Η βροχή στην ποίηση (Ποιήματα)

Η βροχή στην ποίηση (Ποιήματα)

Καθώς το τραγούδι της βροχής ηχεί στην πλάση, εμείς θυμόμαστε  κάποια  πανέμορφα ποιήματα ...για να ξεδιψάσει η ψυχή μας!

Βροχερό-ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

Φτωχειά μουσική το Σαββατόβραδο,
που βγαίνει απ'το χοροδιδασκαλείο της συνοικίας,
φτωχειά μουσική,ξεπαγιασμένη,με τα ξυλοπάπουτσα,-
κάθε που ανοίγει η άβαφτη πόρτα πετάγεται στο δρόμο,
τουρτουρίζει κάτω απ'το φανάρι της γωνιάς,
ρίχνει μια ματιά σ'ένα ψηλό παράθυρο ή στη νύχτα,
ύστερα χαμηλώνει τα μάτια στη λάσπη,
κάτι ψάχνει,κάτι περιμένει,
σαν κάποιος να'ναι άρρωστος κι αργεί ο γιατρός.

Φτωχειά μουσική. Κάνει κρύο. Κανένας δεν ανοίγει το παράθυρο
να σε φιλέψει λίγο φως της λάμπας,λίγη μαύρη σταφίδα,
να σου πει θυμάμαι- πριν είκοσι-τριάντα χρόνια,
κάτι ήχους από παλιά αμάξια στη βροχή,
ένα τοπίο θολό ζωγραφισμένο στα γυαλιά του Τέλλου Άγρα.

Μα τα παπούτσια είναι τρύπια,λασπωμένα΄
τα ζευγαράκια βιάζονται στο δρόμο΄ δεν ακούνε.
Ένας σταμάτησε σύρριζα στον τοίχο. Δε σ'ακούει,όχι.
Κάτι τοιχοκολλάει. Μονάχα το μαχαίρι
επάνω στο τραπέζι είναι μια σκέψη και μια λάμψη.

Φτωχειά μουσική,αν χωράς
έμπα απ'τον τρύπιο αγκώνα της συνοικίας.

Πηγή: Παρενθέσεις (1946-1947)

Ελένη- ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι
Μουσκέψανε τα λόγια που είχανε γεννήσει αστροφεγγιές
Όλα τα λόγια που είχανε μοναδικό τους προορισμόν Εσένα!
Κατά πού θ’ απλώσουμε τα χέρια μας τώρα που δε μας λογαριάζει πια
ο καιρός
Κατά πού θ’ αφήσουμε τα μάτια μας τώρα που οι μακρινές γραμμές
ναυάγησαν στα σύννεφα
Τώρα που κλείσανε τα βλέφαρά σου απάνω στα τοπία μας
Κι είμαστε —σαν να πέρασε μέσα μας η ομίχλη—
Μόνοι ολομόναχοι τριγυρισμένοι απ’ τις νεκρές εικόνες σου.

Με το μέτωπο στο τζάμι αγρυπνούμε την καινούρια οδύνη
Δεν είναι ο θάνατος που θα μας ρίξει κάτω μια που Εσύ υπάρχεις
Μια που υπάρχει αλλού ένας άνεμος για να σε ζήσει ολάκερη
Να σε ντύσει από κοντά όπως σε ντύνει από μακριά η ελπίδα μας
Μια που υπάρχει αλλού
Καταπράσινη πεδιάδα πέρ’ από το γέλιο σου ώς τον ήλιο
Λέγοντάς του εμπιστευτικά πως θα ξανασυναντηθούμε πάλι
Όχι δεν είναι ο θάνατος που θ’ αντιμετωπίσουμε
Παρά μια τόση δα σταγόνα φθινοπωρινής βροχής
Ένα θολό συναίσθημα
Η μυρωδιά του νοτισμένου χώματος μες στις ψυχές μας που όσο παν κι απομακρύνονται

Κι αν δεν είναι το χέρι σου στο χέρι μας
Κι αν δεν είναι το αίμα μας στις φλέβες των ονείρων σου
Το φως στον άσπιλο ουρανό
Κι η μουσική αθέατη μέσα μας ω! μελαγχολική
Διαβάτισσα όσων μας κρατάν στον κόσμο ακόμα
Είναι ο υγρός αέρας η ώρα του φθινοπώρου ο χωρισμός
Το πικρό στήριγμα του αγκώνα στην ανάμνηση
Που βγαίνει όταν η νύχτα πάει να μας χωρίσει από το φως
Πίσω από το τετράγωνο παράθυρο που βλέπει προς τη θλίψη
Που δε βλέπει τίποτε
Γιατί έγινε κιόλας μουσική αθέατη φλόγα στο τζάκι χτύπημα
του μεγάλου ρολογιού στον τοίχο
Γιατί έγινε κιόλας
Ποίημα στίχος μ’ άλλον στίχο αχός παράλληλος με τη βροχή δάκρυα
και λόγια
Λόγια όχι σαν τ’ άλλα μα κι αυτά μ’ ένα μοναδικό τους προορισμόν:
Εσένα!

Οδυσσέας Ελύτης. [1940] 2007. Προσανατολισμοί. 15η έκδ. Αθήνα: Ίκαρος.

Βρέχει στη φτωχογειτονιά - ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

Μικρά κι ανήλιαγα στενά
και σπίτια χαμηλά μου
βρέχει στη φτωχογειτονιά
βρέχει και στην καρδιά μου

Αχ ψεύτη κι άδικε ντουνιά
π’ άναψες τον καημό μου
είσαι μικρός και δε χωράς
τον αναστεναγμό μου

Οι συμφορές αμέτρητες,
δεν έχει ο κόσμος άλλες
φεύγουν οι μέρες μου βαριά
σαν της βροχής τις στάλες

Πηγή: https://tassosleivaditis.wordpress.com/

Πρωτοβρόχι -ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΡΟΣΙΝΗΣ

Το καλοκαίρι έχει τις χάρες του.-
Ποιος τις αρνιέται,ποιος λέει: όχι;
Μα κάποιες χάρες έχει ξέχωρες
του Αηδημητριού το πρωτοβρόχι.

Της λεύκας σκόρπια τα ξερόφυλλα
κάτω στο υγρό το χώμα να τα,
λαμποκοπούν, καθάριο μάλαμα
που το 'κοψαν κωνσταντινάτα.

Τα πεύκα απ'τη βροχή δροσόλουστα
μοσκοβολούν σα θυμιατήρια.
Νερό γεμάτα τα χλωράγκαθα
γίνονται των πουλιών ποτήρια.

Ο πλάτανος,που ανεμοδέρνεται
γυμνός και ξέφυλλος,αντρειεύει,
τους κλώνους έχει ελαφοκέρατα
και με τ'αερικά παλεύει.

Το ώριμο κούμαρο ολοκόκκινο
τα πράσινα κλαδιά ματώνει.
Χρυσή η σταρήθρα στα μεσούρανα
χορταίνει φως και ξεφαντώνει.

Των θυμαριών τα ξεροκλώναρα
πρώιμα πρασινοφυλλιάζουν
και τη σοδειά απ'τις αποθήκες τους
βρεμένη τα μυρμήγκια λιάζουν.

Παιδούλα πεταχτή και πρόσχαρη
στον κήπο η καρδερίνα φτάνει΄
του απριλομάη τ'αγριολούλουδα
φορεί γιορτιάτικο φουστάνι.

Το τρυποκάρυδο γλιστρά άφοβο
στ'αγκάθια του ανθισμένου βάτου
κι ο σπίνος λέει και λέει ατέλειωτα
τα ίδια τα μονοσύλλαβά του.

Στο κυπαρίσσι κάθε απόβραδο,
που το'χουν πύργο και παλάτι,
φωνάζουν οι σπουργίτες,τρώγονται,
ποιος να βρει πιο ζεστό κρεβάτι.

Και με ξυπνά κάθε ξημέρωμα
-σα μακρινή βοσκού φλογέρα-
καθώς στα χρόνια τα παιδιάτικα
του καλογιάννου η καλημέρα.

Πηγή: Φευγάτα χελιδόνια

[Άρχισε να βρέχει]-ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΡΟΣΙΝΗΣ

Είπε:
Άρχισε να βρέχει-
Κ' εμείς στο σύδεντρο σταθήκαμε΄
Κι άστραφτε,
Κι απ'τα μάτια τα δικά σου
Κάθε αστραπή
Περνούσε στα δικά μου μάτια.

Στο σύδεντρο σταθήκαμε-
Κι ούτε σαλεύαμε,
Κι ούτε μιλούσαμε,
Και μόνο,μόνο που ανασαίναμε.
Κάτω απ'το δέντρο εμείς
Κι απάνω τα πουλιά-

Τι ευτυχισμένη είν'η ζωή
Σε μια φωλιά!

Πηγή: Επίμετρο

Πρωτοβρόχια-ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΡΟΣΙΝΗΣ

Με τα πρωτοβρόχια θα'ρθουν τα μηνύματα
του χειμώνα: το ποτάμι θα θολώσει,
θα τριζοβολούν ξερά τα πλατανόφυλλα,
θα κρυώσει η νύχτα και θα μεγαλώσει.

Θα δροσοσταλάζουν κόκκινα τα κούμαρα,
κυκλαμιές θ'ανθούν στο χώμα ταίρια-ταίρια,
θα καπνίζουν σφαλιστά τα χωριατόσπιτα
και θ'αρχίσουν τα σπιτιάτικα νυχτέρια.

Θα σωπάσει ο τζίτζικας,κι ετοιμοτάξιδα
κι άλλων τόπων άνοιξη,μακριά απ'τα χιόνια,
βράδυ-βράδυ ως τα μεσούρανα θα χύνονται
μαύροι φτερωτοί σταυροί τα χελιδόνια.

Πηγή: Μιχάλη Περάνθη,Τα ποιήματά μου ,Παιδική ανθολογία, Κένταυρος,1962

Βροχή- ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ
................................
έχει λιγνά δυο δένδρα
μικρό ένα περιβόλι•
και κάμνει εκεί της εξοχής
μια παρωδία το νερό —
μπαίνοντας σε κλωνάρια
οπού δεν έχουν μυστικά•
ποτίζοντας τες ρίζες
που έχουν ασθενικό χυμό•
τρέχοντας εις το φύλλωμα
που με κλωστές δεμένο
πεζό και μελαγχολικό
κρεμνά στα παραθύρια•
και πλένοντας καχεκτικά
φυτά που μες σε γλάστρες
τα ’στησ’ αράδα-αράδα
μια φρόνιμη νοικοκυρά.

Βροχή, που τα μικρά παιδιά
κοιτάζουνε χαρούμενα
μέσ’ από κάμαρη ζεστή,
κι όσο πληθαίνει το νερό
και πέφτει πιο μεγάλα,
χτυπούν τα χέρια και πηδούν.
Βροχή, που ακούν οι γέροι
με σκυθρωπήν υπομονή,
με βαρεμό κι ανία•
γιατί εκείνοι από ένστικτον
δεν αγαπούνε διόλου
βρεμμένο χώμα και σκιές.

Βροχή, βροχή — εξακολουθεί
πάντα ραγδαία να βρέχει.
Μα τώρα πια δεν βλέπω.
Θόλωσ’ απ’ τα πολλά νερά
του παραθύρου το υαλί.
Στην επιφάνειά του
τρέχουν, γλιστρούν, κι απλώνονται
κι ανεβοκατεβαίνουν
ρανίδες σκορπισμένες
και κάθε μια λεκιάζει
και κάθε μια θαμπώνει.
Και μόλις πλέον φαίνεται
θολά-θολά ο δρόμος
και μες σε πάχνη νερουλή
τα σπίτια και τ’ αμάξια.

(1894)

Πηγή:Τα Ανέκδοτα (1877-1923)

Καταιγίς -ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

Πικραίνεται του κόσμου η ώρια στέγη
και το γαλάζιο πρόσωπο έχει κρύψει
το απόφωτο η ρεματιά που κλαίγει
το σέρνει μαραμένο να το ρίψει.

Ξυπνάει κάποιο ανάσασμα που σφάζει
των δέντρων τα μαλλιά τα χρυσωμένα
και τα νέφη και χρώματα που αρπάζει
σε μια ρίζα τ’ αφήνει ξεθαμμένα.

Κι ακούω βαρύ περπάτημα τ’ αψήλου
του κόσμου ο νοικοκύρης να βαράει
και βλέπω την τρομάρα κάθε φύλλου

κι αρχίζει ν’ αναλά η ατμοσφαίρα
και δοξαριές ακράτητες να στάει,
σ’ εμέ που στέκ’ ορθός μες στον αγέρα!

Πηγή: Πυθμένες,Σονέτα

Η βροχή και το κρίνο-ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

Οι τελευταίες μου λέξεις έχουν γίνει ένας κόμπος.
Όταν θα'ρθει το βράδυ,θα γίνουν βροχή.
Θα ποτίσω ένα κρίνο.
Κρατώ
από μνήμης το γέλιο σου. Θα υφάνω μ'αυτό
στο κρίνο ένα φόρεμα.

Πηγή: Ο πόνος και η συμπαράσταση

Η βροχή-ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

Είσαι βροχή. Καθώς πέφτεις
στην καρδιά μου είσαι έτοιμη
δαμασκηνιά ανθισμένη κ' είσ' έτοιμος
ροδώνας καθώς ψιχαλίζεις στον κήπο μου.
Πέφτοντας πάνω στη γη μου, φυτεύεσαι
σε έτοιμα στάχυα.

Πηγή: Το βάθος του κόσμου

Ένας αχθοφόρος στη βροχή-ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

Νιώθω το στήθος μου φορτωμένο,καθώς
ο αχθοφόρος τις πλάτες του ψάχνοντας
για ένα χέρι να τον βοηθήσει. Είναι νύχτα και βρέχει.
Και δεν είναι κανείς. Το καράβι σφυρίζει:
Ο χρόνος: κάνει περίφημα τη δουλειά του.
Θα βοηθηθώ σαν ένας άλλος,θα μπορέσω. Υπάρχουνε
μέσα μας κι άλλα χέρια: τέσσερα,έξι,θα κατεβάσω,
θα γίνει οπωσδήποτε αυτό,το κασόνι μου
στο μέσο του κόσμου.

Πηγή: Το βάθος του κόσμου

Τριάντα χρόνια στη βροχή- ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

Όταν αυτοί τραγουδούσαν τα παράθυρα άνοιγαν
-τα παράθυρα που ήταν κλειστά σαν γυρισμένες πλάτες στους Ναζί-
Τα βήματα των πατριωτών γνωρίζονταν από κείνα των άλλων
κι όλα γινόντουσαν σημαίες όταν αυτοί τραγουδούσαν.
Αλλά, όλοι αυτοί, νεκροί ήδη τώρα, συνεχίζουνε την πορεία τους
κι η ελευθερία, που δεν κατάλαβε πως προσπέρασαν,
ορθή σε μιαν εξέδρα στην πλατεία Συντάγματος
-τριάντα χρόνια στη βροχή-
περιμένει να παρελάσουν.

Πηγή: Διαμαρτυρία , 1974

Βροχή -ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΜΑΛΑΚΑΣΗΣ

Ἔξω βροχὴ κι ἀπ᾿ τὸ παράθυρο
Μαῦρες οἱ στέγες, μαῦροι οἱ δρόμοι,
Δὲν πέφτουν ἀπ᾿ τὰ μάτια δάκρυα,
Ποῦ μιὰ βαρειὰ τὰ πνίγει γνώμη.

Τὰ σύγνεφα ποὺ ἀνεμοδέρνονται
Καὶ σιγαλὰ βογκοῦν καὶ κλαῖνε,
Δὲ σέρνουν τὴν ψυχή μου σκλάβα τους,
Μ᾿ ὅλα τὰ μυστικὰ ποὺ λένε.

Κάποτε μέσ᾿ ἀπ᾿ τὸ παράθυρον,
Ὅπως καθόσουν στὸ πλευρό μου,
Κύτταζα στὰ γλαρὰ τὰ μάτια σου
Τὴ θλιβερὴ βροχὴ τοῦ δρόμου.

Κ᾿ ἔβλεπα ἀκόμα, πιὸ μακρύτερα,
Μέσα στὰ μάτια σου καὶ πάλι,
Τὰ σύγνεφα ποὺ τὰ ταξίδευε
Στὸν οὐρανὸ ἡ ἀνεμοζάλη.

Ἔξω βροχή, κι ἀπ᾿ τὸ παράθυρο
Μαῦρες οἱ στέγες, μαῦροι οἱ δρόμοι,
Δὲν πέφτουν ἀπ᾿ τὰ μάτια δάκρυα,
Ποὺ μιὰ βαρειὰ τὰ πνίγει γνώμη.

Τὰ σύγνεφα ποὺ τώρα κρέμονται,
Καὶ χαμηλώνουν κι ὅλο βρέχουν,
Δὲν καθρεφτίζονται στὰ μάτια σου,
Κι ἄλλους κρυφοὺς καϋμοὺς δὲν ἔχουν...

Πηγή: stixoi/info

Ο λαιμός της βροχής- ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

Ο λαιμός της βροχής
Όπου μενεξέδες φιλιά
Δένουν δάχτυλα
Καταρρέουν
Με τη γοργή φιλία

Πηγή: Βικηθήκη

Βροχή στο Φάληρο-ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

Θέλουμε από τον Θεό να μας επιτρέψει να φύγουμε
Όταν η δουλειά είναι γεμάτη
Να πάμε αλλού
Εκεί όπου ο ήλιος έχει τόνους διαφορετικούς
Τέτοιους που ο καθένας όλην ημέρα κοιτάζει στ’ ανοιχτά
Εκεί όπου γεννιούνται τα σύννεφα
Πάνωθε απ’ τη βροχή
Γιατί τώρα έρχεται η βροχή
Με το μειλίχιο βήμα
Και το βλέμμα της κρύβει
Ο ουρανός αστράφτει
Ο κόσμος γίνεται μαργαριτάρι

Πηγή: Βικηθήκη

Τὸ Πρωτοβρόχι –ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Σκυμμένοι ἀπὸ τὸ παραθύρι.•
Καὶ τοῦ προσώπου μας οἱ γύροι
ἡ ἴδια μας ἤτανε ψυχή.
Ἡ συννεφιά, χλωμὴ σὰ θειάφι,
θάμπωνε ἀμπέλι καὶ χωράφι,
ὁ ἀγέρας μέσ᾿ ἀπὸ τὰ δέντρα
μὲ κρύφια βούιζε ταραχή,
ἡ χελιδόνα, μὲ τὰ στήθη,
γοργή, στὴ χλόη μπρὸς-πίσω ἐχύθη,
κι ἄξαφνα βρόντησε, καὶ λύθη
κρουνός, χορεύοντα ἡ βροχή!
Ἡ σκόνη πῆρ᾿ ἀνάερο δρόμο •
K᾿ ἐμεῖς, στῶν ρουθουνιῶν τὸν τρόμο,
στὴ χωματίλα τὴ βαριὰ,
τὰ χείλα ἀνοίξαμε, σὰ βρύση,
τὰ σπλάχνα νὰ μπεῖ νὰ ποτίσει,
-ὅλ’ εἶχεν ἡ βροχὴ ραντίσει
τὴ διψασμένη μας θωριά,
σὰν τὴν ἐλιὰ καὶ σὰν τὸ φλόμο-
κι ὁ ἕνας στ᾿ ἀλλουνοῦ τὸν ὦμο,
ρωτάαμε: «T᾿ εἶναι πὄχει σκίσει
τὸν ἀέρα μύρο, ὅμοιο μελίσσι;
Ἀπ᾿ τὸν πευκιὰ τὸ κουκουνάρι,
ὁ βάρσαμος ἢ τὸ θυμάρι,
ἡ ἀφάνα ἢ ἡ ἀλυγαριά;»
Κι ἄχνισα - τόσα ἦταν τὰ μύρα -
ἄχνισα κ᾿ ἔγινα ὅμοια λύρα,
ποὺ χάϊδευ᾿ ἡ ἄσωτη πνοή •
Μοῦ γιόμισ᾿ ὁ οὐρανίσκος γλύκα·
κι ὡς τὴ ματιά σου ξαναβρῆκα,
ὅλο μου τὸ αἷμα ἦταν βοή!
K᾿ ἔσκυψ᾿ ἀπάνω ἀπὸ τ᾿ ἀμπέλι
ποὺ ἐσειόνταν σύφυλλο, τὸ μέλι
καὶ τ᾿ ἄνθι ἀκέριο νὰ τοῦ πιῶ,-
- βαριὰ τσαμπιὰ καὶ οἱ λογισμοί μου,
βάτοι βαθιοὶ οἱ ἀνασασμοί μου -
κι ὅπως ἀνάσαινα, ἀπ᾿ τὰ μύρα
δὲ μπόρεια νὰ διαλέξω ποιό!
Μὰ ὅλα τὰ μάζεψα, τὰ πῆρα,
καὶ τά ῾πια, ὡσὰν ἀπὸ τὴ μοίρα
λύπη ἀπροσδόκητη ἢ χαρά.
Τά ῾πια· κι ὡς σ᾿ ἄγγιξα τὴ ζώνη,
τὸ αἷμα μου γίνηκεν ἀηδόνι,
κι ὡς τὰ πολύτρεχα νερά!

Πηγή: Ποιητική συλλογή " Στίχοι"

Βραδινή νοσταλγία-ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ

Απόψε ήρθε η νύχτα αντάμα με τη βροχή
– χειροπιασμένες στρίγκλες –
και μας σύναξε στο τσαντίρι μας νωρίς.
Κουρνιάζουμε άλαλοι, κι αφήνουμε
– μόνη τη βροχή –
να μας μιλάει – ιστορία ψιχαλιστή –
για κάμπους κι ασημένιες αυλακιές,
για τα σπαρτά και για τις παπαρούνες.
Ο μύλος στη ρεματιά – άσπρο τραγούδι,
ν’ αλέθει, ν’ αλέθει τον καρπό.

Ο Βαγγέλης, ο βουνίσιος αδερφός μας, σωπαίνει.
Ακουμπάει στη διχάλα του χεριού του.
Κι’ ο νους του δρασκελά τη θάλασσα…
Ήταν ξωμάχος, ένας ηλιοκαμένος ποιητής.
Που έσπερνε με το ξινάρι του
Καταπράσινες σελίδες.

Μα τώρα η γη η αγάπη του, τώρα η γη η ψυχή του,
που τη χτένιζε σα μονάκριβη θυγατέρα.
Τώρα η γη ξενυχτάει κάτ’ απ’ τον ουρανό,
απότιστη κι ανάλλαγη σαν έρημη εκκλησιά,
που περιμένει τη λειτουργία των χεριών του.
Τώρα εκεί όλα είναι ένα λείψανο.
Τώρα ο μύλος αλέθει μόνο ερημιά.
Και τ’ αχούρια γεμίζουνε μούχλα.

Τα γράμματα πηγαινόρχονται ογρά.
«Ακριβέ μας, νοικοκύρη μου… ρημάξαμε..»
Κι’ ο νους τρέχει, τρέχει, τρέχει…
Λαβωμένο πούπουλο, μαζί με το Νοτιά.
Αγγίζει σαν εικόνισμα το κατώφλι.
Σκύβει πάνω απ’ τον ύπνο των παιδιών.
Και το πρωί ξαναγυρίζει στο τσαντήρι.

Απόψε ήρθε η νύχτα μαζί με τη βροχή.
Και στα τσαντίρια κοιμηθήκανε τα φώτα.
Νύχτωσε στη θάλασσα, νύχτωσε κι’ εδώ.
Νύχτωσε κι έξω από τα μάτια.
Και μοναχά στο μαξιλάρι μας
αγρυπνά ένα ό ν ε ι ρ ο,
που κοιμάται και ξυπνά μαζί μας.

Πηγή: Γ΄1947-1953 ( Μακρονήσι)

Καταιγίδα- ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ

Ήρθαν τα νέφη του βοριά,
τ'αλόγατα καβάλα,
κι εξεπεζέψανε βαριά
στα όρη τα μεγάλα.

Καθένα σε κορφή κοντά
οχυρωμένο αχνίζει,
καθένα αστράφτει και βροντά
και πόλεμον αρχίζει.

Ρίχνουν για σκάγια τη βροχή,
για βόλια το χαλάζι,
και πλημμυρά στην εξοχή
και τα σπαρμέν'αρπάζει.

Κι ο γεωργός στρέφει ψηλά
και το θεό κοιτάζει,
το δάκρυ του κατρακυλά,
-"Βοήθα με",φωνάζει.

Και ο θεός που τον πονεί
για την καλή καρδιά του,
γνέφει του ήλιου να φανεί,
να πάει βοήθειά του...

Πηγή: Μιχάλη Περάνθη,Τα ποιήματά μου ,Παιδική ανθολογία, Κένταυρος,1962

Πάλι βρέχει-ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ

Πάλι βρέχει!...
Στα παράμερα τριόδια
οι ψαλμοί θρηνούν που εδιάβαζες τον όρθρο.
Μυροβόλησε η ψυχούλα σου η ευώδια
το κορμί σου σε μια δέησην ολόρθο,
Πάλι βρέχει!...
Στου κελιού τ'άραχνα τζάμια
κλαίνε μυστικές αγιογραφίες,
που Ήλιοι με το αίμα τους ζουγράφιζαν
στις λιβανιστές σου ψαλμουδίες.
Πάλι βρέχει!...
Τι σε θέλουν οι καημοί που λεν θυμήσου;
Οι ψαλμοί τους βρόχινοι,
μούσκεψαν την άσπιλη ψυχή σου
και στα δάκρυα δεν αντέχει...
Πάλι βρέχει.!..

Πηγή: Νέα παγκόσμια ποιητική ανθολογία Ρίτας Μπούμη-Νίκου Παππά,Διόσκουροι

Ψιχάλες-ΑΙΜΙΛΙΑ ΔΑΦΝΗ

Η πρώτη απόψε ανατριχίλα
του χινοπώρου στα κλαδιά,
μια,δυο ψιχάλες μες στα φύλλα...
Τι έχεις και πόνεσες καρδιά;

Σκορπούν τραγούδια οι χαροκόποι,
σβήνουν θρηνώντας τα βιολιά. -
Ίσκιοι περνούν,θλιμμένοι ανθρώποι,
καημοί- και πέφτει η σιγαλιά.

Πώς έγινε κι αυτό,ψυχή μου,
τόσο στον πόθο να δεθείς,
που ένα-και συ κι η απαντοχή μου-
με το τραγούδι να γενείς.

Και την καρδιά μου να λυγίσεις
τόσο πολύ, τόσο πολύ,
που τρέμει,αλήθεια να μην σβήσεις
καθώς του δρόμου το βιολί...

Στην πρώτη απόψε ανατριχίλα
του χινοπώρου τα κλαδιά,
μια,δυο ψιχάλες μες στα φύλλα...
Τι έχεις και δέρνεσαι καρδιά;

Πηγή: " Φιλολογική Πρωτοχρονιά",1954

Η βροχούλα- ΣΤΕΛΙΟΣ ΣΠΕΡΑΝΤΣΑΣ

Ψιλή,ψιλή βροχούλα
ποτίζει το χωράφι,
η κάθε μια της στάλα
κι ένα ακριβό χρυσάφι.

Μες στου ζευγά το σπίτι
λαμποκοπά το τζάκι,
με τη γιαγιά που γνέθει,
μιλάει τ'αθώο παιδάκι.

Χαμογελά ο πατέρας
και τη φωτιά σκαλίζει
και δώσ'του η βροχούλα
του σιγομουρμουρίζει.

Σαν να του λέει χτυπώντας
σιγά το παραθύρι,
πως πλούσια θα θερίσει
όσα καλά έχει σπείρει.

Πηγή: Κλεοφίλης Κολίση-Χατζηκώστα,Τα ποιήματα & τα τραγούδια του δημοτικού σχολείου

Πρωτοβρόχι-ΣΤΕΛΙΟΣ ΣΠΕΡΑΝΤΣΑΣ

Η κάψα του καλοκαιριού το χώμα τ'αποξέρανε,
που δύσκολα τ'αλέτρι πια θαρρείς το χαρακώνει.
Ξάφνου ο νοτιάς,μαζεύοντας βαριά τα πρώτα σύννεφα,
ρίχνει τις πρώτες στάλες τους στο φράχτη και στ'αλώνι.

Ακόμα λίγο και γοργή βροχή με το τραγούδι της
λούζει τα δέντρα,που διψούν,και στη γωνιά τα ξύλα.
Παίρνουν ανάσα τα φυτά,που αρρωστημένα γέρνανε,
και μια γυαλάδα γιορτινή τα σκονισμένα φύλλα.

Τρέχουν στ'αυλάκια τα νερά κελαρυστά. Θολώσανε
στην καταχνιά λιοφύτευτοι δυο λόφοι πέρα,αγνάντια.
Μα γρήγορα τη σκόρπισεν ο ήλιος, που ξανάλαμψε,
γεμίζοντας τ'ακρόκλωνα των δέντρων με διαμάντια.

Προβαίνει τώρα ο γεωργός απ'το φτωχό καλύβι του.
Τα νοτισμένα χώματα παράξενα ευωδάνε.
Κι αυτός με σκέψη στη σπορά και το σταυρό του κάνοντας,
κοιτάει με δάκρυα στα ψηλά, που γερανοί περνάνε.

Πηγή: Μιχάλη Περάνθη,Τα ποιήματά μου ,Παιδική ανθολογία, Κένταυρος,1962

Βροχή το βράδυ- ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΕΡΑΛΗΣ

Με τη βροχή,
ανοίγει ο έγκλειστος Θεός ένα παράθυρο
στον ουρανό και ρεμβάζει,
η αγαπημένη του άλλοτε σβήνει το φως και συλλογίζεται
κάτι λησμονημένο κι αταίριαστο, όπως
έναν περίπατο στον ανοιξιάτικο ήλιο ή ένα όνομα
σπασμένο τρυφερά. Με τη βροχή,
η Άννα ξεχνάει ό,τι διάβασε, καθώς γυρίζει σελίδα,
αφογκράζεται πουλιά να περνούν τραγουδώντας
την ερημιά μου την ερημιά σου. Με τη βροχή
φαίνει η μητέρα σύννεφο ελαφρό για σκέπη μας,
οι φίλοι αλλάζουν πρόσωπο,τα ποτάμια σιωπή.
Με τη βροχή,οι πεθαμένοι αλλάζουνε πλευρό,
ανοίγουνε τα μάτια και ξανακοιμούνται.

Πηγή: Κλειστός Κήπος

Βροχή-ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ

Τη στέγη δέρνει μια βροχή σα να της κουβεντιάζει.
Στο παραθύρι το κλειστό χονδρές κυλούν οι στάλες΄
μαστιγωμένη απ'το βοριά βουίζει η καπνοδόχη.

Σύννεφα μαύρα οδοιπορούν στον ουρανό τον γκρίζο
ωσάν ιππότες θλιβεροί σε κάπες τυλιγμένοι
οπού προσμένουν τα πουλιά μαντάτα να τους φέρουν.

Κλειστός, μέσα στην κάμαρη, αφήνομαι σε μνήμες.
Τώρα κατάσπρων λιμανιών θυμάμαι την ασφάλεια,
ενώ σφοδρά στο πέλαγος μαίνετο η καταιγίδα,

και τώρα ενός αρχοντικού,τη ζεστασιά,το πλούτος,
ή μιας καλύβας,στο βουνό,τη φτωχική συμπόνια,
τα χείλη τα πονετικά π' από ντροπή σωπαίναν.

Θα'θελα πράγματα πολλά να'λεγα αυτή την ώρα...
Να'κλαιγα και να γέλαγα... Μ'ανήμπορος,το νιώθω,
σκύβω πάνω στο στήθος μου κι αφήνομαι στη ρέμβη.

Πηγή: Ανθολογία Περάνθη

Βροχή- ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΩΓΡΑΦΑΚΗΣ

Υγρά τα μονοπάτια των πουλιών
Από το κλάμα τ'ουρανού.

Με ξένο δάκρυ κλαίνε τα πέταλα του ρόδου.
Στην άκρη του κλαδιού διστάζει το βέλος της βροχής
Σαν χαμόγελο σε πικραμένο αχείλι.

Σύννεφα-έννοιες μου εσείς!-
Σε ποιας καρδιάς την αλχημεία
Θα γίνετε δάκρυα
Για τα μονοπάτια των ελπίδων μου;

Απ'το βυθό της ωκεάνιας θλίψης μου
Θ'ανασύρω τα μαργαριτάρια για ν'ανθίσουν
Στο στείρο πεταλούδισμα των βλεφάρων
Και θα είναι
Σαν πικραμένο αχείλι που ψάχνει
Να βρει ένα χαμόγελο.

Πηγή: Παγκόσμια ποιητική ανθολογία "Ταξίδι στην ποίηση",Ναυτίλος

Ψιχάλα στο βουνό-ΠΕΤΡΟΣ ΔΗΜΑΣ

Πιλαλούν στη λάκα τα παιδιά...
Κάτι σαν ψιχάλα παιχνιδίζει.
-Κρίνα,κεντημένα στην ποδιά,
το πουλάκι αστήθι της ραμφίζει!-

Ώρα που το δάσος ευωδά...
Το αλαφρό της βήμα τραγουδά!
-Τώρα και ταχείλι θ'αρχινίσει
να χελιδονίσει,ν'αηδονίσει!-

Χέρια απριλινά,χέρια γυμνά
σε γαλάζιο φως πεταλουδίζουν!
-Είναι τα δυο μάτια της σεμνά:
με κοιτούν κλεφτά,και βλεφαρίζουν!-

Πόδια φτερωτά βεργολυγούν!
-Η ποδιά ψηλότερα απ'το γόνα...-
Χούφτες διψασμένες κυνηγούν
τη δροσιά,σταγόνα τη σταγόνα.

-Πάρε την ψυχή μου,που πονεί
παραπλανημένη κι ορφανή,
μέσα στης παλάμης σου το τάσι:
Τη γιορτή ψιχάλα να χορτάσει!

Πηγή: Ανθολογία Περάνθη

Βροχή στο κύμα-ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

Απ'τον κατάμαυρο ουρανό ψιλή βροχούλα στάζει
κι ανθός δεν είν'εδώ να πιει,δεντράκι διψασμένο.
Εδώ είναι θάλασσα πλατιά και κύμα λυσσασμένο
κ'η ανωφέλευτη βροχή τα δάκρυά μου μοιάζει.

Πηγή: Θαλασσινή ποιητική ανθολογία,1968,Εκδόσεις Δωδέκατη ώρα,Αθήνα

Η βασανισμένη βροχή-ΚΑΙΤΗ ΔΡΟΣΟΥ

Τ'αστέρια πνίγηκαν μια νύχτα
νοτίσανε τα μάτια μας στο μουράγιο του χωρισμού.
Ήτανε τότε που σε βλέπαμε ακόμα,ήτανε τότε
που μπορούσες ν'αποχαιρετήσεις την καρδιά σου
μ' ένα άσπρο μαντίλι.
Κι ύστερα έπρεπε να'χουμε αναμμένη τη λάμπα μας
σ'ένα κλειδωμένο σπίτι. Έπρεπε να φοράμε τα παλτά μας
γιατί σε τούτη την ερμιά
περνάνε κάτι καβαλάρηδες με πεθαμένα μάτια.
Τώρα τα χέρια μου μ'απαρνηθήκανε. Θέλω
να ξαναβρώ τα χέρια μου. Ήλιε μου,
κάμε να ιδώ το περιβόλι μου ξανθό
σαν κοριτσίστικη πλεξίδα πεσμένη από τους ώμους της αυγής.
Θέλω να ξαναβρώ τα χέρια μου, να τ'ακουμπήσω
στην καρδιά μου, ν'ανοίξω ένα παράθυρο προτού
να ξημερώσει. Να ψάξω για τα κλειδιά του σπιτιού μου...

Πηγή: Ανθολογία Περάνθη

Η πρώτη βροχή-ΛΙΝΑ ΚΑΣΔΑΓΛΗ

Πόσοι την περιμέναμε την πρώτη βροχή
πόσοι την περιμέναμε και δεν την άκουσε κανένας
δώδεκα σταγόνες άγγιξαν τα μαλλιά μας στο μέσο της νυχτός
και δεν το καταλάβαμε πως ήταν η πρώτη βροχή.

Είχε γεμίσει ο κόσμος διψασμένα στόματα
τη μυρουδιά της ζεστής πέτρας, του φρυγμένου κεραμιδιού
ακούσαμε την κληματαριά που ψιθύριζε βιαστική
και δεν το καταλάβαμε πως ήταν η πρώτη βροχή.

Και την περιμέναμε,την περιμέναμε μετρώντας
τις ασπρόμαυρες πλάκες της αυλής
την περιμέναμε ρωτώντας την απέραντη θάλασσα
που μας καλούσε μες στο σκοτάδι
την περιμέναμε με την αγκαλιά γεμάτη μαραμένες αναμνήσεις αγνώριστες
κι όπως περιμένεις σε ώρες πυρετού της μάνας σου το χάδι

Πόσοι την περιμέναμε, μα οι πιο πολλοί κουράστηκαν
και μείναμε ένας από δω κι άλλος πιο πέρα,μοναχοί
κι ύστερα ξημέρωσε και βράδιασε πάλι,και περιμέναμε
μα είχε περάσει και δεν την ακούσαμε, η πρώτη βροχή.

Πηγή: Ποιητική ανθολογία της νέας ελληνικής γενιάς άγκυρας,1971

Η καταιγίδα-ΤΑΣΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΥ

Λύθηκε η πολιορκία της ομίχλης.
Άρχισα να βλέπω καθαρά μέσα μου
ό,τι γυμνό άφησε η καταιγίδα.
Το φύλλο αυτής της ιστορίας
στο πικρό νερό πλέει ακόμη άγραφη μοίρα
και σέρνεται μια ανάσα παγωμένη
φιδιού στον έντρομο ουρανό.
Άστρο κανένα. Μόνο αγγίζω ένα φως
στη νύχτα που κυλούμε νεογέννητο
για τούτο αμυδρό και λίγο,
που ο κόσμος σου ελπίζει και φοβάται.

Πηγή: Ανθολογία Περάνθη

Της βροχής-ΤΑΣΟΣ ΚΟΡΦΗΣ

Ανάλαφρη στάθηκες μες στη βροχή. Έβρεχε ακόμα
σ'έρημους δρόμους, άξενης πόλης.
Όλα κλεισμένα ή τρέχοντα. Πάνω απ' το στέγαστρο αγέρας.

Ανάλαφρη: γλάρος σε θάλασσα,στάθηκες
μες στη βροχή. Φορούσες
ένα ψιλό,κίτρινο-του κινδύνου- αδιάβροχο μόνο.
Τα χέρια σου
κρατούσαν το μουσκεμένο καπέλο,σαν τους οπτήρες που ερευνούν
για ένα σημάδι καπνού σ'αξημέρωτη νύχτα.

Ανάλαφρη,μες στη βροχή που έθαβε τα ξερά φύλλα
στάθηκες,τινάζοντας το νερό σαν το πουλί,έτοιμη
να πνιγείς ή να πετάξεις.

Πηγή: Ανθολογία Περάνθη

Νυχτερινή βροχή-ΓΙΩΡΓΗΣ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ

Βρέχει. Από την υδρορροή το νερό κατεβαίνει
ως τα θεμέλια του ύπνου. Λάσπωσε
ο χώρος του ονείρου. Προχωρώ και βουλιάζω
κι έχω ακόμη τρεις ώρες πορείας
ως την άκρη του φέγγους. Λαχανιάζω
στους έρημους βάλτους κι όλο μπαίνει η βροχή
από τις χαραμάδες του ύπνου.

Πηγή: Ανθολογία Περάνθη

«Άρχισε μια σιγανή βροχή..»- ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

                      Έπεφτε μια κίτρινη παλιά βροχή…
                       Γ. Κ.

Άρχισε μια σιγανή βροχή αργά προς το βράδυ.
Στις πολιτείες ο ουρανός φαίνεται μιαν απέραντη λασπωμένη πεδιάδα
Κι η βροχή είναι μια καλοσύνη, όσο να πεις, δε μοιάζει διόλου με το θάνατο
Μπορείς να βαδίζεις κάποτε χωρίς κανένα σκοπό ή με σκοπό —σου είναι αδιάφορο—
Μιαν εποχή μακρινή και νεκρή σα μια βίαια σκισμένη πολυτέλεια.
Εγώ συλλογίζομαι πώς και γιατί άραγε μια βροχή μπορεί να σου θυμίζει τόσα πράγματα
—Χωρίς αμφιβολία είναι τόσο ανόητο να τα στοχάζεσαι όλα αυτά μια τέτοιαν ώρα—
Συλλογίζομαι όμως στις ζεστές χειμωνιάτικες κάμαρες μιαν αλλιώτικη μυρουδιά
Ύστερα από τις 6 με τα κλειστά παραθυρόφυλλα και τ’ αναμμένο φως
Ή μια γωνιά δίπλα στο τζάμι σ’ ένα μεγάλο καφενείο με τις αδιάφορες φωνές.
Τα συλλογίζεσαι όλα αυτά με τον πιο απλούστερο τρόπο ολωσδιόλου παιδιάστικα
Μπορείς να λησμονείς το κάθε τι, τί τάχα να γυρεύεις εδώ μια τέτοιαν ώρα
Εσύ, ο διπλανός σου, όλος αυτός ο κόσμος που πορεύεται δίπλα σου μες στο σκοτάδι
Αυτή η ανήσυχη σιωπή που πληγώνει περισσότερο κι απ’ το πιο κοφτερό λεπίδι
Να λησμονείς για μιαν ελάχιστη στιγμή πως ίσως δεν τέλειωσε ούτε και απόψε για σένανε το κάθε τι
Τόσο π’ αν τρίξει κάτι αναπάντεχα είναι να σου ξυπνήσει την ακριβήν υπόθεση μιας επιστροφής
Τη χειμωνιάτικη ζεστή κάμαρα, το καφενείο με τις πολύχρωμες φωνές.

…Έτσι βρέχει λοιπόν μια κίτρινη βροχή χωρίς τέλος.
Μια κίτρινη παλιά βροχή, τη νύχτα, σα μαστίγιο.

Πηγή: Εποχές 3, 1951-Τα ποιήματα,1941-1971, Αναγνωστάκης Μανόλης

Έρημος σαν τη βροχή-ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

Διαβαίνω αγιάτρευτος μες στ’ όνειρό μου
σε δίχτυ μόνος της πρώτης σιωπής
έδειξα τα πτηνά διχάζεται ο δρόμος
η αλήθεια φαρδαίνει πάντα την ορμή.
Κι η μοίρα των άστρων
θα είναι τέφρα θα είναι μια μεγάλη πυρική
τώρα μαθαίνω το αίμα μου
δίχως τους δροσερούς υακίνθους
τώρα σε βλέπω δρόμε του καλού σαν ειδοποίηση με κρίνους
έχοντας το σακούλι τ’ αναστεναγμού
κι όλο πηγαίνω
πηγαίνω
στις πηγές

Πηγή: Η έλαφος των άστρων,1962

Τα Πάθη της Βροχής- ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

Εν μέσω λογισμών και παραλογισμών
άρχισε κι η βροχή να λιώνει τα μεσάνυχτα
μ' αυτόν τον νικημένο πάντα ήχο
σι, σι, σι.
Ήχος συρτός, συλλογιστός, συνέρημος,
ήχος κανονικός κανονικής βροχής.

Όμως ο παραλογισμός
άλλη γραφή κι άλλην ανάγνωση
μου 'μαθε για τους ήχους.
Κι όλη τη νύχτα ακούω και διαβάζω τη βροχή,
σίγμα πλάι σε γιώτα, γιώτα κοντά στο σίγμα,
κρυστάλλινα ψηφία που τσουγκρίζουν
και μουρμουρίζουν ένα εσύ, εσύ, εσύ.

Κάθε σταγόνα κι ένα εσύ,
όλη τη νύχτα
ο ίδιος παρεξηγημένος ήχος,
αξημέρωτος ήχος,
αξημέρωτη ανάγκη εσύ,
βραδύγλωσση βροχή,
σαν πρόθεση ναυαγισμένη
κάτι μακρύ να διηγηθεί
και λέει μόνο εσύ, εσύ,
νοσταλγία δισύλλαβη,
ένταση μονολεκτική,
το ένα εσύ σαν μνήμη,
το άλλο σαν μομφή
και σαν μοιρολατρία,
τόση βροχή για μια απουσία,
τόση αγρύπνια για μια λέξη,
πολύ με ζάλισε απόψε η βροχή
μ' αυτή της τη μεροληψία
όλο εσύ, εσύ, εσύ,
σαν όλα τ' άλλα να 'ναι αμελητέα
και μόνο εσύ, εσύ, εσύ.

Πηγή: Τό λίγο τοῦ κόσμου, 1971

Μια μετέωρη κυρία- ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

Βρέχει...
Μία κυρία εξέχει στη βροχή μόνη
πάνω σ’ ένα ακυβέρνητο μπαλκόνι.
Κι είναι η βροχή σαν οίκτος
κι είναι η κυρία αυτή
σαν ράγισμα στη γυάλινη βροχή.
Το βλέμμα της βαδίζει στη βροχή,
βαριές πατημασιές καημού
τον βρόχινό του δρόμο
γεμίζοντας. Κοιτάζει...
Κι όλο αλλάζει στάση,
σαν κάτι πιο μεγάλο της,
ένα ανυπέρβλητο,
να ’χει σταθεί
μπροστά σ’ εκείνο που κοιτάζει.
Γέρνει λοξά το σώμα
παίρνει την κλίση της βροχής,
χοντρή σταγόνα μοιάζει,
όμως το ανυπέρβλητο μπροστά της πάντα.
Κι είναι η βροχή σαν τύψη.
Κοιτάζει...
Ρίχνει τα χέρια έξω απ’ τα κάγκελα
τα δίνει στη βροχή
πιάνει σταγόνες
φαίνεται καθαρά η ανάγκη
για πράγματα χειροπιαστά.
Κοιτάζει...
Και, ξαφνικά,
σαν κάποιος να της έγνεψε «όχι»,
κάνει να πάει μέσα.
Πού μέσα ―
μετέωρη ως εξείχε στη βροχή
και μόνη
πάνω σ’ ένα ακυβέρνητο μπαλκόνι.

Πηγή: Ποιήματα, Ίκαρος 1998

Βροχή και άλλα κατακρημνίσματα-ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ

Βροχή. Ψιχαλιστή ποτιστική δαρτή.
Υετός. Ομηρική βροχή.
Όμβρος. Αρχαία βροχή – καταρρακτώδης.
Βροχή και άλλα κατακρημνίσματα.
Χιών. Χιόνι χιονόνερο. Νιφετός.
Χάλαζα χαλάζι χαλαζόκοκκος.
(Σιούγκραβος στα όρη Τσαμαντά).
Υδατώδη ατμοσφαιρικά κατακρημνίσματα
αναντάμ παπαντάμ.
Προσφάτως τεχνητή βροχή
εσχάτως όξινη βροχή
προσεχώς κατακλυσμός.
Κατά ζεύγη τα ζώα
κατά μόνας τα φυτά
κατά κρημνού οι άνθρωποι – αγεληδόν
Κατά μάνα κατά κύρη άλλωστε.

Τρέχουν τα δάκρυα βροχή.
Βροχή μου. Βροχούλα μουσκεμένη.

Πηγή: Άψινθος, εκδόσεις Μελάνι, 2012

Υδρία- ΑΛΕΞΗΣ ΤΡΑΪΝΟΣ

Σου έδινα συνέχεια σου έδινα
Και συ έπαιρνες συνέχεια έπαιρνες
Και δεν ήξερες πως παίρνεις
Δεν ήξερες κι ούτε ποτέ θα ξέρεις
Πώς η ψιχάλα γίνεται βροχή
Κατακλυσμός η βροχή κι ύστερα θύελλα
Και μένεις γυμνός δίπλα στο γκρεμισμένο σπίτι
Δίχως φωτιά δίχως βοήθεια
Στην τέλεια εγκατάλειψη στην πλήρη ερημιά
Όπως αδειάζει μια κάμαρα σαν αφαιρέσεις
Έναν πίνακα ή κάποιον καθρέφτη
Κάτι δικό σου τέλος πάντων
Αναπόσπαστο με τον εαυτό σου
Που σ’ όριζε να υπάρχεις δεμένος μαζί του
Και τώρα μόνο να θυμάσαι ξέρεις
Τώρα που λιγοστεύει η βροχή πάνω απ’ την πόλη
Και ξημερώνει πάλι όπως αύριο όπως χτες
Στα προπύλαια τούτης της μέρας παρατημένος
Θα σε θυμάμαι
Όπως το τελευταίο όνειρο τον τελευταίο λυγμό
Με μιαν υδρία ποιήματα κάθε πρωί

Πηγή: Μικρές μέρες, 1973

Άκουσε τη βροχή- ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ

Άκουσε τη βροχή

Τα τυλιγμένα ονόματα
Μέσα στη λησμονιά

Στα μαραμένα κρύσταλλα
Ξυπνούν χορεύτριες

Άκουσε τη βροχή

Τα παιδικά σου χρόνια
Φορτωμένα θύμηση
Λευκή και γαλάζια

Ο κρίνος της λάμπας
Το σπαθί
Και η καρδιά σου

Άκουσε τη βροχή

Μια πεταλούδα πέταξε
Απ’ το τετράδιο

Μες στο κοχύλι της
Ανάβει
Ένα φως

Η μουσική

Πηγή: Συγκεντρωτική έκδοση ,Τάκης Βαρβιτσιώτης - Ποιήματα 1941-2002, (2003)

μνήμη της βροχής- ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

μνήμη της βροχής γεύση της τέφρας
ένας πυρακτωμένος άνεμος
σηκώνει ξερά φύλλα στον ουρανό

ποιος έκαψε το πλατάνι
ως την τελευταία στάλα
ποιος στράγγισε το νερό
απ’ τα γυμνά πόδια ποιος σέρνει
μακριά το πτώμα του δασοφύλακα

μνήμη της βροχής γεύση της πέτρας
ένας πυρακτωμένος άνεμος
σηκώνει νεκρά πουλιά στον ουρανό

ποιο έκαψε τα σύννεφα
ως το τελευταίο κατάρτι
ποιος τουφέκισε τ' αστέρια
από τα ξύλινα μαλλιά ποιος σέρνει
μακριά το χλωμό πρόσωπό μας

μνήμη της βροχής γεύση της τέφρας
ένας μοναχικός διαβάτης στην πλαγιά
πέφτει, σηκώνεται
χαϊδεύει τα λερωμένα γένια
αγκαλιάζει το έρημο τοπίο με υγρά μάτια

λαμπερά, ακτινοβόλα, εκθαμβωτικά
απορρίμματα καταυγάζουν τον ουρανό

Πηγή: Το διπλό άλφα της αγάπης, 1994

Βροχή- ΤΑΣΟΣ ΠΟΡΦΥΡΗΣ

Να κι ή βροχή πού μας θυμήθηκε
Στη μοναξιά μας μια διακριτική
Βροχή χτυπάει στον τσίγκο για νάρθει
Συντροφιά στα όνειρά μας!

Βρέχει στους παλιομοδίτικους στίχους
Τούς ιαμβικούς στη γριά έμπνευση
Με προσοχή μήπως σαπίσει
Σκάλες και τοίχους

Αποκαμωμένη βροχή από θητείες
Σε φυματικά φθινοπωρινά τοπία
Ξυπόλυτη βροχή αποκλεισμένη σε
Στρατιωτικά νεκροταφεία

Καρφώνει σπόρους λουλουδιών
Στο χώμα πού `χε καρπίσει εμβατήρια
Ονόματα και χρονολογίες κι ή λησμονιά
Χιονίζει σιωπητήρια.

Πηγή: Σώμα κινδύνου,Ύψιλον,2004

Βροχή δωματίου-ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

Τέτοιο χειμώνα, τέτοιο βαρύ χειμώνα
είχε χρόνια να κάνει.
Έξω στο δρόμο κρύωνε η βροχή
και χτυπούσε το τζάμι.

Το τζάμι της άνοιξε, την έβαλε μες στο δωμάτιο,
όμως ο άνθρωπος θύμωσε, έγινε έξω φρενών,
πού ξανακούστηκε, φώναζε,
η βροχή μες στο σπίτι, η βροχή μες στο σπίτι.
Είσαι τρελό, του φώναζε, είσαι τρελό.

Μα είναι βροχή δωματίου, απάντησε το τζάμι,
δεν την ακούς τι όμορφα που ηχεί,
πάνω στο πάτωμα, στο τραπέζι, πάνω στο μέτωπό σου.

Είναι βροχή δωματίου.

Πηγή: Λεκτικά τοπία, εκδόσεις Καστανιώτη, 1983

Μαρία ή το θαύμα της βροχής- ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ

Καθώς
εγώ
τη μυγδαλιά τινάζω

πέφτουν τ’ αμύγδαλα βροχή
κι εσύ
πώς λάμπεις

μα δεν θυμώνεις
μόνο
με κοιτάζεις
και μου χαμογελάς
φεγγοβολώντας

Κι εγώ
τινάζω με
μανία το δέντρο
και Θε μου σε
φοβάμαι και
μ’ αρέσεις

κι όλο βυθίζεσαι στο φως
και μέσα
στην εκτυφλωτική σου λάμψη
σβήνεις

Κι εγώ
τινάζω κλαίγοντας
– γελώντας
και κλαίγοντας –
το δέντρο
και
ξυπνώ

και πια
δεν είναι φως
δεν είναι δέντρο

μόνο δωμάτιο γκρίζο
βουρκωμένο
και βρέχει
βρέχει
βρέχει
και δεν είσαι

κανείς δεν είναι πια
και με σκεπάζουν
άγρια θολά νερά

νερά
και χρόνια

Πηγή: Ο ληξίαρχος, 1989

Η βροχή- ΝΙΚΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ

Όπως ο άνεμος που φέρνει νερό, γέρνει το πλοίο με τα ιστία
απ’ τη μια μπάντα, και περνούν κάτω απ’ την εύδρομη τρόπιδα,
και σκαμπανεβάζουν το κύτος τα πολυκέφαλα κύματα
το ξεφύλλισμα κάποιων αναμνηστικών,
έγειρε την ύπαρξή μου ολόκληρη στη νοσταλγία.

Όπως είναι η βροχή, θέλω να προσδιορίσω,
όταν οι χοντρές στάλες χτυπούν
το ξανθό θερινό χώμα και μεταλλάσσουν την ουσία του
και σηκώνουν τη μυρωδιά.

Όπως είναι η θερινή βροχή, όταν συρτά περνά πάνω στα φύλλα
των δέντρων κι απ’ ανατρίχιασμα κυματίζει
το στρόγγυλο σχήμα τους.

Γιατί το πρόσωπό σου που ζητώ είναι όπως η βροχή η άφθονη,
και τα πράσινα μάτια σου όπως το χρώμα του καιρού, το βαρύ.
Κλεισμένος στην κάμαρη την άγευστη βροχή ακούω να χτυπά
το παράθυρο της μοναξιάς μου.
Γλυκύτατη βροχή, πλούσια σ’ όλον τον τόπο.

Πηγή: Ποιήματα, Παλαιοντολογικά, 1988

Η βροχή (1944)-ΝΙΚΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ

Πολλά πράγματα που υπάρχουν δεν τα βλέπουμε
γνωρίζουμε μονάχα όσα σχετιζόμαστε
γι’ αυτό δεν πρέπει μ’ αμφιβολίες ν’ αρνιόμαστε
τις μαρτυρίες που μας παρέδωσαν ήρωες και ποιητές.
Συλλογιέμαι τη βροχή που στάζει μέσα στην κάμαρη
προσπαθώντας ν’ αστοχήσω τις τριγύρω ξένες φωνές
διώχνοντας κάθε ωφέλιμη γνώση απ’ τα βιβλία
κάθε ομοιότητα άλλου προς το εγώ ερωτώ:
– Βροχή, ποια είσαι; πού είσαι βροχούλα μου;
Ο ίδιος μετριέται θόρυβος στο χαλκωματένιο δοχείο
Κρατιέμαι μοναχά στη μνήμη της ανθρώπινης φύσης
ουρανός σκεπασμένος με σύννεφα από εξατμίσεις
σχημάτων της γης που η σκουριά τα σκούρανε λάσπη
ερείπια στη χειμωνιάτικη στέρηση απ’ τα κλαδιά
τα πλατανόφυλλα μαζεμένα χάμω τα καίει η σήψις
απ’ την επιστροφή του αποσταγμένου νερού
αφού λιώσουν τα σάβανα, πλημμυρισμένο φυτρώνει
φτωχό μαλακό ταπεινό χορτάρι καινούριο
τα υποδήματά μου βαριά και προχωρώντας γέρνω.
Σα να ήταν πριν και τώρα δεν είναι
κοντά μου δίπλα η νύμφη βροχή.

14 Ιανουαρίου 1944

Πηγή: Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) ,1988

Ο βροχοποιός- ΜΑΡΙΑ ΚΑΡΔΑΤΟΥ

Τις νύχτες ακούγεται το ρόπτρο,
μετά ένας αέρας και η βροχή
που ποτέ δεν γεμίζει
τα μεγάλα πιθάρια.
Τις νύχτες το ίδιο όνειρο
και τη μέρα σταγόνα νερό.
Έτσι κύλησαν τα χρόνια.
Κάθε νύχτα εκείνος
ο μάγος βροχοποιός
να χτυπάει το ρόπτρο,
με τη μέρα μήτε σταγόνα.
Το σώμα της να καίγεται.

1988

Πηγή: Το αγκίστρι ,1994

Άρωμα της βροχής- ΜΑΡΙΑ ΚΑΡΔΑΤΟΥ

Φιλιά και βροχή
που χτυπάει στο τζάμι.
Έρχεται ξαφνικά
μου ψιθυρίζει λέξεις
που μόνο εμείς
καταλαβαίνουμε.
Κι έπειτα φεύγει
σαν κλέφτης
που άφησε πίσω του
άρωμα της βροχής
στο χώμα
και στα νυχτολούλουδα.

1988

Πηγή: Το αγκίστρι, 1994

Βρέχει στην αγορά - ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

Βρέχει αργά και βασανιστικά
Εκατοντάδες άνθρωποι με τα αδιάβροχά τους
Και τις φωνές τους ν’ αχνίζουν σαν κάστανα
Στην πυρωμένη φουφού του λάρυγγά τους
Γεμίζουν την πολύβουη αγορά

Αμέτρητες πολύχρωμες ομπρέλες
Αμέτρητες σκοτεινές μελαγχολίες

Πηγή: Ηλίας Κεφάλας: «Τα λιλιπούτεια / Poèmes lilliputiens

Βροχερή πορεία -ΕΛΕΝΗ ΧΩΡΕΑΝΘΗ

Μοιάζει η ζωή με βροχερή πορεία
κι ο χρόνος τρίτη και φαρμακερή.
Δεν έστερξε να βρω μιαν ευκαιρία
ν’ αδράξω. Με προφτάσανε οι καιροί.

Εξανεμίστηκαν οι μέρες σαν αφρός
κι έμεινε η καρδιά ξερό χορτάρι.
Πέταξε ο έρωτας ανάλαφρος,
Και βιάστηκε ο βοριάς να μου τον πάρει.

Έμεινα σαν στρουθί, μοναχικό,
-άστεγος ένας έρωτας εντός μου-
σαν ξεχασμένο περιστατικό,
ασήμαντο στην ερημιά του κόσμου.

Πηγή: Στα περιθώρια της λύπης, Ζαχαρόπουλος Σ.Ι.,2021

Βρέχει - 2016 -ΤΖΟΥΤΖΗ ΜΑΝΤΖΟΥΡΑΝΗ

Βρέχει...
Θα ποτίσει το κυκλάμινό σου,
Θα ριζώσει το κλαδί
που σου φύτεψα,
θα κρατήσει λίγο ακόμα
ζωντανά,
τα λουλούδια που ακούμπησα
στο άσπρο μάρμαρο...
Θα σβήσει το καντήλι σου.
Μα δεν πειράζει.
Αυτό καίει πάντα
στην καρδιά μου....

Πηγή: Τα αδέσποτα ποιήματα 

Μετά τη βροχή...-ΤΖΟΥΤΖΗ ΜΑΝΤΖΟΥΡΑΝΗ

Σκορπισμένα παντού στο βρεγμένο πλακόστρωτο
Τα άνθη της νεραντζιάς,
μύριζαν ακόμα τόσο έντονα.
Και η μυρωδιά τους ανακατωμένη με το μουσκεμένο χώμα
με πλάκωνε στο στήθος και έκανε την απουσία σου
γι’ ακόμα μια μέρα, πιο δύσκολη.
Δεν είναι που βρέχει και όλα είναι μουντά.
Είναι που στη βροχή ,
τα δάκρυα μου δεν φαίνονται πια,
δεν ξεχωρίζουν,
δεν έχουν σημασία...
Σβήνουν και χάνονται μαζί με το νερό
Και μένει μόνο η μουτζούρα της πληγής
που άφησαν πίσω, τα λόγια σου
Όταν ακόμα πονούσες τόσο,
που, το μόνο που ήθελες,
ήταν να με πονέσεις...

Πηγή: Καφές και τσιγάρα

Πρώτη βροχή-ΤΖΟΥΤΖΗ ΜΑΝΤΖΟΥΡΑΝΗ

Άλλαξα τα σεντόνια.
Αέρισα τα μαξιλάρια, άλλαξα τις μαξιλαροθήκες.
Έστρωσα φρέσκο το κρεβάτι.
Άλλαξα στο μπάνιο τις πετσέτες,
έπλυνα το μπουρνούζι σου ξανά.
Ύστερα πλύθηκα και λούστηκα,
στολίστηκα σαν νύφη
για το γάμο.
Έξω, στον κήπο, άρχισε να βρέχει.
Περίμενα μετρώντας τις σταγόνες της βροχής
πάνω στο πλακόστρωτο.
Μία, δύο, πέντε, δέκα, εκατό, χίλιες.
έχασα τον λογαριασμό.
Νύχτωσε πια.
Δεν ήρθες.
Βρέχει ακόμα.
Η πρώτη βροχή του φθινοπώρου φέτος.
Και πάνε χρόνια πολλά,
που περιμένω...

Πηγή: 29 ολονυκτίες ενός δίσεκτου Φεβρουάριου

Οι σταγόνες της βροχής - ΤΖΟΥΤΖΗ ΜΑΝΤΖΟΥΡΑΝΗ

Σταγόνες βροχής
κυλάνε στο τζάμι.
Όπως τα δάκρυα
στα μάγουλά σου.
Οι σταγόνες ενώνονται
η μια με την άλλη
σε μία μεγαλύτερη πάντα.
Τα δάκρυα,
είναι μοναχικά.
Χαράζουν δικές τους πορείες το καθένα
πάνω στα μάγουλα.
Και κάποια, κατεβαίνουν
στο λαιμό,
και φτάνουν μέχρι
την καρδιά.
Από την πλημμύρα της βροχής,
μπορείς να επιζήσεις.
Αν όμως η καρδιά
πνιγεί από τα δάκρυα,
πεθαίνεις

Πηγή: 29 ολονυκτίες ενός δίσεκτου Φεβρουάριου 

Βροχή εικόνων -ΘΩΜΑΣ ΓΚΟΡΠΑΣ

Μου φεύγουν οι λέξεις σαν πρωινά πουλιά ξαναγυρίζουν το βράδυ
Κατεβαίνουν την πλαγία αρνιά το βέλασμά τους γίνεται χάδι για
Την καρδιά. Πουλιόνται φτερά στην αγορά μα εγώ μαραζώνω δεν
Έχω λεφτά ούτε για τα τσιγάρα μου που λέμε ούτε ψεύτικα κατοχικά
Που τα έδιναν τότε στα παιδιά να παίζουν για να μην κλαίνε.
Παλιώνουν οι φίλοι παλιώνουν οι καημοί της μάνας μου τα μαγαζιά
Όλα παλιώνουν σ’ αυτόν τον ψεύτη ντουνιά εξόν απ’ τα τραγούδια και
Μερικές γυναίκες γυμνές μέσα τους.
Πέταλα καρδιές πουλιών ούζα και πρώτα φώτα με το σούρουπο τα τελευταία
Λόγια στην αγάπη το μαχαίρι τα γεια χαρά και ή μαχαιριά.
Ένα χαμάλης κάνει το τελευταίο του θέλημα εσύ χτυπάς το στήθος σου και εγώ
Καπνίζω...

Πηγή: Τα ποιήματα (1957-1983),Ποταμός

Η βροχή-ΧΑΡΗΣ ΜΕΛΙΤΑΣ

Χιλιάδες χρόνια
πέφτω απ’ τα σύννεφα.
Ίδιος ο κόσμος.

Πηγή: Ποτάμι κόκκινο,Μανδραγόρας ,2013

Ανοιξιάτικες βροχές-ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ

Μες στη βροχή το Βερολίνο τα ξημερώματα.
Μες στη βροχή κελαηδούν τα πουλιά στο παράθυρο
Μες στη βροχή έρχονται τα μηνύματα,
Μες στη βροχή περνούν τα τραίνα,
Μες στη βροχή πετούν τ'αεροπλάνα,
Θα βγω μες απ' τη βροχή,
Θα σ'ανταμώσω στη Μόσχα.

Βρέχει στον κόσμο ανοιξιάτικα.
Βγαίνω μες απ'τη βροχή,
θ'ανταμώνω στη Μόσχα,
βρεμένα τα μαλλιά σου και το αδιάβροχο απ'τη βροχή.
Μες απ'τη βροχή προβάλλει ο ήλιος,
οι δρόμοι,τα σπίτια,τα δέντρα μαβιά,
ο χωρισμός από πίσω πολύ μακριά
έσβησε το χωρισμό η ανοιξιάτικη βροχή.
Είμαι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου!
Είν' άλλος από μένα πιο ευτυχισμένος;
Οι δρόμοι,τα σπίτια, τα δέντρα μαβιά,
οι καθρέφτες που'μειναν στο δρόμο μετά τη βροχή.
Στους χρυσούς καθρέφτες η πολιτεία της Μόσχας.
Μόσχα το σπίτι μου,Μόσχα η κάμαρά μου.
Μόσχα στα 19 μου χρόνια, Μόσχα στα εξήντα μου,
Μόσχα δάσκαλέ μου,σύντροφέ μου,
Εσένα μου χάρισε η Μόσχα.
Θα βρέξει πάλι την άνοιξη.
Μες απ'τη βροχή θα κελαηδήσουν τα πουλιά.
Βλαστάρια,παιδιά,ελπίδες,όλα τ' αγαθά,
μες στην ανοιξιάτικη βροχή θ'αναστηθούνε.

1963

Μετάφραση: Έρμος Αργαίος
Πηγή: Ανθολογία τούρκικης προοδευτικής ποίησης,Αλφειός,Αθήνα,1981

Μοναξιά -ΡΑΪΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚΕ

Η μοναξιά, είναι σαν μια βροχή.
Από τη θάλασσα στη βραδινή μουντάδα ανεβαίνει
ή από κάμπους που΄ ναι μακρινοί και απομονωμένοι
και πάει στους ουρανούς, που στέκουν πάντα μοναχοί –
κι ύστερα από εκεί, στην πόλη πέφτει σαν βροχή.

Στις νόθες ώρες της νυχτιάς πάνω της βρέχει,
όταν τα σκοτεινά στενά τη μέρα λαχταρούν
κι όταν τα σώματα βουβά χωρίς κάτι να βρουν,
πιο μοναχά από πριν χωρίζουν μεταξύ τους πικραμένα,
ή όταν ζευγάρια που μισούνται υποχωρούν,
γιατί σ΄ένα κρεβάτι να περάσουν τη νυχτιά είναι υποχρεωμένα:

ποτάμια τρέχει τότε η μοναξιά, πλημμυρισμένα.

μετάφραση: Άρης Δικταίος
Πηγή: Ποιήματα Ράινερ Μαρία Ρίλκε, εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος

Το τραγούδι της βροχής-ΖΑΝ ΡΙΣΠΕΝ

Η βροχούλα. η πρασινόθωρη βροχή
στα νεκρά ξερά τα φύλλα παίζει απάνου
το γοργό σκοπό χαρμόσυνου τυμπάνου.

Η βροχή , σμίγει τα χείλια τα δροσάτα
με τα χείλια του φρυγμένου χωραφιού.
Για να σκάσει η χρυσή φλούδα του σταριού.

Η βροχούλα, με τα πόδια της τα μπλάβα
γύρους φέρνει και χορεύει, κι όλο απλώνει
μαύρες στάλες...μαύρες στάλες μες στη σκόνη.

Μετάφραση: Νικόλαος Πετιμεζάς-Λαύρας
Πηγή: Νέα παγκόσμια ποιητική ανθολογία Ρίτας Μπούμη-Νίκου Παππά,Διόσκουροι

Βρέχει,αρχινά να βρέχει...-ΣΑΝΤΟΡ ΠΕΤΑΪΦΙ

Βρέχει,αρχινά να βρέχει...
Στάζει ψιλή βροχή.
Τα χείλια σου δροσίζει
Κι άχνη και την ψυχή.
Μα μι' αστραπή ξεσπάει
Ξάφνου νεροποντή.
Σχίζει τα μάτια σου όπως
Μια καταχνιά μουντή.
Οι κεραυνοί βροντούνε
Πίσω μας δυνατοί.
Η αγάπη περιστέρα
Που τρέχει να κρυφτεί...

Μετάφραση: Κώστας Ασημακόπουλος
Πηγή: Νέα παγκόσμια ποιητική ανθολογία Ρίτας Μπούμη-Νίκου Παππά,Διόσκουροι

Μπαρμπαρά -ΖΑΚ ΠΡΕΒΕΡ

Θυμήσου Μπαρμπαρά
Έβρεχε χωρίς σταματημό στη Βρέστη εκείνη την ημέρα
Και περπατούσες χαμογελαστή
Χαρούμενη ευτυχισμένη μουσκεμένη
Μέσα στη βροχή
Θυμήσου Μπαρμπαρά
Έβρεχε χωρίς σταματημό στη Βρέστη
Και σε συνάντησα στην οδό Σιάμ
Χαμογελούσες
Κι εγώ χαμογελούσα

Θυμήσου Μπαρμπαρά
Εσένα που δεν σε ήξερα
Εσύ που δεν με ήξερες
Θυμήσου
Θυμήσου εκείνη την ημέρα
Μην ξεχνάς
Ένας άντρας προφυλαγόταν κάτω από ένα πρόθυρο
Και φώναξε το όνομά σου
Μπαρμπαρά
Κι έτρεξες προς το μέρος του μέσα στη βροχή
Μουσκεμένη ευτυχισμένη χαρούμενη
Και ρίχτηκες στην αγκαλιά του
Θυμήσου το Μπαρμπαρά
Και μη μου θυμώνεις αν σου μιλάω στον ενικό
Μιλάω στον ενικό σε όλους όσους αγαπώ
Ακόμα κι αν δεν τους έχω δει παρά μια μόνη φορά
Μιλάω στον ενικό σε όλους όσους αγαπιούνται
Ακόμα κι αν δεν τους ξέρω

Θυμήσου Μπαρμπαρά
Μην ξεχνάς
Αυτήν την ήρεμη κι ευτυχισμένη βροχή
Πάνω στο ευτυχισμένο πρόσωπό σου
Πάνω σ’ αυτήν την ευτυχισμένη πόλη
Αυτήν τη βροχή πάνω στη θάλασσα
Πάνω απ’ τον ναύσταθμο
Πάνω απ’ το πλοίο τ’ Ουεσάν
Ω Μπαρμπαρά
Τι σαχλαμάρα ο πόλεμος
Τι απέγινες τώρα
Μέσα σ’ αυτή τη βροχή σίδερου
Φωτιάς ατσαλιού και αίματος
Κι αυτός που σ’ έσφιγγε στην αγκαλιά του
Ερωτευμένα
Μήπως είναι νεκρός εξαφανισμένος ή ακόμα ακόμα ζωντανός
Ω Μπαρμπαρά
Βρέχει χωρίς σταματημό στη Βρέστη
Όπως έβρεχε πριν
Αλλά δεν είναι το ίδιο κι όλα καταστράφηκαν
Είναι μια πένθιμη βροχή τρομερή και λυπητερή
Δεν είναι πια η καταιγίδα
Φωτιάς ατσαλιού αίματος
Απλών νεφελωμάτων
Που ψοφάνε σαν τα σκυλιά
Σκυλιά που εξαφανίζονται
Στα νερά της Βρέστης
Και πάνε να σαπίσουν μακριά
Μακριά πολύ μακριά απ' τη Βρέστη
Που απ’ αυτήν δεν μένει πια τίποτα.

Πηγή: https://stixoi.info/

Βροχή -ΤΣΑΡΛΣ ΜΠΟΥΚΟΦΣΚΙ

Μια συμφωνική ορχήστρα.
Παίζουν μιαν εισαγωγή του Βάγκνερ.
Πιάνει βροχή.
Ο κόσμος παρατά τα καθίσματα κάτω απ’ τα δέντρα
και τρέχει στο υπόστεγο.
Οι γυναίκες τσιρίζουν, οι άντρες κρατούν την ψυχραιμία τους,
τα μουσκεμένα τσιγάρα πετιούνται.
Ο Βάγκνερ συνεχίζεται κι όλοι είναι κάτω απ’ το υπόστεγο.
Ακόμη και τα πουλιά αφήνουν τα δέντρα
κι έρχονται από κάτω.
Ακολουθεί η Ουγγρική Ραψωδία Νο 2 του Λιστ
και βρέχει ακόμη.
Μα, κοιτάξτε!
Ένας άντρας κάθεται μονάχος στη βροχή
ακούγοντας προσεκτικά.
Το κοινό τον προσέχει. Γυρίζουν και κοιτάνε.
Η ορχήστρα κοιτάζει τη δουλειά της.
Ο άντρας κάθεται μέσα στη νύχτα, στη βροχή,
ακούγοντας προσεκτικά.
Κάτι δεν πάει καλά μ’ αυτόν!(σχολιάζουν)
Κάθεται μέσα στη βροχή
Εκείνος ξέρει..
Ήρθε για ν’ ακούσει μουσική.
Έτσι δεν είναι;

Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας
Πηγή: Η αγάπη είναι ένας σκύλος απ'την κόλαση,Ποίηση 1960-1980,Απόπειρα,1986

Ανοιξιάτικη βροχή- TU FU

Η καλή βροχούλα ξέρει την ώρα της.
Έρχεται με την άνοιξη κάθε χρόνο.
Ο άνεμος την οδηγεί κρυφά μες στη νύχτα.
Όλα θα τη γευθούν σιωπηλά κι αθόρυβα.
Τα μονοπάτια χαθήκανε, τα σύννεφα μαυρίζουν,
και μοναχά στο βάθος πέρα στον ποταμό
τρεμοπαίζει το φανάρι μιας ψαρόβαρκας.
Την αυγή θα 'ν' η γης μουσκεμένη και κόκκινη.
Στην όχθη τα λουλούδια βιάζονταν ν'ανθίσουν.

Μετάφραση: Αμαλία Τσακνιά
Πηγή: Κινέζικη ποίηση,Πλέθρον,1982

Βροχή- MO CH'I- YUNG (11ος -12ος αιώνας μ.Χ)

Η βροχή πέφτει και πέφτει
το ρολόι χτυπά,ξαναχτυπά.
Έξω στον κήπο η μπανανιά,μπροστά στο τζάμι το κερί ΄
τέτοιες στιγμές ξεντύνονται και λύνονται οι καημοί σου.

Όνειρα αιωρούμενα δίχως σχήμα.
Θλίψη που τίποτα δεν τη γλυκαίνει.
Τι κι να δε θες ν'ακούσεις, τι κι αν τ'αρνηθείς,
θα βρέχει ως τα χαράματα στην αδειανή αυλή σου.

Μετάφραση: Αμαλία Τσακνιά
Πηγή: Κινέζικη ποίηση,Πλέθρον,1982

Η αδελφή μου η βροχή-ΤΣΑΡΛΣ ΒΑΝ ΛΕΡΜΠΕΡΓΚΕ (1861-1907)

Η αδελφή μου η Βροχή
η όμορφη και χλιαρή βροχή του θέρους,
σιγοπετά, σιγοφεύγει
μέσ'απ'τους μουσκεμένους αγέρες.

Ολόκληρο το περιδέραιό της
από λευκά μαργαριτάρια
λύθηκε μέσα στον γαλάζιο
ουρανό. Τραγουδήσετε,κοτσύφια,
χορέψετε, κίσσες!
Μες στα κλαριά,που τα πτυχώνει,
χορέψετε,άνθη, τραγουδήστε,
φωλιές: ό,τι απ'τον ουρανό έρχεται είναι
ευλογημένο.

Στο στόμα μου τα υγρά της,σάμπως
φράουλες του δάσους, χείλη
πλησιάζει΄ γελά και μ'αγγίζει,
ταυτόχρονα παντού
με τις χιλιάδες τα μικρά δάχτυλά της.

Πάνω σε τάπητες από ηχηρά άνθη,
απ'την αυγή ως το βράδυ,
κι από το βράδυ ως την αυγή,
βρέχει και βρέχει ακόμη,
όσο μπορεί να βρέξει.

Ύστερα,έρχεται ο ήλιος
και με τα χρυσά μαλλιά του
τα πόδια της Βροχής
σκουπίζει.

Πηγή: Ανθολογία βελγικής ποιήσεως,Άρη Δικταίου, ΙΙ. Οι Γαλλόφωνοι,Εκδόσεις Γ.Φέξη,1969

Η βροχή-ΕΝΤΜΟΝΤ ΒΑΝΤΕΡΚΑΜΕΝ

Την περιμέναμε, τη μέρα,πάνω στο κουρασμένο θαύμα,
στη σάρκα και στη φωνή πάνω,στους ιδρώτες μας όλους,
πάνω στην ζώσα έρημο,όπου τα ίχνη μας πεθαίναν
και πάνω στον ερωτευμένο με τα οκνά βάθη χρόνο.

Την περιμέναμε για τη μουρμουρίζουσα τρυφερότητά της,
θαμμένη στο κοίλωμα της σιωπής της μουσκεμένης,
την περιμέναμε για την υπόσταση που μας βασανίζει
με τη μαθημένη στην άκρη των καλοκαιριών μας δίψα.

Την περιμέναμε, τη νύχτα,πάνω στους τυλιγμένους θρήνους
του ονείρου,και στ'αλύγιστα κουρέλια του ύπνου πάνω΄
την περιμέναμε στη μισοτελειωμένη προσευχήν απάνω
και στο φλογερό βάραθρο, όπου ξανάπεφτε το κάλεσμά μας.

Την περιμέναμε στην ανάσα μας πάνω την υποταγμένη
αντί της συνήθειας κι αντί της τελευταίας ελπίδας΄
την περιμέναμε πάνω στην αγωνία μας και στη ζωή μας πάνω,
σαν θλιμμένος καθρέφτης μες στις ανταύγειες της σβησμένη.

Τώρα, κυλά ο ύμνος αυτός, όμοιος επιτέλους με τις άρπες
της ευφροσύνης. Μια διαμονή μεγάλη κάνει μέσα
στο αίμα μας και κάθε φθόγγος η αμετάβλητη είναι
ηχώ τ'ουρανού στις αναβολές των ερώτων μας επάνω.

Πηγή: Ανθολογία βελγικής ποιήσεως,Άρη Δικταίου, ΙΙ. Οι Γαλλόφωνοι,Εκδόσεις Γ.Φέξη,1969

Νύχτα με βροχή-ΧΟΥΑΝ ΡΑΜΟΝ ΧΙΜΕΝΕΘ (1881-1958)

Δίπλα μου στέκεσαι καθώς το ρόδο που ανασταίνεις.
Τώρα μια μνήμη επαγρυπνεί γεμάτη από σιωπή.
Πιότερο κι απ'τον έρωτα η ματιά σου με πεθαίνει
Τη νύχτα αυτή που τίποτα δεν έχει να μου πει.

Το ξέρω. Με τον άνεμο η ζωή σου ωραία ανασαίνει
Εύρωστο κλίμα οι φλέβες σου κι ώριμοι πια καρποί.
Κι ωστόσο τούτη η αστείρευτη βροχή που όλο πληθαίνει
Μας συγκρατεί επικίνδυνα κάτω από μια σιωπή.

Εξαίσια κι άφθαρτη πηγή,πανάρχαιο συντριβάνι,
Μες στο καμπύλο σου νερό μια μέρα θα χαθώ
Έτσι καθώς η απρόσωπη φύση μου θα βλαστάνει.

Σα δέντρο μες στη συντριβή του ολόγυμνου κορμιού σου,
Τώρα με μάτια ακοίμητα έρποντας προσπαθώ
Σαν κάτι μάταιο να χαθώ στα βάθη του εαυτού σου.

Μετάφραση: Γιάννης Β.Ιωαννίδης
Πηγή: Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Μαρία Λαϊνά, Ελληνικά γράμματα,2007

Τέλος της καταχνιάς- ΤΕΟ ΛΕΖΕ

Μακριά πάνω απ' τις ιριδίζουσες από την καταιγίδα στέγες
όπου μεταφερθήκανε οι τελευταίες πατρίδες της φωτιάς

θαύμα! μέσα στον βαθύ σάπφειρο
τα δέντρα κουδουνίζουν μνήμες της βροχής
οι καρποί καλλωπίζονται από νυχτερινές λάμψεις.

Οι εραστές γύρισαν κάτω απ'των περιβολιών τη νύχτα
το νερό αντανακλά το ασημένιο τους πρόσωπο
την σιωπή του πρώτου άστρου.

Κι ο ουρανός είναι πάνω τους πολύ αρχαίος
η γη 'ναι γέρικη και μαύρη. Οι κόσμοι
λάμπουν με τις προσωπικές φωτιές τους.

Κ'οι φρόνιμοι περαστικοί του βραδιού έχουνε χαθεί.

Πηγή: Ανθολογία βελγικής ποιήσεως,Άρη Δικταίου, ΙΙ. Οι Γαλλόφωνοι,Εκδόσεις Γ.Φέξη,1969

Νομίζω πως βρέχει- ΟΥΟΛΕ ΣΟΓΙΝΚΑ

Νομίζω βρέχει
Πως γλώσσες θα λυθούν από τους καψαλισμένους
Ξεκολλημένους ουρανίσκους,κρεμασμένες
Βαριές από γνώση.

Το είδα να σηκώνεται
Τ'απρόσμενο σύννεφο,από στάχτες. Με τρόπο
Ενώθηκαν σ'ένα σκούρο δαχτυλίδι μέσα
Το πνεύμα που κυκλογυρίζει.

Ω πρέπει να βρέξει
Αυτές οι περατωμένες συζητήσεις στο μυαλό,μας δένουν
Μ'αλλόκοτες απελπισίες,διδάσκοντας
Την αγνότητα της μελαγχολίας

Και πως χτυπά
Μπλεγμένες διαφάνειες στα φτερά
Των πόθων μας, μαραίνοντας σκοτεινές λαχτάρες
Σε σκληρά βαπτίσματα.

Βραχοκαλάμια,εξασκημένα
Στη χάρη του δοσίματος, ακόμη δε λυγίσαν
Από μακριά,εκείνο,η ένωσή σου με το χώμα μου
Γυμνώνει βράχους που σκύβουν.

Μετάφραση: Αλέξη Τραϊανού
Πηγή: Παγκόσμια ποιητική ανθολογία "Ταξίδι στην ποίηση",Ναυτίλος

Η βροχή-ΖΜΠΙΓΝΙΕΒ ΧΕΡΜΠΕΡΤ 

Όταν ο μεγάλος μου αδελφός
γύρισε απ'τον πόλεμο
είχε στο μέτωπό του ένα μικρό ασημένιο αστέρι
και κάτω απ'το αστέρι
μιαν άβυσσο
ένα θραύσμα οβίδας
τον χτύπησε στο Βερντέν
μπορεί και στο Γκρήνβαλντ
(είχε ξεχάσει τις λεπτομέρειες)
μιλούσε πολύ
σε πολλές γλώσσες
μα πάνω απ'όλα του άρεσε
η γλώσσα της ιστορίας
όσο βαστούσε η ανάσα του
διάταζε τους νεκρούς συντρόφους του να τρέξουν
Ρόλαντ Κοβάλσκι Αννίβα
φώναζε
πως αυτή ήταν η τελευταία σταυροφορία
πως η Καρχηδόνα σε λίγο θα πέσει
κι ύστερα με λυγμούς εξομολογιόταν
πως ο Ναπολέων δεν τον συμπαθούσε
εμείς τον κοιτούσαμε
που χλώμιαζε όλο και χλώμιασε
οι αισθήσεις του τον εγκατάλειπαν
σε μουσικά όστρακα αφτιών
έμπαινε ένα πέτρινο δάσος
και το δέρμα του προσώπου του
στερεωνότανε
με τυφλά στεγνά
κουμπιά ματιών
τίποτα δεν του έμενε
παρά η αφή
τι ιστορίες
διηγόταν με τα χέρια του
στο δεξί είχε ρομάντζα
στ'αριστερό μνήμες απ'το στρατό
τον πήραν τον αδερφό μου
και τον έφεραν έξω απ'την πόλη
κάθε φθινόπωρο επιστρέφει
αδύνατος και πολύ ήσυχος
δε θέλει να μπει μέσα
μου χτυπάει το παράθυρο

περπατάμε μαζί στους δρόμους
και μου διηγείται
απίθανες ιστορίες
αγγίζοντας το πρόσωπό μου
με τυφλά δάχτυλα βροχής

Μετάφραση: Ηλίας Κυζηράκος
Πηγή: Νέα παγκόσμια ποιητική ανθολογία Ρίτας Μπούμη-Νίκου Παππά,Διόσκουροι

Η βροχή τη νύχτα-ΜΙΡΟΣΛΑΒ ΧΟΛΟΥΜΠ 

Με ποντικίσια δόντια
η βροχή ροκανίζει τις πέτρες.
Τα δέντρα παρατάσσονται στην πόλη
σαν προφήτες.

Ίσως να'ναι ο λυγμός
των τερατόμορφων αγγέλων του σκότους,
ίσως το πνιγμένο γέλιο
των λουλουδιών κάτω στον κήπο,
που προσπαθεί να θεραπεύσει τη φθίση
με το θρόισμα.

Ίσως το ρουθούνισμα
της ιερής ξηρασίας
κάτω απ'όλα τα καλύμματα.

Ανείπωτη ώρα,
όταν η φωνή των μεγαφώνων σπάζει
και τα ποιήματα
γίνονται όχι από λέξεις
μα από σταγόνες.

Μετάφραση: Ηλίας Κυζηράκος
Πηγή: Νέα παγκόσμια ποιητική ανθολογία Ρίτας Μπούμη-Νίκου Παππά,Διόσκουροι

Σκοτεινός Αύγουστος -ΝΤΕΡΕΚ ΓΟΥΟΛΚΟΤ

Τόση πολλή βροχή, τόση πολλή ζωή
όπως ο φουσκωμένος ουρανός
αυτού του μαύρου Αυγούστου.

Η αδερφή μου, ο ήλιος,
κλωσά μέσα στο κίτρινο δωμάτιό της
και δεν λέει να βγει έξω.

Όλα πηγαίνουν κατά διαόλου:
τα βουνά φουμάρουν σαν βραστήρες
τα ποτάμια ξεχειλίζουν:
όμως εκείνη δεν θα σηκωθεί
να σταματήσει τη βροχή.

Είναι στο δωμάτιό της και χαϊδεύει
παλιά πράγματα,
τα ποιήματά μου,
ξεφυλλίζοντας τo άλμπουμ της.

Aκόμα κι αν κεραυνός πέφτει
σαν μια συντριβή πιάτων από τον ουρανό,
αυτή δεν βγαίνει έξω.

Δεν ξέρεις πως σ' αγαπώ,
αλλά δεν έχω καμιά ελπίδα να ορίσω τη βροχή;
Ωστόσο, μαθαίνω αργά να αγαπώ τις σκοτεινές μέρες,
τους λόφους που αχνίζουν
τον αέρα με τα κουνούπια που κουτσομπολεύουν
και να αργοπίνω το φάρμακο της πικρίας,
έτσι ώστε όταν αναδυθείς, αδερφή μου,
χωρίζοντας τις σταγόνες της βροχής,
με το μέτωπό σου των λουλουδιών και τα μάτια της συγνώμης,
τίποτα δεν θα είναι όπως ήταν,
αλλά θα είναι αληθινό

(βλέπεις, δεν θα με αφήνουν να αγαπώ όπως θέλω)

γιατί, αδερφή μου,
τότε
θα έχω μάθει να αγαπώ τις μαύρες μέρες όπως τις φωτεινές.

Τη μαύρη βροχή, τους λευκούς λόφους,
ενώ κάποτε
αγαπούσα μόνο την ευτυχία μου και σένα.

Μετάφραση: Ασημίνα Ξηρογιάννη
Πηγή: https://www.vakxikon.gr


Η βροχή- ΡΟΜΠΕΡ ΚΡΙΛΙ

Όλη νύχτα ο ήχος είχε
έρθει πίσω ξανά,
και ξανά πέφτει
αυτή η ήσυχη, αδιάκοπη βροχή.

Τι είμαι για μένα
που πρέπει να θυμάται κανείς
να επιμένει σ’ αυτό
τόσο συχνά; Είναι

που ποτέ η άνεση
ακόμη και η τραχύτητα
της βροχής πέφτοντας
δεν θα ‘χουν για μένα

κάτι άλλο απ’ αυτό,
κάτι όχι τόσο επίμονο•
είμαι για πάντα λοιπόν κλειδωμένος σ’ αυτή
την οριστική αμηχανία.

Αγάπη, αν μ’ αγαπάς
ξάπλωσε δίπλα μου.
Γίνε για μένα, σαν τη βροχή
η έξοδος

από την κούραση, την ανοησία, τη μισο-
λαγνεία της σκόπιμης αδιαφορίας.
Να ‘σαι υγρή

με μια αξιοπρεπή ευτυχία.

Μετάφραση: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ
Πηγή: Σύγχρονοι Αμερικάνοι ποιητές, Ύψιλον/ βιβλία

Οι γάτες θα το ξέρουν -ΤΣΕΖΑΡΕ ΠΑΒΕΖΕ

Ακόμα θα πέφτει η βροχή
Στα γλυκά σου λιθόστρωτα
Μια σιγανή βροχή
Σαν φύσημα ή σαν βηματισμός.
Ακόμα η αύρα κι η αυγή
Θ’ ανθίζουν απαλά
Σαν κάτω από το βήμα σου
Όταν εσύ θα επιστρέφεις.
Ανάμεσα στα λουλούδια και τα παράθυρα
Οι γάτες θα το ξέρουν.

Θα υπάρξουν άλλες μέρες
Θα υπάρξουν άλλες φωνές.
Θα χαμογελάς μονάχη σου.
Οι γάτες θα το ξέρουν.
Θ’ ακούς λέξεις παλιές
Λέξεις κουρασμένες και άδειες
Όπως τα παρατημένα ρούχα
Της χθεσινής γιορτής.

Θα κάνεις κι εσύ χειρονομίες
Θα απαντάς με λέξεις-
Πρόσωπο της άνοιξης
Θα κάνεις κι εσύ χειρονομίες.

Οι γάτες θα το ξέρουν
Πρόσωπο της άνοιξης
Κι η σιγανή βροχή
Η αυγή με χρώματα υακίνθων
Που την καρδιά ξεσχίζουν
Εκείνου που δεν ελπίζει πια σε σένα
Είναι το λυπημένο χαμόγελο
Που χαμογελάς μονάχη σου.
Θα υπάρξουν άλλες μέρες
Άλλες φωνές και ξυπνήματα.
Θα υποφέρουμε την αυγή
Πρόσωπο της άνοιξης.

(1950)

Μετάφραση: Γιάννης Παππάς
Πηγή: Θα ‘ρθει ο θάνατος και θα ’χει τα μάτια σου,Εκδόσεις Printa / Ποίηση για πάντα, Α΄ έκδοση, 2004

Το δέντρο κι ο ουρανός- ΤΟΥΜΑΣ ΤΡΑΝΣΤΡΕΜΕΡ

Ένα δέντρο περιφέρεται στη βροχή,
μας προσπερνά βιαστικά μέσα στη γκρίζα νεροποντή.
Έχει κάτι να διεκπεραιώσει. Φέρνει ζωή από τη βροχή
όπως το κοτσύφι στο περβόλι.
Όταν κοπάζει η βροχή το δέντρο σταματά.
Αχνοφαίνεται ευθυτενές, γαλήνιο στις ξάστερες νύχτες
περιμένοντας όπως κι εμείς τη στιγμή
που οι νιφάδες ανθίζουν στο διάστημα.

μετάφραση: Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη
Πηγή: «Ο ημιτελής ουρανός», 1962 

Θα παντρευτούμε χειμώνα-ΤΖΙΟΚΟΝΤΑ ΜΠΕΛΙ

Τώρα θα παντρευτούμε που βρέχει κατακλυσμιαία.
Εσύ κι εγώ και η γη, μαζί θα γιορτάσουμε
το χλωρό των κορμιών,
το φύλο των ανθών,
τη γύρη του γέλιου
κι όλα τ’ άστρα τ’ ουρανού
που μπερδεμένα καταφτάνουν
στη στάλα μέσα της βροχής.
Χειμώνες θα σπείρουμε στην αγάπη
για να τη δούμε να βλασταίνει
στο ρυθμό των φυτών.
Τα σύννεφα θα σμίξουμε,
να γεννηθεί ο κεραυνός,
και η γης με το νερό ένα να γίνουν.
Θα παντρευτούμε με ουρανό συννεφιαστό,
ενώ βροντούνε οι οροφές
σαν πολυβόλα
και των βατράχων το τραγούδι
από τον κήπο αντηχεί
μαζί μ’ ακολουθία ιπτάμενων μυρμηγκιών.
Χωρίς σκιές, αγάπη μου, θα παντρευτούμε,
με το κεφάλι ακάλυπτο
σε μιαν αυλή υγρή
που γη μυρίζει,
δίχως άλλη δίψα
παρά την εδική γι’ αλλήλους,
με βρεγμένα ρούχα,
ενώνοντας των δυο τις υποχρεώσεις,
για να ’ρθεί η καταιγίδα
που όλα θα τα πλύνει,
σαν τη βροχή, αγάπη μου, καθώς θα παντρευτούμε.

μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη 
Πηγή: http://elenastagkouraki.blogspot.com

Ξεχασμένοι σκοποί-ΠΟΛ ΒΕΡΛΕΝ

Μου κλαίει ψιχάλα στην καρδιά
καθώς στην πόλη σιγοβρέχει.
Τι να’ ναι τούτη η ανημποριά
που μου ναρκώνει την καρδιά;
Γλυκό τραγούδι της βροχής
στις στέγες πάνω και στο χώμα.
Στη στεναχώρια μιας ψυχής
ω εσύ τραγούδι της βροχής!
Κάτι θρηνεί χωρίς αιτία
στην καρδιά τούτη που λιγώνει.
Πως έτσι; Καμιά προδοσία;
Η θλίψη αυτή δεν έχει αιτία.
Και είν’ ο μεγάλος πόνος ίσως
το να μην ξέρω γιατί μόνος,
χωρίς αγάπη, δίχως μίσος,
μέσα μου υπάρχει τόσος πόνος.
~
Μετάφραση: Αλέξανδρος Μπάρας
πηγή: https://www.greekstixoi.gr/

Θα έχει μια θερμή βροχή-ΣΑΡΑ ΤΙΣΝΤΕΪΛ  

Θα έχει μια θερμή ψιχάλα και μια ευάρεστη οσμή η γη,
Θα τερετίζουν χελιδόνια απ’ την αυγή ως την αυγή,
Θα έχει του δρυοκολάπτη τους έρρυθμους χτύπους,
Και των δαμασκηνιών τους αφρόλευκους κήπους.
Φλογόστηθη σφαίρα πάνω στον φράχτη θα καθίσει,
Και του κοκκινολαίμη η τρίλια εύηχο σκίτσο θα κεντήσει.
Δεν πρόκειται αυτόν τον πόλεμο κανείς να θυμηθεί,
Αφού δεν έμεινε κανένας να πενθεί.
Δεν πρόσεξαν χλωρίδα και πανίδα την διαφορά μικρή,
Ότι έγινε σκόνη η ανθρώπινη φυλή,
Ενώ η άνοιξη θα ‘ρθει πολύ νωρίς,
Χωρίς ν’ αντιληφθεί πως δεν υπάρχουμε εμείς.

Μετάφραση: Γιώργος Σοϊλεμεζίδης
Πηγή:http://pegas1.eu/

Έρευνα-Επιμέλεια αφιερώματος: Αγγελική Καραπάνου

 

Η  αναδημοσίευση του περιεχομένου του παρόντος διαδικτυακού ιστότοπου ΕΝΝΕΠΕ ΜΟΥΣΑ επιτρέπεται ΜΟΝΟ με την παράθεση πηγής και ενεργού συνδέσμου (link).

Έννεπε Μούσα

Έννεπε Μούσα!
Για τους εραστές της ποίησης και της στιχουργικής!
Για προβολή γνωστών κι άγνωστων δημιουργών!
Για επικοινωνία μέσα από έργα αγαπημένα!
Έννεπε Μούσα!
Με όχημα την πένα, το ταξίδι, τ’ όνειρο!!!

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ

Η  αναδημοσίευση του περιεχομένου του παρόντος διαδικτυακού ιστότοπου ΕΝΝΕΠΕ ΜΟΥΣΑ επιτρέπεται ΜΟΝΟ με την παράθεση πηγής και ενεργού συνδέσμου (link).

  

Τα Cookies βελτιώνουν την απόδοση της σελίδας μας. Δεν αποθηκεύουμε προσωπικές σας πληροφορίες. Μας επιτρέπετε να τα χρησιμοποιούμε;