Ο βράχος στην ποίηση (Ποιήματα)

Ο βράχος στην ποίηση (Ποιήματα)

Βράχος. Μεγάλη πέτρα. Σύμβολο σταθερότητας και ψυχικής αντοχής. Πάμε να τον συναντήσουμε  στα λόγια των ποιητών!

Η Μαρίνα των βράχων-ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη - Μα που γύριζες
Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους
Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο
Κι οι κόρες των ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της Χίμαιρας
Ριγώνοντας μ' αφρό τη θύμηση!
Που είναι η γνώριμη ανηφοριά του μικρού Σεπτεμβρίου
Στο κοκκινόχωμα όπου έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω
Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών
Τις γωνιές όπου οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα δυοσμαρίνια

- Μα που γύριζες
Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Σού 'λεγα να μετράς μες στο γδυτό νερό τις φωτεινές του μέρες
Ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων
Ή πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους
Μ' ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου.

Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα
Βαθιά μες στο χρυσάφι του καλοκαιριού
Και τ' άρωμα των γυακίνθων - Μα που γύριζες

Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς τους κόλπους με τα βότσαλα
Ήταν εκεί ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο
Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε
Κι άνοιγες μ' έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ' όνομά του
Ανεβαίνοντας ανάλαφρα ως τη διαύγεια των βυθών
Όπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας.

Άκουσε, ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση
Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος
Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα
Έχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.

Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή ως το κόκαλο άλλο καλοκαίρι
Για ν' αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια
Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους
Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές
Ή για να πας καβάλα στον μαΐστρο

Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο
Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας
Θ' αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.

Πηγή: Προσανατολισμοί

Ο βράχος και το κύμα-ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ

"Μέριασε, βράχε να διαβώ! το κύμα ανδρειωμένο
λέγει στην πέτρα του γιαλού θολό, μελανιασμένο
μέριασε, μες στα στήθη μου, που `σαν νεκρά και κρύα,
μαύρος βοριάς εφώλιασε και μαύρη τρικυμία.

Αφρούς δεν έχω γι’ άρματα, κούφια βοή γι’αντάρα,
έχω ποτάμι αίματα, με θέριεψε η κατάρα
του κόσμου, που βαρέθηκε, του κόσμου, που 'πε τώρα,
βράχε, θα πέσεις, έφθασεν η φοβερή σου ώρα!

Όταν ερχόμουνα σιγά, δειλό, παραδαρμένο
και σώγλυφα και σώπλενα τα πόδια δουλωμένο,
περήφανα μ’εκοίταζες και φώναζες του κόσμου
να ειδεί την καταφρόνεση, που πάθαινε ο αφρός μου.

Κι αντίς εγώ κρυφά κρυφά, εκεί που σ’εφιλούσα
μέρα και νύχτα σ’ έσκαφτα, τη σάρκα σου εδαγκούσα
και την πληγή που σ’ άνοιγα, το λάκκο πούθε κάμω
με φύκη τον επλάκωνα, τον έκρυβα στον άμμο.

Σκύψε να ειδείς τη ρίζα σου στης θάλασσας τα βύθη,
τα θέμελά σου τα `φαγα, σ’έκαμα κουφολίθι.
Μέριασε, βράχε, να διαβώ! Του δούλου το ποδάρι
θα σε πατήσει στο λαιμό... Εξύπνησα λιοντάρι"...

Ο βράχος εκοιμότουνε. Στην καταχνιά κρυμμένος,
αναίσθητος σου φαίνεται, νεκρός, σαβανωμένος.
Του φώτιζαν το μέτωπο, σχισμένο από ρυτίδες,
του φεγγαριού, που ’ταν χλωμό, μισόσβηστες αχτίδες.
Ολόγυρά του ονείρατα, κατάρες ανεμίζουν
και στον ανεμοστρόβιλο φαντάσματα αρμενίζουν
καθώς ανεμοδέρνουνε και φτεροθορυβούνε
τη δυσωδία του νεκρού τα όρνια αν μυριστούνε.

Το μούγκρισμα του κύματος, την άσπλαχνη φοβέρα
χίλιες φορές την άκουσεν ο βράχος στον αιθέρα
ν’ αντιβοά τρομαχτικά, χωρίς καν να ξυπνήσει
και σήμερ’ ανατρίχιασε, λες θα ψυχομαχήσει.
"Κύμα, τι θέλεις από με και τι με φοβερίζεις;
Ποιος είσαι συ και τόλμησες αντί να με δροσίζεις,
αντί με το τραγούδι σου τον ύπνο μου να ευφραίνεις
και με τα κρύα σου νερά τη φτέρνα μου να πλένεις,
εμπρός μου στέκεις φοβερό, μ’αφρούς στεφανωμένο;
Όποιος κι αν είσαι μάθε το, εύκολα δεν πεθαίνω".

"Βράχε, με λεν Εκδίκηση. Μ’ επότισεν ο χρόνος
χολή και καταφρόνεση. Μ’ ανάθρεψεν ο πόνος.
Ήμουνα δάκρυ μια φορά, και τώρα, κοίταξέ με,
έγινα θάλασσα πλατιά, πέσε προσκύνησέ με.
Εδώ μέσα στα σπλάχνα μου, βλέπεις, δεν έχω φύκη,
σέρνω ένα σύγνεφο ψυχές, ερμιά και καταδίκη.
Ξύπνησε τώρα, σε ζητούν του ’δη μου τ’ αχνάρια...
Μ’ έκαμες ξυλοκρέβατο... Με φόρτωσες κουφάρια...
Σε ξένους μ’έρριξες γιαλούς... Το ψυχομάχημά μου
το περιγέλασαν πολλοί και τα παθήματά μου
τα φαρμακέψανε κρυφά με την ελεημοσύνη.
Μέριασε, βράχε, να διαβώ, επέρασε η γαλήνη,
καταποτήρας είμ’εγώ, ο άσπονδος εχθρός σου,
Γίγαντας στέκω μπρος σου!"

Ο βράχος εβουβάθηκε. Το κύμα στην ορμή του
εκαταπόντισε με μιας το κούφιο το κορμί του.
Χάνεται μες στην άβυσσο, τρίβεται, σβηέται, λιώνει,
σαν νάταν από χιόνι.
Επάνωθέ του εβόγγηξε για λίγο αγριεμένη
η θάλασσα κι εκλείστηκε. Τώρα δεν απομένει
στον τόπο που ’ταν το στοιχειό κανείς παρά το κύμα,
που παίζει γαλανόλευκο επάνω από το μνήμα.

Πηγή: Έτερα ποιήματα

Η θέλησή μου βράχος - ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

Πάλι μου ξίπασε τ’ αυτί γλυκιάς φωνής αγέρας.
Κι έπλασε τ’ άστρο της νυχτός και τ’ άστρο της ημέρας.
Του πόνου εστρέψαν οι πηγές από το σωθικό μου,
έστρωσ’ ο νους κι ανέβηκα πάλι στον εαυτό μου.

Ήταν με σένα τρεις χαρές στην πίκρα φυτρωμένες,
όμως για μένα στη χαρά τρεις πίκρες ριζωμένες.
Χιλιάδες ήχοι αμέτρητοι, πολύ βαθιά στη χτίση
η Ανατολή τ’ αρχίναγε κι ετέλειωνέ το η Δύση.

Έστρωσ’ , εδέχθ’ η θάλασσα άντρες ριψοκινδύνους
κι εδέχθηκε στα βάθη της τον ουρανό κι εκείνους.
Κι όπου η βουλή τους συφορά κι όπου το πόδι χάρος.
Η δύναμή σου πέλαγο κι η θέλησή μου βράχος.

Πηγή: Άπαντα Διονυσίου Σολωμού

Σχέδια στη νύχτα-ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

Στον Κώστα Κουλουφάκο

Ι

Μαύρα μουσκεμένα βράχια.
Ένα μουράγιο που δεν έγινε.
Χειρονομίες αποχαιρετισμών
που κανείς δεν είδε.
Το φανάρι
έρημο
σκορπάει την ηλεκτρική του σκόνη.

Πηγή: Χωματόδρομος, 1954

Βράχο-βράχο-ΣΤΕΛΙΟΣ ΔΟΥΜΕΝΗΣ

Σε πουλάνε, Σαλαμίνα,
οι φτηνοί στην Ελευσίνα
κάθε μέρα βράχο-βράχο
το φωνάζω και το γράφω.

Απ’ το δήμο ούτε ένας,
απ’ τους σύλλογους κανένας.
Μα τι διάλο ντόπιοι-ξένοι
είναι όλοι πουλημένοι;

Άμα πάνε όπως πάνε
θα 'ρθει η ώρα να σε φάνε,
θα σε κάνουν Ολλανδία
με την θάλασσα ευθεία.

Κι αν με βασανίζει πόνος
κι αν φωνάζω είμαι μόνος,
τι αλλάζει κι αν το γράφω;
εσύ φεύγεις βράχο-βράχο.

Πηγή: https://stixoi.info/

ΤΟ ΜΩΒ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ-ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΕΡΟΥΚΑΣ

Σε χρόνο ακατοίκητο
ανταλλάσσουμε μέρες
τώρα που όλες οι εποχές
λιγωμένες αργοπεθαίνουν
και σαν σκιές καμπυλώνουν στο φως.
Ολόκληρες γενιές ακολουθώντας
την κίνηση της φθοράς
κακοφορμίζουν εγκλωβισμένες
μέσα σε αποξηραμένες αντοχές
και σε λιπόσαρκες ελπίδες.
Στραγγισμένοι οδοιπόροι οργώνουν
τον αυλόγυρο του παραδείσου
θερίζοντας τις προδοσίες
όλων εκείνων που ευτέλισαν
και λιγόστεψαν τη ζωή τους.
Μέσα σε μια λιμνάζουσα συμμετρία
και στον αστερισμό των χαμένων

συλλέγουμε μόνο ιογενείς απώλειες
και καθώς ανεβαίνει η στάθμη της έλλειψης
γαντζωμένοι γύρω από τον απόπατο
σιωπηλά εορτάζουμε τα επινίκια του τίποτα.

Πηγή: Το μωβ των βράχων, Εκδόσεις οδός Πανός 2018, ποιήματα

Τα βράχια-ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Τεράστια βράχια,
ορθώνονται με θάρρος.
Δεν τα τρομάζουν κεραυνοί,
βροχές δεν τα φοβίζουν.
Χίλιες ρωγμές,
βαθιές πληγές,
άνοιξε ο χρόνος στο κορμί τους.
Στέκουν ορθά
κι ακόμα πολεμάνε
να μην πέσουν.
Τα ζηλεύω.

Πηγή: Ζηλεύω τα βράχια, Μανδραγόρας ,2018

Τα βράχια αυτά, η θάλασσα...-ΚΩΣΤΗΣ ΜΟΣΚΩΦ

Τα βράχια αυτά, η θάλασσα,
φωτίζουν μυστικά την νεκρή ψυχή μας
είναι το σώμα μας που περιμένει να γεννηθεί
— διασχίζοντας τα έτη του φωτός
διασχίζοντας τις νύκτες του ανέμου
ζεσταίνοντας με το βλέμμα τους
αιώνες υπομονής τους θεούς που πέθαναν.
Ο έρωτας
που κάποτε κτίσαμε
έμεινε η μόνη μας μνήμη
ανάμεσα στο Τίποτα και στο πιο Τίποτα.

Πηγή: Κωστής Μοσκώφ: Ποιήματα, 1987

Οι φόβοι-ΝΙΚΟΣ ΜΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

Κάθε καλοκαίρι στα μέρη μας
Φυτρώνουν κάτι βράχια πανέμορφα.
Ανεβαίνω πάντοτε στο πιο ψηλό
Και ρίχνω έναν έναν στη θάλασσα
Όλους τους φόβους μου.

Ύστερα βυθίζομαι
Σ’ έναν ύπνο γεμάτο περίεργα όνειρα
Ώσπου κάποια στιγμή πετάγομαι όρθιος
Και διαπιστώνοντας έντρομος
Πως δε μου ’μεινε πια κανένας
Αρχίζω βιαστικά να μαζεύω καινούριους.

Είναι ντροπή στα μέρη μας
Σα θα ’ρθει τ’ άλλο καλοκαίρι
Να μην έχεις να ρίξεις
Φόβους στη θάλασσα.

Πηγή: Δυο παράθυρα με κιμωλία, Μεταίχμιο, 2005

Τα βράχια-ΑΛΕΞΙΟΣ ΜΑΪΝΑΣ

                     (Αυτό) που δε λέγεται.


Συναντήθηκα μαζί της στη βιβλιοθήκη το βράδυ.
Συζητήσαμε για το αισθητικό νόημα
της οντολογίας του Ρίτσου,
για το ρυθμό του Εμπειρίκου και τη ρίμα του Καββαδία,
για το άδειο κρασί του τρίτου μπουκαλιού.
Στις έντεκα βγήκε να καπνίσει (και τη συνόδεψα).
Ήταν νύχτα.
Το ελάχιστο κούνημα του τσιγάρου της
ένας φάρος να κρατάει σε απόσταση
τα καράβια.

Πηγή: Το περιεχόμενο του υπόλοιπου, Γαβριηλίδης, 2011

 Βράχια-ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΥΛΑΚΟΥ

Αντικρίζω τη θάλασσα,
εσένα,
και συ, ξεμακραίνει.
Γύρε, ν’ ακουμπήσεις πάνω μου.
Οι πινελιές του λευκού
εγκαταλείπουν το σπίτι
καθώς η μοναξιά
αγγίζει την τελειότητα.
Χλωμό λουλούδι,
στην άκρη του δρόμου,
ποθώ να σε μυρίσω.
Παραμένω όμως δέντρο
πάνω σε βράχια,
πέρα απ’ την αντάρα των κυμάτων
κατά την εκβολή,
όπου χάνονται τα σύνορα.
Λεπτομέρεια από ρίζα ανάμνησης.
Υπήρξαμε κάποτε
από αγάπη.

Πηγή: Λευκός Καμβάς,Solucio,2017

Βράχια-ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΝΝΙΝΟΣ

Με αγάπη έπλασε το χέρι του Θεού
και τα ευλόγησαν η αλμύρα και ο χρόνος,
βράχια μοναχικά... διάσπαρτα παντού
κορμιά που γέννησε της θάλασσας ο πόνος.

Μέσα στο πέλαγος στέκουν αγέρωχα
φρουροί αρχέγονοι το φως υπηρετούνε,
χαίρονται τη ζωή και ερωτοτροπούν
τα μυστικά του κάθε κύματος ακούνε.

Καράβια χαιρετούν κι ύστερα χάνονται
κάθε φορά που η παλίρροια τα σκεπάζει,
προτού περήφανα ξανά αναδυθούν
και στοργικά να τα χαϊδέψει το αγιάζι.

Μοιάζουνε καταλύματα φιλόξενα
για τραβερσάδες και για κουρασμένους γλάρους,
γέρικοι κάβοι τις νυχτιές φεγγοβολούν
παρέα κάνοντας σε στοιχειωμένους φάρους.

Δίπλα σε τέτοια βράχια με ευλόγησε
το πεπρωμένο μου τον κόσμο να αντικρίσω,
κι εκεί προσεύχομαι... Θεέ να μου συμβεί
να αναπαυθώ όταν τα μάτια μου θα κλείσω...

Πηγή: https://stixoi.info/

Η συντροφιά των βράχων-ΙΩΑΝΝΗΣ Σ. ΠΑΠΟΥΤΣΑΚΗΣ

Βλέπεις την πορφυρόχρωμη θάλασσα του δειλινού
να γλείφει τους βράχους
πλάι στην έρημη πια ακρογιαλιά
και να τους ξεπλένει από το σπέρμα του καλοκαιριού
τώρα που η φύση ετοιμάζει πρελούδιο στο Φθινόπωρο
Εκεί που ήταν απλωμένα κορμιά γυμνά,ηλιοκαμένα
τυλιγμένα με άμμο,έρωτα κι αρμύρα
τώρα απλώνονται σιγά-σιγά οι αναμνήσεις
ακόμα ενός καλοκαιριού που έδυσε
Μνήμες από φιλιά,χάδια κι ερωτικούς ψιθύρους
σε νύχτες που και τα ολόγιομα φεγγάρια
ερωτοτροπούσαν με την πλανεύτρα κόρη του Ποσειδώνα
Από ονειροπολήσεις κι όρκους
που χάνονται σαν έρθει η πρώτη σταγόνα της βροχής
Οι βράχοι θα'χουν πια συντροφιά το ψυχρό κύμα,
τους αγριωπούς ανέμους και τα θαλασσοπούλια
Θα είναι εκεί,στις αντάρες του καιρού,ακλόνητοι,
φρουροί της μνήμης
προσευχητές του πελάγους
προσμένοντας ένα απαλό χάδι του αγέρα
και δυο ηλιοσταγόνες
για ν'αντέξουν ως τ'άλλο καλοκαίρι

Πηγή: Ιωάννης Σ.Παπουτσάκης, Η μοναξιά του θεού

 

Έρευνα-Επιμέλεια αφιερώματος: Αγγελική Καραπάνου