Σαγηνευτής Σεπτέμβριος (ποιήματα)

Σαγηνευτής Σεπτέμβριος (ποιήματα)

Ο πρώτος μήνας του φθινοπώρου , που αρνείται ν'αποχαιρετήσει το καλοκαίρι, γι'αυτό είναι πάντα ζεστός,γλυκός κι ήπιος. Κι όταν θυμάται το θέρος με την ξεγνοιασιά του, βάζει πού και πού τα κλάματα και βλέπουμε καμιά βροχή...Ο μήνας του τρύγου...Ο μήνας που υποδέχεται τα παιδάκια στο σχολείο... Για να δούμε πώς τον τίμησαν οι ποιητές!

Σεπτέμβριος- ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

Ένα παιδί προχωράει στο δρόμο, στους ώμους του, γεμάτη μικρά
ανεκπλήρωτα, βαραίνει η σχολική του τσάντα.
Κάθομαι πίσω απ’ το τζάμι και κοιτάω τη βροχή να παρασέρνει
τους έρωτες του καλοκαιριού.

Πηγή: https://www.stixoi.info

Αρχάγγελος τον Σεπτέμβριον βοά μέσα στην πλάση- ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ

“Τις μέρες τις γλυκιές του Σεπτεμβρίου, όταν δεν έχει ακόμη
βρέξει και είναι το άκουσμα των ήχων πιο αραιό και η
γεύσις των ωρών και από του θέρους πιο πυκνή, όταν στους
κήπους σκάνε τα ρόδια, και πάλλονται υψιτενείς οι στήμονες
των λουλουδιών, και σφύζουν στις πορφύρες των φλεγόμενοι
οι ιβίσκοι, όλοι σαν υπερβέβαιοι γαμβροί που στων νυμφών
κτυπούν τις θύρες, τότε, σαν να ‘ναι πάντα καλοκαίρι (γιατί
όποια κι αν είναι η εποχή, ο πόθος είναι πάντα θέρος) αναγαλλιάζουν οι ψυχές, και ο Έρωτας, ο πιο ξανθός αρχάγγελος του Παραδείσου, βοά και λέγει στο κάθε που άγγιξε κορμί: Τα ρούχα πέτα, γδύσου.
Τίποτε μη φοβάσαι.
Έαρ, χειμώνας, θέρος-
όπου κι αν είσαι-
είναι η ρομφαία μου μαζί σου.”

Πηγή: Ανδρέας Εμπειρίκος, Οκτάνα,Ίκαρος

Φως του Σεπτέμβρη - ΝΙΚΟΣ ΑΛΕΞΗΣ ΑΣΛΑΝΟΓΛΟΥ

Το φθινοπωρινό του φως λάμπει στα κρύσταλλα της πόλης
καθώς σιγά σιγά το καλοκαίρι λιώνει.

Κι όμως ταξίδεψα πολύ κατά τις δυτικές ακτές
είδα τα σώματα των όψιμων κολυμβητών να φθίνουν
μέσα στο ηλιόγερμα, κάτω απ’ τις λάμπες του γκαζιού
Θε μου, τα είδα σε αμμουδιές από άσπρη πορσελάνη.

Μα εγώ εκείνον θέλησα. Στην πόλη του ξαναγυρνώ
στους πολυέλεους της νύχτας ξαναρχίζω.

Πηγή: Αργό πετρέλαιο,1974

Σεπτέμβριος- ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

Σεπτέμβρης ναι Σεπτέμβρης είν’ αυτός
ο κόμπος στο λαιμό η κολλώδης μνήμη που
εμποδίζει την κατάποση στερεών απόντων
η ατονία οι κομάρες που αδειάζουνε το σώμα
σε μια φυγή γεμάτη τρύπες
οι καούρες νηστικών ονείρων στο στομάχι
οι άρρυθμες σβησμένες γροθίτσες του σφυγμού
– τι θαρρείς κάπως έτσι σταματούν
κάποτε τελειώνουνε τα αιμοφόρα αστεία.

Ρηχά τα καφενεία στον πεζόδρομο.
Λάδι η ησυχία.
Ασφαλής πικρός ο καφές μου
μακράν της φορτικής ζάχαρης
– μια συνήθεια είναι τ’ απαραίτητα την κόβεις.
Ήχος κερμάτων σε τενεκεδάκι οργανοπαίκτη.
Ο ελεήμων Σεπτέμβρης που ρίχνει φύλλα.

Σεπτέμβρης ναι. Ο τιποτένιος άθλιος μήνας
ο μισητός τσιγκούνης – σου δόθηκε
μονάχα ο μισός και τ’ άλλο ήμισύ του το καλύτερο
δολίως πιο μεγάλο απ’ το δικό σου
οι ζωντανοί τ’ αρπάξαν.

Ναι. Αλλά ήταν σήμερα αγνώριστος.
Ένας άγνωστος αθώος.
Άυλος κι όμως φλύαρα φιλάρεσκος καθώς
τον λίγωνε μια ζέστη σε πιο σωματικόν
– την είχε βιάσει στο άδειο
ξενοικιασμένο τέλος του Αυγούστου.

Ήτανε τόσο φορτική σαν αμαρτία η θαμπάδα του
τόσο πείσμων η πανάκριβη
κάπου μακριά φιλόβροχη κολόνια που φορούσε
τόσο ξεροκέφαλα εγκόσμιο τ’ όνομά του
ώστε μου άρεσε να σ’ έχω προς στιγμήν
ολότελα ξεχάσει.

Καλή του ώρα ένα γυφτάκι πούλαγε κάτι
ένοχα βήτα διαλογής χαρτομάντιλα μούσκεμα
στα μάτια μου.

Πηγή: «Ενός λεπτού μαζί», εκδόσεις Ίκαρος, 1998

Ο Σεπτέμβρης-  ΡΕΝΑ ΚΑΡΘΑΙΟΥ

Ο Σεπτέμβρης είναι αγόρι
Ο Σεπτέμβρης είναι αγόρι
κ' έχει ολόχρυσο καπέλο
και χρυσό το πανοφώρι.
Τα παπούτσια του είναι φύλλα
που έχουν πέσει απ' τα πλατάνια
και τα μάγουλά του μήλα.
Με του ανέμου τα ποδάρια
τρέχει δίχως να τον βλέπεις
στων βημάτων του τα χνάρια
διαμαντάκια θε να βρεις.
σταγονίτσες, σταγονίτσες
μιας ολόχρυσης βροχής.
Ο Σεπτέμβρης είναι αγόρι
κατεβαίνει από τα δάση
κατεβαίνει από τα όρη
και έρχεται για να χτυπήσει
μια πελώρια καμπάνα
το σχολειό να αρχινήσει.
Ο Σεπτέμβρης πάντα δες
έχει όλα τα παιδάκια
φίλους και συμμαθητές.

Πηγή: https://pablodelamopalimpsisto.blogspot.com

Ο Σεπτέμβρης του 1903 -ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ

Τουλάχιστον με πλάνες ας γελιούμαι τώρα
την άδεια την ζωή μου να μη νιώθω.

Και ήμουνα τόσες φορές τόσο κοντά
και πώς παρέλυσα, και πώς δειλίασα
γιατί να μείνω με κλειστά τα χείλη
και μέσα μου να κλαίει η άδεια μου ζωή,
και να μαυροφορούν οι επιθυμίες μου.

Τόσες φορές τόσο κοντά να είμαι
στα μάτια και στα χείλη τα ερωτικά,
στ’ ονειρεμένο, το αγαπημένο σώμα.
Τόσες φορές τόσο κοντά να είμαι.

Πηγή: Άπαντα Καβάφη

Αρχές Σεπτέμβρη- ΑΝΤΩΝΗΣ ΘΑΛΑΣΣΕΛΗΣ

Μεθυσμένα πέφτουν
του Σεπτέμβρη τα φύλλα.
Ψυχές του Αυγούστου είναι
που φοβούνται τη βροχή.
Φευγαλέες ματιές
που δεν ανταμώθηκαν ξανά.

Ηχώ της ανάσας στης νύχτας τα βλέφαρα.
Φίλημα τρυφερό της θάλασσας
στη άκρη του κόσμου,
φεγγαροτράγουδο
πού γλυκά ξεχύνεται στο σύμπαν

Είναι και γω που σκαρώνω
ελπίδες ναυάγια στους ίσκιους
της φαντασίας.

Είναι και συ που στολίζεσαι
με δάκρυα της αυγής,
φορώντας τα χρώματα τ’ αυγερινού,
προσμένοντας το ταξίδι.

(Από την υπό έκδοση νέα ποιητική του συλλογή)

Σεπτέμβριος - ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΟΛΙΑΣ

Από το ανοιχτό παράθυρο
φυσάει μέσα ο Σεπτέμβριος
και σβήνει
το λυχναράκι
του Καλοκαιριού.

Με τις πρώτες σταγόνες
ανοίγουν τις ομπρέλες τους
οι πυγολαμπίδες
και πλημμυρίζουν
τα μονοπάτια του κήπου.

Στην ανεμόεσσα κόμη
της λύπης της
ακόμα και το δικό του χάδι
αποδημητικό

Πηγή: https://pablodelamopalimpsisto.blogspot.com

Οι αποδημητικές καλημέρες- ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

Ἄρχισε ψύχρα.
Τὸ γύρισε ὁ καιρὸς σὲ ἀναχώρηση.

Ἡ πρώτη μέρα τοῦ Σεπτέμβρη
ξοδεύτηκε σὲ κάποια ὑδρορροή.
Ὡς χθὲς ἀκόμα ὅλα ἔρχονταν.
Ζέστες, ἡ διάθεση γιὰ φῶς,
λόγια, πουλιά,
πλαστογραφία ζωῆς.
Γονιμοποιοῦνταν κάθε βράδυ τὰ φεγγάρια,
πολλοὶ διάττοντες ἔρωτες
ἦρθαν στὸν κόσμο τὸν περασμένο μήνα.

Τώρα ἡ γνωστὴ ψύχρα
κι ὅλα νὰ φεύγουν.

Ζέστες, πουλιά, ἡ διάθεση γιὰ φῶς.

Φεύγουν τὰ πουλιά, ἀκολουθοῦν τὰ λόγια
ἡ μία ἐρήμωση τραβάει πίσω τῆς τὴν ἄλλη
μὲ λύπη αὐτοδίδακτη.
Ἤδη ἀποσυνδέθηκε τὸ φῶς ἀπὸ τὴν ἐπανάπαυση
κι ἀπὸ τὶς καλημέρες σου.
Τὰ παράθυρα ἐνδίδουν.
Τὸ χέρι τοῦ μεταβλητοῦ κλείνει τὰ τζάμια,
ἄλλοι λὲν ὡς τὴν ἄνοιξη,
ἄλλοι φοβοῦνται διὰ βίου.

Κι ἐσὺ τί κάθεσαι;
Καιρὸς νὰ μπεῖς κι ἐσὺ στὰ ἀλλαγμένα.
Νὰ γίνεις ὅτι ἀναρωτιόμουν πέρυσι:
«ποιὸς ξέρει τ᾿ ἄλλο μου φθινόπωρο;».
Καιρὸς νὰ γίνεις «τ᾿ ἄλλο μου φθινόπωρο».
Ἄρχισε ψύχρα.
Ρῖξε στὴν πλάτη σου ἕνα ροῦχο ἀποδημίας.

Πηγή: https://www.stixoi.info

Σεπτέμβρης 2014 - 2018 -ΤΖΟΥΤΖΗ ΜΑΤΖΟΥΡΑΝΗ

Έμπαινε γλυκά ο Σεπτέμβρης.
Με μια μπόρα ξαφνική, μετά μια λιακάδα γεμάτη θλίψη και μελαγχολία, με τη μυρωδιά του βρεγμένου χώματος να σου καίει τα ρουθούνια.
Να φουσκώνουν τα πνευμόνια σου για να βρουν μέσα στον αέρα της πόλης το οξυγόνο, ανακατεμένο με το καυσαέριο και τη φασαρία από τα μηχανάκια και τα αυτοκίνητα.
Και αυτός ο καταγάλανος ουρανός της Αττικής, με τα άσπρα σύννεφα, διάσπαρτα να ταξιδεύουν με την ταχύτητα του αέρα που αρχίζει να κρυώνει και κάνει το σώμα σου να ριγεί στην επαφή μαζί του, σαν εραστής, που τον θέλεις απελπισμένα.
Περπατάς στην Πειραιώς, και τα φουγάρα από τα παλιά εργοστάσια και το Γκάζι, υψώνονται ψηλά, προς τον ουρανό και σε κάνουν να θες να μπορούσες να πετάξεις...ψηλά.
Τα πόδια σου όμως μένουν καρφωμένα στο φρεσκοπλυμένο από την σκόνη του καλοκαιριού πεζοδρόμιο....
Πατούν γερά στην αττική γή, νιώθουν τον παλμό της, την ψυχή της... 5000 χρόνια δρόμος...
Πόσα πόδια τον περπάτησαν, πόσοι πόθοι στάθηκαν να ξαποστάσουν στο χώμα της, κι’ ύστερα να συνεχίσουν την πορεία τους...
Πόσα αντίο να κρύβει άραγε ο Κεραμεικός;
Πόσα καλοσωρίσματα η επιστροφή από τον Πειραιά στο "Κλεινόν Άστυ";
Πού και πού, ανάμεσα στα μισογκρεμισμένα κτήρια, ξεφυτρώνουν μια συκιά, ένα αγριόδεντρο, μια μαργαρίτα, ένα χορτάρι...
Σ'αυτόν τον δρόμο, σ’ αυτή την πόλη που την σκέπασε το τσιμέντο και η άσφαλτος, υπάρχει ακόμα μια καρδιά, από κάτω, στα σπλάχνα της, που χτυπάει, αιώνες τώρα με τον ίδιο ρυθμό πάντα...
Σκύβω να δέσω το κορδόνι του παπουτσιού μου.
Το φανάρι είναι πράσινο για τους πεζούς, μα εγώ ακινητώ.
Δε θέλω να πάω πουθενά.
Εδώ θέλω να μείνω.
Έτσι ακίνητη πιά.
Σαν άλλη Καρυάτιδα, να κρατήσω καλά κλεισμένα μέσα από το ντροπαλό και φειδωλό χαμόγελό μου, τα μυστικά της δικής μου εποχής...
Για τους επόμενους, που ίσως μια μέρα, περνώντας βιαστικοί και αφηρημένοι από τις σκοτούρες τους, τύχει και με προσέξουν...

Πηγή: https://www.stixoi.info

Λίγο πριν φύγει ο Σεπτέμβρης- ΣΑΒΒΑΣ ΛΑΖΑΡΙΔΗΣ

Κάθονταν χωρίς να θέλει να κάνει το παραμικρό
στριμωγμένος ανάμεσα στα ποιήματά του
να κοιτάζει τον κόσμο από χαμηλά, στα πόδια
δείχνοντας πάντα προς μια κατεύθυνση αλόγιστη
για εκείνο το τυχαίο προς το πλεόνασμα των δικών τους φόβων
έλεγε πως κάποτε θα τους είχε αντιμετωπίσει
έξω από το λιμάνι της Καλκούτας τυλιγμένος μες στη λάσπη
και μετά πως έπινε μπύρες με τους εργάτες παινευόντανε
όχι για τον ίδιο, αλλά για να μας χαρίσει μια ιστορία
να κρατήσουμε μέσα στα σπιρτόκουτα των αναμνήσεών μας
για εκείνη την απλότητά του που ονόμαζε αγάπη χωρίς
τίποτα άλλο που θα μας έκανε να ανησυχούμε
Και όμως θα μπορούσαμε,
μα αυτό δεν είναι απαραίτητο τις περισσότερες φορές
για πράξεις που διαγράφονται στις διπλές τους κατευθύνσεις
και έπειτα τις ξαναβρίσκεις στην επόμενη στροφή του δρόμου
πάντα αναμένοντας χωρίς να προσβάλλονται
παρά μόνο επιθυμώντας λίγη από την δική του ηρεμία
σαν ένα δέντρο, μια μανόλια ανθισμένη, μια πέτρα λαξευμένη
έκθετη στις ευαίσθητες λεπτομέρειες των ποιημάτων
πιο πέρα από τις λέξεις, πιο βαθιά σε εκείνο το συναίσθημα
που δεν είναι μόνο ένα νόημα ζωής ή
ένας οδοστρωτήρας που περιμένει φιλοδώρημα
για να καταπατήσει όνειρα αργοπορημένα σε αδιάβαστα βιβλία
όσο εμείς καπνίζαμε τα τελευταία μας τσιγάρα
γνωρίζοντας και ας νιώθαμε εντελώς ανίδεοι
διασκεδάζουμε με φτηνές απομιμήσεις της ζωής
Θα είναι φωτεινό το βράδυ,
όταν η αγέννητή μου κόρη στη συντομία του ονείρου
θα διαβάζει ξανά και ξανά τις κιτρινισμένες του σελίδες
κοιτάζοντας μέσα από καπνισμένες πια φωτογραφίες
έναν σκύλο να γελάει στα στενά της πόλης

Πηγή: https://www.stixoi.info

Η φύση έχει την πιο ωραία μνήμη -ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ- ΡΟΥΚ

Η φύση έχει μια μνήμη με σύννεφα μπλάβα
με κίτρινες προεκτάσεις του φεγγαριού
στις λίγες αναμνήσεις που μου μένουν
όταν υμνούσα το Σεπτέμβρη
κι απ' τα νερά τα γκρίζα, τα μαλαματένια του
είχα δει ν' αναδύονται τα πιο ωραία
σώματα της αγάπης μου.
Ήταν α υ τ ή η ψύχρα
α υ τ ή η θολή καθαρότητα
κι ένα γλυκό φωτοστέφανο
τριγύριζε τα πρωινά ψάρια
στον μαρμάρινο μπάγκο.
Ο αέρας ύφασμα
με τέλεια εφαρμογή
η μυρωδιά του γιασεμιού
λες κι ήταν προσωπικό μου χάρισμα
λες και με αφορούσε κι εμένα
η ωραιότητα.
Η αγάπη έχει αξία συλλογική
τα τόσα πρόσωπα είναι ένα
μες στο γαλάζιο
κι η συμβολή τους συμβολική
στης εποχής το γύρισμα
στον τρύγο
στο πλύσιμο των βαρελιών
δίπλα στη θάλασσα
στα μαύρα σακιά με κοπριά
ακουμπισμένα στην πόρτα μου
σαν κακοί οιωνοί.
Η φύση έχει την πιο ωραία μνήμη
φοράει το ίδιο φως
σε κάθε επέτειο
κρατάει το ίδιο κλαρί
με τα λαχανιασμένα φύλλα
στην εκθαμβωτική πτώση τους.
Γιατί εγώ άσχημα θυμούμαι
Βλέπω μόνο σταγόνες πίκρας
στα χείλη μου που τα ΄σχιζε
η χαρά
και σημάδια αλλοίωσης στα μέλη
τα κρυφά
ανθεστήρια θανάτου.

Πηγή: Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ: Ποίηση 1963-2011,Καστανιώτης

Βροχή επιστροφής - ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

Εγώ, όταν μεγαλώσω
θα γίνω Σεπτέμβριος έλεγε ο Αύγουστος.
Έβρεξε δω λιγάκι.
Δοκιμαστικά, σαν έλεγχος
αν λειτουργούν καλά οι πτώσεις.
Όπως χτυπάνε κάθε τόσο
ξαφνικά οι σειρήνες, δοκιμαστικά,
αν λειτουργεί καλά
ο τρόμος του πολέμου.
Ελάχιστη βροχή,
ίσα που την πλατάγισε στο στόμα του
το χώμα τη σταγόνα
– καθώς δοκιμαστής κρασιών-,
μόλις που πρόλαβε η υγρόεσσα ευωδιά
παραπονιάρα να τριφτεί
πάνω στα περιβόλια.
Δέναν οι παραθεριστές
στις σχάρες των αυτοκινήτων την Αθήνα
μαρσάραν τις βαλίτσες τους και φεύγαν.
Πεθαίναν απ’ τη ζήλια τους τα σπίτια
κοιτώντας τα τροχόσπιτα
στην Εθνική Οδό του Σεπτεμβρίου.
Απ’ τ’ ανοιχτά παραθυράκια τους
μικρά όσο ένα σάντουιτς ματιάς
κουρτινάκια φτερακίζαν κατά έξω,
νάιλον γλάροι εμπριμέ, δεμένοι.
Λοξά στημένη
νανούριζε τα τέλια της
μια κιθάρα ηλιοκαμένη.
Ευτυχώς βελτιώθηκε
το βιοτικό επίπεδο της βάρκας.
Γίνανε βάρκες κατοικίδιες
– αστυφιλία των σκαριών.
Αστραφτερές, εξωλέμβιες,
πάνω στα τρέιλερ κουρνιασμένες
ακολουθούν τ’ αφεντικά τους,
σκυλάκια ράτσας
χωρίς καθόλου τρίχωμα θαλάσσης.
Γαύροι πηδάνε κατά πάνω,
μια τελευταία ασημένια περιέργεια.
Κάτι θα την πονέσει απόψε τη βραδιά
γι’ αυτό το προς το τέλος.
Αν έχει ξαστεριά
θα πιει κάποιο παυσίπονο αστέρι.
Εγώ θα μείνω ακόμα λίγο.
Μήπως και ξαναβρέξει.
Να σε ξεπλύνω λίγο.
Είσαι μες στην αρμύρα και τ’ αλάτια
από τότε που ήμουνα θάλασσα.

Πηγή: https://www.catisart.gr

Οι βροχές του Σεπτεμβρίου - ΤΑΣΟΣ ΖΕΡΒΟΣ 

Τι να προσμένουμε απ’ τις βροχές του Σεπτεμβρίου
εμείς που, λίγο πριν, τόσο την άνοιξη αγαπήσαμε;

Πηγή: https://www.stixoi.info

Το τραγούδι του τρυγητού -ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ

Το λέει ο πετροκότσυφας στο δροσερό τ' αυλάκι,
το λεν στα πλάια οι πέρδικες, στην ποταμιά τ' αηδόνια,
το λεν στ' αμπέλια οι λυγερές, το λεν με χίλια γέλια,
το λέει κ' η Γκόλφω η όμορφη, το λέει με το τραγούδι
-Αμπέλι μου, πλατύφυλλο και καλοκλαδεμένο,
δέσε σταφύλια κόκκινα, να μπω να σε τρυγήσω,
να κάμω αθάνατο κρασί, μοσκοβολιά γιομάτο.
Μες στα κατώγια τα βαθιά σαν μόσχο να το κρύψω,
να το φυλάξω ολάκαιρες χρονιές, ακέριους μήνες,
ώσπου να ρθεί μιαν άνοιξη, νάρθει ένα καλοκαίρι,
να γύρει από τη μακρινή την ξενιτιά ο καλός μου.
Να κατεβώ μες στην αυλή, να πιάκω τ' αλογό του,
να τον φιλήσω αγκαλιαστά στα μάτια και στο στόμα,
να τον κεράσω, αμπέλι μου, τ' αθάνατο κρασί σου,
της ξενιτιάς τα βάσανα να παν, να τα ξεχάσει.

Πηγές: https://el.wikisource.org

Μπόρα -ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ

 Αιφνίδια μπόρα αρχές Σεπτέμβρη
στον κήπο του παλαιού ξενοδοχείου.
Μυρίζει χώμα οργασμικό
στη διψασμένη γη.

Πάμε να φύγουμε
δεν έχουμε καμιά δουλειά εδώ.

Πηγή: «Βαθέος γήρατος», εκδ. Κέδρος, 2011.

Ιντερμέτζο- ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΚΑΡΑΒΑΣΙΛΗΣ

Κι ήρθες ξανά κορμί με σάρκα θάλασσας που
ανθίζει τον Σεπτέμβρη, γεύση-κρασί ψημένο στο βοριά κι ευώδιαζες πρωτόβγαλτο
ψωμί από καινούργιο στάρι, μαγιάτικη δροσιά σαν στάζει στο χορτάρι κάθε σου μίλημα
και χάδι και φιλί.

Πηγή: Υπέρ των Μουσών, Εκδόσεις Γνώση, 1990

Τέλος του Σεπτέμβρη- ΣΑΝΤΟΡ ΠΕΤΑΪΦΙ

Τα λούλουδα ακόμα στους κάμπους ανθίζουν,
Κι η πράσινη λεύκα ολοένα αργοτρέμει...
Μα κοίταξε πέρα και ιδές το χειμώνα!
Τα βράχια σκεπάζει το κάτασπρο χιόνι.

Τη νια την καρδιά μου την καίει καλοκαίρι.
Και μέσα της κλείνει την άνοιξη ακέρια.
Μα να! τα μαλλιά μου τα μαύρα που απρίζουν,
Το χιόνι κι' η πάχνη αγάλια τ' αγγίζουν.

Μαραίνονται τ'άνθη, η ζωή γοργοτρέχει...
Γυναίκα μου, ω έλα σιμά μου να κάτσεις.
Στο στήθος μου γέρνεις τ' ωραίο σου κεφάλι,
Πού ξέρεις αν χήρα μεθαύριο δεν κλάψεις;
Για πες μου κι αν τύχει και πρώτος πεθάνω
θα χύσεις στο σάβανο απάνω το δάκρυ;
Δε θα'ρθει μια μέρα που τ'όνομα τούτο,
Αλί!- θα ξεχάσεις για έν'άλλο καινούργιο;

Και σαν παρατήσεις το πένθιμο πέπλο
Σημαία του τάφου μου, βάλ' τονε, μαύρη.
Κι εγώ θ' ανεβώ κι απ' του χάρου τον κόσμο
Μια νύχτα, μαζί να τον σύρω στον άδη,
Να σβήσω με κείνον τα δάκρυα που χύνω
Για σε, που θα μ'έχεις αιώνια ξεχάσει,
Να δέσω τις μαύρες πληγές της καρδιάς μου,
Που ακόμα εκεί κάτω για σε τρέμει πάντα.

Μετάφραση: Ε. Χόρβαθ
Πηγή: Παγκόσμια ποιητική ανθολογία "Ταξίδι στην ποίηση", Ναυτίλος

Σεπτέμβρης - ΓΚΕΟ ΜΙΛΕΦ (απόσπασμα)

1. Από μήτρα νεκρή η νυχτιά
γεννάει του σκλάβου το προαιώνιο μίσος
τον πορφυρό του θυμό
το μεγαλόπρεπο.
Μες σε βαθύ σκοτάδι κι ομίχλη.
Μες από πλαγιές σκοτεινές
-πριν χαράξει,
απ'όλα τα γύρω βουνά,
τις έρημες τις ρεματιές
τα θερισμένα χωράφια
τα λασποχώρια
χωριά
πόλεις
αυλές
παράγκες,καλύβες
φάμπρικες,αποθήκες,υποστατικά
τσιφλίκια
υδρόμυλους
σταθμούς λεχτρισμού
εργοστάσια.

Σε δρόμους, στροφές
ψηλά
στα στενά,στους γκρεμούς, στα τσουκάρια
σε φαράγγια κι οχτιές
στ'ανήλιαγα διάσελα
μες απ' τα δάση τα φθινοπωρινά
με τα κίτρινα φύλλα
στα βράχια
στα νερά τα θολά
στα ποτάμια
στα λειβάδια
στα χωράφια
στ'αμπέλια
σε τσοπάνων σταλίστρες
σε στάνες
στις καμένες τις καλαμιές
τ'αγκαθοτόπια
τους βάλτους:

Κουρελήδες
βουτηγμένοι στη λάσπη
πεινασμένοι
σκυθρωποί
χλωμοί απ'τις θέρμες
στεγνοί απ'το μόχθο
χοντροπετσιασμένοι
ψημένοι απ'την κάψα και την παγωνιά,
σημαδεμένοι
σακάτηδες
μ'άκουρα γένεια μαλλιά
μαύροι
ξυπόλητοι
γεμάτοι ρυτίδες κι ουλές
απλοί
άγριοι
εξοργισμένοι-
μάνητα στάζοντας
-δίχως τριαντάφυλλα
δίχως μουσική, φυσαρμόνικες
δίχως κλαρίνα,νταούλια και πίπιζες
δίχως ταμπούρλα, τρομπόνια και σάλπιγγες:

με τα ταγάρια τους μόνο στον ώμο
στα χέρια- αντί σπαθιά αστραφτερά
παλούκια μονάχα ξεριζωμένα
ξινάρια
ματσούκες
δικράνες
τσεκούρια
βουκέντρες
λισγάρια
σφυριά
και δρεπάνια
στολισμένοι πολλοί με ηλιοτρόπια
δουλοπάροικοι νέοι, γερόντοι
όλοι μαζί
μανιασμένο κοπάδι
από ζώα ζαβά
μα και ταύρους αφηνιασμένους
με αλαλαγμούς και φωνές
(ξωπίσω τους της νύχτας ο πέτρινος θόλος)
ανάκατοι
τρομεροί
και τρανοί
Ο ΛΑΟΣ!

* Πρόκειται για ένα ποίημα του Γκέο Μίλεφ, που μιλάει για τους βουλγαρικούς αγροτικούς αγώνες τον Σεπτέμβριο του 1923
Μετάφραση: Ρίτα Μπούμη-Παπά
Πηγή: Νέα παγκόσμια ποιητική ανθολογία Ρίτας Μπούμη- Νίκου Παππά