Ο Θεός στην ποίηση (Ποιήματα)

Ο Θεός στην ποίηση (Ποιήματα)

Παραμονή Χριστουγέννων σήμερα. Εύχομαι σε όλους Καλές γιορτές! Για να δούμε πως μίλησαν οι ποιητές για το πνεύμα του Θεού στα πέρατα του κόσμου!

Ένας Θεός-ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

Ω! μέσα μου γεννιέται ένας Θεός!
Και το κορμί μου γίνεται ναός,
Δεν είναι ως πρώτα, Φάτνη ταπεινή,
μέσα μου λάμπουν ξάστεροι ουρανοί.

Το μέτωπό μου λάμπει σαν αστέρι...
Φανείτε στον Θεόν, ήρθε η ώρα,
Απ' τ' άγνωστα μυστικά σας μέρη,
ω Μάγοι, φέρτε του τα πλούσια δώρα.

Φέρτε μου Μάγοι —θεία βουλή το γράφει—
τη σμύρνα της ελπίδος, το λιβάνι
της πίστης, της αγάπης το χρυσάφι!
Μυστήρια τέτοια ανθρώπου νους δε βάνει!

Κι εσείς,αιώνιος θρόνος , αγγελούδια,
στην καρδιά μου —στην κούνια του— σκυμμένα,
με της αθανασίας τα τραγούδια
υμνολογείτε εσείς τη Θεία τη γέννα.

Μέσα μου λάμπουν ξάστεροι ουρανοί,
και το κορμί μου, φάτνη ταπεινή,
βλέπω κι αλλάζει, γίνεται ναός.
Ω!μέσα μου γεννιέται ένας Θεός!

Πηγή: Μεγάλη σχολική ποιητική ανθολογία,Εκδόσεις «Μητρέλη»,Πάτραι 

Στο Θεό- ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

Τ’ αστέρια έχω πάψει να τηράω
κεριά σβησμένα στη[ν] πνοή του ανέμου
κι αφ’ τις πληγές τρελός που σπαρταράω
σ’ εσέ για λίγο φως πέφτω, Θεέ μου.

Φωτιά, που τους αιώνες σπίθες βγάνεις
ο νους που δε σε νιώθει μα η καρδιά μου,
νύχτα και μέρα ολόγυρα που φκιάνεις
και ξαγρύπνια μες στα σωθικά μου.

Με βλέπεις; Σ’ εσέ έρχομαι σαν γιος σου
ζητώ κληρονομιά την ευτυχία
από το ακατάλυτο το βιος σου.

Που πήρα εντός μου κάτι από σένα
στέκω γι’ αυτό με μι’ άγρια ησυχία
σκληρός σ’ εσέ, όπως εσύ σε μένα!

Πηγή: Πυθμένες,Σονέτα

[Ποια θέληση θεού μας κυβερνάει…]-ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

Ποια θέληση θεού μας κυβερνάει,
ποια μοίρα τραγική κρατάει το νήμα
των άδειων ημερών που τώρα ζούμε
σαν από μια κακή, παλιά συνήθεια;

Πριν φτάσουμε στη μέση αυτού του δρόμου,
εχάσαμε τη χρυσή πανοπλία,
και μόνο το μεγάλο ερώτημά μας
ολοένα πιο σφιχτά μας περιβάλλει.

Χωρίς πίστη κι αγάπη, χωρίς έρμα,
εγίναμε το λάφυρο του ανέμου
που αναστρέφει το πέλαγος. Θα βρούμε
τουλάχιστον το βυθό της αβύσσου;

Οι άνθρωποι φεύγουν, ή, όταν πλησιάζουν,
στέκουν για λίγο πάνω μας, ακούνε
στην έρημη βοή, μάταιη και κούφια
σα να χτυπούν το πόδι σε μια στέρνα.

Κοιτάζουνε με φόβο, με απορία,
έπειτα φεύγουν πάλι στους αγώνες,
και μόνο το συναίσθημα κρατούνε
του μακρινού, αόριστου κινδύνου.

Είναι κάτι φριχτές ανταποδόσεις.
Είναι στον ουρανό μια σιδερένια,
μια μεγάλη πυγμή, που δε συντρίβει,
μα τιμωρεί, κι αδιάκοπα πιέζει.

Πηγή: Ελεγεία και Σάτιρες

[Ψαλμός ΙΕ΄] Από Το άξιον εστί-ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Θεέ μου συ με θέλησες και να, σ'το ανταποδίδω
Τη συγγνώμη δεν έδωσα,
την ικεσία δεν έστερξα
την ερημιά την άντεξα σαν το χαλίκι.
Τι, τι, τι άλλο μου μέλλεται;
Τα κοπάδια των άστρων οδηγώ στην αγκάλη σου
κι η Αυγή, πριν προλάβω,
στα δίχτυα της τα 'χει μακριά παρασύρει
που συ τη θέλησες!
Λόφους με κάστρα και πελάγη με καρποφόρα
στεριώνω στον άνεμο
κι η καμπάνα τα πίνει, αργά, του δειλινού,
που συ τη θέλησες!
Υψώνω χόρτα σα να φωνάζω μ’ όλα τα φρένα μου
και να τα που πάλι καταπέφτουν
από το κάμα του Ιουλίου,
που συ το θέλησες!
Τι λοιπόν, τι άλλο, τι νέο μου μέλλεται;
Ιδού που εσύ μιλείς κι εγώ αληθεύω.
Σφεντονάω την πέτρα και βρίσκει επάνω μου.
Ορυχεία βαθαίνω και τους ουρανούς εργάζομαι.
Τα πουλιά κυνηγώ και στο βάρος τους χάνομαι.
Θεέ μου συ με θέλησες και να, σ'το ανταποδίδω.
Τα στοιχεία που είσαι,
ημέρες και νύχτες,
ήλιοι κι αστέρες, θύελλες και γαλήνη,
ανατρέπω στην τάξη κι εναντίον τα βάζω
του δικού μου θανάτου
που συ τον θέλησες!

Πηγή: Το άξιον εστί,1959

Τα πρότυπα (Ο θεός εργάτης)-ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

Ποτέ να μην ξεχάσουμε —είπε— τα καλά διδάγματα,
εκείνα
της τέχνης των Ελλήνων. Πάντοτε το ουράνιο δίπλα δίπλα
με το καθημερινό. Δίπλα στον άνθρωπο: το ζώο και το
πράγμα —
ένα βραχιόλι στο βραχίονα της γυμνής θεάς· ένα άνθος
πεσμένο στο δάπεδο. Θυμηθείτε τις ωραίες παραστάσεις
στα πήλινά μας αγγεία — οι θεοί με τα πουλιά και με τα ζώα,
μαζί κι η λύρα, ένα σφυρί, ένα μήλο, το κιβώτιο, η τανάλια·
α, και το ποίημα εκείνο που ο θεός όταν τελειώνει τη δουλειά του
βγάζει τα φυσερά του απ’ τη φωτιά, μαζεύει ένα ένα τα εργαλεία
μες στ’ αργυρό σεντούκι του· μετά, μ’ ένα σφουγγάρι σκουπίζει
το πρόσωπο, τα χέρια, το νευρώδη του λαιμό, το δασύ στήθος.
Έτσι, καθάριος, ταχτικός, βγαίνει το βράδυ, στηριγμένος
στους ώμους των ολόχρυσων εφήβων — έργα των χεριών του
που ’χουν και δύναμη και σκέψη και φωνή· — βγαίνει στο δρόμο,
πιο μεγαλόπρεπος απ’ όλους, ο χωλός θεός, ο θεός εργάτης.

Καρλόβασι, 23.VΙ.69
Πηγή: “Πέτρες Επαναλήψεις Κιγκλίδωμα”,1972

Υπάρχει θεός- ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ

κατάρα — Κύριε — σ' ὅποιον ἐπιβουλεύτηκε
τὸ ψωμὶ τοῦ ποιητοῦ
κατάρα — Κύριε — σ' ἐκεῖνον ὅπου ἔβαλε βέβηλο χέρι
στὰ λιγοστὰ χρήματα τοῦ
πτωχοῦ ζωγράφου
ποὔκλεψε τὴ δεκάρα
ἀπὸ τὴν τεταμένη
τὴν ταπεινὴ
τοῦ διακονιάρη φούχτα
κατάρα!

χαράμι!
φαρμάκι θὰ γένη τὸ ψωμί!
καὶ τὸ κλεμμένο νόμισμα:
καρφὶ πυραχτωμένο στ' ἄσπλαχνα τὰ στήθη
αὐτῶν ποὺ ἔστερξαν τὶς ἀνομίες
σ' αὐτοὺς π' ἀδίκησαν τὴ φτωχὴ χήρα
ποῦ ἐβαρέσαν τὸ ἀπροστάτευτο παιδὶ
ποῦ σπάσανε τὸ πήλινο τοῦ διψασμένου τάσι
π' ἀρνήθηκαν στὸν ἄρρωστο συμπόνια
ποὺ κοροϊδέψαν τὸ λεπρὸ
χτύπησαν τὸν τρελλὸ
καὶ τὸν τυφλὸ παραπλανῆσαν
ποὺ δυσκολέψαν τὴ ζωὴ τ' ἀνήμπορου
στοὺς ψεύδορκους
στοὺς ἀτιμάσαντες
σ' αὐτοὺς ποὺ βασανίσανε Ὁβραίους εἴτε Χριστιανοὺς
μεσ' στ' ἄνομα στρατόπεδα τῆς Γερμανίας

ὑπάρχει Θεός!

ἡ μέρα περνᾶ
ἡ ὥρα περνᾶ
«ἡ κοινωνία γελᾶ»
σώζονται τὰ προσχήματα
ὅμως αὐτὸς δὲν τὸ κατάλαβε
ποὺ ἔπεσε νὰ κοιμηθῆ ἀφοῦ διέπραξε τὴν ἀνομία
πὼς ξημερώθηκε καὶ ξύπνησε καὶ περπατεῖ
πλέον μεσ' στὴ φοβερὴ μαυρίλα τοῦ θανάτου
(τὸ στόμα του ἀπὸ τώρα γέμισε χώματα)
κι' αὐτοῦ ποὺ ψεύστηκε
κι' αὐτοῦ π' ἀδίκησε
κι' αὐτοῦ ποὺ βάρεσε
θὰν τὸ πλερώσουνε καὶ τὰ παιδιά τους
καὶ λόγο — ὁπωσδήποτε — θὰ δώσουν
ἴσαμε καὶ
δεκάτη πέμπτη γενεὰ

ὑπάρχει Θεός!

ἐτάζονται οἱ καρδιὲς καὶ τὰ νεφρά!
καὶ πλάϊ ἀπ' τὴ σακάτικη τὴ δικαιοσύνη τῶν ἀνθρώπω
κρύφτεται ἡ Ἐρινύα
βαθειὰ μέσα στὸν ἴδιο φταίχτη φωλιασμένη
ἀμείλιχτη ἀνελέητη
ποὺ καλὰ ροῦχα καὶ ὀφφίκια καὶ νομιμοφάνειες δὲν ψηφᾶ
ποὺ ἡ καλοπέραση — μὰ πρὸς Θεοῦ ! — δὲν τηνὲ νοιάζει
καὶ τιμωρεῖ
σκληρὰ
τοὺς ἄμυαλους καὶ τοὺς δειλοὺς ποὺ κάνουν τὸ κακὸ
γιατί

ὑπάρχει Θεός!

ἔ! σὺ ἐπίορκε
--ναὶ σὺ ὅπου ψευδόρκησες —
ἐσὺ ποὺ ἔβλαψες μὲ τόσην ἀλαφριὰ — τὸν πλησίον σου –
συνείδηση
ἀπὸ τώρα ἀκοῦς στῆς νεκρικῆς σου ἀκολουθίας
τὰ ψαλσίματα
τοῦ πονηροῦ του πνεύματος τὰ γέλια
νὰ σαρκάζουν:
ἒ ! ψεύτη ἀστὲ ὅσο κι' ἂν προσπαθεῖς
τὴ μούρη σου
γιὰ συμπαθητικὴ — κι' ὡραία ἀκόμη — νὰ μᾶς δείξης
μὴ χάνεσαι:
τὴ λούζει ἀλάκερη
τῆς ἔρημης ψυχῆς σου
ἡ βρῶμα
κι' ἡ ἀνανδρία
κι' ἡ ψευτιὰ

ὑπάρχει Θεός!

ὅπως τοῦ δίκαιου τὸ κάθε τί θὲ νὰ γενῆ χαλάλι
ὁ ἀνομήσας — μή σας νοιάζη — θὰ κριθῆ

ἀκούσατε τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ ποιητῆ: τὸ ἄνομο ψωμὶ δὲν ὠφελεῖ
ὑπάρχει ὁπωσδήποτε Θεός:

τί κρίμα ὅμως νάν' οἱ ἄνθρωποι τόσο λίγοι!

Πηγή: Στήν Κοιλάδα με τούς Ροδόνες, εκδόσεις Ίκαρος,1992

Ο Θεός ουρανός μας...-ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

Ὁ Θεὸς οὐρανός μας δὲν μιλάει στὴν ψυχὴ
ἀπ' ἕναν καιρὸ ἄχρωμο καὶ βουερὸ
ποὺ ἀπιθώσαμε σὲ μιὰ λησμονημένη λίμνη
τοῦ σύμπαντος
ποὺ ἀπὸ τὰ χρόνια κι ἀπ' τὸ φάγωμα τῆς σιωπῆς
θἄγινε βέβαια στείρα

Ὁ Θεὸς θὰ ἔπρεπε νὰ ξαναμιλήσει στὴν ψυχὴ
γιὰ νὰ μπορέσουμε τὴν θνητή μας ὕπαρξη
στὸν ἥλιο νὰ πλάσουμε
χωρὶς πιὰ νὰ κοιτάζουμε τὴν ἀόρατη οὐσία της
ποὺ ὁ Θεὸς γιὰ μᾶς θὰ τὴν δουλεύει
ξύπνιος μέσ' τὴν ψυχή μας
καὶ ἀόρατος μὰ διάχυτος στὴν ὕπαρξη.

Γενάρης του 1934

Πηγή: Βικιθήκη

Τα όντα θυμούνται τον Θεό -ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

26.6.1934

Τὰ ὄντα θυμοῦνται τὸν Θεὸ
ὅταν ξυπνᾶνε ἀπὸ τὸν ὕπνο
ποὺ τοὺς προσφέρει ἡ φύση,
καὶ δοκιμάζοντας τὸ φῶς
βλέπουνε πίσω.

Τὰ ὄντα, ἐννοῶ καὶ τοὺς ἀνθρώπους.
Πηγή: Βικιθήκη

Ο ειλικρινής Θεός- ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

25-26.3.1935

Ὁ εἰλικρινὴς Θεὸς
διδάσκει τὴν ἀλήθεια στοὺς πιστοὺς
καθὼς ἀνοιχτόκαρδα διαβαίνουνε
τὴν ἄκρα ὁμοθυμία,
φυλάγοντας τὸ θάρρος τῆς ἀγάπης

Ἔτσι μαθαίνεται ἡ ζωὴ
στὸν κρυφό μας κόσμο,
ἀπ' τοὺς ἁπλοὺς μὰ γνωστικοὺς ἀνθρώπους
ποὺ ἀμέλησαν τὸ ζόφωμα τοῦ χρόνου
καὶ τὴ βουερή του ἀδιαφορία,
τὴ θέληση καὶ τὴν ἀκοή τους
στρέφοντας ἐμπρὸς
στὴν ἀφανέρωτη προοπτικὴ
ὅπου ἡ γοργή μας θέα.

Πηγή: Βικιθήκη

Μου κόλλησε απάνω η κουβέντα του Θεού- ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

Μου κόλλησε απάνω η κουβέντα του Θεού
Και είμαι σαν πηλός άσπιλος
Δεν τρώγω πια τα λόγια του αλλουνού
Και δεν μασώ την προστυχιά της τύχης
Ο ουρανός μού ήρθε στο λαιμό
Μα δεν με πνίγει
Τ' άστρα είναι σώματα που τ' αγαπά η καρδιά
Με ήρεμη ευγνωμοσύνη.

Πηγή: Βικιθήκη

Θεός -ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

Ταπεινή ρημοκλησούλα,
πίσω από βουνού κορφή,
συ βαθιά μου μέσ’ στη σκέψη
ζεις απόμερη, κρυφή.

Σκοτεινή πάντα, χαμένη
στην απέραντη εξοχή
και κλεισμένη, του διαβάτη
δε ζητάς την προσευχή.

Το μικρό καμπαναριό σου
σ’ ενός δέντρου τα κλαριά,
που φυτρώνει εκεί σιμά σου,
κρύβει πάντα τη θωριά.

Κ’ η καμπάνα ραϊσμένη
δεν ακούστηκε μακριά.
Τώρα ρημασμένη χάμω
κείτεται άλαλη, βαριά.

Ταπεινή ρημοκλησούλα,
δίχως πίστη εγώ ποτέ,
το θεό σου να δοξάσω
γονατίζω μπρος σ’ εσέ.

Πηγή: stixoi/info

Ουράνια απάντηση- ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

Όταν ταξίδεψα στον Ουρανό
ποτέ μου δεν συνάντησα τον αστροναύτη
συνάντησα όμως το Θεό
με τους χρωματιστούς αγγέλους

Τον αστροναύτη πάντα τον πληρώνουν
ποτέ τους δεν πληρώνουν το Θεό
ούτε τους χρωματιστούς αγγέλους
κι όταν κι εγώ στέλνω τον πανούργο
εισπράκτορά μου
πάντα γυρίζει άπρακτος

Πηγή: Το σκεύος,1971

Ξέρει ο Θεός- ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ

Έκαψα πρώτα τη μορφή μου.
Γράμματα και φωτογραφίες ύστερα.
Πώς με φωνάζαν πλέον το λησμόνησα
όνομα ή επίθετο δε με στολίζει.
Ασχήμισε φριχτά το πρόσωπό μου
της αμαρτίας τους καθρέφτες έσβησα.

Νύχια δεν έχω, δάχτυλα-χέρια δε νιώθω.
Πάλεψα μ’ αετούς, αγγέλους πέταξα
για τούτο το κελλί ΄ κ’ έκοψα όλα τα σκοινιά.

Όμως κ’ εδώ σκαρφάλωσες,
με τα φτερά της Άνοιξης, με τ’ άνθη
κι όλη τη νύχτα το χαμόγελό σου μου μιλά.
Ας κατεβούμε γρήγορα ΄ ξέρει ο Θεός τι κάνει.

Πηγή: Ιωάννου Γιώργος, «Ξέρει ο Θεός», Διαγώνιος,τεύχος 1 (Ιανουάριος-Ιούνιος 1959)

Δόξα Θεώ!-ΜΗΤΣΟΣ ΚΑΤΣΙΝΗΣ

Απόψε στη νυχτιά τη μαγική,
με τ'άστρο φεγγοβόλο της ελπίδας,
οι Μάγοι ας γινούμε κι οι βοσκοί
στο δρόμο μιας καινούργιας μας Πατρίδας.

Απόψε στου προβάτου τη σπηλιά
το βήμα μας ας φέρωμε και πάλι,
αγάπης να σκορπίσωμε φιλιά,
κρατώντας το Χριστό μες στην αγκάλη.

Λαμπρό της Βηθλεέμ το Θείο φως,
μαζί με των αγγέλων το τραγούδι,
ανέσπερο,ας γίνει οδηγός,
αγνής ζωής ν'ανθίσει το λουλούδι.

Καθώς κάθε ψυχή θα ξαγρυπνά,
το μίσος θα πεθαίνει κι η κακία,
τα μύρια θ'αντηχούνε Ωσανά!
Δόξα Θεώ! κι "ανθρώπους ευδοκία"!

Πηγή: Μεγάλη σχολική ποιητική ανθολογία,Εκδόσεις «Μητρέλη»,Πάτραι

Ο Θεός- ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΣΟΥΤΣΟΣ (Απόσπασμα)

Ο Θεός ενθρονισμένος στο ουράνιον παλάτι,
τας ηνίας των αστέρων εις τας χείρας του εκράτει .
με το τηλεσκόπιόν του είδε κάπου μακριά
και της μικροτάτης Γης μας τον πλανήτην να γυρνά.
ένα ένα τους λαούς της κοίταξε με την αράδα
και την κεφαλήν του σείων είπε βλέπων την Ελλάδα.
Αν ηξεύρει το τι κάμνει ο μωρός αυτός λαός,
να μην είμ’ ένας Θεός!

Πλέοντα χωρίς πυξίδα και με τ’ άρμενα σχισμένα
τον οδήγησεν η χειρ μου εις ακύμαντον λιμένα.
Μόλις άρχισε γαλήνην και ανάπαυσιν να χαίρει,
και ιδού της ησυχίας τον ζυγόν δεν υποφέρει.
Να τον γαργαλίζουν πάλιν άρχισαν μ’ασυδοσίας
και αυτός να γλυκακούει ραδιούργων νουθεσίας.
Αν ηξεύρει το τι κάμνει ο μωρός αυτός λαός,
να μην είμ’ένας Θεός!

Ως να ήμουν τύραννός του, τρέμων και γονυκλιτώς
τους βωμούς και νάρθηκάς μου με τα δάκρυά του βρέχει.
Στην ελληνικήν του γλώσσαν, που δεν εννοεί κι αυτός,
πουρνό βράδυ λέγει, λέγει, και τελειωμόν δεν έχει…
Αν ηξεύρει το τι κάμνει ο μωρός αυτός λαός,
να μην είν’ ένας Θεός!

Πηγή: Ανθολογία Περάνθη

Εις τον Θεόν- ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΣΟΥΤΣΟΣ

Θεέ! υμνεί την δόξαν σου η νυξ και η ημέρα.
Με άνθη έστρωσας την γην, με άστρα τον αιθέρα.
Ασύμφωνοι τόσοι λαοί, σε προσκυνούν συμφώνως,
ποικίλαι γλώσσαι χίλιαι σε συνυμνούν συγχρόνως.
Το παν αμέτρητος μετράς, αγνώριστος γνωρίζεις΄
το φως υπάρχει σώμα σου, ο ήλιος δε όμμα σου,
ο κεραυνός φωνή σου, το άπειρον διάστημα
το μέγα σου ανάστημα και ο αιών στιγμή σου.
Δύναται ο δάκτυλός σου ως μοχλός την γην να σείσει
και το κοίλον της χειρός σου τους ωκεανούς να κλείσει.
Με πνοήν σου μίαν σβήνεις των αστέρων τους φανούς
και μ’έν μόνον νεύμα κλίνεις προς την γην τους ουρανούς.

Πηγή: Ανθολογία Περάνθη

Σε είπανε θεό -ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΟΥΚΑΡΗΣ

Σε είπανε Θεό και δε σε πίστεψα,
γιατί αν ήσουνα θα’ χες φόβο, θα’χες τρόμο,
θα’χες ντροπή. Γιατί αν ήσουνα
θα σε λυπόμουν.
Σε είπαν Επανάσταση και σ’ακολούθησα,
ήθελα να γκρεμίσεις, ήθελα να χτίσεις,
ήθελα να τελειώσεις και ν’αρχίσεις,
ήθελα ν’αλλάξεις κι Εσύ κι Εγώ.
και μ’άφησες στους πέντε δρόμους.

Πηγή: Ανθολογία Περάνθη

Θεέ μου- ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΟΥΛΗΣ

Θεέ μου,γιατί δεν μας έκανες σαν τα κτήνη σου,
ν’ απολαμβάνωμε τον ήλιο σου με αγαθά μάτια,
σ’ένα τοπίο της άνοιξης,
ανυποψίαστοι για την άφατη ομορφιά του,
για την εύκολη απόλαυση μόνο να διψάμε,
χωρίς αυτή την οδυνηρή προσήλωση στο Μοναδικό.

Πηγή: Ανθολογία Περάνθη

Δόσμου, θεέ μου- ΑΝΤΩΝΗΣ ΔΩΡΙΑΔΗΣ

Δόσμου, Θεέ μου, τὴν ὑπομονὴ ποὺ δίνεις σ' ἕναν ἐργάτη
ποὺ προσπαθεῖ νὰ χτίσει τὸ σπιτικό του, νὰ κατοικήσει
καὶ ποὺ ὁ ἄνεμος, ἡ βροχὴ καὶ τὰ σκάρτα ὑλικὰ
τοῦ τὸ χαλοῦν μὰ αὐτός, ἐκεῖ — ὅλο κι ἐπιμένει.
Ποῦ οἱ χωροφύλακες τοῦ ζητοῦν ἄδειες καὶ τὰ τέτοια
κι αὐτὸς δὲν ἒχει• καὶ τοῦ τὸ χαλούν•
-μὰ αὐτός, ἐκεῖ— ὅλο κι ἐπιμένει
Δόσμου, Θεέ μου, τὴν ὑπομονὴ ποὺ δίνεις σ' ἕναν ἐργάτη
ποὺ χτίζει, ἐπιτέλους, τὸ σπιτικό του προτοῦ πεθάνει.

Πηγή: Σπύρου Κοκκίνη ,«Ἀνθολογία Νεοελληνικῆς Ποίησης» ,
Ἔκδοση Ι.Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ Α.Ε., Ἀθῆναι 2000,6η έκδοση.

Αν τουλάχιστον πίστευα στο Θεό-ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ

Ἂν τουλάχιστον πίστευα στὸ Θεὸ
θὰ ’χαν τὰ χέρια σου
ἄπειρες ἑρμηνεῖες
ὅταν κινοῦνται
καὶ μ’ ἀνεβάζουν στὸν οὐρανὸ
ἕναν οὐρανὸ σὰν τοῦ Ρίλκε
μὲ λυπημένους ἀγγέλους
νὰ φυσοῦν τὴ μοναξιὰ
κάτω στὴ γῆ
ὑπονοούμενα φτερὰ
καὶ ντροπαλὴ ἡ μιλιά τους
γιατί δὲν ὑπάρχουν.

Ἂν τουλάχιστον πίστευα στὸ Θεὸ
θὰ μοῦ εἶχε ἐξηγηθεῖ ἡ παράλογη
ἐπιμονή μου νὰ βασανίζομαι
νὰ πατάω ἔξω ἀπ’ τὸν ἄσπρο κύκλο
τῆς μικρῆς εὐτυχίας
θὰ ’χα πέτρα μέσα μου
δύναμη
γιὰ τὴν ἀτέλειωτη ἐλεγεία
τῆς ζωῆς μου.
Μὰ θὰ μείνω
μὲ τοὺς ἀγκῶνες στὸ τραπέζι
νὰ σὲ κοιτῶ ἀκίνητη νὰ τρῶς
ἐλπίζοντας σὲ μιὰ μνήμη ἀφύσικη
μακρύτερη ἀπ’ ὅσο φῶς
θὰ ζήσεις.
Ὅταν θὰ ’χεις βασιλέψει
μὲς στὸ χρόνο
μὲ φουντωμένο σγουρὸ βασιλικὸ
τὸ γκρίζο της κεφαλῆς σου
ἀνήμπορος, τυφλὸς
θὰ φωνάζεις τὸ γιό σου τὸν Βενιαμὶν
στὸ σκοτάδι
καταρράχτης ὁ θάνατος
θὰ σοῦ θαμπώνει τὰ γυαλιὰ
κι ὅπως ἀθόρυβα θὰ κλείνουν
τὶς πόρτες οἱ νοσοκόμες
στὸν ἐγκέφαλό σου
θὰ κατρακυλοῦν οἱ συλλαβὲς
θὰ σὲ κουφαίνει ἡ φωνή μου
σὰν φώναζα τ’ ὄνομά σου
πέρ’ ἀπ’ τὴ θάλασσα.
Ἂν τουλάχιστον πίστευα στὸ Θεὸ
ὁ χωρισμὸς ἀπ’ τὸ σῶμα σου
–τὸ σῶμα μου–
θὰ ’ταν προσωρινὸς
κι ὁ θάνατος δὲ θὰ ’χε
ἄλλες συνέπειες.

Πηγή: Οι μνηστήρες,1984

Φωνή Θεού- ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΛΟΖΩΗΣ

Του είπαν πως το πείραμα
του Θεού απέτυχε-οι στατικές
μελέτες του κόσμου όφειλαν
να διορθωθούν οι νέες μετρήσεις
έδειχναν πως όλα έγιναν λάθος
και κατά λάθος- κι εκείνος
νόμισε πως δεν άκουσε καλά
όμως οι φωνές δυνάμωναν
οι σπόροι έτριζαν καθώς
μεγάλωναν οι κορμοί
τα φλύαρα πουλιά δεν έβαζαν
γλώσσα μέσα οι παπαγάλοι
που σωστά παπαγάλιζαν
καμώθηκε πως ήταν άρρωστος
έπεισε τους γιατρούς πως είχαν
άδικο τα έλκη λίγο πολύ τον
λυπήθηκαν
όμως πεθύμησε τα ηπειρώτικα
τραγούδια τα δυνατά κλαρίνα
τις ιστορίες για παλιούς
πολέμους γεφύρια κι έτσι
παρασυρμένος σηκώθηκε
έριξε δυο σβούρες
κι η φωνή του Θεού που
κρυβόταν πίσω από ένα δέντρο
υπέρβαρο τον εντόπισε
Πού να κρυφτώ αναστέναξε
πήγε να κρυφτεί μέσα στη μήτρα
της γριάς μάνας του
έχωσε το κεφάλι του μέχρι το
μέτωπο τα πόδια του τα χέρια
του όλος ο κορμός προεξείχε
ο πρώτος του αδελφός που
είχε τρυπώσει πριν απ’αυτόν
τον κλωτσούσε
και πριν απ’ αυτόν ο αγνοούμενος
για χρόνια πατέρας του
Έφυγε προς την έρημο και τα
βουνά γνώρισε όλες τις
επαναλήψεις τους
πέρασε σαν καγκουρό μέσα από
πεδία μάχης
κόντεψε να πνιγεί μέσα στους
ωκεανούς και σ’ένα ποτήρι
νερό
πήγε προς τα εκεί όπου οι
άνθρωποι δακρύζουν αίμα
έμαθε να χειρουργεί πολλές
ώρες με λόγια
ωραίες κουβέντες έφεραν κοντά
του γυναίκες καθαρόαιμες
γυναίκες που καλλωπίζονταν
συνέχεια
ίδιες με ανθρακωρύχους την ώρα
που σχολάνε
διάβασε γράμματα κλειστά
ανοιχτά όμως (κι αυτό ήταν
προς τιμήν του) κανέναν
δε δασκάλεψε
πίστευε μόνο στην οδύνη
στα δεινά
τα συναντούσε σε κώμες και
πόλεις ακόμη και στα πράσινα
λιβάδια
σκέφτηκε ν’ ανοίξει ένα ταξιδιωτικό
γραφείο που να σε ταξιδεύει
μέσα στον εαυτό σου
όμως με τι κουράγιο
να φωτογραφίζεις τις αξιοθέατες
δυστυχίες
τέτοια άλυτα προβλήματα
σκεφτόταν και πηδούσε συνέχεια
ολοένα και πιο ψηλά όχι για να
προειδοποιήσει τους ομοίους του
αλλά για να πείσει τους
σαρκοβόρους
για τη ρώμη και την αλκή του
για να κοροϊδέψει τα σιδερένια
νύχια και τις μασέλες αυτών
που φτιάχτηκαν χωρίς καμιά
έξωθεν συνδρομή
μονάχα από τύχη οι θηριώδεις
για πόσο διάστημα άραγε
τυχεροί

Πηγή: Το μάθημα της περίληψης, Φαρφουλάς,2011

Θυσία στο βουνό του Θεού- ΑΛΕΞΙΟΣ ΜΑΪΝΑΣ

Χθόνιες κοιλάδες, θερμόαιμοι Έβροι.

Έτσι όπως
κάθεσαι στην ασβεστόπετρα με τη γαλάζια
κορδέλα στα χέρια
και σε δροσίζει μελτεμιασμένος ο γρέγος
που φυσάει τα μαλλιά σου στα μάτια
και φλυαρείς με τη φίλη σου λεπτομέρειες
των διακοπών
και πιάνεις το φόρεμα με τα γόνατα
μη δω πιο βαθιά,
μου 'ρχεται να σου γλείψω τις γάμπες
και τις παλάμες των ποδιών
να σ' αποκεφαλίσω
και να βάλω
την τσούχτρα
του κεφαλιού σου
ασπίδα
κατά
των Οσμάνων
και του Πασά.

Πηγή:Το περιεχόμενο του υπόλοιπου, Γαβριηλίδης, 2011

Θεός - ΡΗΣΟΣ ΧΑΡΙΣΗΣ

Την ώρα που άνθρωποι σκύβουν
στην ειδωλολατρία λέξεων ελκυστικών
παίζει μπιρίμπα με τ’ αστέρια,
μπαρμπούτι με νεράιδες παραμυθιών,
ράγκμπι, Πρωτοχρονιά, με τους θεούς του Ολύμπου.
Παντοκράτορας κι αναρχικός,
μεσολαβητής στη θεία κοινωνία των σωμάτων,
πάντα με δυο καρπούζια στη μασχάλη.
Ταξιθέτης, γαιοκτήμονας, φοροεισπράκτορας
μετρά διαφυγόντα κέρδη της συνείδησης.
Κυματοθραύστης στων αιώνων τις πλεξούδες,
νυχτοφύλακας σε κατ’ οίκον περιορισμό.
Μετανάστης πρώτης γενιάς,
δεύτερης αγκαλιάς,
τρίτης ισημερίας.
Στις συνιστώσες κοσμοκρατορίες
ξαπλώνει πάντα με αρβύλες.

Πηγή: stixoi/info

Θεός αναίτιο ξυπνητήρι - ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ

Αντηχείς, κύριε, αναίτιο ξυπνητήρι
στην ατέλειωτη νύχτα του σώματός μου.
Έλεγα πως θα ζήσω για πάντα το σκοτάδι
της πέτρας
τον ύπνο του πουλιού που ολοένα ταξιδεύει
καθώς το νεύρο του νερού μέσα στο βράχο.

Η νύχτα η θάλασσα ο άνεμος η άμμος
οι σιωπηλές σφαίρες στα βρόχια των
γαλαξιών.
Όλη η φύση πετά με τον αυτόματο πιλότο.
Και μόνο εμάς συντρίβουν τα σφυριά του
λόγου σου.

Πηγή: stixoi/info

Θεοί- ΔΗΜΗΤΡΗΣ Χ.ΦΑΦΟΥΤΗΣ

Ήσυχη νύχτα συνωμοτική
Αδιαπέραστη από ηλεκτροφόρα βλέμματα
Και χθεσινούς καημούς

Πρώτη φορά που κοίταξε γύρω
Να απαλλαγεί από το βλέμμα της παρανομίας
Άφησε έξω από την πόρτα το δέμα με τα λιωμένα ρούχα
Και τις αδιάβαστες επιστολές του δικού μας Μωυσή
Κράτησε μονάχα τις μικρές αγαπημένες σκέψεις
Για συντροφιά στο τρύπιο σκοτάδι

Έτσι γυμνός προσεύχονταν μερόνυχτα στον παλιό θεό
Που μικροί στις γειτονιές του κόσμου
Παίξανε μαζί το αθώο παιχνίδι των ιδεών
Και του ανεξιχνίαστου πάθους

Ξόρκιζε τα δάκρια της προσφυγιάς
Και το βόγγο των καθημερινών μελλοθανάτων

Έστηνε τα αυτοσχέδια ξόβεργα,
Να παγιδέψει τα σιδερένια πουλιά
Που σαν κατέβαιναν από τη σκάλα του ουρανού
Ραμφίζανε αλύπητα των φίλων τα ελάχιστα όνειρα

Ξόρκιζε τους δειλούς
Που λιποψύχησαν για τα θέλγητρα της αθανασίας
Και γύρισαν ταπεινωμένοι από το μέτωπο

Και τώρα που ξεγέλασε ο ένας τον άλλον
Αποποιούνται και οι δυο την πρωτοκαθεδρία

Πηγή : Τα λυπημένα ποιήματα, Εκδόσεις Μέμφις,Αθήνα,2017

Πνοή Θεού- ΜΑΝΟΣ ΜΕΛΙΣΣΟΥΡΓΑΚΗΣ

Στο χάος και στο φως,
στα άστρα και στο σκοτάδι,
στον ουρανό και στη γη,
στα πουλιά και στα ψάρια,
στον νου και στα μάτια,
στα κύτταρα και στα άτομα,
στα ποζόνια και στα νετρόνια
και στα σωματίδια του Θεού
ΕΙΜΑΙ μέσα…

Άνοιξε τα μάτια σου,
διάβασε στον νου σου
και θα ΜΕ δεις…

Πηγή: Φως και Σκιές,Κέδρος,2017

Τα ασύλληπτα σωματίδια του θεού- ΑΡΗΣ ΓΕΡΑΡΔΗΣ

Εξακολουθώ να κυνηγάω όσους
στρατοπεδεύουν κρυφά στον κήπο μας
να κλέψουν απ’ το φως μας κι ελπίζω
μια μέρα να τους δω στο εργοτάξιο
της αγάπης μας να σπάνε πέτρες
με τους άλλους. Αλλά τώρα με καίει
ο ήλιος των ματιών σου που αναδύεται
θέλεις δε θέλεις τα μεσάνυχτα όταν
αναστατωμένη με ρωτάς: Πού φτάνει
και πού σταματά το απέραντο σύμπαν;
Ύστερα τραβάς την κουβέρτα όσο φτάνει
και κοιμάσαι πάλι μήπως πάρεις απάντηση
από κάποιο σωματίδιο του θεού.

Πηγή: Το πειραγμένο κοντέρ,Άνεμος,2019

Η συντριβή των παλιών θεών- ΑΡΗΣ ΓΕΡΑΡΔΗΣ

Ας μάθουμε να κλαίμε δραστικότερα.
Ήρθε το μέλλον-ξηρασία του ποιητή *
με τις ξυπόλητες μέρες την ακαταστασία
του άδειου και τα μαραμένα φιλιά των φίλων.
Μη μας βρει κι ολότελα απροετοίμαστους.
Γρήγορα να πάμε να πιστέψουμε νέους θεούς
-κάποιος θα ξέμεινε απ’ όσους αλλοτριώσαμε-
ή με ότι μας βρίσκεται- έναν άγιο εν ανάγκη.
Χρόνια τώρα πίσω απ’ τον καναπέ θριαμβεύει
το κακόβουλο λογισμικό των παραισθήσεων.

* «Μην αμελήσετε. Πάρτε μαζί σας νερό. Το μέλλον μας έχει πολλή ξηρασία». (Μιχάλης Κατσαρός)

Πηγή: Το πειραγμένο κοντέρ,Άνεμος,2019

Η μοναξιά του θεού- ΙΩΑΝΝΗΣ Σ. ΠΑΠΟΥΤΣΑΚΗΣ

Είναι κάτι νύχτες που βρέχει αδιάκοπα
σαν να συλλογάται τη μοναξιά Του ο Θεός
και κλαίει
Τα δάκρυά Του πέφτουνε καυτά
στη μάνα γη
κι εκεί που δεν φύτρωνε χορτάρι
τώρα ανθίζουνε ρόδα
και ζουμπούλια και γιασεμιά
Ανθίζει η γη όταν την ποτίζεις με αγάπη
Παύει να έχει μοναξιά ο Θεός
όταν οι άνθρωποι Τον αγαπούν

Πηγή: Η μοναξιά του θεού, Βακχικόν,2019

Θεϊκή σιωπή- ΙΩΑΝΝΗΣ Σ. ΠΑΠΟΥΤΣΑΚΗΣ

Σταύρωσον! Σταύρωσον Αυτόν!
Ούρλιαζε ο όχλος διψώντας
για το αίμα ενός αθώου.
Του πιο αθώου που πέρασε
και τίμησε τη γη των ανθρώπων.
Άξαφνα μια θάλασσα σιωπής
απλώθηκε πέρα ως πέρα
και σκέπασε ολάκερη την Ιουδαία.
Μια σιωπή θεϊκή που είχε μέσα της
την ομορφιά και τη γαλήνη Εκείνου
που ετάχθη να σηκώσει στους ώμους του
την αμαρτία όλου του κόσμου.
Σιωπή λυτρωτική κι ευλογημένη
γεμάτη καλοσύνη,
Αντίδοτο στην ύβρη και την αιώνια ντροπή
Μια κοινωνίας τυλιγμένης
με την κάπα του μίσους.
Πόση δύναμη είχε τούτη η σιωπή.
Πόσα πολλά μας είπε ο σεμνός της ήχος!

Πηγή: Η θάλασσα της σιωπής, Βακχικόν,2020

Μισός Θεός- ΜΑΡΙΑ ΤΖΙΚΑ

Μισός Θεός βρίσκεται εδώ,
απ' τα μυγίσια μάτια Του
αρίφνητα σφηνώθηκαν στο εκτυφλωτικό αίμα.
Το δικό μου σύντομο κοίταγμα
φωτίζει σκαιά παιδιά
που κρατούν λυσσασμένα
από κακή ενηλικίωση αρσενικά,
εκδύουν τις αγκαλιές από παιχνίδια,
αφαιρούνε από το δέρμα τη μητέρα,
ατιμάζουν την ανέτοιμη φύση,
τα απέλπιδα μέλη
κατακρημνίζονται
στη χαλασμένη όραση του Θεού
ως να αφανιστούν
στη θολότητα των
παμπάλαιων δακρύων του.

Πηγή: Μισός θεός, εκδόσεις Βακχικόν, 2019

Η σιωπή του Θεού- ΠΑΝΟΣ ΝΙΑΒΗΣ

Σαν τελείωσε η λειτουργία
μπήκε στην εκκλησία μόνος του.
Λυτρωτική η σιωπή του Θεού
θρόιζε τα αναμμένα κεριά.
Άκουσε τον αρχάγγελο τραχύ
να φωνάζει τ’ όνομά του.
Έξω βυσσοδομούσε η άνοιξη,
η ευσπλαχνία του έσβησε τα κεριά
σκοτείνιασε ο ναός για τα καλά!
Δυο γενιές πεθαμένοι
αθέατοι, δρασκέλισαν την πόρτα,
συμψηφίζοντας πενήντα χρόνων
ανοιχτούς λογαριασμούς
σκουριασμένης Λήθης.

Άρχισε να λειτουργεί άκοσμος,
κι ενύπνιος ο παπα-Γιώργης,
ψέλνοντας τρεμάμενα
με φωνή ανάμνησης
νεκρός εδώ και τριάντα χρόνια!
Φωνές παιδιών κατέφθασαν
να παίξουν στο προαύλιο.
Κι όπως ήρθαν οι νεκροί αθέατοι
χάθηκαν στην κόχη τ’ ουρανού.
Η μέρα έγινε ξανά πλωτή
κι απέπλευσε κωπηλατώντας
στα ρηχά με βάρκα Ενεστώτα.

Πηγή: Η Τριγωνομετρία των Παθών, Εκδόσεις Μελάνι,2019

Ο Θεός μου- ΕΥΑ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΥ- ΛΙΑΝΟΥ

Ο Θεός μου είναι αυτός που αγαπάει
τα παιδιά του
κρατώντας λουλούδια στα χέρια
και χαμόγελα παιδικά
έστειλε τους Αγγέλους του να δώσει
ευχές αγάπης και ευτυχίας
σε ανθρώπους ακρωτηριασμένους
από τη δυστυχία της στιγμής

Πηγή: Η πύλη της Αγάπης,Αττικός,2021

Ο Θεός -  ΦΡΙΝΤΡΙΧ ΣΙΛΕΡ

Θα'ταν φρικτό,αν οι καμπάνες
Αυθόρμητα κάποιο πρωί ξαγγέλλανε
Με βαθύ τρόμο πως ο Θεός επέθανε
Στην αρχή βουβός κι αμίλητος
Θα στέκονταν ο καθένας.
Μα ύστερα θρήνοι και προσευχές
θα ακούονταν και γοερές φωνές,
Γιατί όλοι να τον αναστήσουν θα' θελαν.

Μετάφραση: Νίκος Λούβαρης
Πηγή: Φιλολογική Πρωτοχρονιά,1959

Θεοί ! Ξεριζώστε τα μάτια μου -ΙΒΑΝ ΓΚΟΛ

Θεοί ! Ξεριζώστε τα μάτια μου
που ανοίγουν διάπλατα δίχως να τον βλέπουν,
κόψτε τα χέρια μου που μείναν άδεια,
κομματιάστε τ’ άχρηστα μπράτσα μου,
σταματήστε τ’ ανήσυχα πόδια μου
και τις γοργόφτερες κνήμες μου
στον άσκοπο πια δρόμο τους.

Θεοί ! Θανατώστε με
για να με φέρει στο νου του ακόμα μια φορά.

Πηγή: stixoi/info

Επίσκεψη θεού- ΜΟΡΙΣ ΚΑΡΕΜ

Σαν έραβε η μητέρα μου
έσκυβες,Κύριε,λιγάκι,
πάνω στην ταπεινή μπιμπίλα
της βαθυγάλαζης ποδιάς της.

Και το βιβλίο του ξεφύλλιζες
Σαν διάβαζε ο αδερφός μου,
Και με το δάχτυλό σου του’ δειχνες
όλες τις άπλαστες εικόνες.

Σαν έμπαινε ο πατέρας σπίτι
ερχόσουν πλάι του να καθίσεις,
να συζητήσεις και να κόψεις
το σπιτικό ζεστό ψωμί μας.

Κι όταν τραγούδα η αδερφή μου
ω, Κύριε, η γλύκα σου όλη
τρεμούλιαζε μες στις στροφές της
που ανάβρυζαν απ΄την καρδιά της.

Όμως το χέρι σου δεν ήρθε
ποτέ ν’αγγίσει το δικό μου,
για να ευλογήσει μυστικά
το έργο το καθημερνό μου.

Μετάφραση: Ρίτα Μπούμη Παπά
Πηγή: Νέα Παγκόσμια Ποιητική Ανθολογία Ρίτας Μπούμη-Νίκου Παππά,Διόσκουροι

Αν υπάρχει Θεός- ΜΑΤΕΪ ΜΠΟΡ 

Αν υπάρχει Θεός, είμαι σίγουρος ότι κοιμάται
Έφτιαξε τον άνθρωπο κι αποκοιμήθηκε
Όταν ξυπνήσει θα πει τρομαγμένος
«Δεν έπρεπε να παίζομε με το χώμα!»

Μετάφραση: Φαίδρα Ζαμπαθά- Παγουλάτου
Πηγή: Νέα Παγκόσμια Ποιητική Ανθολογία Ρίτας Μπούμη-Νίκου Παππά,Διόσκουροι

Βραδινός περίπατος του θεού- ΧΑΡΙ ΜΑΡΤΙΝΣΟΝ

Ο Πλάστης διάβαινε το βάλτο
κι άκουγε με χαρά να τραγουδάνε τα κουνούπια.
Τα είχε ξανακούσει κάποτε στο έλος της ανθρακοφόρου
κι αναθυμόταν τη λεπτή φωνή τους.

Μια φάσσα κοίταξε κατακεί. Βλέποντας το Θεό
Ανάκραξε με υπόκωφη τρομάρα.
Ο Πλάστης αντικοίταξε την περιστέρα
κι ευθύς τη σώπασε μ’ ένα γεράκι.

Ο ίδιος μετά τη χάθηκε μες στο χυμό των δέντρων.

Μετάφραση: Γιάννης Αμπατζής
Πηγή: Νέα Παγκόσμια Ποιητική Ανθολογία Ρίτας Μπούμη-Νίκου Παππά,Διόσκουροι

Ο Θεός του πολέμου - ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ

Είδα τον παλιό θεό του πολέμου να στέκει μέσα σ’ ένα βάλτο ανάμεσα σε μια χαράδρα κι ένα βράχινο τοίχο.
Βρωμούσε τζάμπα μπίρα και φορμόλη και σ’ εφήβους έδειχνε τ’ αρχίδια του,
γιατί τον είχαν ξανανιώσει κάποιοι προφεσόροι. Διακήρυχνε με τη βραχνή φωνή του λύκου τον έρωτά του για καθετί νεαρό.
Δίπλα του στεκόταν μια έγκυος γυναίκα κι έτρεμε.
Κι αδιάντροπα συνέχιζε το κήρυγμά του, όπου τον εαυτό του παρουσίαζε
σαν τον μεγάλο άνθρωπο της τάξης. Και περιέγραφε το πως παντού έβαζε στους αχυρώνες τάξη αδειάζοντάς τους.
Η φωνή του πότε ήτανε δυνατή και πότε σιγανή, πάντα βραχνή όμως.
Με δυνατότερη φωνή μιλούσε για τις μεγάλες εποχές που θα ’ρθουν
και με τη σιγανότερη φωνή δίδασκε τις γυναίκες πώς να μαγειρεύουν γλάρους και κοράκια.
Την ίδια ώρα η πλάτη του ανήσυχη ήταν κι όλο πίσω γυρνούσε να κοιτάξει,λες και φοβόταν κάποια μαχαιριά.
Και κάθε πέντε λεπτά βεβαίωνε το κοινό του πως θα τους πάρει πολύ λίγο από το χρόνο τους.

Πηγή: http://www.stixoi.info

Αγκάλιασε το σκοτάδι-ΤΣΑΡΛΣ ΜΠΟΥΚΟΦΣΚΙ

ο σάλος είναι ο θεός
η τρέλα είναι ο θεός
όταν ζεις μονίμως ήρεμα
ζεις μονίμως το θάνατο.
η αγωνία μπορεί να σκοτώσει
ή
η αγωνία μπορεί να κρατήσει το βάρος της ζωής
αλλά η ηρεμία είναι πάντα τρομακτική
η ηρεμία είναι ό,τι χειρότερο
να περπατάς
να μιλάς
να χαμογελάς,
να φαίνεται ότι είσαι.
μην ξεχνάς τα πεζοδρόμια
τις πόρνες,
την προδοσία,
το σκουλήκι μέσα στο μήλο,
τα μπαρ, τις φυλακές,
τις αυτοκτονίες των εραστών.
εδώ στην Αμερική
έχουμε δολοφονήσει έναν πρόεδρο και τον αδερφό του,
ένας άλλος πρόεδρος παραιτήθηκε από τη θέση του.
οι άνθρωποι που πιστεύουν στην πολιτική
είναι σαν τους ανθρώπους που πιστεύουν στο θεό΄
είναι κάτι αποτυχημένοι που έχουν έφεση
στα ασήμαντα.
δεν υπάρχει θεός
δεν υπάρχει πολιτική
δεν υπάρχει ηρεμία
δεν υπάρχει έρωτας
δεν υπάρχει έλεγχος
δεν υπάρχει σχέδιο
μείνε μακριά από το θεό
παράμεινε ενοχλημένος
γλίστρα

μετάφραση: Άννα Μαρία Ιακώβου

Ο Θεός σωπαίνει- NIDA FAAZLI

Ακόμα
Μένουν πολλά να γίνουν:
Ελάτε
Τη γη να ξεδιπλώσουμε
Να βάλουμε στα δέντρα φύλλα
Μπουμπούκια στα κλαριά
Βουνά σ’απανωτές σειρές
Ν’ανάψουμε τ’ αστέρια
Και να κρεμάσουμε ψηλά
Το στρογγυλό φεγγάρι
Να δώσουμε
Χώρο απέραντο
Στον γαλανό ουρανό
Ταχύτητα στον άνεμο
Φτερά στις πέτρες
Στην κίνηση τραγούδι
Χαμόγελα στα χείλια

Λάμψη στα μάτια
Και στις σκιές που σέρνονται
Στην άκρη από το δρόμο
Ζωή.
Ο Θεός σωπαίνει
Γιατί δεν έρχεστε
Να δώσετε ένα χέρι
Να χτίσουμε το Σύμπαν
Μόνος μου όλα αυτά
Πώς να τα καταφέρω;

(Από αγγλική μετάφραση των C.C Narang και David P.Douglas)

Πηγή: Σύγχρονη ινδική ποίηση, Βασίλη Γ.Βιτσαξή,Βιβλιοπωλείο της Εστίας

Ο Θεός που εξαφανίστηκε- BHARATIDASAN

Συνάντησα έναν ξένο κάποτε
Βλέποντάς με, φώναξε
"Είμαι ο Θεός,είμαι ο Θεός"
Ξανά και ξανά πάλι
Φώναξε.
Του είπα:
"Άλλοι Σε δέχονται,άλλοι σε αρνούνται
Εγώ δεν ξέρω ούτε με νοιάζει"
Αν κάτι ΕΙΝΑΙ
Τότε αυτός που το'φτιαξε ΠΡΕΠΕΙ ΝΑΝΑΙ
Είπε ο Θεός:
"Κοίτα τον κόσμο γύρω σου
Να νιώσεις πως ΕΙΜΑΙ"
Σαν όμως ρώτησα
"Αξιότιμε Θεέ
Ποιος σ'έφτιαξε"
Και κοίταξα ψηλά να πάρω την απάντηση
Ο ξένος πια δεν ήταν κει.

(Από αγγλική μετάφραση του P.G.Sundararajan)

Πηγή: Σύγχρονη ινδική ποίηση, Βασίλη Γ.Βιτσαξή,Βιβλιοπωλείο της Εστίας

Ο παράδεισος του Θεού- ΕΡΖΟΥΜΕΝΤ ΜΠΕΧΖΑΤ 

Καλέ μου Ζάμπο
Έχει λέει ο Θεός έναν Παράδεισο
Που την πύλη του φυλάγουν Λευκοί Άγγελοι
Έτσι μας είπε ο Ιεραπόστολος
Λες να μη μας δεχτούν εκεί
Να παρακαλέσουμε το Θεούλη
Ν’ ανοίξει έναν Παράδεισο και για μας

Δεν είχε δουλειά ο Θεός
Κι αράδιασε εμάς τα ζώα
Ο ευλογημένος σ’αυτά τα μέρη
Τι μου’ ρθε και μας έφτιαξε
Έτσι μαύρους κατάμαυρους.

Μετάφραση: Έρμος Αργαίος
Πηγή: Ανθολογία τούρκικης προοδευτικής ποίησης,αλφειός,1981

Θεός- FRANZ HELLENS

Ο Θεός είναι μια λέξη, αλλά μεγάλη σαν τον κόσμο.
Φευγάτη απ’ την καρδιά, ανεβαίνει και τον γύρο κάνει
των αστεριών,ξανάρχεται ύστερα, στην πηγή τούτη
για να μη αφήσει ποτέ πια, για όλη τη ζωή,το κύμα

απ’ όπου έφυγε απ’ τον αφρό και πέταξε ,μια μέρα,
πιο βέβαιη,πιο γοργή κι από αστραπή σε καταιγίδα:
κ’έκτοτε, κάθε στάλα από αίμα και κάθε μια λάμψη
του καθρέφτη, στον Θεό τον ίδιο προσφορά,επιστρέφει.

Πηγή: Ανθολογία βελγικής ποιήσεως, Οι Γαλλόφωνοι,Άρη Δικταίου,Εκδόσεις Γ.Φέξη,1969

Αφού οι θεοί πεθάνανε…- AUGUSTIN HABARU

Αφού οι θεοί πεθάνανε
χωρίς ανάσταση, ένα
Πιστεύω αναζητώ
που θα με προσδιορίσει.

Ανοίξανε τα μάτια μου
σε λάμψεις ακαθόριστες,
όπως στην όχθη του ύπνου
μι’αυγινή ταραχή,

κι ολόβαθα μες στο είναι μου
σκοτεινά αισθάνομαι ένα
ξύπνημα, που,αίφνης,
θέλει ορθό να σταθεί.

Κατά την Πόλη με οδηγεί,ως
χαρά που ελευθερώνεται,
το τραίνο. Βρίσκω μέσα μου
την έννοια της φυγής μου.

Ο τόπος που γεννήθηκα
περνά μες στην ανάμνηση.
Μπροστά μου η γη ’ναι απέραντη
κ’έχω όλη μου τη νεότητα.

Στον καρτερούντα ορίζοντα
τραγούδια νέα θα ηχήσουνε.
Τον μηχανισμό του είναι μου
καυτή ζωή θα δονήσει.

Κι ο πόθος μου, το διάστημα
που σκίζει, ενώνει κιόλας
τη ζωή μου με του τελευταίου
σταθμού τα πολλά φώτα.

Πηγή: Ανθολογία βελγικής ποιήσεως, Οι Γαλλόφωνοι,Άρη Δικταίου,Εκδόσεις Γ.Φέξη,1969

Θεός- EDMOND VANDERCAMMEN

Πάω προς αυτόν παρά τη θέλησή μου,
είναι άραγε των πατέρων μου το λάθος;
Μιαν αναχώρηση μόνο παρατείνω
και «το μυστήριό μου» τον βαπτίζω.

Πάω προς αυτόν χωρίς να προχωρώ,
ένας φυλακισμένος είμαι μόνο.

Τους ωκεανούς έχω περάσει πάνω
σε καράβια που δεν είχαν ξάρτια
κι άφησα τον χρόνο να πέσει
μέσα στην ανοιγμένη μπουκαπόρτα.

Με περίμενε στην επιστροφή μου,
κι ακόμη γυρεύω εκείνο που είπε.

Πηγή: Ανθολογία βελγικής ποιήσεως, Οι Γαλλόφωνοι,Άρη Δικταίου,Εκδόσεις Γ.Φέξη,1969

Ο καλός Θεός - ΠΙΕΡ-ΖΑΝ ΝΤΕ ΜΠΕΡΑΝΖΕ 

Μια μέρα με το σκούφο της νυκτός,
εβγήκε στ' ουρανού το παραθύρι,
κι εκοίταζε αφρόντιστα ο Θεός
τους κόσμους και τους τόπους που είχε σπείρει.
«Μη χάθηκ' η γη», είπε, και κοιτά
την είδε σε μια κόχη να γυρνά·
εγέλασε, κουνεί την κεφαλή,
και λέει με πονήρια και με χάρη:
«Αν ξέρουν το τι κάνουν εδ' εκεί,
ο διάβολος, παιδιά μου, να με πάρει
να με πάρει».

«Βρε, άνθρωποι, τι πράγματα κουτά
εμπήκαν στο μυαλό σας εκεί κάτω!»
(είπ' ο Θεός κι ερούφηξε μεμιά
ένα βαθύ ποτήρι ρετσινάτο).
«Για σας ότι φροντίζω δα πολύ
νομίζετε πως έχω συλλογή
τι κάνει το φτωχό σας το κουφάρι,
εκεί όπου παράμερα γυρνά!
Της γης σας να βαστώ το χαλινάρι
αν σκέφθηκα ποτέ, μωρέ παιδιά,
ο διάβολος, σας λέω, να με πάρει
να με πάρει.

Σας έδωκα, ως βλέπω, του κακού
κρασί, γυναίκες, τόσες ευτυχίες,
και θέλετε το πράμα του αλλουνού
και κάνετε πολέμους, εκστρατείες·
ξεσχίζεσθε σαν όρνια στ' όνομά μου
φωνάζετε πως είστε στράτευμά μου
και λέτε πως σας βοηθώ κι εγώ·
αν ξέρω τι θα πει σπαθί, κοντάρι,
αν έκαμα ποτέ τον στρατηγό,
ο διάβολος, παιδιά μου, να με πάρει
να με πάρει

Σε στόφες και χρυσάφια βουτημένοι,
σε θρόνους με διαμάντια καρφωτοί,
με μούτρα λαδωμένα, φουσκωμένοι
σαν κόκοροι, τι ζώα είν' αυτοί;
Τους λέτε βασιλιάδες και σαν λύκοι,
βυζαίνουν σας τα άκακα αρνιά,
και λεν πως ευλογώ το καμιτσίκι
που έχουν για τη ράχη σας - χαμπάρι
αν έχω για τα πράγματα αυτά,
ο διάβολος, παιδιά μου, να με πάρει
να με πάρει.

Εκείν' οι άλλοι μαύροι πειρασμοί
μου χάλασαν τη μύτη από λιβάνι,
θα κάμουν τη ζωή σαρακοστή,
φωνάζουν, - πως αν δεν μεταλαμβάνει
ο άνθρωπος, θα πάει θετικά
στην κόλαση· πως έχουν τα κλειδιά
του ουρανού, και τρέχουν με καμάρι
να δώσουν ευχές και ευλογίες·
αν ξέρω απ' αυτές τες ιστορίες
ο διάβολος, παιδιά μου, να με πάρει
να με πάρει.

Για ύστερη σας δίνω συμβουλή
ν' αφήσετε, παιδιά, αυτές τες τρέλες!
Αν θέλετε να σώστε την ψυχή,
χαρείτε το κρασί και τες κοπέλες!
Προσέξετε, σας προειδοποιώ,
γιατί σας πνίγω πάλι στο νερό!
Ταρτούφοι, δημοκόποι, μακριά!
Εάν ποτέ πατήσει το ποδάρι
στο σπίτι μου αυτ' η σφηκοφωλιά,
ο διάβολος, παιδιά μου, να με πάρει
να με πάρει».

Μετάφραση: Ζαν Μορεάς
Πηγή: Βικιθήκη


Έρευνα-Επιμέλεια αφιερώματος: Αγγελική Καραπάνου

Η  αναδημοσίευση του περιεχομένου του παρόντος διαδικτυακού ιστότοπου ΕΝΝΕΠΕ ΜΟΥΣΑ επιτρέπεται ΜΟΝΟ με την παράθεση πηγής και ενεργού συνδέσμου (link).

Έννεπε Μούσα

Έννεπε Μούσα!
Για τους εραστές της ποίησης και της στιχουργικής!
Για προβολή γνωστών κι άγνωστων δημιουργών!
Για επικοινωνία μέσα από έργα αγαπημένα!
Έννεπε Μούσα!
Με όχημα την πένα, το ταξίδι, τ’ όνειρο!!!

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ

Η  αναδημοσίευση του περιεχομένου του παρόντος διαδικτυακού ιστότοπου ΕΝΝΕΠΕ ΜΟΥΣΑ επιτρέπεται ΜΟΝΟ με την παράθεση πηγής και ενεργού συνδέσμου (link).

  

Τα Cookies βελτιώνουν την απόδοση της σελίδας μας. Δεν αποθηκεύουμε προσωπικές σας πληροφορίες. Μας επιτρέπετε να τα χρησιμοποιούμε;