολία του τοπίου
αναδυόμενη
από το θείο σμίξιμό τους.

Πηγή: " Αμείλικτα γαλάζιο", Εκδόσεις Καστανιώτης, 2007

Απομεσήμερο- ΘΑΝΑΣΗΣ  Ε. ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ

Απομεσήμερο Ιουλίου
κι ανάμεσα ύπνου και ξύπνου
αναδύεται στο κεφάλι του
σαν πλώρη στο πούσι του πρωινού
λάκκος φρεσκοσκαμμένος από ιδρώτα ξένο
στην πένθιμη πλαγιά του χωριού του
και δύσθυμος απέρχεται
να κόψει κρύο καρπούζι
την πίπα του ν’ ανάψει
φυσώντας τον καπνό
στις ακτές του ορίζοντα
πάνω απ’ τις λεύκες
που έξω απ’ την Κατερίνη
του χάρισε μια μέρα ο Μάρκος
στο δρόμο της επιστροφής
από την Πάτρα στην πατρίδα

Πηγή: "Μικρές ανάσες", Εκδόσεις Μελάνι,2010

II.-ΜΑΡΙΑ ΤΟΠΑΛΗ

ΒΑΔΙΖΕΙ ο χρόνος απ' την άκρη του γιαλού
φέρνοντας στο καλάθι του τα φρούτα και
ξυπόλητος ψαράς ανεβοκατεβάζει
βηματίζοντας το χρώμα των καρπών προς το ακίνητο
το κόκκινο μαγιό στη μέση, στ' ακρογιάλι
πριν να το-

πριν το χεράκι σου τ' απλώσεις
για τον κόκκινο καρπό
περνά με το καλάθι το
καρπούζι,

με το κόκκινο μαγιό,

ά μπάρμπα- Γιάννη με τις στάμνες,
ά να χαρείς τα νιάτα σου,
σ' αναγνωρίσανε χωρίς
καπέλο έφυγες και πας
να γείρεις, για το μέρος της σκιάς

πίσω (και παραπίσω) ακίνητο
το κόκκινο
το πράσινο
το γαλανό μαγιό
τα χέρια κόκκινα απ' το ζουμί του καρπουζιού
τα μπούτια να κολλάνε
και φλούδα πλουμιστή
η κάτωθι υπογραφόμενη.

Πηγή:"Βερμίου κατάβαση", Εκδόσεις Πατάκη, 2010

Καταργώντας τον χρόνο -ΝΙΚΟΣ ΜΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

Απρόσκλητο έστεργε τα πρόσωπα το βραδινό αεράκι
Άλλωστε στις συνειδήσεις των ανθρώπων κρινόταν τελικά η ιστορία
Χωρίζοντας τους συνηθισμένους απ’ τους ήρωες
Ντυμένοι στα κόκκινα φέρναμε πιο κοντά την αγάπη μας
Όπως τα κεραμίδια στις σκεπές που προκαλούν τον ουρανό
Την κρύβαμε με προσοχή στη στέρνα μη μας μαραθεί
Στων περιστεριών τις ληγμένες φτερούγες
Στων ονείρων τα ασπρόμαυρα οροπέδια
Νοερά απαντώντας στα άγραφα μάτια μας
Ξανοιγόμασταν στ’ ουρανού το σβησμένο γαλάζιο
Αλλάζοντας ρότα στη ζωή και στον άνεμο
Τα σώματα πάλλονταν κάθετα καταργώντας τον χρόνο
Με μια φέτα καρπούζι στα σκέλια ανάμεσα τον κήπο να δροσίζει.
Άναβε τότε η ελπίδα στα κρεμασμένα μας πρόσωπα
Κι η σάρκα γινόταν κρουστή και απέραντη σαν τη θάλασσα.
Ένα καράβι περήφανο που εκείνη τη στιγμή αναχωρούσε
Έγραφε στο φουγάρο του με κεφαλαία τ’ όνομά μας.

Πηγή: «Όνειρα σε συνέχειες», Εκδόσεις Σαιξπηρικόν, 2012

Για τους φίλους στο Βορρά-ΝΙΚΗ ΜΑΡΑΓΚΟΥ

Επειδή μιλώ για τριαντάφυλλα,
για τη διάχυση του φωτός,
την ανημποριά της αγάπης,
και την παροδική ζωή μας,
μη νομίζετε, φίλοι από τον βορρά,
ότι αυτό που συνέβηκε το 74
δεν απλώνει σαν κηλίδα στη ζωή μου,
κάθε μέρα.

Το φεγγάρι ξεπροβάλλει σα μια φέτα καρπουζιού
από τη θάλασσα
και η πεθαμένη μητέρα μου στη βεράντα του
σπιτιού μας στην παραλία της Αμμοχώστου να μας
φωνάζει να βγούμε από το νερό.
Είδα έναν πίνακα που ζωγράφισε τις προάλλες
στον τοίχο μιας ταβέρνας στο Καρπάσι.
Μιας ταβέρνας που την αποτελούσαν κλεμμένες
καρέκλες, κλεμμένα τραπεζομάντηλα, κλεμμένες
πόρτες, κλεμμένα χερούλια.
-Είναι της μάνας μου, είπα στον ταβερνάρη, εδώ
είναι γραμμένο το όνομά της.
-Τώρα όμως είναι δικό μου, είπε ο άντρας που ήρθε
από το μέρος που ανατέλλει ο ήλιος,
(έτσι μου τον περιέγραψε η γυναίκα του).
-Είναι δικό μου τώρα, είπε, ganimet,*
έτσι το λένε στα τουρκικά.

Πηγή: «Προς Αμυδράν Ιδέα»,Εκδόσεις Το Ροδακιό»,2013

Πάντα το καλοκαίρι-ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΤΟΥΣΗ- ΣΥΨΑ

Το δικό μου καλοκαίρι πάντα
έναν ξανθό κάμπο θ' αγναντεύει.
Ένα τραγούδι από νυχτερνό τριζόνι
θ' αφουγκράζεται.
Τα μελωμένα σύκα από τα χέρια του παππού
το απόγιομα θα περιμένει...
Το μεσημέρι το δροσερό καρπούζι
απ' το βαθύ πηγάδι θ' ανεβάζει...
Το δικό μου καλοκαίρι
πάντα μεσ' το μυρωμένο αμπέλι τριγυρνάει,
σε εξοχές που οι δρόμοι τους
ήλιο μυρίζουν και ξερό χορτάρι.
Με τις φίλες αγκαζέ και πασατέμπο
στ' άλλο χέρι, το πρώτο χτυποκάρδι
πάντα θα θυμάται...
Το δικό μου καλοκαίρι
πάντα κάποιο όνειρο θα ψάχνει
στης νιότης το κυριακάτικο σεργιάνι
κι ένα φεγγάρι κρυφά θα κουβαλά τις νύχτες,
που αργά τα βήματα της μνήμης
κοντά μου πάντα θα το φέρνουν.

Πηγή: «Πίσω από τους στίχους»,2018

Βραδινός περίπατος-ΑΝΤΡΕΑΣ ΤΙΜΟΘΕΟΥ

Τα βράδια,
πάντα λίγο μετά τα μεσάνυχτα
στα καλντερίμια της πόλης
κυκλοφορούν σκιές,
μαζί τους και κάτι γάτες.
Γυρεύουν να ξεδιψάσουνε
από σωλήνες παλαιών σπιτιών
που στάζουνε μεθοδικά
και μόνιμα
σαν όρισε ο χρόνος.
Στο κέντρο
τα μπαλκόνια μυρίζουνε καρπούζι
στους περαστικούς,
μα εσύ, αντί για χάραμα καλοκαιριού
και πάλι εκείνη την πρώτη κολοκύθα αναζητάς,
έστω τα θρύψαλά της
κι ας μην υπήρξε άμαξα ποτές.
Σου το ψιθύρισαν κι αυτό οι γάτες.

Πηγή: [Πόλεων βηματισμοί ], "Πλανόδιος στα Σύνορα της Εδέμ", εκδόσεις Παράκεντρο, 2019

Κοινωνικός τουρισμός-ΔΗΜΗΤΡΗΣ Γ.ΠΑΠΑΣΤΕΡΓΙΟΥ

Και έρχεται ο θλιβερός καιρός των αδειών
που σε αρπάζουν οι βδομάδες από μένα
και σ’ ακουμπάνε σε ακρογιάλια ονειρικά.

−Κοινωνικέ μου τουρισμέ, καταραμένος να ’σαι
που απ’ τον πόθο μου μακριά με στέλνεις εξορία−.
Καημός να δω ζευγαρωτά τα εισιτήριά μας.

Εκεί που πήγες διακοπές, ποτέ μου δεν θα πάω.
Θα εξοργιστώ που τράβαγες τον άντρα σου σαν βόδι
να δει νησιά. Ρόδο, Αμοργό, Λήμνο, δεν έχω πάει
μα όλες τις παραλίες τους γνωρίζω απ’ τα όνειρά μου.

Σε όλες άλειψα με λάδι το κορμί σου
λαίμαργα φάγαμε καρπούζι σαν αγρίμια
ολόγυμνη γυαλιστερό σ’ ατένισα κοχύλι
σε όλες σου έκανα έρωτα, εκεί που σκάει το κύμα.

Πηγή: "Τα μεροκάματα ενός έρωτα", Εκδόσεις Εντευκτήριο, 2019

Ένα φοβισμένο ποίημα -ΦΙΛΑΡΕΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ

Οι μυρτιές ανθηρές
Ο αέρας μυρίζει βροχή
Στους τοίχους ζωγραφισμένη οργή
Υπόκωφα ακούγεται ο συρμός των 4.03'
Από τα ανοιχτά παράθυρα βρισιές και μουσική
και μυρουδιά κοκκινιστού
Ο Ιούλης κοιμάται
στις πεταγμένες στα σκουπίδια φλούδες καρπουζιού
ανέραστος
Στο απέναντι μπαλκόνι ένα παιδί παίζει
- φυλακή ένα επί ένα -
Η αζαλέα ,αν και μαραμένη, χαμογελάει
Ένα ποίημα τρέχει να κρυφτεί στο υπόγειο
Η διάθεσή μου χτύπησε κίτρινο
και ποτέ δεν μου άρεσε η ώχρα
Θα ήθελα να χαϊδέψω έναν σγουρό βασιλικό
αλλά δεν έχω
Μάλλον θα ανεβώ στην ταράτσα
Πεθύμησα λίγον ουρανό
Καρφωμένο νιώθω ένα βλέμμα πάνω μου
Η αλλοδαπή του διπλανού διαμερίσματος
τυλιγμένη στην σκλαβιά της
περιεργάζεται τη θλίψη του προσώπου μου
Επιθυμώ την απάλειψη της λέξης ''ευτυχία''
από όλα τα λεξικά
Δεν χωράει κάτω από τη μαντήλα της Αϊσέ
ούτε στο υπόγειο
που σπαρταράει εκείνο το φοβισμένο ποίημα
Ώρα πέντε και κάτι αμφιβολίες
''Αν μπορούσα τον κόσμο να άλλαζα...''
δεν θα έγραφα στο εξής ούτε έναν στίχο
Χρεία αδήριτη η ποίηση
να ξέρει τάχα τον λόγο της ύπαρξής της...

Φ.Β. 0190717

Πηγή:''Στίχοι αλύτρωτοι '' 2017-19

Πώς θα γλιτώσεις μωρομάνα;-ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Χ.ΛΟΥΚΟΠΟΥΛΟΣ

Έτσι μεγάλωνε αυτό το σπίτι
και μας κατάπινε από τα νεύρα του μεγάλωνε κι έπινε και γερνούσε
σαν μια στεγνή φέτα καρπούζι
κι έτσι κόνταιναν τα χέρια και μαζεύονταν
και τα δάχτυλα των χεριών και των ποδιών
ένα δίχτυ φτιάχνανε
και εσωπλέκονταν
ιστός και όχι ιστία.
θα βρουν τα σπλάχνα εκεί
θα βρουν
τα συκώτια μαςκαι των αγγέλων
το υπολειπόμενο φτέρωμα
το δόντι του ελέφαντα
το σπασμένο δόντι
και την προβοσκίδα
που κάποτε ήταν
μόριο που μεγάλωνε
με τη φοβέρα του θανάτου του
σημαία
κι εσύ θα ορίσεις
τα πέρατα
με αυτά τα μάτια
που είναι των γκρεμνών τα μάτια
που είναι των αητών
– σε βρήκα θα πεις
και δεν σε εγκαταλείπω,
αυγό μικρής φραγκόκοτας
που κατουράς ελάφια
μόνο τα νύχια να σου κόψω
να μην κόβεσαι, έτσι που σούρωσες
σαν τη γέρικη μπεκάτσα
έτσι που κρύφτηκες
το δέρμα που ’καμες γητειές
κι αυτοκτονείς
– πώς θα γλιτώσεις μωρομάνα; – θα σ’ έκλεβα,
μα προτιμώ να χαίρομαι που πέφτεις!

Πηγή: " Ενύπνια τα μεθεόρτια", Εκδόσεις Έναστρον, 2020

Αύγουστος-ΝΑΝΣΥ ΔΑΝΕΛΗ

Έτσι καθώς η θάλασσα ανοίγεται στο βλέμμα
του φλοίσβου μελωδία νοσταλγική
ανοίγει αυλαία
σε παλιά της μνήμης σκηνικά.
Παιδιά φτιάχνουν τα κάστρα τους στην άμμο
τσαλαβουτώντας στα ρηχά
πέρα στα πεύκα ο πατέρας κόβει το καρπούζι.
Έφηβοι, ενήλικοι έρωτες
πούπουλα ή φτερά
μικρά ταξίδια, μακρινά
ναυάγια.
Όνειρα στην ακρογιαλιά
γέλια και δάκρυα
γλυκόπικροι διαλογισμοί
σαν να μιλούσαν τα νερά
και νά ΄λεγαν
πως είναι
η ηδονή αφρός
κύμα ο έρωτας
θάλασσα η αγάπη.
Τι νιώσαμε; Τι σώσαμε;
Σ΄αμμόλοφους
το σπίτι των ονείρων.
Όμως, με λίγες απλωτές πώς να τη βρεις
την άμμο τη χαμένη
σε θέλει ολόκληρο η θάλασσα
να κατέβεις στα βαθιά
να πιάσεις πάτο.
Κόκκο τον κόκκο να συλλέξεις
το θρυμματισμένο όνειρο
ν’ αναδυθείς
ευλαβικά κρατώντας το κλειδί
από άμμο καμωμένο και
σμιλεμένο από νερό θαλασσινό
που ξεκλειδώνει
τούτο τον Αύγουστο
που τόσο στένεψε ο χώρος της καρδιάς
για να χωρέσει μέσα της
η θάλασσα που όλα τα χωράει.
Μα τι άλλο είναι η ζωή
από εκείνη τη στιγμή
που ακινητεί το βλέμμα
και το διαβάζεις
στη γραμμή του ορίζοντα
όλα σου τα νερά
θα τα δεχτείς
αλλιώς στη λύτρωση δεν πας
παρά μονάχα ολόκληρος.

Πηγή: Προσωπική σελίδα ποιήτριας Facebook

Καλοκαίρι ώριμο σύκο-ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΑΪΤΑΤΖΗ-ΧΟΥΛΙΟΥΜΗ

Καλοκαίρι καμπίσια καπνοθάλασσα να τσουρουφλίζει
Ολονυχτίς βατράχια να κοάζουν διψασμένα
Καλοκαίρι καινούργια πεδιλάκια από την πόλη τσιτάκι εμπριμέ
Κορδέλες ροζ σατέν σιρίτια στον ποδόγυρο μπορντούρα
Στην πρόβα να σου λέει η μοδίστρα -άμον τη Παναΐας το μάτες-
Κι έμαθες να αγαπάς της Παναγιάς τα μάτια
Τα μάτια σου τα μάτια τα δικά του
Δεκαπενταύγουστος στο διπλανό χωριό το πανηγύρι
Φοράς το καινούριο φουστανάκι
Η προσμονή κουφέτο λιώνει στη γλώσσα
Να τον βρεις να μοιραστείς το όνειρο
Καλοκαίρι βουτάς στου καρπουζιού την υδρόγειο σφαίρα
Κηρήθρα χρυσοκόκκινη καις και δροσίζεις της καρδιάς τα φύλλα
Στα μαύρα στίγματα κρατάς κριμένη την γύρη
Καλοκαίρι ερωτευμένη ρόγα ροδίζεις πριν ραγίσεις
Καλοκαίρι ώριμο σύκο με το λευκό εκχύλισμα να γδέρνει
Καλοκαίρι ποιός να σε γεύεται χωρίς πληγές στο στόμα

Καλοκαίρι καθήλωση στο κλιματιστικό
Αναπολήσεις να φλέγονται τα κρύα χείλη

Πηγή:Πρώτη δημοσίευση,http://artinews.gr/

Ταξίδι αλαργινό-ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

Ιούλης μήνας αρχινά, ένας
Αλωνάρης, ο Αηλιάς
Φέτα καρπούζι κόκκινο, κι
ακόμη
Είναι εδώ το καλοκαίρι.
Στάζει δροσιά
Χαρά
Κι ένα καράβι περιμένει
Πιασμένες χέρι χέρι
Στα βάθη του πελάγους
χορεύουν οι κόρες του Νηρέα.
Αμέριμνος ο αστερίας τραγουδά.
Με τι χάρη το αλογάκι κολυμπά!
Μααα ... ένα κοχύλι ψιθυρίζει στο
θαλασσινό τριφύλλι :
"Kι η Σκύλλα, πού παραμονεύει;"
Πού;
Mια σκέψη, απλά, του Νου
και τίποτ' άλλο!
Στάσου
Kλείσε τ' αυτιά σου με κερί
Ήχο τερπνό των Σειρήνων
δε θ' ακούς πια.
Τράβα μακριά
Μπορείς
Πολύ μακριά
Κατά τη χώρα των Μακάρων.
Εκεί, θα πιεις νερό
Από αιώνια πηγή
Θα ξαποστάσεις
Τράβα μακριά
Πολύ μακριά
Και μη ρωτάς για πού
Είναι καιρός
Κι είναι, καλοκαίρι!

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ
( ΙΟΥΛΙΟΣ του 2019 )

Πηγή: Προσωπική σελίδα ποιήτριας Facebook

Βάρδια-ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΑΥΡΙΔΟΥ

Ατέλειωτα χωράφια στο μυαλό της
Καλοκαίρια που μύριζαν καρπούζι
Γέλια δυνατά σε γλώσσα άλλη
Λόγια και μουσικές κάτω απ’ το δέρμα
Ψιθύριζαν απλά τα πιο μεγάλα μυστικά
Ξυπόλυτη, άφοβη, παντοδύναμη
Παντού σκορπιζόταν αμέριμνα
Τι θέλει τώρα εδώ;
Ποιες σιωπές ακολουθώντας
Έφτασε σε τούτο τον άχρωμο χειμώνα;
.
Ατέλειωτα χέρσα τοπία στο μυαλό της
Μυρωδιές φαρμάκων κι αντισηπτικού
Πόνος κρυμμένος σε ανάσες αγωνιώδεις
Η βροχή γλείφει τα τζάμια
Παγώνει τα όνειρά της
Τι θέλει εδώ;
Ποια ψέματα ακολουθώντας
Έφτασε σε τούτο το ανάστερο σκοτάδι;

Κρατά το χέρι της κοπέλας
Της χαϊδεύει τρυφερά το μέτωπο
Πόσα καλοκαίρια φωλιάζουν στις μνήμες της;
Πόσο λίγα καλοκαίρια;
Πόσο πολλοί χειμώνες;
Ζήσε, θέλει να της πει.
Ζήσε, θέλει να φωνάξει.
(Οι φίλοι την καλούν άραγε με το όνομά της ολόκληρο;)
Ζήσε, όπως κι αν σε λένε.
Πάλεψε!
Ζήσε!
Τίποτα δε λέει εντέλει
Μόνο την κοιτά και την αγγίζει
Δε μιλά
Δε μιλά πια
Κι η βροχή γλείφει τα τζάμια

Τι τα θέλουν τόσο μεγάλα παράθυρα στα νοσοκομεία;

Τέλος βάρδιας.

Πηγή: stixoi/info

Αφέθηκα - 2018 -ΤΖΟΥΤΖΗ ΜΑΝΤΖΟΥΡΑΝΗ

Μισό φεγγάρι σαν φέτα από καρπούζι
πάνω από την Ομόνοια,
με την αχλή του ολόγυρα,
να το θολώνει, έτσι όπως
θολωμένο είναι και το μυαλό μου
από την ρακή
και την απουσία σου...
Νύχτα στη Γερανίου,
στην Πειραιώς, στον Κεραμεικό,
να βλέπω τα εικοσάχρονα αγόρια
να μπαίνουν βιαστικά
στα μπουρδέλα της Λένορμαν
για να ξεθυμάνουν τις ορμές τους.
Και γώ να οδηγώ στην εθνική,
ακόμα μια φορά για την Κηφισιά,
μιά-δυό μέρες ακόμα...
Τέλος εποχής!
Μέσα Νοέμβρη και ακόμα έχει τόση ζέστη
που καθόμαστε έξω
στην Σαλαμίνος,
αφήνω τον Ακ στο σπίτι
και γυρίζω που;
Κρατάω το τιμόνι και συνειδητοποιώ
δεν έφυγε το αυτοκίνητο στην Κηφισίας
εγώ το άφησα...
Αφέθηκα!
Να με πάει αυτό όπου ήθελε...
Να μη με νοιάζει πια...
Αφέθηκα!
γιατί σου το'χα ζητήσει από παλιά,
όταν σου έφτιαχνα τα χάρτινα καραβάκια
σου το `χα πει και τότε πως,
ότι ήθελα από σένα, ήταν μόνο
να με ταξιδέψεις...

Πηγή: stixoi/info

Ο κόσμος είναι απλός-ΑΝΤΖΕΛΑ ΓΕΩΡΓΟΤΑ

Συνήθιζα να σε ρωτάω
Πώς φτιάχτηκε ο κόσμος,
Αλλά μονάχα μου χαμογελούσες.
Μου άπλωνες το χέρι,
Με έπαιρνες στην αγκαλιά σου.
Ο κόσμος ήταν απλός για εσένα.
Μια γλάστρα με βασιλικό,
Ένας καφές ελληνικός με μια σταγόνα ούζο,
Μια φέτα από καρπούζι τον Αύγουστο,
Ένα πρωινό στην ακροθαλασσιά.
Ο κόσμος ήταν απλός.
Ένα φιλί στο μάγουλο,
Ένα τραγούδι γύρω από το τζάκι
Ή ένας χορός στην ανοιξιάτικη αυλή.
Ο κόσμος ήταν απλός.
Το καλοκαίρι στο πανηγύρι της Μυρτιώτισσας
ή στο μοναστήρι στο βουνό του Παντοκράτορα κερί να ανάψεις.
Ένα τσαμπί σταφύλι, λίγα σύκα, μια χούφτα καρύδια,
Γάργαρο νερό από το βαθύσκιωτο πηγάδι μας
Και υποβρύχιο βανίλια.
Ο κόσμος είναι απλός.
Μα τον περιέπλεξε πολύ ο θάνατός σου.

Πηγή: stixoi/info

Καλοκαίρι-ΕΙΡΗΝΑΙΟΣ ΜΑΡΑΚΗΣ

Ροκανίζοντας τη μοναξιά
στο υγρό δωμάτιο
και μ’ ένα ανεμιστήρα
που ανακυκλώνει τη θλίψη
με ψυχροπολεμικά αναγνώσματα
με νουάρ ιστορίες της μιας δραχμής
απ’ το παλαιοπωλείο της γειτονιάς
μ’ ένα φραπέ πιο ζεστό από σούπα
έτσι περνά το καλοκαίρι
με δανεικά τσιγάρα
με γρήγορα ντουζ
από το λάστιχο της αυλής
με όνειρα για διακοπές
σε εξωτικές παραλίες
ενώ η γάτα ξαπλώνει απάνω μου
παρηγοριά ζητώντας στο ασθενικό στήθος
σε μια καρδιά
που μισεί αυτή την εποχή
και τον χειμώνα περιμένει
για μεταμεσονύχτιες εξόδους
σε μπαρ παρακμιακά και άθλια
με ανθρώπους που στο ερχόμενο καλοκαίρι
ψάχνουν τη σωτηρία
μπροστά από ένα πιάτο καρπούζι
κι επαναλήψεις στην τηλεόραση

Πηγή: stixoi/info

[Φλέγεται ήδη το καρπούζι...]ΑΝΤΡΟ ΠΕΝΝΑ

Φλέγεται ήδη το καρπούζι.Το βράδυ
πέφτει πιο πυκνό τώρα πια. Κι εσύ επιστρέφεις
λιγάκι μελαγχολικός στον έρωτά μου.

Μετάφραση: Σωτήρης Παστάκας

Πηγή: "Ξένη ποίηση του 20ού αιώνα",Μαρία Λαϊνά,Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα,2007

Ζητάω σιωπή-ΠΑΜΠΛΟ ΝΕΡΟΥΔΑ

Τώρα να μ' αφήνατε ήσυχον
τώρα συνηθίστε χωρίς εμένα.

Τώρα θα κλείσω τα μάτια μου.

Και μόνο θέλω πέντε πράγματα
πέντε ρίζες που ξεχωρίζω.

H μια είναι ο έρωτας δίχως τέλος.

Τo δεύτερο είναι να κοιτάζω το φθινόπωρο.
Δεν μπορώ αν δεν πετάνε
και δεν ξαναγυρνάνε τα φύλλα στη γη.

Το τρίτο είναι ο βαρύς χειμώνας
η βροχή που αγάπησα, το χάδι
της φωτιάς μέσ' τ άγριο κρύο.

Τέταρτο έρχεται το καλοκαίρι
στρογγυλό σαν καρπούζι.

Το πέμπτο πράμα είναι τα μάτια σου.
Ματίλντε μου, πολυαγαπημένη.
Δε θέλω να κοιμάμαι χωρίς τα μάτια σου,
δε θέλω να είμαι, αν εσύ δε με βλέπεις:
εγώ αλλάζω άνοιξη
μόνο γιατί με κοιτάς εσύ.

Φίλοι, αυτά είναι τα όσα θέλω.
σχεδόν τίποτα και σχεδόν όλα.

Τώρα, αν θέλετε, πηγαίνετε.

Έχω ζήσει τόσο που κάποια μέρα
θα πρέπει αναγκαστικά να με ξεχάσετε,
σβήνοντάς με από τον πίνακα:
η καρδιά μου υπήρξε ατέρμονη.

Όμως, επειδή ζητάω σιωπή,
μη νομίσετε πως θα πεθάνω:
μου συμβαίνει εντελώς το αντίθετο:
συμβαίνει πως πρόκειται να βιωθώ.

Συμβαίνει πως είμαι και ότι συνεχίζω.

Όχι για τίποτα άλλο, αλλά γιατί μέσα μου
θα βλαστήσουν δημητριακά,
πρώτα οι σπόροι που σκίζουνε
το χώμα για να δούνε το φως.
Όμως η μάνα γη είναι σκοτεινή:
κι' από μέσα μου είμαι σκοτεινός:
είμαι σαν πηγάδι που μέσα στα νερά του
αφήνει τ' αστέρια της η νύχτα
και συνεχίζει στον κάμπο μοναχή.

Και επειδή έζησα τόσο,
θέλω να ζήσω άλλο τόσο.

Ποτέ δεν ένιωσα έτσι ηχηρός,
ποτέ δεν είχα τόσα φιλιά.

Τώρα, όπως πάντα, είναι νωρίς.
Πετάει το φως με τις μέλισσές του.

Αφήστε με μόνο μου με την ημέρα.
Ζητάω την άδεια να γεννηθώ.

Pablo Neruda, Estravagario

Μετάφραση: Δανάη Στρατηγοπούλου

Πηγή: https://taenoikwkaiendimw.blogspot.com

Οι σκιές μας προσπερνούν-ΝΙΚΟΛΑ ΜΑΤΖΙΡΟΦ

Μία μέρα θα συναντηθούμε
σαν ένα χάρτινο καραβάκι μ’ ένα
καρπούζι που κρυώνει στο ποτάμι.
Το σκίρτημα του κόσμου θα
γίνει δικό μας. Με τις παλάμες μας
θα σκοτεινιάσουμε τον ήλιο και θα πλησιάσουμε
ο ένας τον άλλο κρατώντας φανάρια.
Μια μέρα ο άνεμος δεν
θ’ αλλάξει την πορεία του.
Η σημύδα θα σκορπίσει φύλλα
στο κατώφλι πάνω στα παπούτσια μας.
Οι λύκοι θα κυνηγήσουν
την αθωότητά μας.
Οι πεταλούδες θ’ αφήσουν
στα μάγουλά μας την άχνη τους.
Κάθε πρωί μια γριά
θα μιλάει για μας στην αίθουσα αναμονής.
Ακόμα κι αυτό που λέω έχει
ξαναειπωθεί: περιμένουμε τον άνεμο
σαν δύο σημαίες σε συνοριακή διάβαση.
Μια μέρα όλες οι σκιές
θα μας προσπεράσουν.

Μετάφραση: Αμίλιγια Μαϊστότοβα -Στογιάνοβσκα

Πηγή: https://frmk.gr 

Νεκρή Φύση-ΛΟΥΑΝ ΤΖΟΥΛΙΣ

Δύο κόκκινα μήλα
σα ζευγάρι ερωτευμένο
κι ένα αχλάδι κίτρινο
σα ξεχασμένη ζήλεια.

Ένα μισό πράσινο μήλο
όπως μια χλιαρή ελπίδα
και μια φέτα από καρπούζι
σαν μια καρδιά κομματιασμένη
από τον πόνο.

Δύο ρώγες σταφυλιού
άσπρη και μαύρη
όπως δύο μάτια που μυστικά παραφυλάνε.

Τα φρούτα
βαλμένα χωρίς μεράκι και φαντασία
σε μιαν άχαρη
και πλαστική πιατέλα
στο κάτω ράφι του ψυγείου
θέλουν να πουν
ότι μπορούν να διηγηθούν τη ζωή
και μες από την άχρωμη ψύξη
και το νανούρισμα του μοτέρ.

Ακόμη κι έτσι.

Πηγή: stixoi/info

 

Επιμέλεια αφιερώματος-Έρευνα: Αγγελική Καραπάνου

 

 

 

Έννεπε Μούσα

Έννεπε Μούσα!
Για τους εραστές της ποίησης και της στιχουργικής!
Για προβολή γνωστών κι άγνωστων δημιουργών!
Για επικοινωνία μέσα από έργα αγαπημένα!
Έννεπε Μούσα!
Με όχημα την πένα, το ταξίδι, τ’ όνειρο!!!

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ

Η  αναδημοσίευση του περιεχομένου του παρόντος διαδικτυακού ιστότοπου ΕΝΝΕΠΕ ΜΟΥΣΑ επιτρέπεται ΜΟΝΟ με την παράθεση πηγής και ενεργού συνδέσμου (link).

  

Τα Cookies βελτιώνουν την απόδοση της σελίδας μας. Δεν αποθηκεύουμε προσωπικές σας πληροφορίες. Μας επιτρέπετε να τα χρησιμοποιούμε;