Οι Απόκριες κι η Καθαρά Δευτέρα στην ποίηση (ποιήματα)

Η  χαρούμενη περίοδος της Αποκριάς ,με τα διονυσιακά γλέντια κι  η  Καθαρά Δευτέρα, που πετάει η ψυχή μας σαν χαρταετός,φέτος γιορτάζεται με χίλια μέτρα. Για να δούμε τι είπαν οι ποιητές γι'αυτές. Καλή Σαρακοστή και καλή ξελευθεριά φίλοι!

Η αποκριά-ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
η αποκριά
το γαϊδουράκι γύριζε μες’ στους έρημους δρόμους
όπου δεν ανάπνεε κανείς
πεθαμένα παιδιά ανέβαιναν ολοένα στον ουρανό
κατέβαιναν μια στιγμή να πάρουν τους αετούς τους
που τους είχαν ξεχάσει
έπεφτε χιόνι γυάλινος χαρτοπόλεμος
μάτωνε τις καρδιές
μια γυναίκα γονατισμένη
ανάστρεφε τα μάτια της σα νεκρή
μόνο περνούσαν φάλαγγες στρατιώτες έν- δυο
έν- δυο με παγωμένα δόντια.

Το βράδυ βγήκε το φεγγάρι
αποκριάτικο
γεμάτο μίσος
το δέσαν και το πέταξαν στη θάλασσα
μαχαιρωμένο.

Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
η αποκριά.

Πηγή: https://www.stixoi.info

Αποκρηαίς-ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ

Κι’ ἐγὼ τραγούδια νέα θὰ τονίσω
σ’ αὐτὸ τὸν μασκαρένιο μας καιρό,
καὶ μασκαρᾶς ἐμπρός σας θὰ πηδήσω
νὰ σύρω ἀποκρηάτικο χορό.
Ὄπ! Ὄπ! στὸ γῦρο ὅλοι... τιριρί...,
καρσιλαμᾶ ἡ λύρα μου βαρεῖ.

Στοὺς τωρινοὺς καιροὺς τῆς Ρωμηοσύνης
τραγούδια δὲν μᾶς πρέπουν σοβαρά,
οὔτε κλωνάρια δάφνης καὶ μυρσίνης,
μᾶς φθάνει μουσικὴ τοῦ ταμπουρᾶ.
Γυναῖκες, ἄνδρες ὅλοι τὸ χορό,
καὶ σᾶς κρατῶ τὸ ἴσο... τιριρό.

Ὅλο τὸ χρόνο εἴμαστε μπερλίναις,
κι’ ὅμως βαστοῦμε ὕφος σοβαρό,
καὶ γιὰ τῇς δόξαις σκούζουμε ἐκείναις,
ποὺ ἄλλοτε τῇς εἴχαμε σωρό.
Ὄπ! Ὄπ! στὸ γῦρο ὅλοι... τιριρά...,
γιὰ βάλετε στὰ πόδια σας φτερά.

Μὰ σὰν ἐλθῇ τρελλὸ τὸ καρναβάλι,
ἀφίνομε τὴν πόζα τὴν πλαστή,
γιὰ μιὰ στιγμὴ ἀλλάζομε κεφάλι,
καὶ μασκαράδες βγαίνομε σωστοί.
Ὄπ! Ὄπ! πηδᾶτε ὅλοι σας ψηλά,
ἡ φτέρναις σας ν’ ἀνάψουν... τραλαλά.

Ὅλα σ’ αὐτὴ τὴ γῆ μασκαρευτῆκαν,
ὀνείρατα, ἐλπίδες καὶ σκοποί,
ἡ μούραις μας μουτσούναις ἐγινῆκαν,
δὲν ξέρομε τι λέγεται ντροπή.
Ὄπ! Ὄπ! στὸ γῦρο ὅλοι... τραλλαλό...,
κι’ ἐγὼ μασκαρεμμένος σᾶς γελῶ.

Πηγή: https://www.stixoi.info

 Αποκριάτικο-ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

Με ξέσκεπα τα στήθια, με κρυμμένα
τα μάγουλα στη μάσκα, τριγυρίζουν
οι βλάχες, οι κοντέσες, και χαρίζουν
ολούθε χαμογέλια ονειρεμένα.

Πιερότοι κι αρλεκίνοι, μ’ αναμμένα
τα μάτια τους, τις γύμνιες αντικρίζουν
και —απόκριση στα γέλια— πλημμυρίζουν
τη γλύκα πά’ στα χείλια τα βαμμένα,

τη γλύκα του φιλιού. Κάποιος ιππότης
με μια που ’ναι ντυμένη σα δεσπότης
—παράξενο ζευγάρι— σιργιανάει.

Κι ο διάολος μες στου ντόμινου τ’ ατλάζι
φιλιά μ’ έν’ αγγελούδι σαν αλλάζει,
ουρλιάζοντας τη μαύρη ουρά κουνάει.

Πηγή:ΕΦΗΒΙΚΟΙ ΣΤΙΧΟΙ, 1913‒1916

Ιδιαίτερο μάθημα-ΣΟΦΙΑ ΜΑΥΡΟΕΙΔΗ- ΠΑΠΑΔΑΚΗ

Mε το μάθημα τούτο τη φτωχή μου τη ζήση
-δραχμές χίλιες μου δίναν- είχα πια ξασφαλίσει.
Στο φαΐ μου οχτακόσιες -μια ζωή μετρημένη-
για το νοίκι διακόσες -καμαρούλα μια πήχυ-
και για τ’ άλλα, σκεφτόμουν, κάτι πάλι θα τύχει.
Ήταν κάποια κυρία κοσμική, καλεσμένη
στα μεγάλα σαλόνια κι’ είχε ανάγκη να ξέρει
για τον Όμηρο κάτι, για της Λέσβου τη λύρα,
στην κουβέντα της στίχους πού και πού ν’ αναφέρει,
ν’ απαγγέλλει Mαβίλη, Kαβάφη, Πορφύρα.

Ένα μάθημα ακόμα κι η ζωή θαν’ ωραία,
συλλογιόμουν’ στο τέλος θα της μάθω κι αρχαία.
Όταν ξάφνου μου λέει, «θα σας πάψω ένα μήνα’
πού καιρός για μελέτη, το τριώδι έχει ανοίξει’
ξενυχτώ κάθε βράδυ στους χορούς κολομπίνα.
Kαι θαρρώ, δε σας έχω το κοστούμι μου δείξει.
Tι succes πού’ χω κάνει! το πιο φίνο lamee!
Δεκαπέντε χιλιάδες μου κοστίζει’ μοντέλο
το Grand Chic απ’ ευθείας το ’χει φέρει για με.
Kι assorti πώς μου πάει μυτερό το καπέλο!»
Θα ’πε κι άλλα, δεν ξέρω, το μυαλό μου, σα σφήνα,
μια κουβέντα τρυπούσε: «Θα σας πάψω ένα μήνα».
 
Πηγή:«'Ωρες ἀγάπης», 1934

Δημόσιος χορός-ΤΙΜΟΣ ΜΩΡΑΪΤΙΝΗΣ

Εις τον δημόσιον χορόν της αριστοκρασί,
που έπιναν εν τούτοις και κρασί,
ήτανε τόσοι γόητες και γοητείαι τόσαι,
συνωστισμός δ’ αφόρητος, πατείς με και πατώ σε.
Και διεκρίθησαν πολλές, η καμαριέρα η Τερέζα
κι η Αντριάνα η Αράπω,
που είναι και ξανθόμαλλη κι ολίγον τι Κινέζα
και ενθυμίζει τον Βορράν και την Ανατολήν την Άπω.
Επίσης διεκρίθησαν, η Φρόσω η καμπούρα
με το Σωτήρη το σελέμη,
που περπατάει και τρέμει,
η Βαγγελιώ η μουρμούρα,
η Χρίσταινα η τέως αμαξού,
η Κατινίτσα η μυξού
κι ο Νικολός που έπεσε εις το τανγκό ανάσκελα
και εγερθείς εντός λεφτού
είπε: «Φτου!»
- και έδωσε στην ντάμα του αμέσως δύο φάσκελα.
Περί το μεσονύκτιον απ’ τον ψωμά το Λάζαρο
μοιράστηκε και κοτιγιόν απ’ το μπαγιατοπάζαρο.
Κι εκεί κατά την μίαν,
εισήλθον διά του φακού εις την αθανασίαν.
Στο τέλος, χορευτήκανε κι οι κλασικές καντρίλιες,
με γκάφες και παρεξηγήσεις χίλιες.
Οι χορευταί που ήτανε στα γαλλικά ξεφτέρια
στο πρόσταγμα «Donnez les mains!» ήλθαν ευθύς στα χέρια!...
Κι αφού κεφάλια σπάσανε εν μέσω ύβρεων και κρότων,
έγινε αμέσως μπαλ ντε τετ... μετ’ επιδέσμων και τσιρότων.

Πηγή:Αποκριάτικα, Ανθολογία Περάνθη

Μπαλ ντε τετ-ΤΙΜΟΣ ΜΩΡΑΪΤΙΝΗΣ

Προχθές εδόθη «μπαλ ντε τετ» κι από την κερά Κώσταινα,
Που αν δεν πήγαινα,θ’αρρώσταινα.
Ο Γιάννης ο Στραβάραπας,προσήλθεν ως Ερρίκος
με κάπαν δε,ως Φίλιππος,ο γαλατάς ο Νίκος.
Η καφετζού η Μαριγώ,με του καφέ το μύλο
ως Ελισάβετ της Αγγλίας.
Μ’ένα κεφάλι Πομπαντούρ η πλύστρα η Βασίλω,
Που από την σκάφην έβγαινε και πήγαινε στας…Βερσαλλίας.
Πολύ καλή εμφάνισις του Χρήστου του Ταμπή
με κεφαλή Λουί κατόρζ κι ολίγον τι Κουμπή.
Ο Μέγκλας,ο αμανετζής,που θύμιζε και μούργον
με πρίγκηπος εμφάνισιν του οίκου των Αψβούργων
Η αλανιάρα η Λενιώ ως έξοχον προσώπατον
Κι ως Κρόμβελ,ο Παρακεντές που αδειάζει τον απ…
Στο τέλος επαίχθηκαν πόκερ και κούπες.
Και μέσ’στο παιχνίδι κάτι είπε η Βασίλω
και λόγο στο λόγο
και σούπα και μούπες
αρχίσαν το ξύλο.
Ο Φίλιππος τρίτος που φόραγε κάπα
βαράει αμέσως του Κρόμβελ μια φάπα.
Προσφέρει δυο-τρεις καρπαζιές του Ερρίκου
ο Δουξ της Αόστης φωνάζοντας-Βάρτου!
Κι ο Χρήστος με ύφος κομψόν Λουδοβίκου
δεκάτου τετάρτου,
βουτάει τον πάγκο κι αμέσως βοά;
Λεφτά σε μουά.

Πηγή:Αποκριάτικα, Ανθολογία Περάνθη

Μάσκες-ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ

Στον τελευταίο χορό μεταμφιεσμένων
καθένας θα ντυθεί το τολμηρότερο.
Εδώ τις έχω τις στολές
αναποφάσιστες:
Άγγλος αποικιοκράτης στην Ινδία
συγκλητικός του Κόμμοδου με πλήρη γούστα
λόρδος απρόσιτος σε ιπποδρομίες του Άσκοτ
κρουπιέρης μεγιστάνων στο Λας Βέγκας
ποιητής μιας ρίζας άδικης, ξεριζωμένης.
Αν όμως οι άποικοι ξεσηκωθούν;
Κι αν τα’ όργιο κλείσει μ’ εντολή σφαγής;
Τι πλήξη ο διαρκής θρίαμβος των αλόγων μου!
Πάντα θα παίζουνε και πάντα θα μοιράζω;
Και πώς να μου ριζώσει η ρίζα για καλά,
αν πρώτα δεν την κόψω από τη ρίζα;
Α μπα. Μ’ ό,τι φοράω θα πάω.
Κανείς δεν αναγνώρισε ποτέ
έναν εκ γενετής συνταξιούχο.

Πηγή: Ποιήματα,Κέδρος

Προσωπίδες-ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

Βάναμε τις παλιές προσωπίδες, και πάμε, τραγουδώντας,
στο χορό.
Ένας πιερότος σου μιλεί. Γελάς.
Γνέφεις κρυφά σε κάποιον αρλεκίνο. Σου ρίχνει ένα μά-
τσο μενεξέδες.
Ωστόσο παίζουν πάντα τα βιολιά.
Ένας ιππότης κάτι ψιθυρίζει.
Καθώς περνάμε δίπλα στον μπουφέ, πέφτει μπροστά σου
ένα λευκό ρόδο. Δε μάθαμε ποτέ ποιος το’ χει ρίξει…
Ωστόσο παίζουν πάντα τα βιολιά…
Κάνει ζέστη…πετώ τη μάσκα.
Συ, όμως, δεν τη βγάζεις-τη φορείς.
Και τότε, ξαφνικά, χωρίς να θέλω,-γεννιέται πάλι, μέσα
μου, μια σκέψη: Νομίζω τη φορούσες από πάντα-νομίζω
δεν την έβγαλες ποτέ!
Η μάσκα που μου κρύβει τη μορφή σου βρίσκεται πιο πο-
λύ μες στην ψυχή σου…

Πρώτη δημοσίευση:Περιοδικό Μπουκέτο, 16-05-1929.

 Απόκριες-ΒΑΛΙΑ ΓΚΕΝΤΣΟΥ

Στις Απόκριες μ’ έντυναν αμαζόνα ή σπανιόλα
στολές για κορίτσια
αξιοπρεπείς

κούμπωναν άχαρα στο σώμα
ρόλοι μακρόταλοι

Αντί να κυματίσω στα μαλλιά της Μέδουσας
να γίνω μαινάδα να ουρλιάξω
ν’αγκαλιάσω με ηδονή παχιά σώματα

αντί για μια βραδιά
στα ψέματα
να ενωθώ
με το σκοτάδι

Πηγή:Παραμύθια ανάποδα,Εκδόσεις Θεμέλιο,2020

Γυμνός Βασιλιάς (το ποίημα του Μασκαρά)-ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ ΠΑΣΤΡΑΣ

Φόρα την προσωπίδα των ονείρων,
τα ιμάτια των ψευδαισθήσεων
και τα υποδήματα της ελπίδας.
Άφησε τις σκέψεις σου
να κρυφτούν κι εκείνες
κάτω από το πέπλο των αισθήσεων.

Ταξίδεψε με γονδολιέρη
τη μέθη του Διονύσου
στα κανάλια της ουτοπίας.
Έστω και για ένα φεγγάρι
γίνε ο Δόγης της ζωής.
Ξεφάντωσε με την όμορφη
Βενετσιάνα ντάμα σου
που σε κοιτάζει λάγνα
με τα γαλανά της μάτια
μέσα από τη μάσκα της ελευθερίας.

Χόρεψε κάτω από το ημίφως των κεριών
που λιώνουν τόσο γρήγορα
φτάνοντας στο άδοξο τέλος
της άμορφης μάζας
ακολουθώντας κι εκείνα
τη μοίρα των ανθρώπων
που από το χώμα γεννήθηκαν
κι εκεί θα καταλήξουν,
όταν περάσει το πλήρωμα του χρόνου.

Μα θυμήσου πως σαν χτυπήσει η καμπάνα
του Torre dell' orologio,
τρέχα γρήγορα να σωθείς,
γιατί σε δώδεκα στιγμές
από Ντόμινο θα γίνεις πάλι
ο καρνάβαλος της ζωής
και όλοι τότε θα γελάσουν
με τη μεγαλοπρέπεια του γυμνού Bασιλιά.

Πηγή: http://www.kefalosperiodiko.gr

Απόκριες -ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΕΛΕΛΕΣ

Οι απόκριες και το μασκάρεμα
δεν απέχει από τη ρουτίνα μας
ίσα ίσα
άλλο ένα σαββατοκύριακο.

Όταν δε σε βλέπει κανείς
στο σπίτι το άδειο,
είσαι εσύ που κρύβεσαι
στην κούφια κοινωνία
όπου τα μορμολύκεια
ξεπέρασαν την ίδια
την όψη
των ανθρώπων.

Ακόμα και οι σιωπές
κατάντησαν άηχες
στις ψεύτικες
καθημερινότητες.

Πηγή: https://www.stixoi.info

Απόκριες -ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΟΥΣΟΥΛΑ

Οι μάσκες είναι σκέτη γοητεία.   
Φοράς μια
και βρίσκεις τον εαυτό σου.

Κι έπειτα
τόσα βολάν
τόση χρυσόσκονη
σκέτη μαγεία
άσε ελεύθερη
την άναρχη παιδική ψυχή
να γλεντοκοπήσει

Λένε, ωστόσο
πως κάτι σκοτεινό
σαν φονικό μικρό μαχαίρι
παραφυλάει
πίσω από τα πέπλα
αυτής της γιορτής
που ανατέμνει
την πιο πικρή μελαγχολία

Πηγή:https://www.stixoi.info

Καρναβάλι-ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ

Φεύγω σκυθρωπός
από ακόμα ένα ξέφρενο καρναβαλίστικο πάρτι
κάνοντας μια σπονδή στον θεό της υπογονιμότητας
μετά που είδα
πόσα παιδιά δεν μασκαρεύτηκαν ζορό ή ζόμπι
απλώς τους έβαψαν τα μαλλιά με σπρέι
επειδή οι γονείς τους είναι τρία χρόνια άνεργοι
ή επειδή δεν έχουν γονείς κάπου κοντά.
Τα αδέσποτα του καρναβαλιού
μαριονέτες
μάσκες και προσωπεία
σπασμένα κούτελα
άνθρωποι-κιβώτια
με ακολουθούν μέχρι την πόρτα του αυτοκινήτου
μού κάνουν σκέρτσα
ο εγγαστρίμυθος με διασκεδάζει
μιμούμενος τη φωνή που θα αναγνωρίσω αργότερα
όταν ο χρόνος με ένα σπρέι θα βάψει τα μαλλιά μου
-και αυτό δεν θα είναι καρναβάλι-
με πιο οριστικά χρώματα.
Ο εγγαστρίμυθος δείχνει ικανός να μιμηθεί
την κραυγή ενός τυφλού θεατή
που μέσα στο ασφυκτικά γεμάτο στάδιο
κραυγάζει "γκολ"
όμως πάλι
αν δεν αφήσεις κάποια πράγματα να εννοηθούν
δεν μπορείς να πεις τίποτα.
Απομακρύνομαι αλαφιασμένος
όπως η μυθολογία από την πραγματικότητα
οι ασήμαντες ώρες από την ώρα της κρίσης
η οσμή της αγάπης από το περίβλημα των πτωμάτων
όπως οι κηπουροί που
για να μην εκνευρίσουν τη βασίλισσα
στην απογευματινή της βόλτα
σκορπίζονται πανικοβλημένοι στα αυλάκια
το κρυφό πηγάδι η μαύρη τρύπα
η τρύπα του όζοντος και αυτή στην κάλτσα μου
καταπίνουν τις φεγγερές μου εξάρσεις
ό,τι κατά περίσταση υπήρξα ένας άνθρωπος
που κυνηγημένος από την αστυνομία των εύφλεκτων
ιδεών
δοκίμασε τις αντοχές της θέλησης
και της άρνησής του
δίχως να βγάλει λογαριασμό.

Πηγή: Μυστικοί άνθρωποι, Κύμα,2019

Εκδρομή-ΖΩΗ ΒΑΛΑΣΗ

-Τώρα στη Γη
ήρθε άλλος μήνας.
Ο Φεβρουάριος.

Το Φλεβάρη
καρναβάλι
κι αετοί
μικροί μεγάλοι!

Τώρα,
φεγγαράκι μου,
τα παιδιά
στη Γη,
γλεντάνε
την Αποκριά!
Πρέπει να βρεις
ρούχα να ντυθείς
κι εσύ μασκαράς!

-Αχ τι μπελάς!
Φώναξε το φεγγάρι
κι έτρεξε στον κήπο
του ουράνιου τόξου
να μαζέψει χρώματα.
Ντύθηκε μασκαράς κι
έγινε αγνώριστο.
Κι ετοιμάστηκε
να κατέβει στη Γη.

-Στάσου! Του φώναξε
Ο πύραυλος. Πού πας έτσι;
Θα γελάσει μαζί σου και το
παρδαλό κατσίκι!

-Πολύ ωραία τότε! Είπε
το φεγγάρι.
-Όχι καθόλου! Γιατί, όσο να
φτιάξεις εσύ τη στολή σου,
έφυγε ο Φλεβάρης!
Τέλειωσε το καρναβάλι,
φεγγαράκι μου!
-Και ξανάρθε ο Γενάρης;
-Όχι φυσικά! Ήρθε άλλος
μήνας. Ο Μάρτης!

Πηγή: https://www.stixoi.info

Η μάσκα-ΒΑΛΕΡΙ ΛΑΡΜΠΟ

“Γράφω φορώντας πάντα στο πρόσωπό μου μια μάσκα,
ναι, μια μακριά μάσκα, βενετσιάνικη, παλαιϊκή,
με στενό μέτωπο,
όμοια με λευκό μεταξωτό ρύγχος.
Κάθομαι στο τραπέζι και υψώνω το κεφάλι,
ατενίζω τον εαυτό μου στον καθρέφτη,
καταπρόσωπο, και μετά σε γωνία, παρατηρώ
την παιδική, κτηνώδικη κατατομή που αγαπώ.
Ω, αν ένας αναγνώστης, ο αδελφός μου, σ’ αυτόν
μιλώ μες απ’ τη χλωμή, γυαλιστερή μάσκα,
αν γινόταν να 'ρθει και να φυτέψει ένα αργό,
βαρύ φιλί σ’ αυτό το στενό μέτωπο,
σ’ αυτό το πελιδνό μάγουλο,
για να προσδώσει στη μορφή μου όλο το βάρος
μιας άλλης μορφής, άδειας κι αυτής και μυρωμένης.

Πηγή:Ανθολογία Γαλλικής Ποίησης, εκδόσεις Καστανιώτης

Οι μάσκες-ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΒΙΣΟΤΣΚΙ

Στα γέλια λύνομαι σαν βλέπω τους κοιλόκυρτους καθρέφτες
Πού βρίσκομαι; Περνά η αλεπού, δίπλα της ο Μεσσίας.
Μυτάρες, ράμφη κι ανοιχτά στόματα ως τ’ αυτιά
Σαν βρέθηκα στο καρναβάλι το ετήσιο της Βενετίας.

Ο κύκλος γρήγορα ολόγυρά μου κλείνει
Με παρασύρουν στο χορό με κέρατα οι διαβόλοι,
Φαίνεται πως το πρόσωπό μου το αληθινό
Ίσως για προσωπίδα πήραν όλοι.

Κροτίδες , κομφετί… Όμως δε μου αρέσει κάτι,
Οι μάσκες με κοιτάνε με μομφή,
Φωνάζουν πως χωρίς ρυθμό χορεύω,
Και δεν έχω με τους άλλους που χορεύουν επαφή.

Να κάνω τι; Καπνός να γίνω;
Ή μήπως να γλεντώ εδώ μαζί τους;
Ελπίζω κάτω απ’ τις μάσκες των θεριών,
Φάτσες ανθρώπινες να υπάρχουν επιτέλους.

Όλοι φοράνε μάσκες και περούκες
Η μία μάσκα του γνωστού παραμυθιού ο μάγκας,
Ο διπλανός μου — λυπημένος αρλεκίνος,
Ο άλλος δήμιος και ο κάθε τρίτος βλάκας.

Ο ένας προσπαθεί τον εαυτό του ν’ αθωώσει,
Άλλος τη φάτσα του να κρύψει κάτω απ’ τη μάσκα που χάσκει.
Και κάποιος πλέον δεν μπορεί να ξεχωρίσει
Τη φάτσα του από τη μάσκα του φτιαχτή.

Μπαίνω στον κυκλικό χορό γελώντας
Παρ’ όλα αυτά δεν είμαι ήσυχος και νιώθω ζάλη,
Φοβάμαι κάποιον, που η μάσκα του δημίου θα του αρέσει
Και δε θα θέλει να τη βγάλει.

Μήπως ο αρλεκίνος θα θρηνεί για πάντα
Θαυμάζοντας τη μάσκα του τη μελαγχολική;
Μήπως ο βλάκας το βλακώδες ύφος θα κρατήσει
Τη φάτσα του ξεχνώντας την πραγματική;

Πώς να διακρίνω των άνθρωπο τον καλό;
Πώς με την σιγουριά τον έντιμο να ξεχωρίσω;
Έμαθαν όλοι μάσκες να φοράνε
Τα πρόσωπα και τις καρδιές να μην τσακίζουν.

Στο μυστικό των προσωπίδων τελικά διείσδυσα
Και το συμπέρασμά μου είναι ακριβές:
Οι μάσκες της αδιαφορίας για πολλούς
Ασπίδα είναι από φάπες και φτυσιές.

Μετάφραση : Γιώργος Σοϊλεμεζίδης
Πηγή: http://pegas1.eu

Ο χαρταετός – ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός.
Τα ύψη μου άρεσαν ακόμη και όταν
έμενα στο προσκέφαλό μου μπρούμυτα
τιμωρημένη
ώρες και ώρες.
Ένιωθα το δωμάτιό μου ανέβαινε
δεν ονειρευόμουν – ανέβαινε
φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν εκείνο που έβλεπα πώς να το πω
κάτι σαν την «ανάμνηση του μέλλοντος»
όλο δέντρα που έφευγαν βουνά πού άλλαζαν όψη
χωράφια γεωμετρικά με δασάκια σγουρά
σαν εφηβαία – φοβόμουνα και μου άρεσε –
ν’ αγγίζω μόλις τα καμπαναριά
να τους χαϊδεύω τις καμπάνες σαν όρχεις και να χάνομαι…
Άνθρωποι μ’ ελαφρές ομπρέλες περνούσανε λοξά
και μου χαμογελούσανε.
κάποτε μου χτυπούσανε στο τζάμι: «δεσποινίς»
φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν οι «πάνω άνθρωποι» έτσι τους έλεγα
δεν ήταν σαν τους «κάτω».
είχανε γενειάδες και πολλοί κρατούσανε στο χέρι μια γαρδένια.
μερικοί μισάνοιγαν την μπαλκονόπορτα
και μου ’βαζαν αλλόκοτους δίσκους στο πικ-απ.
Ήταν θυμάμαι «Η Αννέτα με τα σάνταλα»
«Ο Γκέυζερ της Σπιτσβέργης»
το «Φρούτο δεν εδαγκώσαμε Μάης δεν θα μας έρθει»
(ναι θυμάμαι και αλλά)
το ξαναλέω – δεν ονειρευόμουν
αίφνης εκείνο το «Μισάνοιξε το ρούχο σου κι έχω πουλί για σένα».
Μου το ’χε φέρει ο Ιππότης-ποδηλάτης
μια μέρα πού καθόμουνα κι έκανα πως εδιάβαζα
το ποδήλατο του με άκρα προσοχή
το ’χε ακουμπήσει πλάι στο κρεβάτι μου.
υστέρα τράβηξε τον σπάγκο κι εγώ κολπώνομουν μες στον αέρα
φέγγανε τα χρωματιστά μου εσώρουχα
κοίταζα πόσο διάφανοι γίνονται κείνοι πού αγαπούνε
τροπικά φρούτα και μαντίλια μακρινής ηπείρου.
φοβόμουνα και μου άρεσε
το δωμάτιο μου ανέβαινε
ή εγώ – δεν το κατάλαβα ποτέ μου.
Είμαι από πορσελάνη και μαγνόλια
το χέρι μου κατάγεται από τους πανάρχαιους Ίνκας
ξεγλιστράω ανάμεσα στις πόρτες όπως
ένας απειροελάχιστος σεισμός
που τον νιώθουν μονάχα οι σκύλοι και τα νήπια.
δεοντολογικά θα πρέπει να είμαι τέρας
και όμως η εναντίωση
αείποτε μ’ έθρεψε και αυτό εναπόκειται
σ’ εκείνους με το μυτερό καπέλο
που συνομιλούν κρυφά με τη μητέρα μου
τις νύχτες να το κρίνουν. Κάποτε
η φωνή της σάλπιγγας από τους μακρινούς στρατώνες
με ξετύλιγε σαν σερπαντίνα και όλοι γύρω μου
χειροκροτούσαν – απίστευτων χρόνων θραύσματα
μετέωρα όλα.
Στο λουτρό από δίπλα οι βρύσες ανοιχτές
μπρούμυτα στο προσκέφαλό μου
θωρούσα τις πηγές με το άσπιλο λευκό πού με πιτσίλιζαν.
τι ωραία Θεέ μου τι ωραία
χάμου στο χώμα ποδοπατημένη
να κρατάω ακόμη μες στα μάτια μου
ένα τέτοιο μακρινό του παρελθόντος πένθος.

Πηγή: Μαρία Νεφέλη

Οι χαρταετοί –ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ

Σε ορισμένους τόπους ονομάζουν τα χέρια χέρες. Στα Ακρο-
κεραύνεια πετούν γυπαετοί. Στις πανωσιές σουρώνει η θάλασ-
σα και αναγαλλιάζει. Στις ανοικτές πλατείες τα παιδιά πε-
τούν το Μάρτη χρωματιστούς αετούς από χαρτί.
Κόκκινοι, πράσινοι, κίτρινοι και κάποτε γαλάζιοι, οι
Χάρτινοι αετοί λυσίκομοι και με μακριές ουρές, πετούν επάνω
Από την πόλη, όπως επάνω από την φτέρη των υψηλών βου-
νών οπι αετοί.

Εκστατικά υψώνουν τα παιδιά τα χέρια. Δείχνουν τους
χάρτινους κομήτες με τις μακριές ουρές. Ουράνιοι δράκοι
πιο ψηλά τα αεροπλάνα, βροντούν και γράφουν στο στερέω-
μα με άσπρους καπνούς τις λέξεις:
ΚΑΛΑ ΛΕΟΝΑ ΝΟΛΑ ΠΥ.

Είναι η ώρα κάτασπρη, η έκστασις γαλάζια. Η πόλις
αχνίζει από ηδονή. Κουνούν τις χέρες τα παιδιά και, ακόμα,
από τα στόματά των πηδούν σαν πίδακες οι λέξεις:
ΚΑΛΑ ΛΕΟΝΑ ΝΟΛΑ ΠΥ.

Πηγή: Οκτάνα, εκδόσεις Ίκαρος

Ο χαρταετός-ΡΙΤΑ ΜΠΟΥΜΗ- ΠΑΠΑ

Με χαρτί χρωματιστό
γόμμα, σπάγκο και καλάμι
δείτε το χαρταετό
με τα χέρια μου έχω κάμει!

Ξετυλίγω την κλωστή
λίγο λίγο απ’ το κουβάρι
πώς με σέρνει, λες ζητεί
στα ουράνια να με πάρει!

Δροσερό καθώς φυσά
τ’ αεράκι τ’ Απριλίου     
τον πηγαίνει ως τα χρυσά
σκαλοπάτια του ηλίου!

Ουρανέ μου μακρυνέ
σε φιλώ με τα ματάκια,
πόσο απέχεις όμως, ναι,
απ’ τα δυο μου τα χεράκια!

Κι αν μ’ ενώνει μια κλωστή
με το γαλανό σου ατλάζι,
είναι τόσο, αχ, λεπτή,
που σε μια στιγμούλα σπάζει.

Πηγή:http://www.katiousa.gr

Χαρταετοί στον ουρανό...-ΡΕΝΑ ΚΑΡΘΑΙΟΥ

Κάθε Καθαρή Δευτέρα
ανοιξιάτικέ μου αέρα ,
στα παιδιά μας λες : εντάξει
ο αετός σας θα πετάξει.

Φύσα αγέρα λεβεντιά
παίξ’ αετό με τα παιδιά
φεύγει ο αετός ψηλά
και στον άνεμο μιλά.

Φρρρ! Ακολουθούν κι άλλοι ,
πιο μικροί και πιο μεγάλοι.
Ένας χάρτινος στρατός
ξάφνου κολυμπάει στο φως.

Του αγέρα οι καλεσμένοι ,
τα πολύχρωμα ντυμένοι ,
παν σε ουρανού γιορτάσι ,
σκουλαρίκια , ουρά , κεφάλι.

Φύσα , λεβεντιά μου αγέρα !
Κάθε Καθαρή Δευτέρα ,
των παιδιών ψυχή και νους
χαρταετός στους ουρανούς.

Πηγή: http://zouzounoparea.blogspot.com

Μοναχικό παιδί κάτω απ’ το δέντρο-ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

Ένας πολύχρωμος χαρταετός που υψώνεται
κι αστράφτει μαγικά πάνω απ’ τα κάστρα
με ήχους φυσαρμόνικας, με μακρινές φωνές
σχεδόν που αγγίζει κάποτε τον ουρανό
κι ύστερα χάνεται αργά μες στην ομίχλη
ύστερα στροβιλίζεται και πέφτει
πέφτει, σκαλώνει, σκίζεται
χάνει τα χρώματα και χάνει τα στολίδια του
πάνω στα αιχμηρά κλαδιά του χρόνου

αυτό είναι η μνήμη

ένα μοναχικό παιδί κάτω απ’ το δέντρο
βουβό και δακρυσμένο να κοιτάζει.

Πηγή:https://www.stixoi.info

Ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα-ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

Ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα
και να χαμογελάει μια γλάστρα στο μπαλκόνι
αχνά μες στο ψιλόβροχο να ξημερώνει Κυριακή

το χώμα να μυρίζει γειτονιά
και ο ταμπλάς ξεροψημένο σάμαλι
ένας χαρταετός να υψώνεται πάνω απ’ τα κάστρα

νωχελικά να κατεβαίνεις την Αριστοτέλους
να κάθεσαι σε καφενείο της παραλίας
πίσω απ’ τα τζάμια να ρουφάς
αργά, πολύ αργά τον τούρκικο
και να καπνίζεις ένα, δύο, τρία τσιγάρα
με τον καπνό να σε τυλίγει σαν ομίχλη
κοιτάζοντας τα ψαροκάικα και πιο βαθιά τη θάλασσα

ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα
χρώματα σκοτεινά να αναδύονται στο φως
να ονειρεύεσαι ταξίδια.

Πηγή: https://www.stixoi.info

18 Μαρτίου-ΕΛΕΝΗ ΖΑΧΑΡΗ

Από παιδί ονειρευόμουν να πετάω,
ήθελα να είμαι ένας μικρός Ίκαρος
να πετώ στους ουρανούς με γρηγοράδα,

ήθελα να `μαι αετός με φτερά μεγάλα
να φτάνω στις κορφές των βουνών
κι από εκεί ν’ αγναντεύω τον κόσμο,

ή να είμαι απλά ένας πολύχρωμος χαρταετός
με μια πλουμιστή ουρά και ζύγια,
να πετώ ψηλά, να κάνω φούρλες
τρέλες και ζαβολιές με τα σύννεφα
και το σχοινί μου να είναι δίχως τέλος
να φτάνω στ’ αστέρια...

Χαρταετός....να μαζεύω χαρά,
μα τώρα όσο και να παλέψω
στέρεψαν τα γέλια κι οι χαρές
κι απόμειναν τα δάκρυα......

Ας ελπίσουμε πως οι Χαρταετοί
θ’ αλλάξουν τον ουρανό
θα φέρουν πάλι ελπίδα και χαμόγελα...

Πηγή:https://www.stixoi.info

 

 

 Έρευνα-σκέψεις: Αγγελική Καραπάνου

 

Έννεπε Μούσα, Ιστότοπος ποίησης και μουσικής