Ο δάσκαλος κι η δασκάλα στην ποίηση (ποιήματα)

Ο δάσκαλος κι η δασκάλα στην ποίηση (ποιήματα)

5 Οκτωβρίου ! Παγκόσμια ημέρα εκπαιδευτικού! Χρόνια πολλά  κι ευτυχισμένα σε μένα και σ'όλους τους συναδέρφους !  Ο δάσκαλος κι η δασκάλα στην ποίηση, άλλοτε σκιαγραφήθηκαν με αγάπη και νοσταλγία, ενίοτε με χιούμορ . Μερικές φορές αντιμετωπίστηκαν με λεπτή ειρωνεία, αφού στο συλλογικό υποσυνείδητο έχουν περάσει ως πρόσωπα εξουσίας. Στη ζωή των περισσότερων ανθρώπων  οι δάσκαλοι έχουν αφήσει ανεξίτηλο στίγμα, είτε τους έχουν αποτυπώσει στη μνήμη τους με φωτεινά χρώματα , είτε με μελανά. Για να δούμε τι είπαν γι'αυτούς οι ποιητές!

Στον Δάσκαλο- ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

Σµίλεψε πάλι, δάσκαλε, ψυχές!
Κι ότι σ' απόµεινε ακόµη στη ζωή σου,
Μην τ' αρνηθείς! Θυσίασέ το ως τη στερνή πνοή σου!
Χτίσ' το παλάτι, δάσκαλε σοφέ!

Κι αν λίγη δύναµη µεσ' το κορµί σου µένει,
Μην κουρασθείς. Είν' η ψυχή σου ατσαλωµένη.
Θέµελα βάλε τώρα πιο βαθειά,
Ο πόλεµος να µη µπορεί να τα γκρεµίσει.

Σκάψε βαθειά. Τι κι' αν πολλοί σ’ έχουνε λησµονήσει;
Θα θυµηθούνε κάποτε κι αυτοί
Τα βάρη που κρατάς σαν Άτλαντας στην πλάτη,
Υποµονή! Χτίζε, σοφέ, της κοινωνίας το παλάτι ...

Ο γερο-δάσκαλος- ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΠΑΡΑΣΧΟΣ

Ἀφιεροῦται εἰς τοὺς Ἕλληνας διδασκάλους -

Α'
Δάσκαλος, ποὺ μὲ τὴ ξερὴ γραμματική του μόνο
δὲν ἔμπαζε σταὶς παιδικαὶς καριδαὶς τὰ γράμματά του,
ἀλλὰ ἀκτῖνα ἔχυνε μ' ἀγάπη καὶ μὲ πόνο
μέσα στὸ νοῦ καὶ στὴ ψυχὴ βγαλμένη ἀπ' τη καρδιά του,
μὲ τοὺς μικρούς του μαθητὰς κάθε γιορτῆς ἡμέρα,
στὸν Παρθενῶνα πήγαινε, σταὶς στήλαις, στὸ Θησεῖο,
ἐδρόσιζε τὰ σπλάχνα τους μ' ἄλλου καιροῦ ἀγέρα,
κ' ἄρχιζε ἄλλο μάθημα στ' ἀθάνατο σχολεῖο...
Γιὰ πλάκαις, στήλαις εἴχανε, τὰ μάρμαρα θρανία,
κ' ἐδιάβαζαν σ' ἀγάλματα ἀπάνω τοῦ Φειδία.

Β'
Μιὰ μέρα, ἕνα δειλινό καλοκαιριοῦ δροσάτο,
διέκοψε τὸ μάθημα, έπῆρε τὰ παιδιά του
κ' ἐπήγαινε περίπατο σὲ γέρικο λαγκάδι,
ποὺ ἥσυχα ζευγάρονε τὸ φῶς μὲ τὸ σκοτάδι...
Σὲ ρίζα δέντρου κάθισαν ἀπάνω κουρασμένοι,
γύρω-τριγύρω τὰ παιδιά κι' ὁ δάσκαλος στὴ μέση,
σὰν δεντρουλάκια νειόφυτα σ' ἐλῃὰ μισογυρμένη,
πὤχει κουφάνει ὁ καιρὸς κ' εἶν' ἕτοιμη νὰ πέσῃ...
Κυκλόνανε γλυκειαὶς αὐγαὶς προχωρημένη δύσι
καὶ λουλουδὰκια τῆς αὐγῆς τῆς νύχτας κυπαρίσσι.

Γ'
Ἀπὸ τὰ δέντρα ἔπεφτε δροσιᾶς μαργαριτάρι.
Τὸ δάσος ἦταν ἔμμορφο, ἀπὸ πουλιὰ γεμᾶτο
καὶ χρυσαλλίδες κάτασπρες χιονίζαν τὸ χορτάρι
κ' ἐκάμνανε τὸ κόκκινο τριαντάφυλλο χιονᾶτο...
Μὲ τὰ μαλλιά τους ἔπαιζε ἀγέρι μυρωμένο,
στὸ πλάϊ τους ἐμύριζαν ἀγροτικὰ λουλούδια,
τὸ πόδι μέσα ἐχώνετο σὲ χόρτο ἀνυψωμένο
καὶ χίλι' ἀγνώριστα πουλιὰ ἐψέλνανε τραγούδια.
Ἦταν ἡμέρα ὤμορφη, χαρούμενη, δροσάτη·
γλυκειὰ τῆς φύσεως γιορτή, ἀπὸ Θεὸ γεμάτη.
Τὴ φύσι ὁ γέρος κύτταζε γλυκὰ τὴν ἁγιασμένη,
καθὼς κυττάζει τὸ παιδὶ μανούλ' ἀγαπημένη.
Ἡ προσευχή του ἤτανε τὸ κύτταγμα ἐκεῖνο!...
Μήπως δὲν εἶναι προσευχὴ ὁπόταν βλέπῃς κρίνο,
βουνάκι, δέντρα καὶ νερά; Βωμὸς Ἐκείνου εἶναι
ὅλα, κι' ἀστέρια καὶ βουνὰ καὶ δάφνες καὶ μυρσίναι!
Ὅποιος κυττάζει μὲ ματιὰ γεμάτη νοῦ τὴ φύσι,
προσεύχεται, καὶ δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ γονατίσῃ.
Ὁ γέρος ἦτον εὐτυχής, χαίρουνταν ἡ καρδιά του·
κύτταζε πότε τὰ πουλιὰ καὶ πότε τὰ παιδιά του...
Σύρετε, εἶπε· παίξετε· τὰ πόδια μὴ λυπεῖσθε·
σταὶς πρασινάδαις τοῦ Θεοῦ χαρούμενα πετᾶτε·
ἀνοῖξτε τώρα τὰ φτερά, καὶ σεῖς πουλάκια εἶσθε...
Καὶ κουρασμένα ἔπειτα στὸ γέροντα ἐλᾶτε!
Δὲν πρόφθασε νὰ τοὺς τὸ ἐιπῇ, κι' αὐτὰ ζευγαρωμένα,
μακρυά του βρέθηκαν· πουλιά ἀπ' τὸ κλουβὶ βγαλμένα·
ἐκυνηγοῦντον, ἔπαιζαν, ἐμάζευαν λουλούδια,
κι' ἄκουγες γέλια καὶ χαραὶς καὶ παιδικὰ τραγούδια.
Τοῦ γέρου τἄβλεπ' ἡ ματιὰ ὡσὰν νὰ τὰ 'βλογοῦσε,
καὶ κἄπου, κἄπου ἐστέναζε· τὰ χρόνια τους ποθοῦσε!
…....................................................................................
Σὰν μῆλα κατακόκκινα γυρίσαν κουρασμένα,
ἀπ' τὸ παιχνίδι τὸ τρελλό, χαρούμενα, ἱδρωμένα·
τὸ χέρι του τὸ πατρικὸ μ' ἀγάπη τοῦ φιλῆσαν,
καὶ στὸν καλό τους δάσκαλο τριγύρω ἐκαθήσαν.
Κ' ἔστρεψ' ὁ γέρος στὰ παιδιά μὲ μάτ' ἀκτινοβόλα·
- Ἀπ' τὸ βιβλίο τοῦ Θεοῦ, παιδιά μου, πειὸ ἀπ' ὅλα
σᾶς ἄρεσε;... σᾶς ἔμαθα τ' ἀλφαβητάρι ἐκεῖνο,
πὤχει ψηφιά τὸν οὐρανό, τὴ θάλασσα, τὸ κρίνο...
- Παίξαμε, καθὼς πρόσταξες, τοῦ εἶπαν μ' ἀπορία·
κἀνένα μας δὲν διάβασε· δὲν εἴχαμε βιβλία...
- Κἀνένα; ὅμως εἴχατε βιβλίο τυπωμένο,
ποὺ λάμπουν ὅπου κι' ἂν στραφῇς κ' εἰς ὅ,τι ὅ.τι πιάσῃς·
Γεωργάκη, δὲν ἐμπόρεσες καὶ σὺ νὰ τὸ διαβάσῃ;
Μήτε καὶ σύ, Αἰμίλιε, δὲν τὄνοιωσες ἀκόμα;...
Κ' εἰς δυὸ αελφάκια ἔστρεψε ποὖχαν τὸ ρόδο στόμα·
τὸ ἕνα εἶχε οὐρανὸ κι' αὐγὴ μέσ' στὴ ματιά του,
τ' ἄλλο ἀκτῖνα ὁλόμαυρη στὰ μάτια τὰ γλυκά του.
- Ναί, Δάσκαλε, τὰ δυό παιδιά τοῦ εἴπανε μὲ χάρι·
γιὰ τ' ἄλλο, γιὰ τ' ἀλλοιώτικο θὰ λὲς ἀλφαβητάρι,
ποὺ τὤχει γράψει ὁ Θεός· μπας τὄειπες κι' ἄλλη μέρα...
Διαβάσαμε ὅ,τι βλέπαμε στὸ δάσος ἐκεῖ πέρα!
- Καὶ τί διαβάσατε μικροί; Κ' εἶπε τὸ πειὸ μεγάλο;
- Τὴν ὠμορφάδα τοῦ Θεοῦ, θαρρῶ καὶ λαλωσύνη...
- Κ' ἐγὼ τὸ ἐκατάλαβα, ἀπήντησε τὸ ἄλλο,
πὼς ὸ Θεὸς μπας ἀγαπᾷ καὶ ὅλα μᾶς τὰ δίνει!
Ὁ δάσκαλος τὰ κύτταξε γλυκὰ συγκινημένος·
αὐτὸς δὲν ἦταν δάσκαλος κανόνες φορτωμένος,
πλὴν ἤξευρε τὰ γράμματα στὸν νοῦ πρὶν ν' ἀναιβοῦνε,
πὼς πρέπει πρῶτα στή ψυχή, μέσ' στὴν καρδιὰ νὰ μποῦνε.

Δ'
Κάτω ἀπ' τὸ δέντρο δρόσιζε τ' ἀγέρι τὸ κορμί τους,
καὶ ὁμιλοῦσ' ὁ γέροντας γιὰ τὸ Θεὸ μαζῆ τους.
Ἔλεγε τ' ὄνομα «Θεὸς» τόσο γλυκὰ ἡ φωνή του,
ὡσὰν νὰ ψέλνανε πουλιά· καὶ τὰ παιδι' ἀντικρύ του,
ἀκίνητα τὸν ἄκουγαν μὲ μάτια ἀκτινωμένα·
φύτευε πίστο ὁ γέροντας στὰ στήθεια τὰ παρθένα!
Εἶχε τὴ ρίζα τῆς ἐλῃᾶς καθέδρα του· βιβλίο,
τὸ δάσος καὶ τὸν οὐρανό· ἀκροατὰς παιδάκια·
ἦταν ὡραίοα ζωγραφιά, γεμάτη μεγαλεῖο,
καὶ τὴν ἐκαθρεφτίζανε κρυστάλλινα ρυάκια!
Τί δὲν τοὺς ἔλεγεν ἐκεῖ στὸ δέντρο ἀκουμπισμένος,
στοῦ ἥλιου τὸ βασίλεμμα, στὴ δύσι τῆς ἡμέρας·
τοὺς ἔλεγε πὼς ὁ Θεὸς ὁ ἀστροστολισμένος,
Θεός μας εἶναι δυό φοραὶς γιατ' εἶναι καὶ πατέρας...
….........................................................................
Τὴν παιδική τους τὴν καρδιά στὴ χούφτα του κρατοῦσε,
τὴν δρόσιζε, τὴ μύρονε μὲ μαστοργιὰ μεγάλη,
τὴν ἔκαμνε ὅ,τ' ἤθελε μὲ τὰ σοφὰ τὰ χείλη·
τὰ μπουμπουκάκια ἐμύρονε τὸ φῶς πρὶν ἀνατείλῃ!!
Ἀπὸ τὴν ἀριθμητικὴ μὲ μιὰ στροφὴ πηδοῦσε
στὸν Πυθαγόρα, κ' ἔπειτα σὲ δοξασμένη σμίλη·
ἀπὸ τὴν κρύα Λογικὴ στὸν Ὅμηρο πετοῦσε,
κ' ἦταν τὸ μάθημα γλυκὸ σὰν τὰ γλυκά του χείλη.
Καὶ τὴν ξερὴ γραμματική, τὴν γρυνιασμένη ἀκόμα,
τραγοῦδι τοὺς τὴν ἔκαμνε τὸ τεχνικό του στόμα!

Ε'
Ὅμως ὁ γέρος ψήλονε, φωσφόριζ' ἡ ματιά του,
γίνουνταν νειός, δυνάμονε ἡ ἥμερη φωνή του,
ὅταν γιὰ τὴν Πατρίδα του μιλοῦσε στὰ παιδιά του·
κ' ἐκεῖνα ἐθαυμάζανε στὴ μεταμόρφωσί του,
καὶ πότε κοκκινίζανε καὶ πότε κιτρινίζαν,
καὶ μάτια γοργοκίνητα σὰν ἄστρα ἐσπινθηρίζαν!
Ἆ, οἱ μεγάλοι μας σοφοὶ ποὺ εἶναι στὴν Ἀθήνα,
νὰ τόν ἰδοῦνε ἤθελα, σ' αὐτὸν νὰ μαθητέψουν,
ν' ἀκούσουν τὰ μαθήματα τοῦ γέροντα ἐκεῖνα,
τὴν τέχνη του τὴν εὔκολη καὶ δύσκολη νὰ κλέψουν!
Νὰ ἰδοῦν πῶς ἐδασκάλευε ὁ χωρικὸς ἐκεῖνος.
- Εἰς τοὺς ἀγροὺς καλλίτερα μοσχοβολᾶ ὁ κρινος. -

Στ'
Ἐβράδυαζε κι' ὁ γέροντας σηκώθη· - πᾶμε τώρα,
εἶπε, παιδιά· ἐπέρασε ὀγρήγορα ἡ ὥρα·
σᾶς περιμένουμε μικρὰ ἀδέλφι' ἀγαπημένα,
τῆς μάνας σας ἡ αγκαλιά, καὶ τὸ βιβλίο ἐμένα...
Δὲν ἐπεράσαμ' ἄσχημα... - Ὦ Δάσκαλε· ἡμέρα
σὰν τούτη δὲν χαρήκαμε ποτὲ ὠμορφοτέρα!
Ἤτανε τόσο ἔμορφα ἐδῶ στὴν πρασινάδα...
- Γιατί μᾶς ἔδωσ' ὁ Θεὸς μητέρα τὴν Ἑλλάδα,
κ' ἔχομε φύσι σὰν κι' αὐτὴ... Παιδιά, μήπως θαρρεῖτε,
πὼς τόπο σὰν τὸ τόπο σας κι' ἀλλοῦ θενὰ τὸν βρῆτε;
Ὅμως, ἂν θέλῃ ὁ Θεός, τὴν Κυριακὴ τὴν ἄλλη,
ἂν εἶσθε πάντα φρόνιμα, θὰ ξαναρθοῦμε πάλι.
- Τὴν Κυριακή; Ὤ, τί χαρά! Ἐδῶ θὰ ξαναρθοῦμε·
ὡσὰν νεράκι, Δάσκαλε, τὸ μάθημα θὰ εἰποῦμε...
Κ' ἐκίνησαν χαρούμενα, δυό-δυό καὶ τρία-τρία·
λουλούδι' αὐτά, κρατούσανε στὰ χέρια τους λουλούδια,
κι' ἄκουγες γέλια δροσερά κι' ἀγγελικὴ εὐθυμία,
καὶ κἄπου-κἄπου ἐψέλνανε δημοτικὰ τραγούδια.
Ὁ Γέρος μπρὸς ἐπήγαινε καὶ πίσω του ἐκεῖνα·
μπροστὰ ἡ νύκτα, καὶ αὐγῆς κατόπιν της ἀκτῖνα!

Πηγή: https://el.wikisource.org

Δάσκαλε- ΓΙΑΝΝΗΣ Π.ΤΖΗΚΑΣ

«Δάσκαλε, την πόρτα της τάξης σαν διαβείς
ψηλά το κεφάλι, χαμογέλα
ζεστή την καθημερνή σου καλημέρα να την πεις.

Κι όταν το μάθημα αρχίσεις
Λόγια πολλά μη λες
Οι κινήσεις σου απλές, λιτές
Μα τεντωμένες οι αισθήσεις.

Δώσε το λόγο στα παιδιά
Δεν έχεις τίποτα να πάθεις
Κοίτα τα μάτια τους τα λαμπερά
Πολλά απ’ αυτά έχεις να μάθεις.

Μη στέκεσαι στις στείρες γνώσεις
Συνεργασία, αγάπη, ανθρωπιά
Αυτά πρέπει να δώσεις
Το κριτικό το πνεύμα ν’ ανυψώσεις.

Δάσκαλε άκου…
Απ’ τη μεριά της Ζάκυθος
Σου κρένει ο ποιητής:
“Πάντ’ ανοιχτά, πάντ’ άγρυπνα
τα μάτια της ψυχής”» 

Πηγή: https://imaginistes.wordpress.com

Ο δάσκαλος -ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ

Ενός σοφού δασκάλου η κυρά,
που ήτο κι από κόρη μαθημένη
εις έρωτας και χάδια τρυφερά,
τα ήθελε και τώρα `παντρεμμένη...
η καημένη!

Και του δασκάλου `ζάλιζε τ’ αυτιά
για τα παιχνίδια, τούλεγε, πεθαίνω.
όμως αυτός, δεν ένοιωθε φωτιά,
τα λεξικά τον είχαν κρυωμένο...
τον καημένο!

Δεν έβγαζ’ ένα λόγο τρυφερό,
τα ρήματα, αι πτώσεις και τα γένη
δεν τ’ άφηναν για έρωτα καιρό,
κι εκείνη σπαρταρούσε λιγωμένη...
η καημένη!

Μα είδε δα κι αυτή πως χωρατά
σε δάσκαλο δεν πάνε σαστισμένο,
κι έπαυσε χάδια πια να του ζητά,
και μόνο του τον άφηνε κλεισμένο...
τον καημένο!

Με τον καιρό φρονίμεψε πολύ,
και ήσυχος ο δάσκαλος της μένει,
για έρωτας ποτέ δεν του `μιλεί
και μόνη στον περίπατο πηγαίνει...
η καημένη!

Αλλά κανείς τα γέλια δεν κρατεί
σαν φαίνεται αυτός ο παντρεμένος
κι αυτός, χωρίς να ξέρει το γιατί,
γελά με τους πολλούς καμαρωμένος...
ο καημένος!

Πηγή: Ανθολογία Περάνθη

Ο γερο δάσκαλος -ΔΩΡΑ ΜΟΑΤΣΟΥ-ΒΑΡΝΑΛΗ

Ο δάσκαλος που γέρασε στην τάξη,
είν’ όλο νεύρα κι όλο φασαρία.
Όλα του φταίν: Το τζάμι το σπασμένο
κι εκείνη η αμελέτητη η Μαρία.

Φτερνίζεται και βήχει το χειμώνα,
το καλοκαίρι πάλι όλο καψώνει.
Σαν έρθει στολισμένη στο σχολείο
αρπάζει απ’ τα μαλλιά την Αντιγόνη.

Σκύβει, τα ματογυάλια του γλιστράνε,
σιγά σιγά του πέφτουν απ’ τη μύτη.
τότες ακόμα πιο πολύ νευριάζει,
τα βάζει με την άταχτη Αφροδίτη.

Το βράδυ μες στην άθλια κάμαρά του
μαζεύεται νωρίς νωρίς κι αρχίζει
εξήντα δυο τετράδια να διορθώνει.
Το κάθε λάθος πόσο τον φουρκίζει!

Δουλεύει στο τραπέζι του σκυμμένος
αργά τη νύχτα, κάποτε ως τη μία.
Χαρά μέσα στην άχαρη ζωή του
ως τώρα δεν εγνώρισε καμία.

Στον ύπνο του κι εκεί δεν ησυχάζει.
Έρχονται και τον ζωνουν σαν δαιμόνοι
και χαχανίζουν γύρω στο κρεβάτι
Μαρία και Αφροδίτη και Αντιγόνη.

Πηγή:  Νεοελληνική Ποιητική Ανθολογία Παπύρου, Δύο αιώνες νεοελληνικής ποίησης

Η δασκάλα -ΣΟΦΙΑ ΜΑΥΡΟΕΙΔΗ- ΠΑΠΑΔΑΚΗ

Πόσες φορές αποτραβιέται
μοναχή, πέρα απ’ τα παιδιά
και πικραμένη συλλογιέται
όσα της σφίγγουν την καρδιά.
Ω τα χρυσά που έφυγαν νιάτα
μ’ όνειρα πόσα ήταν γεμάτα !

Προβιβασμός, υποτροφία,
κάποια της τύχης αλλαγή,
δύο τρία χρόνια υπηρεσία
κι’ ένας λεβέντης μιαν αυγή,
που θα την κλειούσε αρχόντισά του
Στο σπίτι του και στην καρδιά του.

Μάταν φτωχό το σπιτικό της
και καρτερούσαν να θραφούν
γονιοί κι’ αδέλφια απ’ το μιστό της
και χρέη παλιά να πλερωθούν.
Κι’ αυτός, μικρός, δεν εξαρκούσε
κι’ όλο πιο μπρος τον εξοφλούσε.

Έχει σβυστεί στο πρόσωπό της
κάθε της νιότης ομορφιά.
Κι’ όσα διδάσκει στο σκολειό της
δεν τα πιστεύει εκείνη πια.
Κι’ όλο και γίνεται η δασκάλα
πιο νευρική και πιο ασπρομάλλα.

Άλλες μαθήτριες παντρευτήκαν
άλλες, παιδάκια, εγίναν νιές
από τη μνήμη της σβυστήκαν
πόσες εδίδαξε γενιές.
Στη νιότη τους, π’ ανθεί και δένει,
μετράει τα χρόνια της θλιμμένη.

Κι’ όμως, στην έδρα της εκείνη,
για λευτεριά, για δικαιοσύνη,
διδάσκει πάντα και κηρύττει,
με ραγισμένη τη φωνή,
π’ όλο και βγαίνει πιο βραχνή
από το χρόνιο φαρυγγίτη.

Πηγή: Νέα Παγκόσμιος ποιητική ανθολογία Ρίτας Μπούμη-Νίκου Παππά

Ιδιαίτερο μάθημα- ΣΟΦΙΑ ΜΑΥΡΟΕΙΔΗ- ΠΑΠΑΔΑΚΗ

Με το μάθημα τούτο τη φτωχή μου τη ζήση
-δραχμές χίλιες μου δίναν-είχα πια ξασφαλίσει.
Στο φαΐ μου οχτακόσιες-μια ζωή μετρημένη-
για το νοίκι διακόσιες-καμαρούλα μια πήχη-
και για τ' άλλα, σκεφτόμουν, κάτι πάλι θα τύχει.

Ήταν κάποια κυρία κοσμική, καλεσμένη
στα μεγάλα σαλόνια κι είχε ανάγκη να ξέρει
για τον Όμηρο κάτι, για της Λέσβου τη λύρα,
στην κουβέντα της στίχους που και που ν' αναφέρει,
ν' απαγγέλλει Μαβίλη, Καβάφη, Πορφύρα.

Ένα μάθημα ακόμα κι η ζωή θάν' ωραία,
συλλογιόμουν. Στο τέλος, θα της μάθω κι αρχαία!
Όταν ξάφνου μου λέει: "Θα σας πάψω ένα μήνα.
Που καιρός για μελέτη, το Τριώδι έχει ανοίξει!
Ξενυχτώ κάθε βράδυ στους χορούς κολομπίνα,
και, θαρρώ, δεν σας έχω το κοστούμι μου δείξει.

Τι σουξέ πούχω κάνει!... Το πιο φίνο λαμέ!
Δεκαπέντε χιλιάδες μου κοστίζει-μοντέλο
το Γκραν Σικ απ' ευθείας τόχει φέρει για με!
Κι ασορτί πως μου πάει μυτερό το καπέλο!..."
Θάπε κι άλλα, δεν ξέρω. Το μυαλό μου σα σφήνα
μια κουβέντα τρυπούσε: "Θα σας πάψω ένα μήνα".

Πηγή: Ανθολογία Περάνθη

Δουλίτσα -ΣΟΦΙΑ ΜΑΥΡΟΕΙΔΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ

Ένα αδύναμο κορμάκι,
με στεφάνι τις πλεξούδες
στο μικρό της κεφαλάκι,
πως θυμούμαι τη Λενιώ !
Σ’ ένα σπίτι ήταν δουλίτσα,
που δασκάλα ήμουν εγώ.

Και στην ίδιαν ηλικία,
καπριτσιόζα, χαϊδεμένη,
μια μικρή κυρά από τότες,
η μαθήτρια μου η Λουκία,
εβασάνιζε κι εμένα
και τη δόλια την Ελένη.

Πως θυμούμαι τη λαχτάρα
στα δύο μάτια τα μεγάλα
- ένα ρώτημα καθένα -
της μικρής δουλίτσας, όταν
με το δίσκο της ερχόταν,
να τρατάρει τη δασκάλα !

Έκανε πως συγυρνούσε,
μέσ’ στην κάμαρα κι αυτή,
κι όλο εκοίταε το βιβλίο,
πάντα δίπλα στο γραφείο,
κι όλο ετέντωνε τ’ αυτί.

Και, για χάρη της, μιλούσα
όλο πάθος και φωτιά.
Κι άρχιζα κι ανιστορούσα
για Νεράϊδες, για Στοιχειά,
για κρυστάλλινα παλάτια
κι η μικρούλα, μαγεμένη,
με ρουφούσε με τα μάτια.

Ώσπου μια φωνή απ’ τα πλάγια,
λες από το παραμύθι
μια Γοργόνα θυμωμένη,
μας αντίσκοβε τα μάγια ...
Κι η δουλίτσα στην κουζίνα
ξαναπήγαινε, θλιμμένη.

Με τα μάτια τα μεγάλα
- ένα ρώτημα καθένα -
τι να γίνεται η Λενιώ ;
Τι να γίνεται η φτωχούλα !
Σ’ άλλο σπίτι θάναι δούλα,
όπως μια φτωχή δασκάλα,
σ’ άλλο σπίτι είμαι κι εγώ.

Πηγή: http://www.mavroidi.gr

Ήρθε μια νέα δασκάλα- ΠΑΥΛΟΣ ΚΡΙΝΑΙΟΣ

Ήρθε μια νέα δασκάλα στο χωριό
νεράιδα, λυγερή, γαλανομάτα ΄
κλωνάρι ιτιάς που σειέται στο νερό,
δροσούλα κι ευωδιά σε ολόανθα νειάτα.

Χαμογελούσε, σκίρταε η λαγγαδιά.
Γιόμιζε η χούνη πασκαλιές και ρόδα ΄
Χτένιζε τα μελίχρυσα μαλλιά,
μελισσοκέρι ο άνεμος ευώδα.

Πήγαινε στο σκολειό πολύ πρωί,
καθότανε κοντά στο παραθύρι,
κι έσκυβε το σπουργίτι να την δει
κι ήταν να τήνε πιεις σ'ένα ποτήρι.

Στο μάθημα η φωνή της μελωδία
κι όταν μιλούσε γι' άνοιξη και φως
κατέβαινε στην τάξη ο ουρανός
και κάθονταν οι αγγέλοι στα θρανία.

Κι όταν για την Παντάνασσα μιλούσε,
γινόταν το σκολειό μας σαν ναός!
Εικόνα ο μαυροπίνακας! Κι ορθός
στον νάρθηκα ο Χριστός μας ευλογούσε...

Πηγή: Ανθολογία Περάνθη

Η δασκάλα- ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Κόβω μια κλάρα-κυρά δασκάλα
κόβω μια κλάρα λεμονιά
με δυο λεμόνια δίφορα.
Και θα την ρίξω-να ζεις και νάσαι-
και θα την ρίξω στο γιαλό
κι αν μαραθεί δε σ'αγαπώ.
Πες μου ποια μάνα,
ποια ματζουράνα,
πες μου ποια μάνα σ'έκανε
και σ'έστειλε σε μένανε
Και μένα μάνα-να ζεις και νάσαι-
και μένα μάνα μ'έκανε
και μ'έστειλε σε σένανε.
Κανέλα ήταν η μάνα σου
-να ζεις και νάσαι-
κανέλα ήταν η μάνα σου,
γαρουφαλιά ο πατέρας σ'.

Πηγή:Συλλογή Περάνθη

Κυρά δασκάλα- ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ

Άιντε είμαστε μια παρέα, βρε μια παρέα.

Άιντε πέντε έξι οχτώ παιδιά, κυρά δασκάλα,
άιντε πέντε έξι οχτώ παιδιά.

Άιντε κι είμαστε ορκισμένα, τα καημένα.

Στο Χριστό, στην Παναγιά, κυρά δασκάλα,
στο Χριστό, στην Παναγιά.

Άιντε να πάρουμε τη δασκάλα, τη δασκάλα.

Να την πάμε στα νησιά, κυρά δασκάλα,
να την πάμε στα νησιά.

Άιντε κι εκείνη δεν το δέχθη, δεν το δέχθη.

Και της κόψαν τα μαλλιά, βρε της δασκάλας,
και της κόψαν τα μαλλιά.

Πηγή: https://www.stixoi.info

Δασκάλα μου- ΜΑΡΙΑ ΣΚΑΜΠΑΡΔΩΝΗ

Δασκάλα μου τη γνώση σου εμπιστεύομαι,
αφήνομαι να με διδάξεις.
Και τον κόσμο της ψυχής μου
με τη γνώση σου να αλλάξεις.

Δασκάλα μου τα μάτια σου κοιτάζω
και γαληνεύω εντός μου.
Κάθε μου φόβος φεύγει
γιατί είσαι ένας άνθρωπος δικός μου.

Δασκάλα μου πολλές φορές
με αγαπάς πιο πολύ από παιδί σου.
Πολλές φορές θέλω μαμά να σε φωνάξω,
όταν αντικρίζω το μεγαλείο της ψυχής σου.

Δασκάλα μου πολλές φορές
την αγάπη σου περιμένω.
Πόσο δακρύζεις για εμένα!
για καθετί που πετυχαίνω.

Τα μάτια σου δασκάλα μου
ήλιος είναι και ουρανός.
Όπου όταν τα κοιτάζω
μέσα μου γεμίζω από φως.

Δασκάλα μου μαζί σου
τα πρώτα μου βήματα έκανα στη γνώση.
Σε ευχαριστώ για όλα,
από πόσους φόβους την ψυχή μου έχεις λυτρώσει!

Η μορφή σου αγγελική
και τα μάτια σου γαλάζια.
Όσες φορές στην αγκαλιά σου έχω κλάψει,
κάθε μου πόνος φεύγει μακριά.

Πηγή: https://www.fractalart.gr

Φωτισμένε δάσκαλε – δασκάλα -ΙΩΑΝΝΑ ΒΙΤΣΙΚΟΥΝΑΚΗ

Μια ζωή δοσμένη στο παιδί
Μια ζωή δοσμένη στη ελπίδα
Η Κλωθώ η μοίρα σου η καλή
να σου δίνει ένα στεφάνι είδα.

Έσπειρες της γνώσης τον καρπό
φωτισμένε δάσκαλε – δασκάλα,
κι ανέβηκες μαζί με τα παιδιά
της αγάπης του Θεού τη σκάλα.

Γεύτηκες και πίκρες και χαρές,
έδωσες το νου και την ψυχή σου
και σ’ αυτή τη στράτα της ζωής
άκουσα να λες την προσευχή σου.

Ποια ‘ναι η δική σου απαντοχή,
πόσα σκούπισες ματάκια δακρυσμένα,
π’ αμίλητα ρωτούσανε:
Γιατί των αγγέλων τα φτερά είναι κομμένα!

Πηγή: http://agonaskritis.gr

Ο πίνακας -ΤΕΥΚΡΟΣ ΑΝΘΙΑΣ

Ο δάσκαλος στον πίνακα «τα ρήματα
εις –μι» και τα «υγρόληκτα» αραδιάζει.
Οι μαθητές, σα γηρασμένοι, γράφουνε,
και κάθε τόσο : «Προσοχή!» τους κράζει.

Τελειώνει. Τα «φυτά της Ινδοκίνας»
και τ’ άνθη των θερμών χωρών» διδάσκει.
Κάθε παιδί περίφοβο ακροάζεται
και νυσταγμένο, αφηρημένο, χάσκει.

Αρχίζει να διδάσκει περί «Πρόγονοι!»,
περί «Θεός!», και «τάφοι των αγίων!».
Κ΄ οι ψύλλοι, τα κουνούπια, οι σκυλόμυγες,
οι ψείρες πλημμυρίζουν το σχολείον.

Ο πίνακας τα βλέπει σα φιλόσοφος,
τρομάζει και, μορφάζοντας, φωνάζει :
«Τον κακομοίρη! τον εφάγαν τα ζωΰφια
κι ακόμη τα υγρόληχτα αραδιάζει;»

 Πηγή: http://www.sarantakos.com

Εθνική Παιδεία - ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

Γανιάσατε, δασκάλοι, να ξεμάθω
να `μαι εγώ, να στοχάζομαι, να θέλω —
ψέματα όλο ν’ ακούω, να λέω, να πράττω,
για ψέματα να ζω και να πεθαίνω.

Δεν μπόρεσε η σπουδή να με χαλάσει.
Αντέξανε σαρκίο, ψυχή και γνώση
μα κάθε τόσο θάνατος να ξέρεις
ότ’ είσαι πάντα πουλημένο κρέας.

Πηγή:https://www.stixoi.info

Ευδόκιμος υπηρεσία -ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Γηράσκομεν διδάσκοντες αεί
μέσα σε κρύες αίθουσες
-μ’ αυθάδικην ηχώ
-τυμπάνου αλαλάζοντος
Εμείς γηράσκομεν αεί
διδάσκοντες αυτούς
που είναι πάντα νέοι
-ένα ποτάμι που διαρκώς
-αλλάζει τα νερά του-
Κι από τ’ αυτιά μας
-όλο ξεμακραίνει η βουή
καθώς εμείς διδάσκοντες
-γηράσκομεν αεί
καρτερικά προσμένοντας
-να μας σαρώσει
-η τριακονταπενταετής
-ευδόκιμος υπηρεσία

Πηγή: https://milwntasgiatoxioni.wordpress.com

Στο δάσκαλο- ΕΛΕΝΗ ΑΠ.ΜΑΝΙΩΡΑΚΗ

Δάσκαλε εμπρός μη σταματάς,
μη σε πτοούν οι συμπληγάδες κι οι χειμώνες
δεν είναι ότι κι ότι αυτό που ποίησες
χρόνια και χρόνια τώρα ψυχές φωταγωγούσες.

Τάισες τις ψυχές ψωμί απ’ αγάπη,
πότισες τις καρδιές παιδιών μ’ αξίες,
φύτεψες στο μυαλό ιδανικά αιώνια,
γέμισες φως τα μάτια τους,
τον κόσμο ν’ αντικρίζουν φωτεινό.

Στράγγισες απ΄ τις καρδιές τους τις κακίες,
τους δίδαξες τα μίση να μισήσουν,
να υψώνουν λάβαρό τους την αγάπη.
Χρώμα τους χάρισες να ζωγραφίσουν
αληθινά τα όνειρα της κάθε ουτοπίας.

Τους έμαθες να υψώνουν Παρθενώνες,
το ηθικό κι ωραίο να γνωρίζουν
κι ότι «απάντων τιμιότερον
και αγιότερον εστί η πατρίς».
Για να μπορέσουν κάποτε ν’ αναφωνήσουν
στο δάσκαλό μου οφείλω το «ευ ζην»

Πηγή: http://agonaskritis.gr

Δάσκαλος σε απορία -  ΜΑΝΟΣ ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ

Διαβάζει στα μάτια τους το αλφαβητάρι της πλήξης
Συλλαβίζει στα χείλη τους το αναγνωστικό της οργής
Μελετά στα πρόσωπά τους το λήμμα «γιατί»
Σπουδάζει στην πράξη την άλυτη εξίσωση

Τώρα μαθητεύει κι αυτός στα θρανία της ενοχής
ελπίζοντας σε μια τιμωρία λυτρωτική,
όπως ο κατά συρροή δολοφόνος μεθοδεύει τη σύλληψή του
ή όπως το παιδί που πάτησε το λόγο του εκλιπαρεί την επίπληξη του πατέρα.
Τώρα συναλλάσσεται καθημερινά κι αυτός σε τράπεζα θεμάτων
Κατάθεση κι ανάληψη ψυχής
Μόνιμο χρεωστικό υπόλοιπο συνείδησης
στους τραπεζικούς λογαριασμούς του.

Στα αμφιθέατρα της νιότης έγραφε στους τοίχους το ωραίο σύνθημα
«Η φαντασία στην εξουσία»
Στις τάξεις της ενηλικίωσης έγινε πληρωμένος δολοφόνος της
Στους δρόμους της οργής έστηνε οδοφράγματα στη σοβαροφάνεια
" Ένα γέλιο θα σας θάψει"
Και τώρα αναζητά το δικό του νεκροθάφτη
στα τελευταία θρανία της τάξης
Μάταια.

Θυμάται που ήθελε την τάξη του καράβι
τη φαντασία πυξίδα στο σεργιάνι του κόσμου
το Σπαθί του Ωρίωνα ή το Σταυρό του Νότου πλοηγό
για να μη χάσει ούτε στιγμή τη ρότα
για τη γη της επαγγελίας.
Την είχε υποσχεθεί στους μαθητές
κι ας μην το ήξεραν.

Και κάπως έτσι, να, κατέληξε κομπάρσος -πρωταγωνιστής
σε ανόητη παράσταση για έναν ρόλο
Με θεατές αδιάφορους
Με χορηγούς επικίνδυνους
Με μέντορες υστερόβουλους

Στο τέλος της ώρας το κουδούνι ηχεί αναστάσιμα.
Πετά το προσωπείο της υποκρισίας
και χύνεται στους δρόμους
ουρλιάζοντας
Τον βρίσκει η νύχτα!

Πηγή: http://manostefanakis.blogspot.com

Νέο Ξεκίνημα -ΝΙΚΟΣ ΜΑΡΑΓΚΟΥΔΑΚΗΣ

Καινούρια σχολική χρονιά προβάλλει
κι οι δάσκαλοι καινούρια ανοίγουν πύλη
στ’ ανάκτορο της μάθησης και πάλι
κι είν’ έτοιμα τα’ ακούραστα τους χείλη.

Νιώθουν την ύπαρξή τους σαν λαμπάδα
που καίει και λιώνει σε ιερό βωμό
χαρίζοντας στα πνεύματα λαμπράδα
κι ελπίδα για ένα μέλλον φωτεινό.

Είναι στ’ αλήθεια οι πλαστουργοί γεμάτοι φως
π’ ανθρώπινο στον κόσμο δίνουν σχήμα
και χτίζουν ένα μώλο συνεχώς
κόντρα στης βαρβαρότητας το κύμα.

Πηγή: http://agonaskritis.gr

Στη δασκάλα (Η ευχή των παιδιών)- ΑΝ.ΜΩΡΑΪΤΗ

Τόσα χρόνια σαν μητέρα
στα παιδιά σκορπάς τη γνώση
μια τους γράφεις, μια τους λες.
Κι έχουν όλα μεγαλώσει
με δικές σου συμβουλές.

Συ τους έδειξες το δρόμο
τον μεγάλο, τον πλατύ
με τα φώτα που σκορπούσες
κι απ’ το χέρι τα κρατούσες
ως να βρουν την αρετή.

Τόσα χρόνια σαν μητέρα
δεν κουράστηκες κι ακόμα
στρατιά σε τριγυρνά.
Σε κοιτάζουνε στο στόμα
τα παιδιά τα τωρινά.

Σου ζητούν τις συμβουλές σου
και τα φώτα σου μαζί
κι όλα λένε νύχτα-μέρα:
τέτοια μάλαμα-μητέρα
πάντα για καλό να ζει.

Πηγή: http://enakeimenomiaeikona.blogspot.com

Καθαριότητα - ΑΡΓΥΡΗΣ ΜΑΡΝΕΡΟΣ

... αφιερώνεται στους κατά καιρούς
υπουργούς παιδείας

Η δασκάλα έλεγε
Πάντα
Πως η καθαριότητα
Είναι
Μισή αρχοντιά
Η μαμά σας
Θα κόβει τα νύχια
Ο κουρέας τα μαλλιά
Όσο για το μυαλό σας
Μου δώσαν ειδικό ψαλίδι
Να σας το παίρνω
Πάντα σύρριζα.

Πηγή: https://www.stixoi.info

Η προσευχή της δασκάλας-ΓΚΑΜΠΡΙΕΛΑ ΜΙΣΤΡΑΛ

Κύριε! Εσύ που δίδαξες, συγχώρα με που διδάσκω,
που φέρω το όνομα της δασκάλας,
το οποίο Εσύ έφερες όσο στη Γη βρισκόσουν.

Δώσε μου μια μοναδική αγάπη για το σχολειό μου,
ώστε ούτε το κάψιμο της ομορφιάς
να μην μπορεί να κλέψει
την τρυφεράδα μου απ' όλες τις στιγμές.

Δάσκαλε, κάνε ασίγαστο τον ενθουσιασμό μου
και περαστική την απογοήτευση.
Βγάλε από μέσα μου τον πόθο
για δικαιοσύνη που εξακολουθεί να με ταράζει,
το γελοίο απομεινάρι της διαμαρτυρίας
που βγαίνει από μέσα μου όταν με πληγώνουν.
Να μην πονάει η περιφρόνηση και να μην θλίβομαι
για την λήθη αυτών που με δίδαξαν.

Κάνε με να είμαι πιο μάνα από τις μάνες,
για να μπορέσω ν' αγαπήσω
και να υπερασπίσω όπως κι εκείνες,
τα παιδιά που δεν είναι σάρκα της σάρκας μου.
Βόηθα με να πετύχω να κάνω για καθένα
από αυτά τον στίχο μου τέλειο,
να του ενσταλάξω αυτή την άφωνη,
την πιο δυνατή μου μελωδία,
ακόμη κι όταν τα χείλη μου δεν θα τραγουδούν πια.

Δείξε μου τη δύναμη του Ευαγγελίου σου έγκαιρα,
για να μην εγκαταλείψω τη μάχη της κάθε μέρας
και της κάθε ώρας.
Βάλε στο δημοκρατικό σχολειό μου,
τη λάμψη που σκορπίζεται
από το τρέξιμο των ξυπόλυτων παιδιών.

Κάνε με δυνατή,
ακόμα και στη γυναικεία αδυναμία μου
και στη γυναικεία φτώχεια μου,
κάνε με αδιάφορη για ότι μπορεί
να μην είναι αγνό,
για κάθε πίεση που δεν είναι
της ζεστής θέλησής σου στη ζωή μου.

Φίλε, Συντρόφεψέ με! Στήριξέ με!
Πολλές φορές δεν θα έχω άλλο
από Σένα στο πλευρό μου.
Όταν το δίδαγμά μου θα είναι πιο αγνό
και η αλήθεια πιο θερμή,
θα παραμείνω χωρίς τα εγκόσμια·
αλλά Εσύ τότε θα με κυβερνήσεις
ενάντια στην καρδιά σου,
που γνώρισε πολύ
τη μοναξιά και την αδυναμία.
Δεν θ' αναζητήσω παρά
στη ματιά σου τη γλυκύτητα της αποδοχής.
Πρόσφερέ μου απλότητα και βάθος·
Λύτρωσέ με απ' το να είμαι
περίπλοκη ή κοινότυπη στο καθημερινό μου μάθημα.
Δώσε μου δύναμη να υψώσω τα μάτια
πάνω από το πληγωμένο στήθος μου,
μπαίνοντας κάθε πρωί στο σχολειό μου.
Να μη φέρνω στην έδρα μου τις υλικές μου ανησυχίες,
ούτε τις καθημερινές μικροαστικές μου θλίψεις.
Ελάφρυνε το χέρι μου στην τιμωρία
κι απάλυνέ το, ακόμα πιο πολύ στο χάδι.
Να μαλώνω με πόνο,
να ξέρω ότι έχω διορθώσει αγαπώντας!
Κάνε να γεμίσει με πνεύμα
το χτισμένο με τούβλα σχολείο μου.
Να τυλιχτεί με τη λάμψη του ενθουσιασμού μου
η φτωχή του αυλή, η γυμνή του αίθουσα.
Η καρδιά μου να είναι η κολώνα του
και η αγνή μου θέληση πιο δυνατή
από τις κολώνες και το χρυσάφι
των πλούσιων σχολείων.
Και, τέλος, θύμιζέ μου
από την ωχρότητα του καμβά του Βελάθκεθ,
ότι το να διδάσκεις
και ν' αγαπάς παράφορα στη Γη
είναι να φτάνεις με τη λόγχη του Λογγίνου
στην πιο καυτή πλευρά του έρωτα.

Πηγή: Περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ,τ.1929,1970
Απόδοση: Γ.Δ.Χουρμουζιάδης

Η δασκάλα -ΓΚΑΜΠΡΙΕΛΑ ΜΙΣΤΡΑΛ

Με τα ζεστά μαλλιά του παίζω
Που τα χωρίζω και τα ισιώνω
Και λες κρατώ μεσ’ στα σγουρά του
Των Μάγιας της διασποράς τον πόνο

Δώδεκα χρόνια που ‘χω αφήσει
τ’ αδρό μεξικανόπουλό μου
μα εγώ ακόμα το χτενίζω
είτε ξυπνή είτε στ’ όνειρό μου

Μάνας αγάπη είναι εκεί πέρα
Πιασμένη απ’ τα γόνατά μου,
Μια λύτρωση στα παιδιά πάνω
Που δε μ’ αφήνει να πεθάνω»

Πηγή: Παγκόσμιος ποιητική ανθολογία Ρίτας Μπούμη- Νίκου Παππά, Εκδόσεις Γεωργίου Παπαδημητρίου

Η δασκάλα της υπαίθρου -ΓΚΑΜΠΡΙΕΛΑ ΜΙΣΤΡΑΛ

Στον Federico de Onís

Η Δασκάλα ήταν αγνή. "Οι τρυφεροί κηπουροί", έλεγε,
"αυτού του αγροκτήματος, που είναι αγρόκτημα του Ιησού,
πρέπει να διατηρούν αγνά τα μάτια και τα χέρια,
να φυλάνε καθαρά τα έλαια του, για να δώσει ένα καθαρό φως. "

H Δασκάλα ήταν φτωχή. Το βασίλειό της δεν είναι ανθρώπινο.
(Έτσι όπως στον πονεμένο σπορέα του Ισραήλ.)
Φορούσε καφετιές φούστες, δεν στόλιζε το χέρι της
Και ήταν όλο της το πνεύμα ένα τεράστιο κόσμημα!

Η Δασκάλα ήταν χαρούμενη. Φτωχή γυναίκα πληγωμένη!
Το χαμόγελό της ήταν ένας τρόπος να κλαίει με καλοσύνη.
Πάνω από τα σπασμένα σανδάλια και το κατακόκκινο,
χαμόγελο, το περίφημο λουλούδι της αγιότητάς της.
[...]

Μετάφραση: Μαριάννα Τζανάκη
Πηγή: http://st2faliro10.blogspot.com

Κι όταν κάποτε θα πρέπει να διδάξεις - ΡΑΪΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚΕ

Κι ὅταν κάποτε θὰ πρέπει νὰ διδάξεις
γιατὶ προσμένει νὰ τοῦ πεῖς, ἕνα παιδί,
ἢ γιατὶ ὁ ξένος σου
μπαίνει στῆς λάμπας σου τὸν κύκλο
σκοτεινιασμένος ἀπ᾿ τὴν ἄχνα τοῦ βραδιοῦ,
ἢ ποὺ τὸ βῆμα σου κάποτε ξαστοχᾶ
κι᾿ ὡσότου ξαναφέξει
πρέπει κι᾿ ἐσὺ σὲ φίλους νὰ σταθεῖς
ἢ ποὺ ἕνας φίλος περασμένος, ποὺ φοβᾶται
πὼς κλονίζεται ἡ φιλία πού ῾χε ἀρχίσει στὰ τυφλὰ
ἀπαιτώντας ἀπὸ σένα νὰ τοῦ γράψεις -
τότε πρέπει στὸν ἑαυτό σου νὰ τὸ πεῖς συνειδητὰ
τί σημαίνει «νὰ διδάσκεις»:
Μὲ λόγια ποὺ βαθιά σου τὰ γνωρίζεις
ἑκούσια νὰ πεῖς: ὑπάρχω ἐγώ.
Κι᾿ ἀκόμη πιὸ πολὺ
διδάσκω δὲν θὰ πεῖ: σὲ κάποιον
γιὰ τὴν σύμπτωση νὰ λὲς τῶν ἐποχῶν
πῶς συμβαίνει καὶ γιατί·
διδάσκω θὰ πεῖ: Γιὰ τὸν Ἕνα νὰ ρωτήσεις τὸν καθένα
ποὺ τοῦ μοιάζει στὴ σιωπή...

Πηγή: https://www.stixoi.info

Ωδή στους δασκάλους-ΠΑΤ ΜΟΡΑ

Θυμάμαι
την πρώτη μέρα
πως κοίταξα κάτω
ελπίζοντας πως δεν θα με δεις
και όταν σήκωσα τα μάτια μου
είδα το χαμόγελό σου να λάμπει
σαν ένα απαλό φως
που ξεπηδούσε από μέσα σου.

«Είμαι όλος αυτιά», μας έδωσες θάρρος
«Ελάτε!
Πάρτε μέρος στη συζήτησή μας,
Ας ακούσουμε τις νέες βεβαιότητές σας
τις ακανθώδεις αμφιβολίες, τις μπερδεμένες αγωνίες σας,»
Αλλά για αρκετές εβδομάδες τα έκρυβα όλα μέσα μου.

Διαβάζω και ξαναδιαβάζω τις σημειώσεις σου
που εξυμνούσαν
τη γραφή μου
ενώ εσύ μου ψιθύρισες:
«Eμείς χρειαζόμαστε εσένα
Και τις ιστορίες σου
Και τις ερωτήσεις σου
που σαν ένα νέο μονοπάτι
θα μας οδηγήσει σε νέες προοπτικές ».

Σιγά σιγά η πίστη σου στο θάρρος μου μεγάλωσε
και για χάρη σου
‒αντί να σου δώσω μια σημείωση ή ένα μήλο ή λουλούδια‒
για χάρη σου
σήκωσα το χέρι μου.

Κουβαλώ το χαμόγελό σου
και πίστη μέσα μου
όπως κουβαλώ το πρόσωπο του σκύλου μου,
το χαμόγελο της αδερφής μου,
τις ανάλαφρες μελωδίες,
την απαλότητα του ηλιοβασιλέματος,
τις σταθερές ευλογίες των αστεριών,
τη φθινοπωρινή μυρωδιά μιας μελόπιτας,
την ασφάλεια που χαρίζει ένα πουλόβερ μια ψυχρή μέρα.

Μετάφραση: Ασημίνα Ξηρογιάννη
Πηγή: https://frear.gr 

Άκουγε ενώ μιλάς! - ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ

Μην λες ότι έχεις δίκιο πολύ συχνά,δάσκαλε
άσε τους μαθητές να το καταλάβουν.
Μην κάνεις την αλήθεια καταναγκασμό:
Δεν είναι καλό γι'αυτή.
Άκουγε ενώ μιλάς!

Μετάφραση: Ελένη Καλκάνη
Πηγή: Εκλεκτά ποιήματα,Μπέρτολτ Μπρεχτ,Δαμιανός

Οι δάσκαλοι -ΓΚΙΓΙΕΡΜΟ ΕΝΤΟΥΑΡΝΤΟ ΠΙΛΙΑ

Οκτώ ώρες μελέτη την ημέρα: τότε που
μου μάθαιναν γράμματα οι δάσκαλοί μου — φοιτητής εγώ
των Αρχαίων Ελληνικών και των Λατινικών. Πόσα
πρωινά, πόσες νύχτες, πόσα και πόσα απογεύματα
με ήλιο και βροχή σκυμμένος
πάνω από τον Πίνδαρο και τον Βιργίλιο…
Τόση ξερή γραμματική μπας και γράψω
δυό-τρεις λέξεις, δάσκαλοί μου, ή κάτι στίχους
ελαφρώς περιπετειώδεις. Τί θλιβεροί οι μήνες, εκεί οπού
περίμενα τις εξετάσεις, επαναλαμβάνοντας
αόριστους βήτα και κλίσεις ονομάτων… Και όμως, ναι,
τί λαχτάρα αυτή που νιώθω τώρα να πάω να δανειστώ
βιβλία που δεν είμαι πλέον υποχρεωμένος να διαβάσω…
— Κι αν σήμερα ο καθηγητής των Ελληνικών
που τόσο αγαπούσα δεν υπάρχει, ούτε και των Λατινικών
που με τρομοκρατούσε, και αν ακόμα και οι δυό τους
είναι πια γη και σποδός, όμοιοι με τις νεκρές τους τις γλώσσες …
εγώ είμαι, δάσκαλοί μου, εσείς: είμαι ο γιός σας
που δίπλα σας διδάχτηκε να νοσταλγεί
το φως το αρχαίο, αλλά όχι για να πεθάνει· είμαι ο δικός σας γιός
που μαζί με τον Πίνδαρο και τον Βιργίλιο σας θυμάται σήμερα.

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής
Πηγή: https://kostasvakouftsis.blogspot.com

Σελίδα γραπτού -ΖΑΚ ΠΡΕΒΕΡ

Δύο και δύο τέσσερα
τέσσερα και τέσσερα οχτώ
οχτώ κι οχτώ κάνουν δεκάξι.
Επαναλάβατε! λέει ο δάσκαλος.
Δύο και δύο τέσσερα
τέσσερα και τέσσερα οχτώ
οχτώ κι οχτώ κάνουν δεκάξι.

Μα να το πουλί-λύρα
που περνά στον ουρανό.
Το παιδί το βλέπει,
το παιδί το ακούει,
το παιδί το φωνάζει:
Σώσε με, παίξε μαζί μου,
πουλί!

Τότε το πουλί κατεβαίνει
και παίζει με το παιδί.
Δύο και δύο τέσσερα.
Επαναλάβατε! λέει ο δάσκαλος.
Και το παιδί παίζει,
το πουλί παίζει μαζί του…
Τέσσερα και τέσσερα οχτώ
οχτώ κι οχτώ κάνουν δεκάξι
δεκάξι και δεκάξι πόσα κάνουν;

Μετάφραση: Μιχάλης Μεϊμάρης
Πηγή: Νέα Παγκόσμια Ποιητική Ανθολογία Ρίτας Μπούμη- Νίκου Παππά, Διόσκουροι

Έρευνα - επιμέλεια αφιερώματος: Αγγελική Καραπάνου ,εκπαιδευτικός Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης