Οι ποιητές πάνε διακοπές στα ελληνικά νησιά (Ποιήματα)

Οι ποιητές πάνε διακοπές στα ελληνικά νησιά (Ποιήματα)

Πώς να περιγράψεις την απαράμιλλη ομορφιά των ελληνικών νησιών; Με τις έξι αισθήσεις μεθυσμένες ψάχνουμε την κάθε τους γωνίτσα, τα κρυμμένα μυστικά τους . Για να κλείσουμε  μέσα μας κάτι από το φως τους. Οι ποιητές τα ύμνησαν και τους αφιέρωσαν μερικά από τα πιο ωραία έργα τους. Ας ταξιδέψουμε μαζί τους! Δεν κρατιόμαστε!

 

Με τον τρόπο του Γ.Σ.- ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει.

Στο Πήλιο μέσα στις καστανιές το πουκάμισο του Κενταύρου
γλιστρούσε μέσα στα φύλλα για να τυλιχτεί στο κορμί μου
καθώς ανέβαινα την ανηφόρα κι η θάλασσα μ’ ακολουθούσε
ανεβαίνοντας κι αυτή σαν τον υδράργυρο θερμομέτρου
ως που να βρούμε τα νερά του βουνού.

Στη Σαντορίνη αγγίζοντας νησιά που βουλιάζαν
ακούγοντας να παίζει ένα σουραύλι κάπου στις αλαφρόπετρες
μου κάρφωσε το χέρι στην κουπαστή
μια σαΐτα τιναγμένη ξαφνικά
από τα πέρατα μιας νιότης βασιλεμένης.
Στις Μυκήνες σήκωσα τις μεγάλες πέτρες και τους θησαυρούς των Ατρειδών
και πλάγιασα μαζί τους στο ξενοδοχείο της "Ωραίας Ελένης του Μενελάου".
Χάθηκαν μόνο την αυγή που λάλησε η Κασσάνδρα
μ’ έναν κόκορα κρεμασμένο στο μαύρο λαιμό της.
Στις Σπέτσες στον Πόρο και στη Μύκονο
με χτίκιασαν οι βαρκαρόλες.

Τι θέλουν όλοι αυτοί που λένε
πως βρίσκουνται στην Αθήνα ή στον Πειραιά;
Ο ένας έρχεται από Σαλαμίνα και ρωτάει τον άλλο μήπως "έρχεται εξ Ομονοίας"
"Όχι έρχομαι εκ Συντάγματος" απαντά κι είν’ ευχαριστημένος
"βρήκα το Γιάννη και με κέρασε ένα παγωτό".
Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει
δεν ξέρουμε τίποτε δεν ξέρουμε πως είμαστε ξέμπαρκοι όλοι εμείς
δεν ξέρουμε την πίκρα του λιμανιού σαν ταξιδεύουν όλα τα καράβια,
περιγελάμε εκείνους που τη νιώθουν.

Παράξενος κόσμος που λέει πως βρίσκεται στην Αττική
και δε βρίσκεται πουθενά.
Αγοράζουν κουφέτα για να παντρευτούνε
κρατούν "σωσίτριχα" φωτογραφίζουνται.
Ο άνθρωπος που είδα σήμερα καθισμένος σ’ ένα φόντο με πιτσούνια και με λουλούδια
δέχουνταν το χέρι του γέρο φωτογράφου να του στρώνει τις ρυτίδες
που είχαν αφήσει στο πρόσωπό του
όλα τα πετεινά τ’ ουρανού.

Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει ολοένα ταξιδεύει
κι αν "ορώμεν ανθούν πέλαγος Αιγαίον νεκροίς"
είναι εκείνοι που θέλησαν να πιάσουν το μεγάλο καράβι με το κολύμπι
εκείνοι που βαρέθηκαν να περιμένουν τα καράβια που δεν μπορούν να κινήσουν
την ΕΛΣΗ τη ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ τον ΑΜΒΡΑΚΙΚΟ.
Σφυρίζουν τα καράβια τώρα που βραδιάζει στον Πειραιά
σφυρίζουν ολοένα σφυρίζουν μα δεν κουνιέται κανένας αργάτης
καμιά αλυσίδα δεν έλαμψε βρεμένη στο στερνό φως που βασιλεύει
ο καπετάνιος μένει μαρμαρωμένος μες στ’ άσπρα και στα χρυσά.

Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει
παραπετάσματα βουνών αρχιπέλαγα γυμνοί γρανίτες...
το καράβι που ταξιδεύει το λένε ΑΓΩΝΙΑ 937

Πηγή: Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος

 

Τα νησιά της Ελλάδας- ΛΟΡΔΟΣ ΜΠΑΪΡΟΝ

Τὰ νησιὰ τῆς Ἑλλάδας! ὦ νησιὰ βλογημένα,
Ποῦ μὲ ἀγάπη καὶ φλόγα μιὰ Σαπφὼ τραγουδοῦσε,
Ποῦ πολέμων κ' εἰρήνης δῶρα ἀνθίζαν σπαρμένα,
Ποῦ τὸ φέγγος του ὁ Φοῖβος ἀπ' τὴ Δῆλο σκορποῦσε!
Ἄχ, ἀτέλειωτος ἥλιος σᾶς χρυσώνει ὡς τὰ τώρα,
Μὰ βασίλεψαν ὅλα, ὅλα τἄλλα σας δῶρα!

Καὶ τῆς Χίος τὴ Μοῦσα, καὶ τῆς Τέως τὴ λύρα,
Ἀντρειοσύνης κι ἀγάπης δοξαρίσματα πρῶτα,
Σὲ ἄλλους τόπους γιὰ φήμη τὰ μετάφερε ἡ Μοῖρα,
Γιατί ἡ μαύρη τους μάννα μήτε ἄ ζοῦνε δὲ ρώτα!
Κι ἀντιλάλησαν ξάφνω παραπέρα στὴ Δύση
Ἀπ' ἐκεῖ ποῦ ἀνθίζαν τῶ «Μακάρων αἱ νῆσοι».

Τὰ βουνὰ τὸ μεγάλο Μαραθώνα θωρᾶνε,
Κ' ἡ ἀθάνατη βλέπει τὰ πελάγη κοιλάδα.
Ἐδῶ πέρα μονάχος συλλογιόμουν πῶς νἆναι
Θὰ μποροῦσε καὶ πάλε μιὰ ἐλεύτερη Ἑλλάδα!
Γιατὶ πῶς νὰ κοιτάζω τὸ Περσάνικο μνῆμα,
Καὶ νὰ λέγω πῶς εἶμαι τῆς σκλαβιᾶς κ' ἐγὼ θῦμα!

Στὸν γκρεμνὸ ποῦ ἀντικρύζει τὴ μικρὴ Σαλαμῖνα,
Μιὰ φορὰ βασιλέας θρονιαζότανε. Κάτου
Δίχως τέλος καράβια μὲ τἀμέτρητα ἐκεῖνα
Μαζευόντανε πλήθη. Εἶταν ὅλα δικά του.
Τὴν αὐγὴ μὲ καμάρι τὰ μετροῦσε ἐκεῖ πέρα,
Μὰ τί γένηκαν ὅλα σάνε βράδιασε ἡ μέρα! 

Ποῦ εἶν' ἐκεῖνα! Ποῦ εἶναι, ὦ πατρίδα καημένη!
Κάθε λόγγος σου τώρα κι ἀκρογιάλι ἐβωβάθη!
Τῶν παλιῶν τῶν ἡρώων ἕνας μῦθος δὲ μένει,
Τῆς μεγάλης καρδιᾶς τους κάθε χτύπος ἐχάθη.
Καὶ τὴ λύρα σου ἀκόμα τὴν ἀφῆκες, ὠημένα!
Ἀπ' τοὺς θείους σου ψάλτες νὰ ξεπέσῃ σ' ἐμένα!

Μὲς στὸν ἄδοξο δρόμο ποῦ μιὰ τύχη μὲ σέρνει
Μὲ φυλὴ ποῦ σηκώνει τῆς σκλαβιᾶς ἁλυσίδα,
Κάποιο βάλσαμο κρύφιο στὸ τραγούδι μου φέρνει
Ἡ ντροπὴ ποῦ μὲ πιάνει γιὰ μιὰ τέτοια πατρίδα!
Καὶ τί νἄχῃ ἐδῶ ἄλλο ποιητὴς παρὰ μόνο
Γιὰ τοὺς Ἕλληνες πίκρα, γιὰ τὴ χώρα τους πόνο!

Πρέπει τάχα νὰ κλαῖμε μεγαλεῖα χαμένα,
Καὶ ντροπὴ νὰ μᾶς βάφῃ ἀντὶς αἷμα, σὰν πρῶτα;
Βγάλε, ὦ γῆς δοξασμένη, ἀπ' τὰ σπλάχνα σου ἕνα
Ἱερὸ ἀπομεινάρι τῶν παιδιῶν τοῦ Εὐρώτα!
Ἀπ' ἐκειοὺς τους Τρακόσους τρεῖς ἄν ἔρθουνε, φτάνουν
Ἄλλη μιὰ Θερμοπύλα στὰ βουνά σου νὰ κάνουν.

Πῶς! Ἀκόμα σωπαίνουν; Πῶς! Ἀκόμα συχάζουν;
Ὄχι, ὄχι! Ἀκούγω τὶς ψυχὲς ἀπ' τὸν ᾍδη
Σὰν ποτάμι ποῦ τρέχει μακρινὰ, νὰ φωνάζουν:
«Ἕνας μόνο ἄς σαλέψῃ ζωντανὸς, καὶ κοπάδι
Ἀπ' τῆ γῆς ἀποκάτου λεβεντιὰ ξεκινοῦμε.
Εἶναι αὐτοὶ ποῦ κοιμοῦνται· ἐμεῖς ἀκομα σ' ἀκοῦμε!»

Ἄχ, τοῦ κάκου, τοῦ κάκου! ἄλλες λύρες στὰ χέρια!
Μὲ σαμιώτικο τώρα τὸ ποτήρι ἄς γεμίσῃ.
Ἄφινε αἷμα καὶ μάχες γιὰ τὰ τούρκικα ἀσκέρια,
Καὶ καθένας τὸ αἷμα τοῦ ἀμπελιοῦ του ἄς μᾶς χύσῃ!
Δές τους! Ὅλοι ξυπνᾶνε καὶ πετοῦν ὡς ἀπάνω,
Τοῦ μικρόψυχου Βάκχου τὸ ἐγκώμιο σὰν κάνω!

Τὸν Πυρρίχιο χορό σας ὡς τὰ τώρα βαστᾶτε,
Ἡ Πυρρίχια ἡ «φάλαγξ» ποῦ νὰ πῆγε, καημένοι!
Ἀπὸ δυὸ τέτοια δῶρα πῶς ἐκεῖνο ξεχνᾶτε
Ποῦ ψυχὲς ἀντρειώνει καὶ καρδιὲς ἀνεσταίνει!
Καὶ τὰ γράμματα ἀκόμα ἑνὸς Κάδμου κρατεῖτε·
Τάχα νἆταν γιὰ σκλάβους τὰ ψηφιά του θαρρεῖτε;

Τὸ Σαμιώτικο χύνε στὸ ποτήρι ὡς τὰ χείλη!
Ὄξω οἱ λῦπες! Ἐλᾶτε μὲ τὴν πλώσκα γεμάτη!
Ἔτσι ἔψελνε ὁ θεῖος Ἀνακρέοντας, φίλοι!
Σκλάβος εἶταν κ' ἐκεῖνος, μὰ ἑνὸς Πολυκράτη.
Ἀπὸ ξένους τυράννους δὲν ἐγνώριζαν τότες·
Εἶταν αἷμα δικό τους, σὰν κι αὐτοὺς πατριῶτες.

Τὴ Χερσόνησο ἕνας μιὰ φορὰ τυραννοῦσε,
Μὰ διαφέντευε πρῶτος τὰ καλὰ, τὴν τιμή της.
Μιλτιάδη τὸν λέγαν. Ἄχ, καὶ πάλε νὰ ζοῦσε!
Ἕνα ἄς εἶχε ἡ πατρίδα τέτοιο πάλε παιδί της!
Βασιλιὰς σὰν κ' ἐκεῖνον ποιό λαὸ δὲ μαγεύει!
Βασιλιὰς ποῦ μὲ ἀγάπη μοναχὴ σὲ δεσμεύει.

Στὸ ποτήρι μου πάλε τὸ Σαμιώτικο χύνε!
Στὸ Σουλιώτικο βράχο, πρὸς τῆς Πάργας τὸ χῶμα,
Γενεὰ σιδερένια ὡς τὰ σήμερα εἶναι,
Ποῦ ἀπὸ μάννες Δωρίδες λὲς καὶ βγαίνει ἀκόμα.
Ἴσως μένει ἐκεῖ πέρα κάποιος σπόρος κρυμμένος,
Ποῦ θὰ δείξῃ ἄ δὲν εἶναι Ἡρακλείδικο γένος.

Ἀπ' τοὺς ἄπιστους Φράγκους λευτεριὰ μὴ ζητᾶτε!
Ἐκεῖ ζοῦν ἡγεμόνες ποῦ πουλοῦν κι ἀγοράζουν.
Μὲ δικό σας τουφέκι καὶ σπαθὶ πολεμᾶτε!
Αὐτοῦ θἄβρετ' ἐλπίδα, κι ὅ,τι θέλουν ἄς τάζουν.
Ζυγὸς Τούρκου, μὲ Φράγκου πονηριὰ σὰν ταιριάσουν
Τὴν ἀσπίδα, ὅσο νἆναι δυνατὴ, θὰ τὴ σπάσουν.

Μὲ Σαμιώτικο πάλε τὸ ποτήρι ἄς γεμίσῃ!
Μὲς στὸν ἴσκιο χορεύουν οἱ κοπέλλες μας πάλι·
Σὰν τὰ μαῦρα τους μάτια δὲν εἶδε ἄλλα ἡ φύση,
Μὰ σὰ βλέπω τὴ νιότη καὶ τἀφρᾶτα τους κάλλη,
Τὸ δικό μου τὸ μάτι τὸ θολώνει μιὰ στάλα,
Ποῦ γιὰ σκλάβους τὸ θένε τῶ βυζιῶν τους τὸ γάλα!

Στοῦ Σουνιοῦ θὰ καθίσω τὸ μαρμάρινο βράχο,
Σύντροφό μου τὸ κῦμα τοῦ Αἰγαίου θὰ κάνω,
Αὐτὸ ἐμένα νἀκούγῃ, κ' ἐγὼ ἐκεῖνο μονάχο,
Κ' ἐκεῖ ἀπάνω σὰν κύκνος μὲ τραγούδι ἄς πεθάνω.
Δὲ σηκώνει ἡ ψυχή μου σκλάβα γῆ! Χτύπα κάτω
Τῆς σκλαβιᾶς τὸ ποτήρι, κι ἄς πάῃ νἆναι γεμᾶτο!

Μετάφραση: Αργύρης Εφταλιώτης
Πηγή:https://el.wikisource.org

 Μάρτιος εν Κρήτη -ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ

Τον Μάρτη τον ερώτησαν στην κρητική την χώρα.
—Κυρ Μάρτη, δεν μας λέγεις,
για ποια αφορμή τάχα γελάς μέσα στην ίδιαν ώρα,
και μέσ’ στην ίδια κλαίγεις;—

Ο Μάρτης απ’ τα μάτια του δυο δάκρυα σφουγγίζει
και ξεροκαταπίνει.
Και ύστερα με πονηρό χαμόγελο γυρίζει
κι απάντηση τους δίνει.

—Είμεθα δώδεκ’ αδελφοί κ’ είχαμ’ ένα πατέρα,
—Θεός να τον σχωρέσει!—
Απέθανεν εξαφνικά κ’ εμείναμε μια μέρα
τρισόρφανοι στην μέση.

Απ’ όλη την αρχόντεια του δεν του `περίσσευσ’ άλλο,
στων γηρατιών τα τέλη,
παρά το πιο παλιό κρασί, μέσα στο πιο μεγάλο
κι’ ανέγγιχτο βαρέλι.

Αυτό `κληρονομήσαμεν. Αυτό να μοιρασθούνε
οι ένδεκα `θελήσαν.
Μα μήτε τίνες δώδεκα, που τόσο να χωρούνε,
μήτε βαρέλες ήσαν.

Τότ’ εσυμβούλεψα εγώ, και εις αυτό πού είπα
'συμφώνησαν εκείνοι.
Ν’ ανοίξουνε κατά σειράν καθένας των μια τρύπα
και απ’ εκεί να πίνει.

Πηγή: https://www.stixoi.info

Μεσημέρι στ'ακρογιάλι της Κρήτης-ΜΑΡΚΟΣ ΑΥΓΕΡΗΣ

Η θάλασσα πότε στρωτή σαν αγανό μετάξι
πότε ταραγμένη λαμποκοπάει...
Μπαινόβγαιναν οι κοπέλες που υπηρετούσαν
εκεί στην καλαμένια στέγη στ'ακρογιάλι...
Αθώρητος ανέβαινε ο έρωτας από τις κνήμες
κι αγκάλιαζε όλο το σώμα...
Χορτασμένος σαν το φίδι καθόταν ο άντρας
ενώ το βλέμμα του ήσυχα τα βήματά της ακολουθούσε...
Μόνη,απόμακρη, κλεισμένη στ'όνειρό της
σαν να γύρναε σε δάσος μαγεμένο η φίλη.
Μέσα στο νου της η φωτιά της νύχτας έκαιε΄
ακόμα ο σκληρός εραστής που βάρβαρα
το σώμα της είχε λεηλατήσει
γλυκά εξουσίαζε ακόμα την ψυχή της.

Πηγή: Παγκόσμια Ποιητική Ανθολογία "Ταξίδι στην ποίηση",Ναυτίλος

Σπιναλόνγκα- ΖΩΗ ΔΙΚΤΑΙΟΥ

Λιγοστό το χώμα ξερό
κι' αυτό ζυμωμένο με θαλασσαρμύρες
και δάκρυα.
Μοναχά πέτρες, γκρεμισμένους καστρότοιχους
και χορταριασμένους τάφους θ' αντικρίσεις, ανοικτούς ακόμη
ενθύμια της ζωής που κάποτε πέρασε
ναυάγια του χρόνου
σκορπισμένα λάφυρα των καιρών.
Αμφιβάλλεις ακόμη, το νιώθω
ξεχειλίζει στο βλέμμα σου.
Ο ήλιος καίει το μεσημέρι
πυρωμένος τα όνειρα
μην ονειρεύεσαι, δεν κάνει
νιώσε το μονοπάτι της οδύνης εκείνων
που οδοιπορώντας προς το θάνατο
έμειναν άνθρωποι.
Ταράζονται οι ψυχές
Ακούς... στην πάχνη που χάνεται,
αλειτούργητες κι ασύχαστες
οι ξεχασμένοι κοιμούνται
μα δε ξεχνούν
εφιάλτες δε βλέπουν πια
έχοντας μηδενίσει την απόσταση με το θείο
τυλίγουν σε μαγικό αδράχτι
το βουβό πόνο ξαναγεννημένοι
στο φωτεινό στερέωμα.
Μια τέτοια ώρα,
με ευλάβεια σκύψε κι' αφουγκράσου
την πέτρινη εκδικήτρα σιωπή
το μεγαλείο της αντοχής,
νιώσε την αρμύρα
να καίει τα ματοτσίνορα τ' αδάκρυτα
άπλωσε το χέρι να ψηλαφίσεις
τα ίχνη του καιρού
στις σκουριασμένες σιδεριές των παραθύρων,
ανίκητος ο χρόνος,
πίσω απ’ την καστρόπορτα
κρυμμένες μαρτυρίες και το μαρτύριο.
Δάφνες δεν θα βρεις μήτε μυρτιές,
αχνές οι λέξεις,
διστακτικές κρύβουν την κόλαση
κοίταξε πέρα μακριά
όρισε τη ζωή σου από την αρχή
στην αντοχή της προσμονής
και της Αγάπης.
Ο πελαγίσιος αέρας
ζωντανεύει τις φωνές
γεμίζει η θάλασσα άσπρους καβαλάρηδες
άγγελοι εκτελεστές μιας θείας βούλησης
κουρσάροι πειρατές Σαρακηνοί
ποιός ξέρει...
Στις σκισμάδες των βράχων
ανεκπλήρωτοι πόθοι λιώνουν
κάτω από το φώσφορο του αλατιού
λυγμοί της ερημιάς, κακοκαιριάζει πάλι απότομα.
Όμορφη που γίνεσαι
καρδιά σα δε ξεχνάς, όμορφη.
Ανοίγει τα παραθυρόφυλλα ο νους
πίσω και μπρος απ' τον καιρό
το φως σκεπάζει τις ταφόπλακες
μπερδεύτηκαν τα θαύματα,
οι θύμησες τα οράματα
μυρίζει αγιοσύνη η ασαβάνωτη ψυχή
η όραση δοξάζει τις αισθήσεις
πέρα από τον αφρό των κυμάτων
δεν κλειδώνεται η μνήμη,
δεν κλειδώνεται...
όσο κι αν ο καπνός της λήθης
πασκίζει να μαυρίσει την εικόνα
το αναφιλητό απ' τα σπλάχνα της γης
θ' ακούς
πριν εξαντλήσεις το ταξίδι
πριν απ' τη μοναξιά εξαντληθείς
πριν σπεύσεις μ' ένα αίσθημα
αθώου και εναγούς μαζί
με χέρια υψωμένα κατά τον ουρανό
μια ικεσία να γυρέψεις.
"Ευλογημένη εκείνη η λέπρα
που σακατεύει τα σώματα
αφήνοντας απείραχτες τις ψυχές
στην ηδονή της αιωνιότητας,
φως... φως... φως"
το 'λεγε ο γέρος με τα ροζιασμένα χέρια
και το παραμορφωμένο πρόσωπο
μα ποιός ξέρει αν κι ίδιος το πίστευε.
Σάρκες που βιάστηκαν
να γίνουν ένα με το χώμα
θαρρείς για ν' ανοίξουν γρηγορότερα
οι δρόμοι της ψυχής
θαρρείς για να 'ρθει μια άνοιξη γελαστή... Αύριο..
και άλλη μια κόκκινη παπαρούνα
να πεταχτεί απ' την πέτρα
στο φύσημα του πελαγίσιου ανέμου
χορεύοντας, να λιτανεύει το αίμα,
το αίμα και την αγέννητη ανάσταση.
Οι ίσκιοι αντιστέκονται
στα παρακάλια αμίλητοι
πέπλα της λήθης κρύβουν τις μορφές
εικόνες ιερές απ' τα άδυτα σκοτάδια
ξεθωριάζουν στην πρώτη αχτίδα
της αυγής
χωρίς πια να ζητούν τίποτα.
Τρέμει η ευθεία του ορίζοντα
πίσω από το χαμηλό πέταγμα
των γλάρων
ζωντανεύοντας το αναμεταξύ τους κενό.
Τούτη η κλειστή Αγάπη σε καλωσόρισε
ασώματη κι αναμάρτητη
σημειοδοτώντας μια άλλη διαδρομή
κεντημένες σπίθες στο τριμμένο βελούδο
και οι πρώτες καμπάνες μακριά
η συντροφιά των απόντων
έλκει στην καρδιά τα μυστήρια
αδιαίρετα τα θαύματα
στα γυμνά μάτια, με δάκρυα
συνοψίζονται οι αντιθέσεις
κάθε τοπίο απαιτεί τη γλώσσα του.
Το χτιστό πηγάδι
δείχνει την επιείκειά του στην ελπίδα
και τη σκληρότητά του στη ζωή.
Σκέψεις ανίκητες χαρούμενες,
πένθιμες... προσευχές
εξομοιωμένες με το βαρύ πελαγίσιο αχό
στερεωμένος ο λόγος στην καρδιά
χαράζεις τη φυγή
λαχτάρησες το διάφανο της αλήθειας
ευωδιάζει η ζωή
πάνω στο ανάγλυφο της τραχιάς πέτρας
η πρώτη του φθινοπώρου βροχή
στην αστραφτερή κόψη
της λεπίδας του μαυρομάνικου
χαραγμένοι φόβοι
κι ο φόβος, που έχεις το θάρρος να αγαπάς.
Πως ν' ανταποκριθείς στο δέος
πως ν' ανταποδώσεις την αγάπη
ένιωσες την ήττα του θανάτου
τώρα που ζήλεψες τούτο το δρόμο της Ζωής
ποιά γαλήνη μαγνητίζει τa μάτια,
τώρα, που τα βήματα σ' οδηγούν εδώ
ζωντανεύεις τις φωνές των ξεχασμένων
άγιος και ασκητής αγνός
στην καλύβα της μοναξιάς μου έφτασες
με κληρονομημένες θύμησες του χτες.
Εδώ, σε αποδίδει η μοίρα... Αύριο
τη λέπρα την έχω στην ψυχή, μη γυρέψεις σημάδια
παγίδες του νου,
εδώ, το αξόφλητο χρέος... Αύριο
και αύριο στο χτες θα ανήκω
περισσότερο στο χτες
επιτάφιος ψίθυρος μιας άλλης αποκάλυψης

Πηγή: http://iscreta.gr

Σπιναλόγκα  - ΕΛΕΝΗ ΓΑΛΑΝΗ

Είναι ο νόστος μια νόσος του νότου
λοιμώδης, μολυσματική, για τους χανσενικούς της φυγής
η Μνήμη
χάνει τα μέλη της μεσοπέλαγα
στη νήσο πηγαίνοντας των νεκρών

Εσύ με κατεύθυνση τον βορρά ψιθυρίζεις αινίγματα
της Στυγός
όρθιος στην κουπαστή συλλαβίζεις
αρχαία καλοκαίρια στο Λιβυκό:
κυ-πα-ρίσ-σι, θά-λασ-σα, πλώ-ρη, νη-σί
η Σπιναλόγκα της άγνοιας
μια εποχή ηλιακή, ήτανε όλα εκεί
να θυμηθείς να ξεχνάς
να στερεώνεις τις λέξεις κατάσαρκα
να τις μπήγεις χρυσές πρόκες
στον άνεμο
να σε σφίγγουν
ωραίες θηλιές
στο λαιμό
–Κόλαση είναι ένα μέρος φωτεινό–
(es wird hell*)

σε άλλους ήχους, σε ξένο ουρανό

ξημερώνει

Πηγή:https://www.stixoi.info 

Το σύνδρομο του Μενίππου-ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΣΤΕΡΓΙΟΥ

Ξεγέλασα τον Χάροντα με δυο πλαστά τζιχάντια
και πήρα από τον Πλούτωνα στα ζάρια αληθινά.
Τρεις μέρες στ’ Αρχιπέλαγος έζησα στην κατάντια
και μία στην ανηφοριά, που λεν, του σατανά.

Εφτά από πάνω μου θεοί και ένα τάγμα Αγγέλων
–δεν απομένει τίποτα για να το φοβηθώ.
Σάλτα δελφίνι να μου πεις τι έρχεται απ’ το μέλλον
στα Κουφονήσια ανάμεσα να ξομολογηθώ.

Δεν πα να έχει εννιά μποφόρ, εγώ θα πάω στη Δήλο
να προσκυνήσω στου Φωτός τον θεϊκό οικισμό
κι αν θέλει η Τύχη η Αγαθή θα έβγω και στην Πύλο,
για τις επόμενες χρονιές να πάρω τον Χρησμό.

Μπρατσέρα μου κουρσάρικη βιάσου για να σαλπάρεις
–η πιο σοφή απ’ τις συντροφιές είναι η μοναξιά.
Σάλτα δελφίνι μου πιστό στη ράχη να με πάρεις
κι εγώ γι’ αντάλλαγμα καλό, θα φέρω απανεμιά.

Με τέρπουνε των καραβιών τα βου σαν χαιρετιούνται,
λες κι ο Νηρέας σ’ όστρακο φυσά και χαιρετά.
Γαλέρες βενετσιάνικες κρύβονται και φοβούνται,
φανήκαν πάλι δρόμωνες στης Νάξου τ’ ανοιχτά.

Πηγή: https://www.stixoi.info


Η Εύβοια- ΣΩΤΗΡΗΣ ΣΑΡΑΚΗΣ

Κανείς εκεί δεν ήξερε
πού κρυβόταν η Εύβοια
πίσω από ποιες ομίχλες, ποιους ήλιους, ποιες
σακατεμένες μνήμες

η τόσο κοντινή μας Εύβοια
έτσι ν΄άπλωνες
το χέρι κολυμπώντας θα την έφτανες
μα ωστόσο άφαντη
ο βουτηχτής
είπε να ορμήσει να τη φέρει
μα η Εύβοια
δεν ήταν δαχτυλίδι, δεν ήταν αργυρό κροντήρι
ήταν η αντικρινή στεριά
δίπλα μας και για πάντα χαμένη

η Εύβοια
δε βρισκόταν σε βάθη θαλασσών
αλλά σε βάθη ονείρων
σε βάθη ναυαγισμένων σωμάτων

βγήκε
μέσ΄από αραχνιασμένα βιβλία
κι ένας καλός θεός
πρόσταξε “γενηθήτω φως'
και βέβαια τίποτα δεν έγινε
μονάχα
κάποιος παράξενος προφήτης, μύστης, τσαρλατάνος
κατέθεσε στην άμμο το χρησμό του
“τα πάντα είναι ζήτημα ορίων
φως ή σκοτάδι όρκο δεν παίρνω - μα αυτό
θα πρέπει νά΄ναι σύγχυση ορίων - πέσατε
σε δύσκολους καιρούς - όλα μπλεγμένα'

η Εύβοια πάντα απρόσιτη
καλά κρυμμένη πίσω από σκιές
ομίχλες, ήλιους, ιδεολογίες
σκληρή όπως το κουκούτσι του μύθου
ένα ασήκωτο βάρος.

Πηγή: https://www.stixoi.info 

Λέσβος -ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΓΙΩΣΑ

Σ’ αυτό το νησί που ολημερίς ο ήλιος βαπτίζεται στη θάλασσα
κι οι γλώσσες των κυμάτων θρυλούν μες στους αιώνες
ξέγνοιαστα και φιλόξενα
για να υποδέχονται τους ξένους
γνώριμα κι αγαπημένα
για να μαυλίζουνε τους γηγενείς
Σ’ αυτό το νησί που η γυναικεία ομορφιά δοξάστηκε
απροκάλυπτα
από την ίδια τη γυναίκα
δίχως αιδώ
Τώρα πια καράβια πάνε κι έρχονται
μ’ αχρόνιαστα παιδιά να κλαίνε
λαθραίες ζωές σε κλουβιά χρυσοπληρωμένα
πόνος προσαραγμένος στην ακτή δίχως ηθμό.
Άφευκτο το κακό στον άνθρωπο
σαν τον διαλέξει ο πόλεμος
Πρώιμοι θάνατοι αχολογούν στα σωθικά
κι η αφρογέννητη Σαπφώ σε μια γωνιά
να κλαίει το ριζικό της.

Πηγή: https://dimitriosgogas.blogspot.com

Αποχαιρετισμός στη Λέσβο-ΑΝΤΩΝΗΣ ΘΑΛΑΣΣΕΛΗΣ

Φεύγω και μαζί μου παίρνω
των κυμάτων τον ήχο της θάλασσας,
της ψαρόβαρκας το αρμένισμα,
των φύλλων του πλατάνου το θρόισμα,
των τζιτζικιών το τραγούδι.

Φεύγω με τη μυρωδιά, του χρησμένου ασβέστη,
του βασιλικού, του θυμαριού, τη γεύση του γλυκάνισου,
των θαλασσινών μεζέδων, του παραδοσιακού χαλβά
και των γλυκών του κουταλιού

Φεύγω στο άκουσμα της Ψάπφας
μόνη με παράπονο να ψιθυρίζει,
"Δέδυκε μεν α σελάνα...",
Της μελωδικής λύρας του Τερπάνδρου,
στο ρυθμό του μελίφθογκου σαντουριού
του απτάλικου καρσιλαμά και των "Ξύλων."

Φεύγω κι όλα τ’ αφήνω
στα ποιήματα του Μυριβήλη, του Εφταλιώτη,
μοιράζοντάς τα στις ζωγραφιές του Θεόφιλου
καμωμένες με χρώματα από το μπλε της θάλασσας,
το ασημί φύλλων της ελιάς, το πράσινο του πεύκου
και της καστανιάς.

Φεύγω από κει που σμίγει η Ανατολή με τη Δύση,
το φεγγάρι με τον ήλιο,
ψιθυρίζοντας του Ελύτη τα λόγια.
"Πουθενά σε κανένα άλλο μέρος του κόσμου,
ο Ήλιος και η Σελήνη δεν συμβασιλεύουν τόσο αρμονικά..."

Φεύγω δακρυσμένος και μαζί μου παίρνω
την τρεμάμενη ευχή της μάνας. "Στου καλό μουρέλιμ"

Γεια σου Λέσβος, Μάνα γη! Γεια σου Λέσβος, Νησί μου!
Γεια σου Λέσβος, Πατρίδα μου!

Πηγή: Προσωπικό αρχείο ποιητή Αντώνη Θαλασσέλη

Βάψε τα νύχια σου-ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΝΙΑΡΗΣ

Είναι μακριά από μας η Σάμος
κι εδώ που μένουμε δεν φαίνονται
κείνες οι βάρκες που βουλιάζουνε
και οι ζωές που απόψε παίρνονται.

Είναι μακριά από μας η Σάμος
και εδώ πέρα, πια, δεν φτάνουνε
ούτε οι φωνές, ούτε τα κλάματα,
να μας ξυπνήσουνε, δε φτάνουνε.

Εμείς, στον ήλιο θα ξαπλώσουμε
και σήμερα, όπως κάθε μέρα
σοκολατί χρώμα να πάρουμε
έλα, μωρό μου, χαμογέλα.

Γιατί έρχονται μέσα στη νύχτα
και πνίγονται εκεί στη Σάμο ;
αυτό, ποτέ δεν το κατάλαβα.
Γιατί, δεν λιάζονται στην άμμο ;

Βάψε τα νύχια σου μωρό μου,
βάψε τα νύχια σου, βάψε τα νύχια σου
και στα ξενύχτια σου, και στα ξενύχτια σου

θα δώσω όλο τον εαυτό μου.

Πηγή: http://www.poiein.gr

Διακοπές στην Ικαρία -ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΝΤΟΥΜΗ

Παλιά πετσέτα
για ιδρωμένους ύπνους
μπροστά στο κύμα.

Πετώντας πέτρες διώξαμε
τον Αύγουστο
απ’ το Λιβάδι.

Πηγή: https://www.poets.gr 

Άι-Στράτης 1935 - ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

Αφού μας εσκοτώναν με το ζόρι
στα μακελειά τους χρόνια οι μπαζαδόροι
κι αφού μας εσκοτώνανε πιο φίνα
στα χρόνια της ειρήνης με την πείνα,

αφού μας εσκοτώναν έτσι, αιώνες
οι μασκαράδες κι οι απατεώνες,
του γδικιωμού, συντρόφοι, η ώρα φτάνει.
Αρπάχτε το σφυρί και το δρεπάνι!

Τελειώσανε τα λόγια και τ’ αστεία.
Ολούθε τρίζει η σάπια πολιτεία,
κάνει νερά και γέρνει το καράβι.
Δεν το σώζουν των φασιστών οι μπράβοι.

Εμπρός, παιδιά, με τα γερά μας μπράτσα
των ληστών να σαρώσουμε τη ράτσα.
Απ' τα μπουντρούμια και την εξορία
η νέα του Κόσμου ξεκινά Ιστορία.

Πηγή: https://www.sarantakos.com

Νυχτερινοί χάρτες -ΑΝΤΩΝΗΣ Δ.ΣΚΙΑΘΑΣ

Κάποτε η νύχτα
ωριμάζει
Ικαρία, Μονεμβασιά, Σκύρος.

Αρχιπέλαγος,
με κρεμασμένα σύννεφα,

σε όλους τους χάρτες της πατρίδας
στίγματα μοιχείας.

Που σχεδίασαν οι αρχιμάστορες,
του Ομήρου,
του Φειδία,
του Χατζηκυρίακου Γκίκα,

στα ριζόχαρτα του Άθωνα,
σε πλόες
στο Ικάριο,
στο Μυρτώο
στο Καρπάθιο,

γοργόνες αειθαλείς που έψαχναν
σκαριά με ενήδονα αγόρια .

Πηγή: https://www.stixoi.info 

Η Σαλαμίς - ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ

Η Σαλαμίς! Η Σαλαμίς! Ο ναύτης μας κραυγάζει,
ιστάμενος στην πρώραν του που προχωρεί κι αφρίζει.
Η Σαλαμίς! Η Σαλαμίς! Και η Ηχώ φωνάζει
με μίαν φωνήν που αδύνατος στον ουρανόν σφυρίζει.

Προς τι τοιούτον όνομα το αίμα μου ταράζει,
προς τι εις εκείνην τη φωνήν το βλέμμα μου δακρύζει,
δεν είναι τάχα και αυτή είς σκόπελος μεγάλος,
όπου μουγκρίζων ξεψυχά των θαλασσών ο σάλος;
Και τα γλαυκά τα κύματα που τώρα ταραγμένα

σκιρτούν και τρέχουν με χαράν διά να την ασπασθώσι,
προς τι, προς τι με φαίνονται με δάφνες εστεμμένα
αντί μ’ αφρόν θαλάσσιον, οπόταν οργισθώσι;
Κι όταν μυκώνται με χαράν και τρέχουν φουσκωμένα
εις τα αρχαίας τα ακτάς σκληρώς να κρημνισθώσι

προς τι, προς τι με φαίνεται σ’ αυτούς τους μυκηθμούς των
ν’ ακούω ν’ αναφέρωσι τους χρόνους τους λαμπρούς των;

Πηγή: https://www.stixoi.info

Αίγινα Ι -ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΚΑΚΗ ΡΟΥΚ

Γυρνώντας απ' τη θάλασσα με τη μάνα μου
καθόμαστε να ξαποστάσουμε κάτω απ'την ίδια πάντα ελιά.
Μου διηγιόταν τότε την ιστορία του μέρμηγκα και του τζίτζικα
πρώτα μαθήματα εγκράτειας,σωφροσύνης
μα πάνω απ'το κεφάλι μας ξεφώνιζε
ο ποιητής με πάθος στο λιοπύρι.
Ε,μάνα,για ποιο χειμώνα μου μιλάς,
τι δυστυχίες,τι πάγους και ποια πείνα;
Τούτο είναι το θαύμα εδώ, αρχίζει με την κάψα
τελειώνει μόλις στα σκούρα μπει η μέρα΄
τα σπόρια ζώνονται από παντού, τα βρίσκει το μυρμήγκι
ενώ ο γκρίζος ασυλλόγιστος βουβαίνεται, παγώνει.
Αχ,μάνα μου κακότυχη, που γέννησες μια τζίτζικα
δεν ξέρει να μαζώνει!

Μόλις ξημέρωνε, το 'σκαγα απ'το κρεβάτι
τη νυχτικιά μου έσερνα σε χόρτα,ποτιστάδες
ο κήπος μού φαινότανε απέραντη εξουσία
κι οι κότες πρόσωπα σημαντικά, προσηλωμένα να τσιμπάνε...
Δεν ήξερα ώρες μες στο θέρος ΄
αιωνιότητα το χωράφι, το μαγκάνι γύριζε στον άπειρο χρόνο
βουτούσα στα σανά,χωνόμουνα,κυλιόμουνα
ανάμεσα στα πόδια του αλόγου ΄ όλες οι χαρές
τελείωναν στη θάλασσα κι εκεί αρχίζαν άλλες.
Είχα από τότε φτιάξει δύο εαυτούς ΄ο ένας ο γαλήνιος
κούρνιαζε,αγάπαγε τα γύρω του καλά διατεθειμένος
τον άλλο τον ερέθιζε ο γλυκός κίνδυνος που κρύβει άγνωστο σώμα.
Ονόμαζα γαλήνη το χειμώνα,την τρέλα καλοκαίρι
και μεταμορφωνόμουνα σε άγγελο χειμερινό, σε σατανά της ζέστης.
Η μάνα μου ετρόμαζε μ'αυτές τις δύο μου φύσεις.
Θα φταίνε, έλεγε, οι δυο κόσμοι, η πολυκατοικία και το νησί
μα όπου να'ναι χειμωνιάζει
πού θα πάει κι αυτή... θα μαζευτεί.

Πηγή: Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ,Ποίηση,1963-2011,Καστανιώτης

Αίγινα ΙΙ- ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ ΡΟΥΚ

Με φωτοστέφανο τις πρώτες συννεφιές
ο άγιος ο Σεπτέμβρης ερχόταν κι έλαμπε
με την ωραία ισορροπία του ανάμεσα στη σοφία
της σοδειάς και στην τρελή καλοκαιριά της θάλασσας ακόμα.
Απ'τα χαράματα ήμαστε στα δέντρα
και τ'απόγευμα καθαρίζαμε ό,τι φιστίκι είχαμε μαζέψει το πρωί
η Αργυρώ, η Βαγγελιώ κι η θεια Γιωάννα.
Γύρω απ'το μακρύ τραπέζι ιστορίες
γι'αρραβωνιάσματα,προίκες κι αβασκαμούς...
Οι άντρες κάθονταν καμιά φορά μαζί μας
ο Γιώργος, ο Μήτσος,ο Νεκτάριος
κι άρχιζαν τ'αστεία και τα υπονοούμενα,που τα κατάλαβα μετά.
Η γεροντοκόρη έλεγε: Τι τη θέλω τη σκοτούρα του άντρα,την παντρειά;
Έχω τώρα το κεφάλι μου ήσυχο.
Και μια νιόπαντρη με μάτια που γελούσαν:
Δίκιο,τι δίκιο που'χεις,Άννα!

Σουρούπωνε, μύριζε ρετσίνι κι ο ουρανός.
Αλλάζαμε και κατεβαίναμε στο λιμάνι για λουκουμάδες.
Με κλαρωτά τσιτάκια η μαμά κι η θείτσα
"ωραία ώρα", τα ψωνάκια τους και μετά στην Αρτεμίτσα για πρόβα.
Έτριζαν τα σανίδια τα φαρδιά
όλο το πάτωμα έκλινε στη μια μπάντα
η ντουλάπα με τον καθρέφτη σαν να'πλεε στο κύμα.
Είχε κάποτε η μοδίστρα μας άντρα σφουγγαρά
κι έπειτα μόνο μια μαυρόασπρη φωτογραφία, το βελόνι της
και δύο κορίτσια "ν'αναστήσω ΄ αλλά,κυρα-Λένη μου
η μεγάλη μου αρίστη, πάντα αρίστη!"
Βραδινή επιστροφή, άσπρη η φυλακή κι οι φρουροί
μελαγχολικοί μες στ'ανοιχτά κλουβιά τους
να παίζουν νευρικά το κουμπί στο ραδιοφωνάκι τους.
Ακουμπισμένη πάντα στον ίδιο μαντρότοιχο
η Λιλή μιλάει στη νύχτα ΄ τρελάθηκε
σαν ήτανε κορίτσι κι ο αρραβωνιαστικός της
την άφησε μια ώρα πριν το γάμο, γιατί ο πατέρας
άλλη προίκα είχε υποσχεθεί κι άλλη του'δινε.
Παντρεύτηκε ο καλός της την ίδια μέρα μια φτωχιά
με το πουκάμισο,έτσι από πείσμα, είπαν.
Μικρή μαθητευόμενη της θλίψης,στο μαξιλάρι μου
έλεγα την ιστορία της παραλοϊσμένης καρδιάς
κι έκλαιγα για πάθη που δεν είχα γνωρίσει ακόμη.

Πηγή: Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ,Ποίηση,1963-2011,Καστανιώτης

 

Πόρος -ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

Κι όταν εφάνη στο φλιτζάνι του καφέ μου η γοργόνα η μαύρη
όλη τη νύχτα αδιέξοδα και εξορίες έξαλλος λέω στίχους του Hölderlin
στίχους του Charles Cross
και πώς λυπάμαι τον άνθρωπο με το καροτσάκι
γυρίζει πουλάει γλειφιτζούρια
—γεωμετρικά τοποθετημένα το ένα πλάι στο άλλο στη σειρά—
κανένας δεν τα αγοράζει κι έτσι κι αυτός είναι τώρα χρόνια πεθαμένος
τα ρούχα του έχουν λιώσει πάνω του και πίσω του τρέχει ο άγγελός του.

Όμως παρ’ όλα αυτά ο Πόρος υπάρχει
και μ’ όλα τα χαϊμαλιά του
με την παλιά του άγκυρα μπηγμένη στην αμμουδιά
τις όμορφες τουρίστριες με τα καταπληκτικά πόδια
και πόσους έφαγε το χώμα αυτά τα χρόνια

πάει ο Σκλάβος κι ο Καχτίτσης ο Ιωάννου,
η Μέλπω Αξιώτη ο Αλεξάνδρου και τόσοι άλλοι.

Θεέ μου, δώσε μας ένα θάνατο ειρηνικό.

Πηγή: https://www.stixoi.info

Κάποτε καλοκαίριασε - ΖΕΦΗ ΔΑΡΑΚΗ

Κάποτε καλοκαίριασε
κι ο Πόρος ξανάγραψε τους βυθούς του.

Σαν μπλε του ήλιου το νερό στο ποτήρι
τυλιγμένος στις φλόγες του Αυγούστου
λες και δεν ήσουν εκείνος ο άγνωστος
ο γόης του δρόμου.
Το αόρατο γύρω απ’ το σώμα
λες και δεν ήσουν εκείνος ο τρελός
με τη μοτοσικλέτα.
Λες και δεν ήμουν εκείνο το δωμάτιο
Το μικρό καρυδένιο κρεβάτι
να τεντώνει το φιλί στο σεντόνι.

Τυλιγμένη στις φλόγες του Αυγούστου
λες και δεν ήμουν εκείνο το κλάμα.
Εκείνο το κύμα να βουλιάζει
το φιλί στον καθρέφτη.

Έρωτα τώρα καταλαβαίνεις
ήσουν η ανταμοιβή μου
για τα χρόνια που πέρασα στο ποτάμι
με δυο αδερφούς
και τρεις πατεράδες αδέκαστους.

Πηγή: https://www.stixoi.info

Ύδρα-ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ

Κατηγγέλθη
ως εξαιρετικά επικίνδυνος
για την δημόσια ασφάλεια
– για την ειρήνη
των φιλησύχων πολιτών –
την ώρα που
σοβαροί
– ή μάλλον σοβαροφανείς – ιερείς
μάλλον ηλικιωμένοι
και λίαν άξιοι ή ανάξιοι σεβασμού
επεκαλούντο
την μνήμην
των μεγάλων ναυμάχων
της Σαλαμίνος
καθώς
και τη μνήμην των
Μιαούλη, Κανάρη, Τομπάζη, Λαζάρου Κουντουριώτη
και Ισιδώρου Ducasse

χαράματα τον
έπιασαν
πισθάγκωνα τον έδεσαν
και τον επήγαν σηκωτό
σα λείψανο
σαν μια παρθένα λεπτή
λευκή
λεγομένη Μαρία
που έπλεκε
μιας σπάνιας εμορφιάς
νταντέλλα
– νταντέλλα σαν τη ζωγραφική μου –
στη σκιά του
δάσους
του βουνού
και του πράσινου
κήπου .

Πηγή: https://www.stixoi.info

Ο βασιλιάς της Ύδρας -  ΦΡΑΝΘΙΣΚΟ ΛΕΟΝ

Τον συνάντησα καθισμένο δίπλα στην αποβάθρα,
κοιτάζοντας το μεσημέρι.

Γένια κατοικημένα από τρίτωνες
και εργατικά καβούρια στα φύκια του στήθους.

Περνώντας από εκεί, τα παιδιά, του φώναξαν:

«Χαίρε, χαίρε βασιλεύ της Ύδρας!»,

Και τον χλεύασαν γιατί τα μάτια του
αιωρούνταν σταθερά στο θρόνο της παραίσθησης.

Πιο αργά απομακρύνθηκα από το χωριό και τους τουρίστες του
για να βρω τη λύση του λαβύρινθου
και να κατανοήσω τον κόσμο
και να τον συμπτύξω σε μία λέξη
ομοιάζουσα με στοργή.

Περιπλανήθηκα ανάμεσα στα παραθυρόφυλλα και στον ασβέστη,
ανηφορίζοντας στα σοκάκια, όπου το φως μιλούσε στους τοίχους
όπως και στα μαντεία.

Θα ζήσεις στον οίκο του Κρεώφυλου
όταν φτάσεις σε γεροντική ηλικία, και σ’ αυτόν θα πεθάνεις.

Έτριβα με τα δάχτυλά μου τις φλόγες των ανθέων.

Μου γαύγισαν οι σκύλοι φύλακες των πυλών.

Διασταύρωσα την ηλεκτρομαγνητική δύναμη χιλίων τεττίγων:
εδώ η γη αποκρύπτει την ιερή κεφαλή.
-όδευσα σκεπτόμενος την Εκάτη.

Οι πέτρες ψιθύριζαν, «εγέρθητι, εγέρθητι»

Και φτάνοντας στο τέλος και πηγαίνοντας ως το λόφο
και βλέποντας κάτω την αποβάθρα με τις λαμπερές πλάκες σαν δραχμές,
θυμήθηκα εκείνον τον γέρο που πέθανε από πικρία
χωρίς να αποκρυπτογραφήσει το αίνιγμα των ψειρών.

Φυλάξου από το αίνιγμα των Αρκάδων παιδιών, του είπαν.

Ίσως αύριο ακόμα κι εσένα
να μεταμορφώσει η θεά σε έναν παράφρονα,
και τα παιδιά να σου φωνάζουν: «Χαίρε, χαίρε…»

Ποτέ ξανά δεν είδα το Βασιλιά της Ύδρας.

Πηγές: https://www.stixoi.info

Η Ύδρα - ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

Ἡ Ὕδρα εἶναι μία φραγκοσυκιὰ
γεμάτη πυρετὸ ὄνειρα καὶ ἀγκάθια
κι ὅπου γυρίσω βλέπω ὅλα κίτρινα
καὶ δὲ μπορῶ νὰ κοιτάξω τὰ παράθυρα
γιατὶ μέσα περνοῦνε
βάρκες φαντάσματα
φαντάσματα καΐκια
κι ὅλο γυρίζουν
κι ὅλο μὲ κοιτάζουνε
μάτια ἀνάστροφα καὶ τρομαγμένα.

Πηγή: https://www.stixoi.info

Νάξος- ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ

Ήτανε όμορφο το μεγάλο νησί όταν φτάσαμε,
ανασαίνοντας ήσυχα τον απογευματινό του ύπνο.
Εδώ έγινε το θάμα.
Η Αριάδνη ξανάσμιξε με το Θησέα
σ’ έναν έρωτα πανάρχαιο.
Και ξαναχώρισαν.
Αυτή τη φορά έφυγε η Αριάδνη
κι ο Διόνυσος πάντοτε δίπλα της
μ’ ένα φλασκί μπρούσκο κρασί στο χέρι.
Την ώρα του αποχωρισμού
το λυπημένο χαμόγελο του Θησέα
σκέπασε όλο το νησί.
Η Αριάδνη το πήρε μαζί της
μαζί με το στραφτάλισμα απ’ τις ρόγες των αμπελιών
κάτω απ’ τον ήλιο...
Ψηλά το κάστρο συνέχιζε τη δική του σιωπηλή ζωή.
Σαν έπεφτε το βράδυ
ο Μάρκος Σανούδος ανέβαινε
στον πιο ψηλό πύργο στο Καστέλι
κι ανασαίνοντας άγρια το θαλασσινό αέρα
μούγκριζε μ’ ανοιχτά τα δυο του χέρια:
"Τα νησιά μας, τα νησιά μας".

"Τα νησιά μας, τα νησιά μας"
φωνάζουμε κι εμείς,
που βλέπουμε τους απλούς ανθρώπους
να παλεύουν μ’ ένα χώμα δύσκολο.
Καθώς τους αφήνουν να γερνούν άσκοπα.
Καθώς τους αφήνουν να πεθαίνουν απορημένοι κι αβοήθητοι.
Καθώς τους αφήνουν να ξεπουλάνε τη γη τους.
"Τα νησιά μας, τα νησιά μας"
αγωνιούμε κι εμείς.
Τούτο το καλοκαίρι
βάλαμε στ’ αυτί μας την κοχύλα και δεν ακούσαμε τη θάλασσα
μονάχα κάτι υπόκωφο
σα λυγμό.

Πηγή: Ποιητική συλλογή "Καταγραφές", 1982 

Σαντορίνη- ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

Σκύψε αν μπορείς στη θάλασσα τη σκοτεινή,
ξεχνώντας τον ήχο μιας φλογέρας πάνω σε πόδια γυμνά
που πάτησαν τον ύπνο σου
στην άλλη ζωή, στην άλλη ζωή, τη βυθισμένη,
που πάτησαν τον ύπνο σου
στην άλλη ζωή, στην άλλη ζωή, τη βυθισμένη.

Γράψε, αν μπορείς, το τελευταίο σου όστρακο,
τη μέρα, τ’ όνομα, τον τόπο,
και ρίξε το στη θάλασσα για να βουλιά , για να βουλιάξει,
και ρίξε το στη θάλασσα για να βουλιά , για να βουλιάξει.

Σκύψε αν μπορείς στη θάλασσα τη σκοτεινή,
ξεχνώντας τον ήχο μιας φλογέρας πάνω σε πόδια γυμνά
που πάτησαν τον ύπνο σου
στην άλλη ζωή, στην άλλη ζωή, τη βυθισμένη,
που πάτησαν τον ύπνο σου
στην άλλη ζωή, στην άλλη ζωή, τη βυθισμένη.

Πηγή: Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος

Σαντορίνη - ΑΛΕΞΙΟΣ ΜΑΪΝΑΣ

Σε κείνη, για να `ρθει.

Στεγνότητα, αμετάβλητο.
Schatten verbreiten sich über die Felsen.
Το απογευματινό βουνό με τα μονοπάτια του –φίδια–
και τις αγριοσυκιές σκυλόψυχες με τ’ άγρια σύκα
εισβάλλοντας στο πέλαγο όπου εισέβαλλε πάντα,
τ’ άσπρο καμπαναριό σχεδόν άσπρο
τις δυο δίφυλλες πόρτες του δίκλιτου ναού,
τις πλάκες στις οποίες στάθηκε η σαύρα
όπου σφάχτηκε ο αρνησίνεκρος κόκορας
που φτερούγιζε ώρα χωρίς κεφάλι,
τα παλιά κάγκελα βαμμένα με τα χρόνια
και τις βάρκες ρυθμικά και τα σάπια βαρέλια
που χάσκουν μες στη σκόνη της σκουριάς
ακόμη στο σχήμα του βαρελιού
όπου δέναν το καλαμοπόδαρο γαϊδούρι όταν λύναν την ιπποπέδη
κι αμελούσε ο οίκτος να το ξεντύσει τα βαριά σταφυλοκόφινα,
η παιδική επαγρύπνηση καταγράφοντας
η οικογένεια πολυμελής
εναρμονισμένη τότε και ζωντανή
οι αρμύρες σβήνοντας πάνω στο μαύρο βότσαλο
που βυθιζόταν και κροτάλιζε στα ξέφτια των πελμάτων,
μια ανάμνηση μιας φωτογραφίας
μια λέξη: βεντέμα.
Η επαρχία όπου βαίνουν τα φαντάσματα των θείων
γεμάτη ψίχουλα απ’ τις μακαριές των μνημοσύνων
κ’ οι φοβισμένες πια –οι μόνες που άλλαξαν–
τελικές μας φαμίλιες,
η γωνιά όπου ζήσαμε•
την κοιτάζω τώρα
ψάχνοντας τα πλατιά κεκλιμένα σκαλιά
στις άδειες από ονηλάτες σερπαντίνες των λιθόστρωτων
–ανηφορικά στο πήγαινε, ανηφορικά και στο έλα–
καθώς δε με απειλούν ακόμα τα χρόνια
σ’ αυτή τη στεγνή κάμαρα της αιωνιότητας
–επαρχία του Παρμενίδη–
και μουρμουρώ όπως πριν από δέκα
και δεκαπέντε χρόνια:
Σε περιμένω ακόμα
σιωπώντας
μες στην άλλη,
την άφατη ησυχία μου.

Πηγή: https://www.stixoi.info

Σαντορίνη- ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ

Ήρθες μαυρισμένη από έναν άλλο ήλιο
με πάνω σου το αλάτι από μια θάλασσα όχι μακρινή
μα τόσο αλλιώτικη.
Εκεί που όλα έχουν το χρώμα της τέφρας
κι ανασαίνουν το προσωρινό μαζί με την αιωνιότητα.
Οι βράχοι κόκκινοι.
Κι οι πέτρες τραχιές
κάτω απ’ το πέλμα σου.
Ο ήλιος ζεστός, ανελέητος πάνω στο κορμί σου.
Παιδιά του νησιού με κοντά παντελόνια
φαρδιά γύρω από λιανά-μαυριδερά πόδια
χάσκουν μπροστά σε γυμνόστηθες αμφίβολης καλλονής
κρεμασμένα απ’ το το χέρι γριάς νησιώτισσας
με ξεδοντιασμένο χαμόγελο
και μαντίλα κατεβασμένη στο μέτωπο.
Κι ο δρόμος με τα εξακόσια σκαλοπάτια
με «υποζύγια» για ξένους και ντόπιους τουρίστες.
Με αγωγιάτες-υποζύγια να τσακώνονται
μπροστά σε ξένους που γελούν ηλίθια
και κοροϊδεύουν στις γλώσσες τους.
Οι θαλασσινές σπηλιές που σου εξάπταν τη φαντασία
τώρα γεμάτες σκουπίδια.
Η ομορφιά του τοπίου μια πληγή μέσα σου
κάτι τέτοιες στιγμές.
Ο τόπος αρρώστησε κι εγχείρηση δεν γίνεται –
μια πληγή μέσα σου.

Ενότητα αρμοί. (1979-1981)
Πηγή: Καταγραφές (1982)

Καλλίστη Θήρα- ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΟΥΚΑΡΗΣ

Με το θάμβος έψαυσες την Καλλίστη Θήρα–
η ορατότης γλίστρησε απ’ το μηδέν
και ζήτησες την πολιτεία σε υγρό πυθμένα
το μήνυμα είχε σταλεί πέρ’ απ’ τις πέτρινες κορφές,
τις άδειες Πύλες–
πλησίασες υπάκουη ψυχή,
πόδια στεκάμενα σε πέτρα ελαφρή
πάνω στο κύμα,
έκραξες την Στρογγύλη, γύρω στη γη,
κάτω στη θάλασσα, μια θάλασσα καυτή
έκρουσες την Θήραν – ωϊμέ,
έκρουσες την Θήραν – ωϊμέ,
μια πληγή πάνω στην καρδιά της,
δυο πληγές τα μάτια της,
με καπνούς κι αίματα σκληρά –
στο καράβι σου δεν άρμοζε ένα πλησίασμα μ’ επιφυλάξεις,
όταν η βυθισμένη επιθυμία της άγκυρας,
έμενε άναυδη στο φλογερό κρατήρα
κράτα τα χέρια σου: Θα σε γελάσουν,
σμίξε τα πόδια σου: Θα σε γκρεμίσουν,
στρέψε τα μάτια σου: Θα σε φλογίσουν
δεν έψαυσες την Στρογγύλη –
την Καλλίστη Θήρα δεν έψαυσες:
Το κραταιό ηφαίστειο της ζωής σου σε κίνησε,
το κραταιό ηφαίστειο σε ύφανε,
το κραταιό, σε κάλεσε να σε κρατήσει –
πάνω στη λάβα ένα σημάδι αλαφρό: Οι επιθυμίες σου
και το στεφάνι σου: Πύρινος λόφος.

Πηγή: https://www.stixoi.info

Αρχαία θήρα- ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ

Ακούστηκε ηφαίστειο
το νόμιζαν σβηστό
το κλάμα του ήταν όμως
που ήθελε να ξαναγίνει ήλιος
αστέρι καλόγνωμο

ένα θάμπωμα μετά
για να το περπατήσουν όλοι μαζί
άφοβα, όπως πίνουν νερό το πρωί

μαζί με τους υποψιασμένους γλάρους
ένα φτερό τώρα πετάει γύρω του
το έχουν πει ψυχή

Πηγή: https://www.stixoi.info

Πάρος ΙΙ ( Γιατί ο Αρχίλοχος ) - ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ

Πάρος, η αγάπη της πέτρας
λαξευμένης απ’ το κύμα
πυρωμένης απ’ τον ήλιο.
Ποτισμένη τα μεθυσμένα όνειρα
χορτασμένη τη μυρωδιά του θυμαριού.
Απιθωμένη στην άμμο
και γύρω της τ’ αχνάρια του Αρχίλοχου
από τότε που έψαχνε την ασπίδα του
που του ήταν βάρος, ασήκωτο.
Γιατί, δεν μπορείς να γράφεις ποιήματα
κουβαλώντας μιαν ασπίδα.

Πηγή: https://www.stixoi.info

 

Τήνος- ΝΤΙΝΟΣ ΣΙΩΤΗΣ

Σκεφτόμουν να γράψω ένα ποίημα για την Τήνο
αλλά δεν ήξερα πώς ν’ αρχίσω έως τη στιγμή
που θυμήθηκα τις φραγκοσυκιές στο Βωλάξ

κάθε φύλλο και σελίδα ιστορίας κάθε αγκάθι
και άγραφη παράγραφος στη λαξεμένη πέτρα
που βλεφαρίζει. Η Τήνος είναι η πατρίδα μου:

δισύλλαβο που κολυμπάει μ’ άλλα δισύλλαβα
στο Αιγαίο ανάμεσα Μύκονο και Άνδρο πιο
νότια Πάρος και Νάξος απέναντι η Σύρα και

η Δήλος δήλα δη μικρές κορφές βουνών που
αγναντεύουν η μια την άλλη από τη μυθική
Αιγηίδα εδώ και τετρακόσιες χιλιετίες. Σήμερα

ο καφές στο μαρμαρένιο τραπεζάκι απέναντι
φραγκοστάφυλα σαύρες σαμιαμίδια αλυσίδες
φύσης στον χαλαρό ορίζοντα ξωκκλήσια στάβλοι

αχυρώνες ανυπεράσπιστοι όρμοι δρόμος ξεβγάζει
τουρισμό σώματα αστράφτουν σε άλλα σώματα
παραλίες ανήκουν σε κερματισμένα καλοκαίρια.

Το μάρμαρο οι περιστεριώνες οι αυλές τ’ αλώνια
τα πυρωμένα άχυρα τα βάτα τα βατόμουρα τα
ζωντανά που περιφέρουν την ύπαρξή τους κάτω

απ’ το βλέμμα του Θεού και πιο κάτω ιτιές και
λυγαριές αμπέλια αγρέλια επαναλήψεις της φύσης
γυμνού τοπίου που πότε με στοργή πότε άστοργα

με φρύγανα κλήματα αγριορίγανη αγριοκούνελα
ματιές της ώρας φευγάτη διάρκεια του σύμπαντος
σε κουβάρι λιτότητας. Η λεύκα κύκλος κρεμάμενος

στον ορίζοντα η αράχνη σκιά ξεφλουδισμένη με
αόρατα μάτια σε ρεματιές φλερτάρουν πικροδάφνες
με τα ερείπια της πέτρας χαράματα και οι πετεινοί

σιωπούν τα σκυλιά με άδεια γαβγίσματα χάνουν τη
γεωμετρία τους ανοιχτός ορθάνοιχτος ουρανός αλλά
από παντού σκοτεινός ο χρόνος. Ο αέρας κατεβαίνει

από τον Τσικνιά φαντασιώσεις διαστήματα παλμών
περιπλανήσεις που διασχίζουν λαγκάδια κυλάν τα
λιγοστά δέντρα προς τη θάλασσα οχιές λαφίτες

φιδοφωλιές αυγά φιδιών κατρακυλούν σε τρύπες
ανύπαρκτη βροχή ανύπαρκτοι χείμαρροι εκκλησιές
που τρεμοσβήνουν μουριές κρέμονται από καρφωμένες

ανταύγειες στάλες από ιβίσκους βλέφαρα απογεύματος
μαζεμένου στα πέλαγα της νύχτας αιχμάλωτο ρακί ράκη
συμβάντων τελεσθέντων εν αγνοία τού αύριο. Κοπάδια

κατσίκια αγκαλιάζουν τους ασφοδέλους λαμπάδες και
τάματα ατενίζουν τους προσκυνητές ενοικιαζόμενα
δωμάτια αγναντεύουν τουρίστες κοιλάδες με ροδιές

αυλές με πασχαλιές στις παραλίες ανθίζουν αχηβάδες
κοχύλια κι αχινοί γλείφουν τα βράχια η αλήθεια δεν
έχει όνομα η αμμουδιά δεν έχει πνοή οι τοίχοι είναι

σκαλισμένοι απ’ τα δόντια του καιρού. Τήνος τίνος
τοκετοί χωραφιών συσπάσεις φύσης αποπλανήσεις
δέντρων έναυσμα ομορφιάς σε κύματα πρελούδιο

ομορφιάς που σβήνει περιπλανήσεις αβεβαιότητα
χαραγμένη από απαλά φυσήματα γλάροι ασημόφτεροι
με χορδές άρπας φρύγανα που αναπολούν τη στάχτη

κενά στην παλάμη της Ιστορίας. Η Τήνος ταξιδεύει προς
τα αδιάκοπα τοτέμ του χρόνου προς την αθωότητα
του ξημερώματος προς τη φρεσκάδα οραμάτων προς

την οικουμενικότητα του Αιγαίου προς τα λευκά
απογεύματα της Ιστορίας προς τη ροή της διάρκειας του
σύμπαντος η Τήνος: διάφανη χρυσαλλίδα στο διηνεκές.

Πηγή: https://www.stixoi.info

Τήνος - ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ

Χτες όλη νύχτα μια επιβεβαίωση
απ’ το δυνατό μας αγκάλιασμα
απ’ τους χυμούς που ανάβλυζαν απ’ το κορμί μας.
Μια επιβεβαίωση ότι είμαστε ζεστοί, ζωντανοί και νέοι.
Σηκώθηκε ένα χάραμα κουρασμένο.
Τότε πρόβαλε η Μεγαλόχαρη
πασχίζοντας με κόπο να δείξει το πρόσωπό της
μέσα από τόσα στολίδια.
Κατηφόρισε την πλατιά λεωφόρο της
κι ακούμπησε σ’ ένα πεζούλι αμίλητη.
Ήθελε να φωνάξει πως νοστάλγησε τον άλλο της εαυτό
εκεί σ’ ένα λευκό ξωκλήσι πάνω στον βράχο
ευωδιασμένο από θυμάρι κι αιγαιοπελαγίτικο κύμα
με την εικόνα της ν’ ακουμπά χωρίς στολίδια
πάνω σε λευκό λινό μ’ ασπροκέντημα.

Πίστευα πως σαν ταξίδευα σ’ αυτά τα νερά
θα ’χα την έμπνευση να τραγουδήσω
με λόγια πρωτάκουστα.
Τώρα η γλώσσα μου σκαλώνει σε ήχους τραχιούς.
Δεν μπορώ να τραγουδήσω.
Ίσως γιατί ένα κομμάτι απ’ την ψυχή μου
έμεινε στον θάλαμο ενός μουντού νοσοκομείου
σε μια πρωτεύουσα αλλόφρονη
σ’ ένα κορμί που έλιωσε πριν πεθάνει.

Ω ανθρώπινο σώμα. Γιατί θα πρέπει να πονέσουμε τόσο πολύ
πεθαίνοντας μ’ ένα θάνατο που δεν διαλέξαμε...

Ενότητα : αρμοί (1979-1981)
Πηγή: Καταγραφές (1982) 

Ίος- ΛΕΝΑ ΚΑΛΛΕΡΓΗ

Στα άδεια ενοικιαζόμενα δωμάτια
Στις πέργκολες, στις ξαπλώστρες
Ερχόταν απ΄το πάντα
Με την οργή του χαραγμένη στα ξύλα
Που ξέβραζε το πέλαγος
Με τις γροθιές του στα παραθυρόφυλλα
Και τον ακούσαμε, στήναμε πάντα αφτί
Για μακρινά σινιάλα, για σπουδαία μηνύματα
Ενώ οι άλλοι
Χαλούσαν κόσμο με θαλάσσια σπορ, κι άφηναν
Να γίνονται, στο τρομερό του χάδι, τα μαλλιά τους
Τζίβες
(Τον άφηναν -ανήκουστο!-
Να τους αγγίξει)
Εμείς όμως ξέραμε για τι ήταν ικανός
Και πως εκείνος σμίλεψε το βράχο
Σε σχήμα λύκου
Και πως εκείνος έσπασε του Ομήρου την ταφόπλακα
Και σκόρπισε τις πέτρες που οδηγούσαν στο βωμό του
Κι είχαμε ακούσει τα νυχτερινά του σχέδια
Που αφορούσαν φοίνικες, ετοιμόρροπους φράχτες, κι όλα σχεδόν
Τα σπασμένα χαμόκλαδα
Παρά τη νανουριστική λιακάδα, και τις αιώρες
Που όλο μαζί του συμφωνούσαν
Εμείς τον πόλεμό του ακούσαμε
Κι έτοιμοι πάντα για φυγή, ανυπόμονοι
Τινάζαμε την άμμο απ’ τα ρουθούνια, και τις πεταλίδες
Που έρχονταν πάνω μας ξερές, μαζί με τις ιαχές του
Από μακριά κι από κοντά, απ’ το πάντα
Ας ήθελε να μας λυγίσει, το `νιωθε
Πως εμείς μονάχα τον ακούσαμε
Κι όρμησε πάνω μας την τελευταία βραδιά
Φύσηξε κι έκανε
Κουρέλια τη σημαία των διακοπών μας.

Πηγή: https://www.stixoi.info

Ίος- ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΚΟΡΡΥΒΑΝΤΗ 

Σ’ ένα μακρινό μέλλον
όλοι οι κύκλοι είναι ομόκεντροι
κι εσύ φτιαγμένος
για μεγάλα πράγματα.

Είναι βράδυ στον Σκάρκο
στην αρχαιότερη ρουλέτα του κόσμου
κι αποφασίζεις –
να αναβάλλεις την τύχη σου.

Θα μείνεις εδώ
μ’ όλα σου τα ζάρια στον αέρα.

Πηγή: https://www.stixoi.info

Αμοργός - ΑΝΤΩΝΗΣ ΦΩΣΤΙΕΡΗΣ

Αυτός ο βράχος με το αλάτι του
Δεν είναι τόπος. Χρόνος σου είναι.
Και το νερό του
Που σε ράντισε ασαράντιστο,
Πρώτο μετά το αμνιακό.
Κάτι αρμέγει μαύρο στ’ όνομά της
Α μ ο ρ γ ό ς.
όπως πλατιά που πλαταγίζει απάνω αστερόεσσα
Νύχτα.
Η νύχτα η πιο-
Να φέγγει τότε κι η μικρή πυγολαμπίδα
Διάττοντας
Δεκαετία εξήντα του εικοστού
Κι ας έφυγε
Σφυρίζει αρόδου
Το παπόρι αθέατο
Μοσχάνθη Μαριλένα Ιόνιον
Με την καρίνα οργώνοντας
Γραμμή
Τη θάλασσα της νοσταλγίας.
Την άγονη.

Πηγή: Τοπία  του τίποτα,ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ,2013

 

Αμοργός- ΧΑΡΙΛΑΟΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ

Η θέση της είναι στον βυθό,
η δικιά σου στην πόλη·
να ονειρεύεσαι καταδύσεις,

λίγο χυμένο γάλα
στον νυχτερινό ουρανό
και ψημένη ρακή.

Σήμερα είναι
Αύγουστος.
Αύριο,
ποίος ξέρει.

Πριν ξημερώσει
έγειρε στην άμμο,
σε ρώτησε πόσο
διαρκεί η ομορφιά·

απάντησες:
Πέντε λεπτά ακόμα».

Χαμογέλασε.

Όχι, δεν τελειώνει εδώ
η θάλασσα, μόνο το κύμα
ξαποσταίνει.

Πηγή: https://www.greekstixoi.gr

Αμοργός- ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΥΡΙΤΣΗ 

Η επανάληψη του αδύνατου
Με βρήκε ψημένη στον ήλιο
Να φαντάζομαι τη φανταστική ζωή μου
Υποβασταζόμενη από πετσέτες τυρκουάζ
Γυαλιστερά βότσαλα και την απερισκεψία πως
Η επιθυμία μπορεί να είναι
Ισοδύναμο ζωής
Η έλλειψη
Να εξοικειωθεί με την αλητεία.

Αυτά σκεφτόμουν ξαπλωμένη
Χιλιόμετρα χρόνους απόσταση
Απ’ τη γωνιά όπου έφερνες
Το δανεικό τσιγάρο στα χείλη σου.∙

Πηγή: https://www.stixoi.info

Σέριφος (πορεύομαι στα σπλάχνα του Νησιού) -ΕΙΡΗΝΗ ΓΑΛΑΝΟΥ

Πορεύομαι στα σπλάχνα του νησιού.
Η άνοιξη γλυπτή στο μονοπάτι.
Ήλιος ηδύς, γεφύρια, μυστικά νερά.
Ίουλος εφήβου η χλόη.
Στους βράχους
χορεύουν οι ψυχές.
Το αίμα των ορυχείων
αχνίζει ακόμη.
Γρύλοι, κοκόρια σμίγουν.
Την αυγή
κουρσεύουν τα όνειρα
την στρογγυλή κοιλάδα.
Οι ήχοι κεντούν ιστία κι αρώματα.
Με παίρνουν μες στον κόρφο
των χρωμάτων.

Πηγή: https://www.stixoi.info

Φολέγανδρος - ΓΙΩΤΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

Φύσηξε απ’ όλες τις μεριές
κυκλαδικός αέρας
σαλάγησε νομή σπιτιών
πάνω στο φρύδι του γκρεμού
καταντικρύ στα αστέρια

Κι ας αντικρίζουν κίνδυνο.
Μετράς τα σπίτια, όλα σωστά.
Μετράς νησιά
καράβια
μετράς τα αστέρια του ουρανού
και περισσεύουν.

Φέγγουν ψηλά και οι εκκλησιές
στου γαλαξία τις πόρτες.

Πηγή: https://www.stixoi.info

Πυλί Κως -ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ

Όταν ξανοίγει ο καιρός
με τις μπιγκόνιες του και τις κληματαριές να μιλούν
τα δρομάκια να ψιθυρίζουν αισθήσεις και Ιπποκράτη
τον ουρανό να κατεβαίνει στους εξώστες
και στα μπαλκόνια της εξαίσιας θέας
τότε είναι που με μαθαίνει να διαβάζω
να βλέπω από την αρχή ορίζοντες
πρόσωπα και μεγέθη του κάλλους – ή του μύθου
γιατί τίποτε δεν ζει μόνο του εδώ,
δε χαίρεται παρόν, δε χάνεται
μέσα στον εαυτό του σα να ήταν μονάδα –
ακόμη και το φως επιστρέφει από το παρελθόν
στα σπίτια, στα δέντρα ν’ αγγίξει το όνειρο του βίου
να διαμορφώνει μνήμη και γραφή.
Το Πυλί – όπως πύλη – δεν είναι χωριό
αλλά φρόνηση,
όριο της συμφιλίωσης των όντων
και των άλλων, που υποψιαζόμαστε
να ζουν ανάμεσά μας
και δεν ξέρουμε ακόμη τ’ όνομά τους.
Θα έρθω πάλι στο Πυλί
με το πρώτο πλοίο του Ιουλίου.

Πηγή: https://www.stixoi.info


Πάτμος- ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ 

Είναι πριν τον γνωρίσεις που αλλοιώνει ο θάνατος
από ζωντας με τις δαχτυλιές του επάνω μας,
ημιάγριοι, το μαλλί αναστατωμένο, σκύβουμε
χειρονομώντας πάνω σ’ ακατανόητες άρπες.
Αλλ’ ο κόσμος φεύγει...
Άι άι δυο φορές τ’ ωραίο δε γίνεται
δε γίνεται η αγάπη.

Κρίμας κρίμας κόσμε,
σ’ εξουσιάζουν μέλλοντες νεκροί
και κανείς, κανείς δεν έλαχε,
δεν έλαχε ν’ ακούσει ακόμη
καν φωνήν αγγέλων, καν υδάτων πολλών
καν εκείνο το "έρχου" που σε νύχτες αϋπνίας μεγάλης
ονειρεύτηκα.

Εκεί, εκεί να πάω σ’ ένα νησί πετραδερό
που ο ήλιος το λοξοπατάει σαν κάβουρας
κι όλος τρεμάμενος ο πόντος ακούει κι αποκρίνεται.

Πάνοπλη, με δεκάξι αποσκευές, με sleeping bags και χάρτες,
πλαστικούς σάκους, κοντάμετρα και τηλεοπτικούς φακούς,
κιβώτια με φιάλες μεταλλικό νερό,
κίνησα - δεύτερη φορά - και τίποτα.

Κιόλας η ώρα εννιά στο μόλο της Μυκόνου,
έσβηνα μες στα ούζα και στα εγγλέζικα,
θαμώνας ενός ουρανού ελαφρού, όπου όλα
τα πράγματα βαραίνουν δυο φορές το βάρος τους.

Πηγή: Οδυσσέας Ελύτης,Ποίηση,Ίκαρος

Σύμη επουράνια - ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΑΣΤΑΚΑΣ

Πιο γαλάζια η θάλασσα μετά τη μεσημβρινή
κατάκλιση. Λουλουδιασμένο Μάη πλάγιασα
και ξύπνησα Φθινόπωρο. Έρημη ακρογιαλιά,
φωνή καμία. Όγκοι ραθυμίας υψώνονται
γύρω μου, βουνά και πέτρες κι ερειπωμένα
κτίσματα που ήρεμα ανθίζουν και φουντώνουν.
Ίζημα ζωής όλος ο χρόνος που έχασα, πίσω
ξανά θα μου δοθεί με τόκους και μερίσματα,
στη Σύμη ακόμη μια φορά, κάποιο άλλο Καλοκαίρι.

Πηγή: https://www.stixoi.info

Φαρμακονήσι- ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΗ 

Δίπλωσαν με φροντίδα τις ρυτίδες
και στου λυγμού τον ίλιγγο
ξεκίνησαν ανάστροφα να τρέχουν.
Καθίσαν πάλι στις τραμπάλες τους
και έπαιξαν τις χάρτινες φιγούρες
που γελάνε τον αέρα.
Τα κινιασμένα δάχτυλα της μάνας τους φιλήσανε
που μοίραζε γλυκό και συγχωρέσεις
στα σγουρά κεφάλια.
Στην τελευταία ανάσα, κατέβηκαν
από μίσχους κρεμασμένοι,
όλοι όσοι φύγανε στην πρώτη βάρκα.
Παιδιά με φύκια για μιλιά και όστρακα στα μάτια
αρχίσανε να τραγουδούν
πάλλοντας αστερίες.
Άλλαξαν ρότα
βαρκάρη αλλάξαν
πάλι δε σώθηκαν.

Πηγή: https://www.stixoi.info

Κέρκυρα - ΝΙΚΟΣ ΑΛΕΞΗΣ ΑΣΛΑΝΟΓΛΟΥ

Το βράδυ θα πέφτει πάντα στα νερά. Γείρε στην προκυμαία
όταν μακραίνουν τα φώτα της πόλης και πες δεν έμεινε τίποτα
στα λιόδεντρα που δένονται με τη θάλασσα. Όπου κι αν πας
θ’ αρχίζεις ένα αίσθημα και θα τ’ αφήνεις μισό τελειωμένο.

Γείρε και πες δεν έμεινε τίποτα
μια ξεραμένη μέδουσα πάνω στο βράχο
το χέρι μου ανεπαίσθητα στον ώμο και η μαλακή γραμμή του ορίζοντα
στα μάτια σου.

Πηγή: https://www.stixoi.info

Χαιρετισμός στην Κέρκυρα - ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ

Πώς να ξοφλήσω την οφειλή; Τι ν’ αντιπροσφέρω;
Δεν έχω τίποτα δικό σου. Χτυπώ την πόρτα σου
σαν τον τυφλό οδοιπόρο που έχασε το σπίτι του
σαν το ξυπόλητο παιδί που ψάχνει για τ’ αστέρι του.

Με δίδαξες την αλφαβήτα της ομορφιάς
το συναξάρι της αγάπης
τη μελωδία των ουρανών, την πέρα βοή των άστρων
το μέσα φως των λουλουδιών
τα έγχρωμα βάθη του όνειρου.

Με δίδαξες να περπατώ με δυο κλωνιά παρηγοριά
να σκύβω ν’ αφουγκράζομαι στα σφραγισμένα σπίτια
ν’ αποστηθίζω των μανάδων τη σιωπή
ν’ αναζητώ τ’ αχνάρια των απόντων
να μελετώ περικοπές λησμονημένων προφητών.

Με δίδαξες να συντηρώ το ανθρώπινο ζυμάρι μου
να φέγγω πάντα μέσα μου με το αρχικό λυχνάρι
να μην αφήνω τα κλαδιά να μου σκεπάζουν το άστρο
ν’ αποκρυπτογραφώ σωστά τις δειλινές καμπάνες
ν’ ακούω το βήμα του Χριστού στον έρημο ελαιώνα.

Με δίδαξες ν’ αναζητώ τον σπόρο και τη ρίζα
ν’ ακούω το ρήμα των καιρών και ν’ αποκρίνομαι
να βάζω επιστροφής σημάδια μολονότι ξέρω
πως χάνομαι σε μια φυγή χωρίς ελπίδα νόστου.

Μα πιο πολύ με δίδαξες να `μαι έτοιμος
δίχως κηλίδα ή ρίγος, σαν τα βράδια σου
όλος μι’ ανάερη μουσική, όλος σα φεγγαρόφωτο
όλος αηδονολάλημα στα μαύρα κυπαρίσσια.

Ήρθα λοιπόν σαν άσωτος υιός χτυπώ την πόρτα σου
άφησε να περάσω το κατώφλι σου
εκεί που δωδεκαετής είδα τα μάτια τού Θεού.
Άσε να μπω στον κήπο των θαυμάτων σου
να κατοικήσω μια στιγμή την πρώτη νιότη μου.
Θέλω να πω
να θάψω εδώ
τα παιδικά μου σύνεργα.

Θέλω να δω το πρόσωπό πριν θαμπώσει ο δρόμος
θέλω ν’ ακούσω τη φωνή σου πριν πετρώσει ο χρόνος
θέλω να πιω από το νερό σου πριν το πάρει η στέρνα.

Είμαι για πάντα το παιδί σου ψάξε με
κοίταξε μέσα στο αίμα μου, θα δεις το φως σου
σκύψε βαθιά στο στήθος μου, θ’ ακούσεις την ανάσα σου
δώσ’ μου ξανά τη ρίζα μου, διψώ μητέρα.

Είμ’ έτοιμος. Είμ’ έτοιμος
Θα μείνω πάντα χώμα σου.

Πηγή: https://www.stixoi.info

Κέρκυρα, ο τοξότης στα νερά - ΙΑΣΩΝ ΔΕΠΟΥΝΤΗΣ

Πλούσια ερωτική μέρα (Αποσπάσματα)

Αφήνει τη γυναίκα που σχηματίστηκε με τα βέλη του
το καλοκαίρι αρρενωπό τον ξαναδίνει γόνιμο σε πάθη
η θάλασσα που τούφερε ναυάγια
κ' η άλλη του θαλάσσιου σμάλτου
τώρα γυρίζουν τον καιρό στους προικισμένους ήλιους.

Ο κυνηγός κυνηγώντας ακολουθάει την τροχιά τους
-τροχιά σιμώτερα στη θάλασσα και όχι στη γυναίκα-
δρόμοι κοντύτερα στη μεταμόρφωση κι όχι στον έρωτα.

Αφήνω τη γυναίκα
κ'έρχομαι στη θάλασσα μ'ένα δίχτυ από χρόνια

κανείς δε μου μιλεί σαν αυτή
σε κανένα δε μιλώ όπως σ'αυτή
κι όλα τα θυμούνται. Όλα!

Πηγή: Νεοελληνική ποιητική ανθολογία Παπύρου,Δύο Αιώνες Νεοελληνικής Ποίησης

Στη Ζάκυνθο -ΕΝΤΓΚΑΡ ΑΛΑΝ ΠΟΕ

Ωραίο νησί του ωραιότερου από τα λούλουδα όλα
μες στα λεπτά ονόματα πήρες το πιο λεπτό.
Πόσες ενθύμησες κι από ποιαν ώρα αχτιδοβόλα
ξυπνάν ευθύς στην όψη σου, σε κάθε σου δικό!

Πόσες σκηνές ευδαίμονες που χάθηκαν και πάνε!
Πόσων ελπίδων στοχασμοί που είναι πια νεκρές,
Πόσοι οραματισμοί για μια παρθένα που δε θα'ναι
Ποτέ πια, ποτέ πια εκεί στις χλοερές πλαγιές!

Ποτέ πια! Ωιμέ αυτός ο αχός, πένθιμος, μαγεμένος
μεταμορφώνει όλα! Ποτέ δε θέλγουν πια οι γητιές σου,
η ανάμνησή σου ποτέ πια! Τόπος καταραμένος.

Θα είναι για μένα οι σμαλλωτές από άνθια ακρογιαλιές σου!
Ω υακινθόπλαστο νησί! Ω πορφυρένιο Ζάντε!
Isola d ' oro, Fior di Levante!

Μετάφραση: Πάνος Νικολή Τζελέπης
Πηγή: Νέα Παγκόσμια Ποιητική Ανθολογία Ρίτας Μπούμη- Ν.Παππά

Στη Ζάκυνθο- ΟΥΓΚΟ ΦΟΣΚΟΛΟ

Δεν θα ξαναπατήσω το ακρογιάλι
που η παιδική ζωή μου ήταν γυρμένη...
Ω Ζάκυνθό μου,είσαι καθρεφτισμένη
στου Ελληνικού πελάγου την αγκάλη

που η Αφροδίτη με παρθένα κάλλη
βγήκε πρόσχαρη κι' αφρογεννημένη
κι'απ' το γέλιο της είναι η γη ανθισμένη.
Τον αιθέρα σου και τα δάση ψάλλει

Εκείνος που λαμπρά έχει τραγουδήσει
τον Οδυσσέα που θαλασσοδαρμένος
στην Ιθάκη γυρίζει και με πόνο

φιλεί τη γη του,άτυχος,δοξασμένος.
Δέξου,πατρίδα, τον ύμνο μου μόνο,
τάφο αδάκρυτο η μοίρα μου έχει ορίσει.

Μετάφραση: Μαρίνος Σιγούρος
Πηγή: Παγκόσμια Ποιητική Ανθολογία "Ταξίδι στην ποίηση",Ναυτίλος

Λευκάδα - ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ

Δεν είμαι νησί.
Δεν είμαι λεία.
Δεν είμαι θάλασσα.
Ροζ φωνή μες στο σκοτάδι.

Έλικας περιστρέφομαι
γύρω από γαλάζια καπέλα
γραβάτες θηλιές
της άλωσης πεταλούδες
γυαλιά με πράσινο αίμα.

Αιθέρα κάνω το λευκό μου,
την έβδομη ψυχή της γάτας.

Πηγή: https://www.stixoi.info

Ταξίδι στα Κύθηρα- ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ

Τ΄ωραίο καράβι, έτοιμο στο χαρωπό λιμάνι
γιορταστικά με γιασεμιά και ρόδα στολισμένο
με τις παντιέρες του αλαφριές στην ανοιξιάτικη αύρα
και τ΄Όνειρό μας στο χρυσό πηδάλιο καθισμένο,
μας πήρε για τα Κύθηρα, τα θρυλικά, όπου μέσα
σε δέντρα και σε λούλουδα και γάργαρα νερά
υψώνεται ο μαρμάρινος ναός για τη λατρεία
της Αφροδίτης, – του έρωτα τη θριαμβική θεά,
Μα το ταξίδι ήταν μακρύ κι η χειμωνιά μας βρήκε!…
Οι φανταχτές κι ανάλαφρες παντιέρες μουσκευτήκαν,
τα χρώματα ξεβάψανε και τ’ άνθη εμαραθήκαν
και κάτου απ' τους άξενους τους ουρανούς, το πλοίο
απόμεινε ακυβέρνητο στο κύμα τ΄αφρισμένο

με το φτωχό μας Όνειρο στην πρύμνη πεθαμένο.

Πηγή: Ποιητική συλλογή Νοσταλγίες

Ταξίδι στα Κύθηρα- ΣΑΡΛ ΠΙΕΡ ΜΠΟΝΤΛΕΡ

Σαν το πουλί περίχαρη πετούσε και η καρδιά μου
κι ελεύτερη τριγύριζεν ανάμεσα απ’ τα ξάρτια.
Κάτου απ’ τον ξάστερο ουρανό κυλούσε το καράβι
σα μεθυσμένος άγγελος από λαμπρότατο ήλιο.

Το μαυρονήσι ποιο είν’ αυτό το θλιβερό; Μας είπαν:
— Τα Κύθηρα· των τραγουδιών η φημισμένη χώρα,
των γεροντοπαλίκαρων η χιλιοπατημένη
παράδεισο· και μ’ όλα αυτά φτωχή του η γη, για κοίτα!

Για τα γλυκά τα μυστικά, για όσες γιορτές γιορτάζει,
νησί, η καρδιά, νά! της αρχαίας το φάντασμα Αφροδίτης
απάνου από τα κύματά σου υπέρκαλο αρμενίζει,
γιομίζοντας τους λογισμούς λαγγέματα και αγάπες.

Ωραίο νησί με τις χλωμές μυρτιές, μυριανθισμένο,
κι απ’ όλα τα έθνη δοξαστό στων αιώνων τους αιώνες,
που σ’ εσέ φέρνουν οι καρδιές τ’ αναστενάσματά τους,
σαν της λατρείας το λιβάνι απάνου από `να κήπο

ρόδων ή σαν περιστεριού παντοτινό το βόγγο!
Τα Κύθηρα δεν ήταν πια παρά χωράφι χέρσο
και μια ερημιά κακοτοπιά που την αναταράζαν
στριγγές φωνές. Μα ξάνοιγα παράξενο εκεί κάτι.

Ναοί δεν ήταν που ίσκιωνα τα δεντρολίβανα, όπου
η νέα ιέρεια των ανθών η ερωτεμένη ερχόταν
με το κορμάκι από κρυφές φωτοκαμένο φλόγες,
σε φόρεμα μισανοιγμένο από διαβάτρες αύρες.

Μα να! Καθώς πλευρώνοντας άκρη-άκρη το ερμονήσι,
ξαφνίζαμε και τα πουλιά με τ’ άσπρα τα πανιά μας,
που ήταν είδαμε στητή κρεμάλα από τρεις κλάδους·
ξεχώριζε μαυριδερή σα να ήταν κυπαρίσσι.

Όρνια άγρια στο ταΐνι τους σκαρφαλωμένα απάνου
με λύσσα τρώγανε ώριμο πια κάποιον κρεμασμένο·
και το καθένα φύτευε τη βρωμερή του μύτη,
χώνοντάς τη, σα σύνεργο, παντού μέσ’ στη σαπίλα.

Τρύπες τα μάτια του, κι απ’ την αδιάντροπη κοιλιά του
βαριά τ’ άντερα χύνονταν απάνου στα μηριά του,
κι από γλυκάδες βδελυρές χορτάτοι οι δήμιοί του,
δέρνοντάς τον, ολότελα τον είχαν ευνουχίσει.

Κάτου στα πόδια του αγριμιών ζηλιάρικα κοπάδια,
με μούρες ανασηκωτές, γυρίζαν τριγυρίζαν,
και ζώο πιο μεγαλόκορμο στη μέση τους κουνιούνταν
από τους παραστάτες του τριγυριστός, ο μπόγιας.

Στα Κύθηρα που κάθισες, παιδί ουρανού πανώριου,
αμίλητος υπόμενες βρισιές, χτυπιές, ω φρίκη!
για να πλερώσεις άτιμες λατρείες σου κι αμαρτίες
που σου το απαγορέψανε το μνήμα.
Ω κρεμασμένε

ρεζιλεμένε, οι συφορές σου, οι συφορές σου, και όταν
είδα να ρεύει το κορμί σου, αιστάνθηκα ώς απάνου
στα δόντια μου, σαν εμετός, να μου ξανανεβαίνει
των πόνων του παλιού καιρού το φαρμάκι, ποτάμι.

Μπροστά σ’ εσέ, φτωχέ άμοιρε και πόσο αγαπημένε!
όλα τα ράμφη αιστάνθηκα των που τρυπούν κοράκων
και που πονούν, και τα σαγόνια των παρδάλεων όλα
που άλλοτε τόσο ορέγονταν τη σάρκα μου να τρίβουν.

— Ωραίος ήταν ο ουρανός και η θάλασσα καθρέφτης,
για μένα αιματοσπάραχτα μαύρα στο εξής τα πάντα,
και να! την είχα, αλίμονο! σα σε χοντρό σουδάρι
σ’ αυτό το παραμάντεμα θαμμένη την καρδιά μου.

Δεν ηύρα στο νησί σου ορθό, Αφροδίτη, ή μια κρεμάλα,
ένα σημείο, και κρέμοταν η εικόνα μου από κείνη.
Το θάρρος και τη δύναμη, Θεέ μου, ν’ αντικρίσω
το σώμα μου και την καρδιά μου δίχως ν’ αηδιάσω.

μετάφραση: Κωστής Παλαμάς
Πηγή: Παγκόσμια Ποιητική Ανθολογία "Ταξίδι στην ποίηση",Ναυτίλος

Ιθάκη-ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ

Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι να `ναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δε θα βρεις,
αν μεν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δε θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.

Να εύχεσαι να `ναι μακρύς ο δρόμος.
Πόλλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
που με τι ευχαρίστηση, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους.
Να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά
και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά.
Σε πόλεις Αιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.

Πάντα στον νου σου να `χεις την Ιθάκη.
Το φτάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Αλλά μη βιάζεις το ταξίδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει
και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί
πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξίδι.
Χωρίς αυτήν δε θα βγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.

Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δε σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνου.

Πηγή: Καβάφης, Τα ποιήματα,Ίκαρος 

Ιθάκη-Αριάνα Φερεντίνου

Σύντροφε, φτάνουμε πια στην Ιθάκη.
Παλιό το κύμα κι η θάλασσα γνώριμη,
γερνούν στο βυθό της ακόμα οι ελιές μας.
Η Πηνελόπη ξαπλωμένη στ'αγούλια,
παλιό κι αγαπημένο καράβι,
με τόσες ρυτίδες στο μέτωπο
όσα τα χρόνια που λείπαμε.
Μακάρι νάτανε μόνο
μνηστήρες που χάθηκαν
κι ένας τελειωμένος ιστός
στρωμένος ήσυχα δίπλα στη κλίνη μας.
Με τα ψάρια,τα ψάρια
δεν σταματήσαν να μας κυνηγούν
και μάθαμε να πιάνουμε
κουβέντα μαζί τους.

Πηγή: Παγκόσμια ποιητική ανθολογία "Ταξίδι στην ποίηση",Ναυτίλος

Ιθάκη για σένα δεν υπάρχει -ΤΖΟΥΤΖΗ ΜΑΤΖΟΥΡΑΝΗ

Με  νίκησες Οδυσσέα!
Τόσο καιρό που σε περίμενα,
δεν είχα σκύψει το κεφάλι.
Τώρα που σ'αντικρίζω
εδώ, μπροστά μου,
είκοσι χρόνια μετά,
τώρα που βλέπω
πως για το χρυσάφι της Τροίας,
μας πουλήσατε όλους,
εμάς που μείναμε πίσω
Τώρα, νιώθω νικημένη!
Απατημένη, ξεπουλημένη!
Ανάστησα τον γιo σου,
φύλαξα το παλάτι σου
και το βιός σου...
Γιατί;
Πες μου πρώτα γιατί,
κι'ύστερα πέρνα το κατώφλι μου.
Αν έχεις φιλότιμο
και ντροπή!
Μπες, στο καράβι σου
καλύτερα...
Φύγε,
η θαλασσα είναι η γυναίκα σου,
την περιπέτεια είχες πάντα ερωμένη...
Το χώμα της Ιθάκης,
δεν είναι για σένα.
Εσύ για τάφο μόνο τον βυθό
μπορείς να έχεις.
Ζήτα απ’ τον Ποσειδώνα
να σε καταπιεί
και να σε λυτρώσει.
Ιθάκη για σένα δεν υπάρχει...

Πηγή: https://www.stixoi.info

Ιθάκη- ΑΛΕΞΙΟΣ ΜΑΪΝΑΣ

Κι αλλού,
σε χώρες αλλόθροες και περγαμηνές,
η ίδια πανσέληνος•
πάνω απ’ τους κρύους ακόμα,
ας πούμε, αμμόλοφους.

Ανάμεσα στις πεδινές, ελώδεις νεφέλες
σαν κάστρα από αίμα
τους κυπαρισσί κούρους με κοτσύφια για βδέλλες
τους ξεμαλλιασμένους μπλε βάτους
του ακίνητου φεγγαρόλουστου κράτους
και τις προτομές των ταλανισμένων πεύκων
αποστρέφοντας ψηλά το βλέμμα
βλέπω τη νύχτα των εξόριστων και των Τεύκρων
να φεύγει –απότομα έγειρε η πλαγιά–
και μυρίζω τη ρίγανη της βροχής
στις πέτρες μιας γης
που οδηγεί πάντα κυρτά
σαν απέθαντος Αίαντας
σκουντουφλώντας ή ρέοντας
στον άγονο κι ανεμοθλιμμένο
κόλπο.

Πηγή: (2011) Το περιεχόμενο του υπόλοιπου, Γαβριηλίδης

Ιθάκη - ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΠΑΚΟΓΚΟΣ

Η ορχήστρα των πουλιών στο σφεντάμι
κι ο μαύρος σκύλος από κάτω
μαέστρος ανεμόσαρκος
με την μπαγιέτα στην ουρά

Στους δρόμους με το χλιον αέρα
ερωτευμένα τα ποδήλατα κυλούσαν
πλάι πλάι με την αιωνιότητα
δίχως να το κατέχουν

Στο κούτελο
μια στάλα ιδρώτας∙
σήμα κινδύνου απ’ τ’ αρχιπέλαγο
όταν αγγίζει τα καράβια του
βουβή φουρτούνα

Πηγή: https://www.stixoi.info

Απόπλους 1987- ΓΙΩΤΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

Άφησες πίσω το λιμάνι, την κουρασμένη πόλη
για τα μικρά Δωδεκάνησα.
Πρώτος σταθμός η Πάτμος, περπατημένη
από άκρου εις άκρον προηγούμενη χρονιά.
Πρωτοϊδωμένη η Νίσυρος, η Σύμη
η Χάλκη, η Τήλος.
Σαν τις γυναίκες του ποιητή όλες ωραίες μέσα στη νύχτα.
Μα προκειμένου για νησιά, το χάραμα αναδεύονται
στης αυγής τα σπάργανα
τα μεσημέρια πλέουν μετέωρα στο φως.

Θα ήταν κρίμα να μαυρίσει τέτοια στίλβη.
Σε περίμενε φαιός ο Πειραιάς,
το τραίνο, ο σταθμός Πελοποννήσου.
Πάνω στο πλοίο της γραμμής άλλαξες ρότα.
Χάραξες πλου ανήκουστο.
Απ’ το Καρπάθιο, την Κρήτη, το Μυρτώο
τρεις μέρες Τήλος-Γύθειο, παραμονή Δεκαπενταύγουστου
έφτασες στο στεριανό χωριό σου.

Είδες την Κάσο και την Κάρπαθο — μετά από δέκα χρόνια
σήμανε και η ώρα για την Όλυμπο, τη σπηλιά του Άη Γιάννη.
Διέσχισες την Κρήτη, από τον Άγιο ως τα Χανιά
στα Κύθηρα νόμισες πως ήσουν πάλι πίσω.

Όσα ακλούθησαν μετά, πρόσωπα, τόποι
στο πέρασμα του χρόνου ας συμφυρθούν στη μνήμη.
Όμως αυτό το μυρωμένο καλοκαίρι, πού ακόμα το ανασαίνεις
βράχια φωτόλουστα, ομήλικοι ταξιδευτές
πλοία νυσταγμένα, το καθετί να κρατηθεί
στη θέση του. Σε σχέδιο ονείρου.

Πηγές: https://www.stixoi.info


Τα νησιά - ΣΤΕΛΛΑ ΧΡΥΣΟΥΛΑΚΗ

Κείνο που θυμάμαι απ’ τα νησιά μας
είν’ η αμμουδιά της Ζάκυνθος
της Κέρκυρας τα περιβόλια
της Ρόδου το μεγάλο κάστρο.

Κείνο που θυμάμαι απ’ τα νησιά μας
είναι της Κρήτης τα ορεινά χωριά
τις ευωδιές της Χίου
της Κίμωλος τ’ αστραφτερά νερά
της Σύρας την Απάνω Πόλη.

Κείνο που θυμάμαι απ’ τα νησιά μας
είναι τα δυο φιδάκια που ερωτεύονταν
κάτω απ’ τα μάρμαρα του ναού
ένα μεσημέρι καλοκαιρινό στη Δήλο
ένα μεσημέρι καλοκαιρινό στη Δήλο.

Στη Γαύδο, στη Φολέγανδρο και στα μικρά νησιά
βαριά σιωπή μαρμάρωσε, φωλιάζουν νυχτερίδες
ένα μπουκέτο άλικο το αίμα ξαγρυπνά
λευκοί αυλοί τα κόκκαλα μετρούν τις εσπερίδες
μονόφθαλμη περίπολος τη θάλασσα τρυγά
γύρω και πίσω στις σκηνές ουρλιάζουν οι σειρήνες.

Τη Λέρο, τη Μακρόνησο, τα Κύθηρα, τη Τζιά
πες μου ποιες τάχα σφράγισαν μισό αιώνα μνήμες.

Πηγή: https://www.stixoi.info