Η αυτοχειρία στην ποίηση (ποιήματα)

Η αυτοχειρία στην ποίηση (ποιήματα)

10 Σεπτεμβρίου. Παγκόσμια ημέρα κατά της αυτοκτονίας. Αυτοχειρία, ηθελημένος , εκούσιος θάνατος. Ένα θέμα που απασχόλησε πολλούς ποιητές. Θα γνωρίσουμε  μερικά  από  τα  πιο  όμορφα  ποιήματα  που  γράφτηκαν  για  το  θλιβερό  μονοπάτι  που  διάλεξαν  κάποιες  απελπισμένες  ψυχές! Τον επίλογο τον γράφει πολύ ωραία ένας στίχος της Ντόροθι Πάρκερ. Καλύτερα να ζήσεις!

Ιδανικοί αυτόχειρες- ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

Γυρίζουν το κλειδί στην πόρτα, παίρνουν
τα παλιά, φυλαγμένα γράμματά τους,
διαβάζουν ήσυχα, κι έπειτα σέρνουν
για τελευταία φορά τα βήματά τους.

Ήταν η ζωή τους, λένε, τραγωδία.
Θεέ μου, το φρικτό γέλιο των ανθρώπων,
τα δάκρυα, ο ιδρώς, η νοσταλγία
των ουρανών, η ερημία των τόπων.

Στέκονται στο παράθυρο, κοιτάνε
τα δέντρα, τα παιδιά, πέρα τη φύση,
τους μαρμαράδες που σφυροκοπάνε,
τον ήλιο που για πάντα θέλει δύσει.

Όλα τελείωσαν. Το σημείωμα να το,
σύντομο, απλό, βαθύ, καθώς ταιριάζει,
αδιαφορία, συγχώρηση γεμάτο
για κείνον που θα κλαίει και θα διαβάζει.

Βλέπουν τον καθρέφτη, βλέπουν την ώρα,
ρωτούν αν είναι τρέλα τάχα ή λάθος,
«όλα τελείωσαν» ψιθυρίζουν «τώρα»,
πως θ’ αναβάλουν βέβαιοι κατά βάθος..

Πηγή: Ελεγεία και Σάτιρες -Κώστας Καρυωτάκης (1927)

Δικαίωσις- ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

Τότε λοιπόν αδέσποτο θ’ αφήσω
να βουίζει το Τραγούδι απάνωθέ μου.
Τα χάχανα του κόσμου, και του ανέμου
το σφύριγμα, θα του κρατούν τον ίσο.

Θα ξαπλωθώ, τα μάτια μου θα κλείσω,
και ο ίδιος θα γελώ καθώς ποτέ μου.
«Καληνύχτα, το φως χαιρέτισέ μου»
θα πω στον τελευταίο που θ’ αντικρίσω.

Όταν αργά θα παίρνουμε το δρόμο,
η παρουσία μου κάπως θα βαραίνει
—πρώτη φορά— σε τέσσερων τον ώμο.

Ύστερα, και του βίου μου την προσπάθεια
αμείβοντας, το φτυάρι θα με ραίνει
ωραία ωραία με χώμα και με αγκάθια.

Πηγή: Ελεγεία και σάτιρες-ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ 

Εμβατήριο πένθιμο και κατακόρυφο - ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

Στο ταβάνι βλέπω τους γύψους.
Μαίανδροι στο χορό τους με τραβάνε.
Η ευτυχία μου, σκέπτομαι, θα `ναι
ζήτημα ύψους.

Σύμβολα ζωής υπερτέρας,
ρόδα αναλλοίωτα, μετουσιωμένα,
λευκές άκανθες ολόγυρα σ’ ένα
Αμάλθειο κέρας.

(Ταπεινή τέχνη χωρίς ύφος,
πόσο αργά δέχομαι το δίδαγμά σου!)
Όνειρο ανάγλυφο, θα `ρθω κοντά σου
κατακορύφως.

Οι ορίζοντες θα μ’ έχουν πνίξει.
Σ’ όλα τα κλίματα, σ’ όλα τα πλάτη,
αγώνες για το ψωμί και το αλάτι,
έρωτες, πλήξη.

Α! πρέπει τώρα να φορέσω
τ’ ωραίο εκείνο γύψινο στεφάνι.
έτσι, με πλαίσιο γύρω το ταβάνι,
πολύ θ’ αρέσω.

Πηγή: Ελεγεία και σάτιρες-ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ 

Σ'ένα νέο που αυτοκτόνησε- ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ

Αυτόν τον κατεδίωκε ένα πνεύμα
στις σκοτεινές εκτάσεις της ζωής του.
οι ασχολίες του, οι χαρές του σ’ ένα νεύμα
προσχήματα γινόνταν της ορμής του.

Τα ωραία βιβλία οι σκέψεις,ένα ορμητήριο
λίγες στιγμές ΄βίαιος στον έρωτά του.
Κι ύστερα γεμίζει η όψη του μυστήριο
και τίποτε δεν ταίριαζε κοντά του.

Ένας περίεργος ξένος επλανιόταν
ανάμεσά μας, μ’ όψη αλλοιωμένη.
την υποψία μας δε μας την αρνιόταν
πως κάτι φοβερό τον περιμένει.

Ήταν ωραίος παράξενα, σαν κείνους
που ο Θάνατος τους έχει ξεχωρίσει.
Δινόταν στους φριχτότερους κινδύνους
σαν κάτι να τον είχε εξασφαλίσει

Ένα πρωί, σε μια κάρυνη θήκη
τον βρήκανε νεκρό μ’ ένα σημάδι
στον κρόταφο. Ήταν όλος σα μια νίκη,
σα φως που ρίχνει γύρω του σκοτάδι.

Είχε μια τέτοια απλότη και γαλήνη,
μια γελαστή μορφή ζωντανεμένη!
Όλος μια ευχαριστία σαν να `χε γίνει.
κι η αιτία του κακού σημαδεμένη.

Πηγή: Ηχώ στο χάος

Η Αυτοκτονία του Ατζεσιβάνο (Μαθητή του Βούδα) - ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Ἀνεπίληπτα ἐπῆρε τὸ μαχαίρι
ὁ Ἀτζεσιβάνο. K᾿ ἤτανε ἡ ψυχή του
τὴν ὥρα ἐκείνη ὁλάσπρο περιστέρι.
Κι ὅπως κυλᾶ, ἀπὸ τ᾿ ἄδυτα τοῦ ἀδύτου
τῶν οὐρανῶν, μὲς στὴ νυχτιὰ ἕν᾿ ἀστέρι,
ἤ, ὡς πέφτει ἀνθὸς μηλιᾶς μὲ πρᾷο ἀγέρι,
ἔτσι ἀπ᾿ τὰ στήθη πέταξε ἡ πνοή του.

Χαμένοι τέτοιοι θάνατοι δὲν πᾶνε.
Γιατί μονάχα ἐκεῖνοι π᾿ ἀγαπᾶνε
τὴ ζωὴ στὴ μυστική της πρώτη ἀξία,
μποροῦν καὶ νὰ θερίσουνε μονάχοι
τῆς ὕπαρξής τους τὸ μεγάλο ἀστάχυ,
ποὺ γέρνει πιά, μὲ θείαν ἀταραξία!

Πηγή: Παγκόσμιος ανθολογία ποιήσεως Ρίτας Μπούμη-Νίκου Παππά,Εκδόσεις Γεωργίου Παπαδημητρίου,1953

Η φαρμακωμένη-ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

Τα τραγούδια μου τα `λεγες όλα,
τούτο μόνο δε θέλει το πεις,
τούτο μόνο δε θέλει τ’ ακούσεις
αχ! Τη πλάκα του τάφου κρατείς.

Ώ παρθένα! Αν ημπόρειαν οι κλάψες
πεθαμένου να δώσουν ζωή,
τόσες έκαμα κλάψες για σένα,
που ‘θελ’ έχεις τη πρώτη πνοή.

Συμφορά! Σε θυμούμαι καθόσουν
στο πλευρό μου με πρόσωπο αχνό.
"Τι έχεις;" σου `πα κι εσύ μ’ αποκρίθης:
"Θα πεθάνω, φαρμάκι θα πιω".

Με σκληρότατο χέρι το πήρες,
ωραία κόρη κι αυτό το κορμί,
οπού του `πρεπε φόρεμα γάμου,
πικρό σάβανο τώρα φορεί.

Το κορμί σου `κεί μέσα στο τάφο
το στολίζει σεμνή παρθενιά
του κακού σ’ αδικούσεν ο κόσμος
και σου φώναζε λόγια κακά.

Τέτοια λόγια αν ημπόρειες ν’ ακούσεις,
οχ το στόμα σου τι ’θελε βγει;
"Το φαρμάκι που πήρα κι οι πόνοι
δεν εστάθηκαν τόσο σκληροί".

Κόσμε ψεύτη! Τες κόρες τες μαύρες
κατατρέχεις όσο είν’ ζωντανές,
σκληρέ κόσμε και δε τους λυπάσαι
τη τιμήν όταν είναι νεκρές.

Σώπα, σώπα! Θυμήσου πως έχεις
θυγατέρα, γυναίκ', αδελφή
σώπα! Η μαύρη κοιμάται στο μνήμα,
και κοιμάται παρθένα σεμνή.

Θα ξυπνήσει την ύστερη μέρα,
εις το κόσμον εμπρός να κριθεί,
και στο Πλάστη κινώντας με σέβας
τα λευκά της τα χέρια, θα πει:

"Κοίτα μέσα στα σπλάχνα μου, Πλάστη!
Τα φαρμάκωσ’ , αλήθεια, η πικρή,
και μου βγήκε οχ το νου μου, Πατέρα,
που πλασμένα μου τα `χες Εσύ!

Όμως κοίτα στα σπλάχνα μου μέσα,
που το κρίμα τους κλαίνε και πες,
πες του κόσμου που φώναξε τόσα,
εδώ μέσα αν ειν’ άλλες πληγές".

Τέτοια, `μπρός εις το Πλάστη κινώντας
τα λευκά της τα χέρια, θα πει.
Σώπα, κόσμε! Κοιμάται στο μνήμα,
και κοιμάται παρθένα σεμνή.

Πηγή: Άπαντα Διονυσίου Σολωμού

Η φαρμακωμένη στον Άδη- ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

«Ἅδη μαῦρε, χαιρετῶ σε!
Δὲν ἐχάρηκε ποτὲ
Μάτι ἀνθρώπου γιὰ τὸν ἥλιο
Καθὼς τώρα ἐγὼ γιὰ σέ.»

«Ἀπὸ κεῖ, ποῦ λίγη ἀγάπη
Κ' εἶναι πλάνεμα πολύ,
Σὲ λιγάκι θὰ κατέβῃ
Ὁ ἔρωτάς μου νὰ μ' εὑρῇ.»

«Χωρίς ..........
Τ' ὄμορφ' ἄστρο τῆς αὐγῆς,
Ἄδεια κι' ἄφωνη καὶ μαύρη
Ἡ Παράδεισω τῆς γῆς.»

«Μ' ἔχει σήμερα μηνύσῃ·
Λίγην ὥρα ἀκόμα ζῶ,
Κ' ἐκατάπια τὸ φαρμάκι
Σὰν ἀθάνατο νερό.»

«Ὄνειρο κοντὸ γιὰ μένα
Νιότη, ἀγάπη καὶ ζωή·
Ὅλα ὀνείρατα 'ς τὸν κόσμο·
Ναί, καὶ ὁ θάνατος τὰ λυεῖ.»

«Πῶς εὐθὺς δὲν κατεβαίνεις;
Πῶς ἀργεῖς, γλυκειὰ ψυχή;
Ἄχ! τό ψυχομαχητό σου
Θέλ' εἶν' ἄγριο καὶ βαρύ.»

Τέτοια, ὀμπρός 'ς τοὺς ἥσκιους, ὅλους
Ἐξυπνοῦσε τοὺς ἠχοὺς
Τὸ τραγοῦδι ἐρωτεμένο,
Καί τοὺς ἔκανε γλυκούς.

Ἐκυττούσανε τὰ χέρια
Καὶ τὸ μέτωπο τῆς νιᾶς,
Ὅπου ἐτρέμαν τὰ λουλούδια
Τὰ λαμπρὰ τῆς παρθενιᾶς.

Ξάφνου ὁ Ἅδης μουρμουρίζει·
Ἔπαψ' ἡ γλυκειὰ φωνή·
Πέφτει τ' ὄμορφο κοράσι
'Σ τὴν ἀγκάλη τοῦ ἐραστῆ.

Πηγή: Άπαντα Διονυσίου Σολωμού 

Καφάρ - ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Να ζεις στην ίδια πολιτεία παντοτινά
και να `χεις των αναχωρήσεων τη μανία,
μα φεύγοντας απ’ το γραφείο τα βραδινά
να κάνεις οφθαλμοπορνεία στα καφενεία.

Άλλοτες είχαμε τα πλοία κρυφό σκοπό,
μα ο κόσμος έγινε σαν αδειανή φυλλάδα,
είναι το ίδιο πια να μένεις στην Ελλάδα
με το να ταξιδεύεις στο Fernando Po.

Τα φορτηγά είναι κακοτάξιδα κι αργούν,
μες στα ποστάλια πλήττεις βλέποντας τουρίστες,
το να φορτώνεις μήνες ρύζια στο Ραγκούν
είν’ ένα πράγμα που σκοτώνει τους αρτίστες.

Οι πόλοι γίνανε σε μας πολύ γνωστοί,
θαυμάσαμε πολλές φορές το Βόρειο Σέλας
κι έχουν οι πάγοι χρόνια τώρα σκεπαστεί
από αδειανά κουτιά σπανιόλικης σαρδέλλας.

Στην Ταϊτή έζησε μήνες κι ο Λοτί,
αν πας λιγάκι παρακάτου, στις Μαρκίζες,
που άλλοτες τρώγανε μπανάνες κι άγριες ρίζες,
καλλυντικά τώρα πουλάνε του Coty.

Οι Γιαπωνέζες, τα κορίτσια στη Χιλή,
κι οι μαύρες του Μαρόκου που πουλάνε μέλι,
έχουν σαν όλες τις γυναίκες τα ίδια σκέλη
και δίνουν με τον ίδιο τρόπο το φιλί.

Η αυτοκτονία, προνόμιο πια στα θηλυκά
κάποτε κάναμε κι εμείς αυτή τη σκέψη.
Πεθαίνεις πιο σιγά με τα ναρκωτικά,
μα τελευταία κι αυτά τάχουν νοθέψει.

Πηγή: Μαραμπού, Νίκος Καββαδίας, Εκδόσεις Άγρα

William George Allum- ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Εγνώρισα κάποια φορά σ’ ένα καράβι ξένο
έναν πολύ παράξενον Εγγλέζο θερμαστή
όπου δε μίλαγε ποτέ κι ούτε ποτέ είχε φίλους
και μόνο πάντα εκάπνιζε μια πίπα σκαλιστή.

Όλοι έλεγαν μια θλιβερή πως είχε ιστορία
κι όσοι είχανε στο στόκολο με δαύτον εργαστεί
έλεγαν ότι κάποτες, απ’ το λαιμό ως τα νύχια,
είχε σε κάποιο μακρινό τόπο στιγματιστεί.

Είχε στα μπράτσα του σταυρούς, σπαθιά ζωγραφισμένα,
μια μπαλαρίνα στην κοιλιά, που εχόρευε γυμνή
κι απά στο μέρος της καρδιάς στιγματισμένην είχε
με στίγματ’ ανεξάλειπτα μιαν άγρια καλλονή...

Κι έλεγαν ότι τη γυναίκα αυτή είχε αγαπήσει
μ’ άγριαν αγάπη, ακράτητη, βαθιά κι αληθινή·
κι αυτή πως τον απάτησε με κάποιο ναύτη Αράπη
γιατί ήτανε μια αναίσθητη γυναίκα και κοινή.

Τότε προσπάθησεν αυτός να διώξει από το νου του
την ξωτική που αγάπησε, τόσο βαθιά, ομορφιά
κι από κοντά του εξάλειψεν ό,τι δικό της είχε,
έμεινεν όμως στης καρδιάς τη θέση η ζωγραφιά.

Πολλές φορές στα σκοτεινά τον είδανε τα βράδια
με βότανα το στήθος του να τρίβει, οι θερμαστές...
Του κάκου· γνώριζεν αυτός καθώς το ξέρουμ’ όλοι
ότι του Αννάμ τα στίγματα δε βγαίνουνε ποτές...

Κάποια βραδιά ως περνούσαμε από το Bay of Bisky,
μ’ ένα μικρό τον βρήκανε στα στήθια του σπαθί.
Ο πλοίαρχος είπε: "θέλησε το στίγμα του να σβήσει"
και διάταξε στη θάλασσα την κρύα να κηδευθεί.

Πηγή: Μαραμπού, Νίκος Καββαδίας, Εκδόσεις Άγρα

Αυτοκτονία δωδεκαετούς στα 1933-ΝΙΚΟΣ ΠΑΠΠΑΣ

Εντύθηκε τους δώδεκα Μαΐους του πανοπλία
και περισσότερο ωραίος απ'τις Κυριακές
που τον οδήγει του μικρού περίπατου η ασχολία
ανοίγει στα μικρά του στήθη δυο πληγές
πατώντας τη σκανδάλη της αγνοίας.

Οι ωραίοι συνομήλικοί του στα περασμένα
εφηβικό διασκελισμό είχαν τη ζωή
πετώντας το λιθάρι μπρος στο θρίαμβο του ηλίου.
Κι εκείνος σε μια φίλη του μικρή,
πετά τ'άσπρα του χρόνια ματωμένα.

Ήταν σα να τον προσκαλούσαν οι μεγάλοι του νεκροί
μες από τα παιχνίδια του στο πάρκο
και τους συλλογισμούς στα μαθηματικά.
Κι ανέβηκε απ'το ξύλινό του αλογάκι
συνάδερφος με λίγα ερωτηματικά,
του Βέρθερου, του Μπωντελαίρ,του Καρυωτάκη.

Πηγή: Παγκόσμια Ποιητική Ανθολογία, "Ταξίδι στην ποίηση", Ναυτίλος

Ήταν μια φορά ένας Γιάννης...-ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

Ἦταν μία φορὰ ἕνας Γιάννης
σ᾿ ἕνα πράσινο χωριό,
καὶ δὲν εἶχε οὔτε χαΐρι
καὶ δὲν εἶχε οὔτε μυαλό.

Μά, σὰ Γιάννης, δίχως γνώση,
τὸν ἐπόνεσε ἡ καρδιὰ
καὶ τοῦ κόλλησε μεράκι
γιὰ τὴν κόρη τοῦ παπᾶ!

Τἄκουσαν μικροί, μεγάλοι
καὶ γελοῦσαν - ὤχ! ὤχ! ὤχ!
Παλαμίδα σοῦ μυρίζει,
ντεϊμεντὲ νὰ φᾶς κολοιό.

Στὸν παπᾶ πηγαίνει ὁ Γιάννης
μιὰ καὶ δυὸ καὶ τοῦ μιλεῖ
καὶ τὴν Ἑλενιὼ γυρεύει
καὶ τὸ χέρι του φιλεῖ.

Μὰ ὁ παπὰς τὴν ἁγιαστούρα
παίρνει εὐτὺς καὶ τὸν ξορκίζει
καὶ μὲ τὴ χοντρὴ μαγκούρα
στὴν αὐλὴ τὸν προβοδίζει,

καὶ κρατώντας τὸ στειλιάρι
ἀνεβαίνει στὸ πατάρι:
- Κόρη μου νὰ σὲ χαρῶ
δυὸ λογάκια νὰ σοῦ πῶ!

Τὴν ἁρπάζει ἀπ᾿ τὴν κοτσίδα,
τὴν πετάει στὴν ἀντρομίδα
καὶ τῆς κάνει τὰ πλευρά της
μαλακὰ σὰν τὴν ...καρδιά της.

Τ᾿ ἄκουσαν μικροὶ μεγάλοι
καὶ γελοῦσαν - χά! χά! χά!
- Τῆς ἀγάπης τὶς λαχτάρες
σοὺτ καὶ μήτε τοῦ παπᾶ!

Μὰ τοῦ Γιάννη τὸ μεράκι
τώρα τοὔγινε φαρμάκι.
Φεύγει, πάει, μιὰ καὶ δυό,
στὸ ψηλὸ καμπαναριό,
κάνει τὸ σκοινὶ θηλιὰ
καὶ κρεμιέται στὰ καλά.

Κ᾿ ἡ ξανθὴ παπαδοπούλα
ἔγινε καλογριούλα.
Τὸ χτωήχι στὸ δεξί της,
κομποσχοίνι στὸ ζερβί της,

ξέχασε πατέρα, μάνα
καὶ τρελλὰ παραμιλᾷ:
-Χτύπα, Γιάννη, τὴν καμπάνα
γιὰ ν᾿ ἀρχίσει ἡ λειτουργιά.

Τἄκουσαν μιροί, μεγάλοι
καὶ γελοῦνε - χά! χά! χά!
χτύπα Γιάννη τὴν καμπάνα
γιὰ ν᾿ ἀρχίσει ἡ λειτουργιά!

Πηγή: http://users.uoa.gr

Επίγραμμα σ'αυτόχειρα- ΚΩΣΤΑΣ ΤΑΧΤΣΗΣ

Πήρε μια σφαίρα και τη φύτεψε
σε μια γλάστρα άδεια
του'χανε πει πως ο θάνατος
βγάζει ωραία λουλούδια.

Πηγή: Νεοελληνική ποιητική ανθολογία Παπύρου, Δύο αιώνες νεοελληνικής ποίησης

Ανεπιτυχής αυτοκτονία -ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΚΟΥΜΑΣ

Στην ταράτσα,
μ’ ένα φεγγάρι που έχανε βάρος,
αποφάσισε να συντομεύσει τη ζωή του
που κατάντησε μονότονη,
μια επανάληψη σαν φύλλο γραμματοσήμων.
Βάδισε προς την άκρη κι έρριξε το βλέμμα του
στους οκτώ ορόφους προς το θάνατο.
Ξαφνικά, από το κάτω μπαλκόνι,
ακούστηκε ο ήχος της φωνής του τυφλού κοριτσιού.
"Σε βλέπω, " του είπε, "γιατί μου εμφυσείς
όραση, όραση, όραση
με ποίηση, ευπρέπεια, αγάπη.
Σε βλέπω να φυσάς πάνω στο τζάμι για να γράψεις Να ελπίζεις.
Πάγωσαν όλα μέσα του, σταμάτησαν τα πάντα.
Γράπωσε το κάγκελο, μουρμουρίζοντας:
"Μην αφήνεις το χέρι μου!"

Πηγή: https://www.stixoi.info

Η αυτοχειρία της Σαπφούς -ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΒΕΡΝΑΡΔΑΚΗΣ

Νεκρανθέμων ευχρόους θυσάνους,
κόραι, πλέξατε, της Μυτιλίνης!
Κλάδους καύσατ’ ευώδους μυρσίνης
και ανθέων επάνω στεφάνους
της εσχάτης της ρίψατε κλίνης.

Της Λευκάδος ποτέ το μοιραίον
ακρωτήριον κόρη λευχείμων
κατεσκόπει από των ερήμων
και δυσβάτων της νήσου ορέων
με δακρύβρεκτον όμμα, ή τλήμων.

Εις την κόμην της στέφος εφόρει
η νεάνις αυτή νεκρανθέμων
με την κόμην υπό των ανέμων
λελυμένην, αφήκε τα όρη
και με βήμα κατήρχετο τρέμον.

Δεν εξέφραζε θλίψιν το βλέμμα
της παρθέν’ ουδ’ ακμάζοντα πόνον
της καρδίας, εν δάκρυ της μόνον
φαεινόν, καταπίνον ηρέμα,
ήτο δείγμα κρυφών παραπόνων.

Εις την χείρα της λύραν εκράτει,
εις το κύμα την λύραν της ρίπτει,
προς το κύμα το σώμα της κύπτει,
με τας χείρας την όψιν της φράττει,
"κύμα δέξε μαι!" λέγει και πίπτει.

Η αθλία ευθύς κατεπόθη
εις τα κύματα, φλοίσβος προσκαίρως
είς ηκούσθη εις εκείνο το μέρος
κι οι θερμοί της εσβήσθησαν πόθοι
και μ’ αυτούς συνεσβέσθη ο έρως.

Πηγή: https://www.stixoi.info

Αυτοχειρία- ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ

Και βέβαια κάποτε συμπράττεις
κάποτε ακούσια προσχωρείς
ο χρόνος τήκεται νωρίς
κι όλο σου γνέφει ο σχοινοβάτης.

Κοιτάς σημάδια του προσώπου
ζεις σε μιαν άγνωστη εποχή
το τέλος είναι στην αρχή
το σύμπαν στο κλουβί του ανθρώπου.

Πόλη θαμπή και κουρασμένη
μνήμη που γλείφει σαν σκυλί
κανείς δεν ξέρει ποιο σκαλί
το μάταιο βήμα κατεβαίνει.

Κανείς δεν ξέρει ποιος ζυγώνει
ποιος στη σκιά καραδοκεί
ποιος στο κορμί σου κατοικεί
ποιος επιστρέφει από τη σκόνη.

Στο μεταξύ πετούν μπαλόνια
γέμισε ο τόπος κομφετί
γίνεται ο θάνατος γιορτή
πωλούνται φέρετρα και χρόνια.

Κάποιος ανοίγει την παρτίδα
κάποιος ορίζει την τιμή
σε παρασύρουν οι αριθμοί
στη φοβερή τους πλημμυρίδα.

Χάνεσαι μέσα στη χοάνη
σε προσμετρούν στο ποσοστό.

(Το πτώμα βρέθηκε ζεστό
κι άγγιξε ο κρόταφος την κάννη).

Πηγή: https://www.stixoi.info

Αυτοχειρία -ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

Επιτέλους έφτασες στην αποτυχία
Τώρα μπορείς να αφεθείς
στην ευκολία της ήττας σου
Και τι αδέξιοι χειρισμοί
και πόση νοθευμένη συγκυρία χρειάστηκαν
για να σκηνοθετήσεις στην εντέλεια
την πτώση σου
'Εμαθες πια την υπέρτατη θλίψη της απιστίας
κανένα πείσμα πλέον ή αφέλεια
για να σε παραδώσουν στην ελπίδα
Μένεις μακάρια αδρανής
ταγμένος στην αδιαφορία
Ξοδεύεις το στήθος σου σε λάθος άρνηση
ζητώντας μόνο να ξεφύγεις
απ’ όλα εκείνα που ζητούν
να σε τοποθετήσουν στη ζωή σου
να μη χρειαστεί να συντάξεις και πάλι το νόημα
να μην κληθείς
να αρθρώσεις ξανά την αγάπη.

Πηγή: https://www.stixoi.info 

Σαν αυτοχειρία- ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΜΠΟΓΛΗΣ

Τη νύχτα σηκώθηκε, πήρε σφυρί, διάλεξε λέξεις αιχμηρές
κι΄ άρχισε να καταδίδει
< < Να τελειώνουμε, να τελειώνουμε.>>, άκουγε κάτι
οπαδούς από πίσω να ουρλιάζουν
Και κάρφωνε, κι΄ έκοβε, ώσπου τ΄ ασπροσέντονα
γινήκανε πορφύρες
Το πρωί τον βρήκε τσακισμένο απ΄ τον πόνο,
άσπρο απ΄ την αιματοχυσία
Τόσα δάκτυλα χαμένα
Δίχως την αφή να προστρέχει στους λαβύρινθους,
σε σβήνουν τα παλιά και τα καινούργια
προσπερνάνε

Πηγή: https://www.stixoi.info

Χρόνιος αυτόχειρας -ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ

Κάθε τόσο
αφήνω τον καμβά
που κρέμεται στην πλάτη
ενός σκαντζόχοιρου
φιγούρες παλιάτσων
και χυδαίων εραστών
θέλω να βλέπω
τον εαυτό μου στον καθρέφτη.

Τα έκλυτα βράδια
οι φιγούρες ζωντανεύουν
γεμίζουν κηλίδες στην αντανάκλαση
έχω χρόνια να πλυθώ.

Οι βελόνες με πονούν
μα φοβάμαι να σπάσω τον καμβά
το σκοινί που μας ενώνει
κρατά όρθια την καρέκλα
της κρεμάλας που 'χω περάσει στο λαιμό.

Πηγή: https://www.stixoi.info

Αυτόχειρες ποιήτριες- ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Καθίσαμε στις όχθες του Τσαρλς
απέναντι απ’ το Χάρβαρντ.

Στην επιφάνεια του ποταμού προβαλλόταν η ιστορία
της ζωής μου.
Κάπου κάπου η εικόνα χαλούσε επειδή ψάρια
πηδούσαν πάνω απ’ το νερό.

Από τη μια μεριά καθόταν η Ανν (η Σέξτον)
απ’ την άλλη η Σύλβια (η Πλαθ)
πίναμε μπίρες
και γελούσαμε υστερικά.

Σε κάποια φάση
μια γυναίκα θεάθηκε να περπατά στις παρυφές
του ποταμού
κρατώντας μεγάλες πέτρες.

«Βιρτζίνια!» αναφώνησαν οι κοπέλες (η Γουλφ).

Χωρίς δεύτερη σκέψη έτρεξαν προς το μέρος της
και μέχρι να αποφασίσω τι θα ’κανα εγώ
εκείνες είχαν ήδη κατα-

βυθιστεί.

Δεν τις ακολούθησα.
Εξάλλου, δεν είν’ δικό μου το φταίξιμο.
Φταίει η Ποίηση.

Πηγή: https://www.stixoi.info

Χαϊκού- Αυτοδικία -ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ-ΦΩΤΙΑΔΟΥ

Ο αυτόχειρας
ποτέ δεν πήρε χάρη
απ’ την ψυχή του

Πηγή: https://www.stixoi.info

Σαμουράι-ο δρόμος του πολεμιστή - ΟΥΡΑΝΙΑ ΒΑΣΙΛΑΤΟΥ

Σκληρά εκπαιδευμένος
σε τέχνες πολεμικές.
Επίδοξος καλλιτέχνης,
οπλουργός.
Προστάτης τιμής του κυρίου του.
Αφοσιωμένος και υποταγμένος
πλήρως σ’ αυτόν.
Κρατώντας στο χέρι ένα κατάνα,
θρυλικό και εντυπωσιακό,
χύνεται στην μάχη
με θάρρος και ζήλο υπέρμετρο.
Αψηφά τη δική του ζωή.
Αψηφά τον ίδιο τον θάνατο.
Μέσα από τον εξευγενισμένο
κώδικα συμπεριφοράς
που έμαθε πιστά να ακολουθεί,
διδάχθηκε να αφαιρεί την πνοή του,
με τα ίδια του τα χέρια,
μέσα από τελετουργικό
οδυνηρό και βίαιο.
Αυτοκτονία,
αναμάρτητη.
Καλύτερα να προσφερθείς
στον θάνατο
παρά να δεχτείς την ατίμωση.
Τη δύναμή σου να’ χα...

Πηγή: https://www.stixoi.info

Το γκάζι -ΑΛΕΞΗΣ ΤΡΑΪΑΝΟΣ

Το γκάζι μιλά καλύτερα απ' την σιωπή ή τους ανθρώπους.
Μυρίζει όταν κανένας δεν έρχεται να μυρίσεις.
Τ' ανοίγεις εσύ ή οι άλλοι για σένα ή για τους άλλους
Ένα ουδέτερο ρύγχος ίσως απ' το ταβάνι.

 Πηγή: https://www.stixoi.info

Προσευχή για κείνον που αυτοκτόνησε- ΓΚΑΜΠΡΙΕΛΑ ΜΙΣΤΡΑΛ

Κύριε, συ γνωρίζεις για πόσους αγνώστούς μου
με θέρμη φλογισμένη σ'έχω παρακαλέσει.
Τώρα θα σ' ικετέψω για έναν δικό μου που'ταν
το βάζο της δροσιάς μου, του στόματός μου μέλι,

ασβέστιο των οστών μου, γλυκιά ζωής αιτία,
τραγούδι των αυτιών μου, του φουστανιού μου ζώνη.
Σ'όσους δεν έχω δώσει κάτι, κι αυτούς λυπάμαι,
μα βλοσυρός μην είσαι μ'εκείνον, σ' ικετεύω.

Καλός σου λέω πως ήταν, είχε στα στήθη πάνω
παιδιού καρδιά απλωμένη ΄ κ' ήταν γλυκός και πράος
ο χαρακτήρας του, πιστός σαν φως του ήλιου
κ'ήταν μπουμπουκιασμένος σαν άνοιξη από χάρες.

Συ,αυστηρός μου ξαναλές, πως προσευχής ανάξιος
είν' όποιος δεν σ' ικέτεψε με πυρωμένα χείλη
και κάποιο βράδυ έφυγε πριν απ'το κάλεσμά σου
σπάζοντας τα μηνίγγια του σαν ντελικάτα βάζα.

Εγώ, όμως Κύριε, σ'απαντώ, που'χω το μέτωπό του
χαίδέψει κι οσφρανθεί βαθιά την ευωδιά του όλη,
πως η γλυκιά του η καρδιά η πάντα λυπημένη
σαν το μετάξι ήταν αβρή και σαν το νιο βλαστάρι.

Ήταν σκληρός; Λησμόνησε ότι τον αγαπούσα,
σάρκα άλλη δεν επλήγωσε εκτός απ'τη δική του.
Και δεν πειράζει αν θόλωσε για πάντα τη χαρά μου,
Κύριε,Κύριε, άκουσε: πολύ τον αγαπούσα!

Πικρό φορτίο ν'αγαπάς, εσύ καλά το ξέρεις,
να' χεις πάντα τα τσίνορα με δάκρυα ραντισμένα,
τη ζώνη του μαρτύριου φιλώντας να δροσίζεις
και σ'έκσταση αγαλλίασης να διατηρείς το βλέμμα.

Ρίγος γλυκό σου γίνεται το σίδερο που σχίζει
σαν το νυστέρι ανοίγοντας τη λατρευτή σου σάρκα.
Και ο σταυρός (ω Βασιλιά Εσύ των Ιουδαίων!)
θυμήσου πως σηκώνεται σαν ένας κλώνος ρόδα.

Εδώ, Κύριε, κείτομαι με πρόσωπο στο χώμα
ριγμένο, κι ένα ολόκληρο βράδυ σου κουβεντιάζω,
κι όσα μου μένουν βράδια εδώ θα τα περάσω,
αν τύχει αργήσεις να μου πεις το λόγο που προσμένω.

Με προσευχές και με λυγμούς τ'αυτιά σου θα κουράσω,
γλείφοντας σαν δειλό σκυλί του ράσου σου την άκρη ΄
ω να με διώξουν δεν μπορούν τα τρυφερά σου μάτια
το πόδι σου, τα δάκρυά μου που ρέουν, να σταματήσει.

Συχώρεσέ τον, Κύριε. Κι ο λόγος της συγγνώμης
ας χύσει μες στον άνεμο τις χίλιες ευωδιές του΄
ποτάμια, λίμνες, πέλαγα, όλα μαζί θ'αστράψουν,
σπίθες θα βγάλει ο χάλικας κ' η έρημος θ'ανθίσει.

Στ'άγρια μάτια των θεριών το κλάμα θ'αχτιδίσει
και το βουνό που το 'πλασες με πέτρα θα εννοήσει,
και των αιωνιών του χιονιών τα βλέφαρα θα κλάψουν:
Η γη όλη πως συχώρεσες, ω Κύριε, θα το μάθει!

Μετάφραση: Ρίτα Μπούμη Παπά
Πηγή: Νέα παγκόσμια ποιητική ανθολογία, Διόσκουροι

Όταν στο άγχος της αυτοκτονίας - ΑΝΝΑ ΑΧΜΑΤΟΒΑ

Όταν στο άγχος της αυτοκτονίας
τους Γερμανούς περίμενε ο λαός,
και τ'αυστηρό βυζαντινό μας πνεύμα
είχε απ'τη ρούσικη Εκκλησιά πετάξει,
άκουσα μια φωνή παρηγορήτρα
να με καλεί: "Έλα εδώ,
άσε τον τόπο σου που εγκληματεί κουφός,
άσε για πάντα τη Ρωσία.
Θα πλύνω από τα χέρια σου το αίμα,
θα διώξω την ντροπή απ'την καρδιά σου
και θα σκεπάσω μ'όνομα καινούργιο
της προσβολής τον πόνο και της ήττας."
Μα αδιάφορη και ήρεμη εγώ τότε
βούλωσα με τα χέρια μου τ'αυτιά μου
από τέτοια συζήτηση ανάξια, μιαρή,
την πονεμένη μου ψυχή να διαφυλάξω.

Μετάφραση: Ρίτα Μπούμη Παπά
Πηγή: Νέα παγκόσμια ποιητική ανθολογία, Διόσκουροι

Ο αυτόχειρας -ΑΛΜΠΕΡΤ ΕΡΕΝΣΤΑΙΝ

Για το καράβι κάνετε τέτοια χαρά;
Λεκιάζει τη θάλασσα με το πανί του.
Εγώ σε βαθύτερο θέλω βυθό
Να γίνω λάσπη, κομμάτια, αόμματο χιόνι.

Ω των παγετώνων μελιστάλαχτη γλώσσα!
Τι να την κάνω την κορφή –
Ήλιος την έχει πατήσει!
Στα όρη με θέλγει ο γκρεμός,
Ο εκτονωτής, ο σωτήρας, ο δέκτης.

Πτώση, ευεργέτισσα πτώση!
Σιδερένια ορμή καταλύει
τους τρισάθλιους ανθρώπους.

Χαίρε ο θάνατος!
Γιατί αφτί σημαίνει δεσμά,
στο μυαλό κατοικεί η οδύνη,
το μάτι στενεύει τον κόσμο
κι είναι σιχαμός ο οργασμός
που στον κόσμο μας φέρνει.

Ωραίο είναι να `σαι σκελετός, να `σαι άμμος.

Πηγή: https://www.stixoi.info

Στη μικρούλα που αυτοκτόνησε -ΤΖΟΒΑΝΙ ΠΑΣΚΟΛΙ

Στο φέρετρό της η φτωχή μικρούλα
κρατά δυο άνθη που μαζί της θα σαπίσουν:
μιαν ανεμώνη του βουνού, που πρόφτασε να κόψει
και της ζωής της τα δεκάξι μόλις χρόνια.
Σαν χελιδόνι που αντίκρυσε θύελλα μήνα Μάη
άνοιξε τα φτερούγια της γοργά και πάει...

Το ξαφνικά χαμένο του παιδί βαρύς
στην κάσα μέσα ο πατέρας αγκαλιάζει:
-Ποιος σούφταιξε, κορούλα μου φωνάζει.
Τον καταράστηκες τουλάχιστο πριν σκοτωθείς;

Και κείνη με χαμόγελο αέρινο στα χείλη
και μ'αναστεναγμό ελαφρό στα στήθη,
σχεδόν ευτυχισμένη,ν'απαντήση αρνήθη.

Πηγή: Παγκόσμιος ποιητική ανθολογία Ρίτας Μπούμη-Νίκου Παππά, Εκδόσεις Γεωργίου Παπαδημητρίου,1953 

Αυτοκτονία στο Γκρίνουιτς Βίλατζ - ΓΚΡΕΓΚΟΡΙ ΚΟΡΣΟ

Τα χέρια τεντωμένα
Οι παλάμες πιέζουν τα πλευρά του παράθυρου
Κοιτάζει κάτω
Έχει στο μυαλό τον Μπάρτοκ, τον Βαν Γκογκ
Και τις γελοιογραφίες στο Νιου Υόρκερ

Πέφτει
Την παίρνουν μʼ ένα φύλλο της Ντέϊλυ Νιους ριγμένο στο πρόσωπο
Και ο μαγαζάτορας ρίχνει καυτό νερό στο πεζοδρόμιο

Μετάφραση. Γ. Λειβαδάς
Πηγή: https://www.athensvoice.gr

Αυτοκτονία - ΛΟΥΙΣ ΜΑΚ ΝΙΣ

Αγωνίστηκε για τις λάθος υποθέσεις,
Παντρεύτηκε λάθος γυναίκα,
Επένδυσε βιαστικά, έχασε
Την υγεία του, χάλασε τ’ όνομά του,
Έχασε όλο του το βιός και την κορμοστασιά του.
Στα νειάτα του εδιάβηκε
Καταμεσής του δρόμου
Κάτω από δένδρα όμορφα
Μες στ’ άγρια βαλτοτόπια
Το τέλος του άπιαστου ονείρου προσπάθησε να πιάσει
Τώρα σαρανταεννιά χρονών,

Ζούσε σε μια καλύβα
Με μια ερωμένη πελιδνή
Και μερικά βιβλία:
Τον βίο του Ναπολέοντα κι άλλα κηπουρικής.
Όταν τον άφησε η μικρή πήρε
Το κλαδευτήρι, ψαλίδισε τον φράχτη του
Πήρε την καραμπίνα
Κι έφυγε σαν να πήγαινε πάπιες να κυνηγήσει
Ταξιδευτής απόμακρος καταμεσής του δρόμου

Μετάφραση:Χ. Γούδης
Πηγή: https://www.athensvoice.gr

Λαίδη Λάζαρος -ΣΙΛΒΙΑ ΠΛΑΘ

Το κατάφερα πάλι.
Μια φορά στα δέκα χρόνια
το καταφέρνω –
Ένα είδος θαύματος που περπατάει, το δέρμα μου
Λαμπερό σαν αμπαζούρ των Ναζί,
Το δεξί μου πόδι
Ένα βάρος για τα χαρτιά,
Το πρόσωπό μου ένα χωρίς χαρακτηριστικά, τέλειο
εβραϊκό λινό.
Τράβηξε την πετσέτα
Ω εχθρέ μου.
Σε τρομοκρατώ; –
Η μύτη, οι κόγχες, ολόκληρες οι οδοντοστοιχίες;
Η χαλασμένη αναπνοή
θα χαθεί σε μια μέρα.
Γρήγορα, γρήγορα η σάρκα
Που έφαγε ο σοβαρός τάφος θα είναι
Σα στο σπίτι της πάνω μου
Κι εγώ μια χαμογελαστή γυναίκα.
Είμαι μόνο τριάντα ετών.
Και σαν τη γάτα έχω εννέα φορές για να πεθάνω.
Αυτή είναι ο Αριθμός Τρία.
Τι χαλασμός κόσμου
Για να εκμηδενίσει κανείς κάθε δεκαετία.
Τι ατέλειωτα νήματα.
Το πλήθος που μασουλάει
Σπρώχνεται μέσα για να τους δει
Να με ξετυλίγουν από το κεφάλι ως τα πόδια –
Το μεγάλο στριπτήζ.
Κύριοι, κυρίες,
Αυτά είναι τα χέρια μου,
Τα γόνατά μου.
Μπορεί να είμαι πετσί και κόκαλο,
Εντούτοις, είμαι η ίδια, αυθεντική γυναίκα.
Την πρώτη φορά ήμουνα δέκα ετών.
Ήταν ένα ατύχημα.
Τη δεύτερη φορά το εννοούσα
Να κρατήσω ως το τέλος και να μην επιστρέψω καθόλου.
Κουνούσα κλειστή
Σα μια αχιβάδα.
Χρειάστηκε να φωνάζουν και να φωνάζουν
Και να μαζέψουν τα σκουλήκια από πάνω μου σα γλοιώδη μαργαριτάρια
Το να πεθαίνεις
Είναι μια τέχνη, σαν καθετί.
Το κάνω ιδιαίτερα καλά.
Το κάνω τόσο καλά που είναι η κόλαση.
Το κάνω τόσο καλά που μοιάζει αλήθεια.
Θα μπορούσατε να πείτε ότι το έχω ταλέντο.
Είναι αρκετά εύκολο σε ένα κελί.
Είναι αρκετά εύκολο να το κάνεις και να μείνεις έτσι.
Είναι η θεατρική
Επιστροφή στο φως της μέρας
Στον ίδιο τόπο, στο ίδιο πρόσωπο, στην ίδια κτηνώδη
Απολαμβάνουσα φωνή:
«Έγινε ένα θαύμα!»
Αυτό μου κόβει την αναπνοή.
Πρέπει να πληρώσετε
Για να δείτε τις ουλές μου, πρέπει να πληρώσετε
Για ν’ ακούσετε τηνκαρδιά μου –
Πραγματικά χτυπάει
Και πρέπει να πληρώσετε, να πληρώσετε, να πληρώσετε πολύ ακριβά,
Για μια λέξη ή για ένα άγγιγμα
Ή για λίγο από το αίμα μου
Ή για ένα κομμάτι από τα μαλλιά ή τα ρούχα μου.
Έτσι, έτσι λοιπόν, Χερ Ντόκτορ.
Έτσι, Χερ Εχθρέ μου.
Είμαι το έργο σου,
Είμαι το πολύτιμό σου,
Το όλο χρυσό μωρό
Που λιώνει σε μια κραυγή.
Περιστρέφομαι και καίγομαι.
Μη νομίσετε ότι υποτιμώ τη μεγάλη σας προσοχή.
Στάχτη, στάχτη –
Χώνετε κάτι και ανακατεύετε.
Σάρκα, κόκαλα, δεν υπάρχει τίποτα –
Ένα κομμάτι σαπούνι,
Ένα δαχτυλίδι γάμου,
Ένα χρυσό σφράγισμα.
Χερ Θεέ, Χερ Λούσιφερ,
Πρόσεχε.
Πρόσεχε.
Μέσα από τη στάχτη
Βγαίνω με τα κόκκινα μαλλιά μου στη μέρα
Και τρώω τους άντρες σαν αέρα.

Μετάφραση: Νανά Ησαΐα
Πηγή: Παγκόσμια ποιητική ανθολογία "Ταξίδι στην ποίηση", Ναυτίλος

Η καρδιά αποζητά την ηδονή αρχικά- ΕΜΙΛΙ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ

Η καρδιά αποζητά την Ηδονή – αρχικά –
Και έπειτα – εξαίρεση απ’ τον Πόνο –
Και έπειτα – εκείνα τα μικρά Αναλγητικά
Που νεκρώνουν το βάσανο

Και έπειτα – να πάει να κοιμηθεί –
Και έπειτα – εάν εισακουόταν
Απ’ τον Ανακριτή της
Το προνόμιο να πεθάνει

Μετάφραση: Λιάνα Σακελλίου Σουλτς, Άρτεμις Γρίβα, Φρόσω Μαντά
Πηγή: Επειδή δεν άντεχα να ζήσω φωναχτά, εκδόσεις Gutenberg.

Ο θάνατος της Σίλβια - ΑΝ ΣΕΞΤΟΝ

στη Σίλβια Πλαθ

Ω Σίλβια, Σίλβια
μ’ ένα φέρετρο λίθων και κουταλιών

με δυο παιδιά, δυο μετεωρίτες
περιπλανώμενα σαν τ’ αδέσποτα στο λιλιπούτειο δωμάτιο των παιχνιδιών,

με το στόμα σου μέσα στο σεντόνι,
στης στέγης το δοκάρι, στη βουβή προσευχή,

(Σίλβια, Σίλβια,
πού πήγες
αφότου μου ‘γραψες
από το Ντεβονσάιρ
για την καλλιέργεια των πατατών
και τα μελίσσια;)

τι περίμενες,
πώς ακριβώς ξάπλωσες μέσα;

Κλέφτρα! –
πώς σύρθηκες εντός,

σύρθηκες κάτω ολομόναχη
μέσα στο θάνατο που τόσο απελπισμένα και για τόσον καιρό επιθύμησα

ο θάνατος που είπαμε πως κι οι δυο ξεπεράσαμε
αυτός που φορέσαμε στα λιπόσαρκα στήθια μας

αυτός που τόσο συχνά συνομιλήσαμε κάθε φορά
που κατεβάσαμε τρία διπλά ντράι μαρτίνι στη Βοστόνη,

ο θάνατος που ειπώθηκε από ψυχαναλυτές και θεραπείες
ο θάνατος που ειπώθηκε σαν νύφες με σκευωρίες,

ο θάνατος που ήπιαμε στην υγειά του,
τα κίνητρα και κατόπιν η κρυφή πράξη;

(Στη Βοστόνη
η θανάσιμη
βόλτα με ταξί,
ναι, θάνατος ξανά,
εκείνη η επιστροφή στο σπίτι
με το αγόρι μας.)

Ω Σίλβια, θυμάμαι τον νυσταγμένο ντράμερ
που πάλλεται πάνω στα μάτια μας με μια παλιά ιστορία,

πόσο θέλαμε να τον προσκαλέσουμε
σαν έναν σαδιστή ή μια αδερφή της Νέας Υόρκης

να κάνει την δουλειά του,
μια αναγκαιότητα, ένα άνοιγμα στον τοίχο ή μια φάτνη,

και από εκείνον τον καιρό περίμενε
κάτω απ’ τις καρδιές μας, το ερμάριό μας,

και τώρα βλέπω πως τον διαφυλάξαμε
χρόνο με τον χρόνο, παλιές αυτοκτονίες

και ξέρω απ’ τις ειδήσεις για τον θάνατό σου,
μια φρικτή γεύση αυτό, σαν τ’ αλάτι.

(Και εγώ,
εγώ επίσης.
Και τώρα, Σίλβια,
ξανά εσύ
ξανά με θάνατο,
εκείνη η επιστροφή στο σπίτι
με το αγόρι μας.)

Και λέω μόνο
με τα χέρια μου τεντωμένα μέσα σ’ εκείνο το πέτρινο μέρος,
τι είναι ο θάνατός σου
παρά ένα παλιό βιός,

ένα μόριο που έπεσε
από κάποιό σου ποίημα;

(Ω φιλενάδα,
ενόσω το φεγγάρι είναι κακό
και ο βασιλιάς έχει φύγει
και η βασίλισσα είναι σε πλήρη αδιέξοδο
ο μεθύστακας είναι πρέπον να τραγουδήσει!)

Ω μικροσκοπική μητέρα,
εσύ επίσης!
Ω αστεία δούκισσα!
Ω ξανθό πράγμα!

Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου
Πηγή: https://enasynena.gr

Σημείωμα αυτοκτονίας -ΑΝ ΣΕΞΤΟΝ

Μου λέτε για τον ναρκισσισμό μα σας απαντώ ότι είναι θέμα της ζωής μου…
Αρτώ

Αυτή τη στιγμή αφήστε με κατά κάποιο τρόπο να κληροδοτήσω όλα τ’ απομεινάρια στις κόρες μου και στις κόρες τους…
Ανώνυμος

Καλύτερα
από τα σκουλήκια που μιλούν
στην οπλή της φοράδας στο λιβάδι∙
καλύτερα
από την εποχή των νεαρών κοριτσιών
που χύνουν το αίμα τους˙
καλύτερα κάπως
να ρίξω γρήγορα τον εαυτό μου
μέσα σ’ ένα παλιό δωμάτιο.
Καλύτερα (είπε κάποιος)
να μη γεννηθεί
κι ακόμα καλύτερα
να μη γεννηθεί δυο φορές
στα δεκατρία
όπου στο οικοτροφείο,
κάθε χρονιά η κρεβατοκάμαρα,
έπιανε φωτιά.

Αγαπητέ φίλε,
Θα έχω να βυθιστώ με εκατοντάδες άλλων
με έναν ανελκυστήρα σερβίτσιων προς την κόλαση.
Θα είμαι ένα ελαφρύ πράγμα.
Θα εισέλθω στον θάνατο
σαν τον χαμένο φακό επαφής κάποιου.
Η ζωή κατά το ήμισυ διευρύνεται.
Τα ψάρια και οι κουκουβάγιες είναι αγριεμένες σήμερα.
Η ζωή γέρνει μπρος πίσω.
Ακόμα και οι σφήκες δεν μπορούν να βρουν τα μάτια μου.

Ναι,
μάτια που κάποτε ήταν άμεσα.
Μάτια που έχουν υπάρξει πράγματι άγρυπνα,
μάτια που είπαν ολόκληρη την ιστορία –
φτωχά άλαλα ζώα.
Μάτια που διαπεράστηκαν,
μικρά κεφάλια καρφιών,
ανοικτοί γαλάζιοι πυροβολισμοί.

Και κάποτε
με στόμα σαν φλιτζάνι,
πηλός χρωματιστός ή αίμα βαμμένο,
ανοικτό σαν κυματοθραύστης
για τον χαμένο ωκεανό
και ανοικτό σαν την θηλιά
για το πρώτο κεφάλι.

Μια φορά κι έναν καιρό
λαχταρούσα τον Ιησού.
Ω λαχτάρα μου! Λαχτάρα μου!
Πριν γεράσει
εισήλθε ήρεμα εποχούμενος στην Ιερουσαλήμ
γυρεύοντας το θάνατο.

Αυτή τη φορά
Σίγουρα
δε ζητώ κατανόηση
κι ακόμα ελπίζω πως όλοι οι άλλοι
θα στρέψουν τα κεφάλια τους όταν ένα κοπάδι ψάρια που δεν έκανε πρόβα θα πηδήξει
στην επιφάνεια της λίμνης Έκο˙
όταν το σεληνόφως,
που η χαμηλότερή του νότα δυνάμωσε,
πληγώνει κάποιο κτίριο στη Βοστόνη,
όταν το αληθινά όμορφο κείται μαζί.
Σίγουρα, το σκέφτομαι αυτό,
και θα το σκεφτόμουν περισσότερο
εάν δεν ήμουν… εάν δεν ήμουν
σ’ εκείνη την παλιά πυρκαγιά.

Μπορώ να παραδεχτώ
πως ήμουνα μοναχά μια δειλή
φωνάζοντας εμένα εμένα εμένα
και δεν παρατήρησα τις μικρές σκνίπες, τους σκόρους,
εξαναγκασμένοι απ’ την κατάσταση
να ρουφήξουν τον ηλεκτρικό βολβό.
Αλλά σίγουρα εσύ γνωρίζεις πως καθένας έχει έναν θάνατο,
τον δικό του θάνατο,
περιμένοντάς τον.
Έτσι θα φύγω τώρα
χωρίς τα γηρατειά ή την αρρώστια,
παράφορα μα με ακρίβεια,
γνωρίζοντας τον καλύτερο δρόμο μου,
πάνω σ’ αυτό το γάιδαρο παιχνίδι που καβάλησα όλα αυτά τα χρόνια,
χωρίς ποτέ να ρωτώ, «Που πηγαίνουμε;»
Οδεύαμε (που να’ ξερα)
σ’ αυτό.

Αγαπητέ φίλε,
σε παρακαλώ μη σκέφτεσαι
πως σχηματίζω στο μυαλό μου κιθάρες που παίζουν
ή τον πατέρα μου να λυγίζει τ’ οστό του.
Ούτε καν περιμένω το στόμα της μάνας μου.
Ξέρω πως έχω πεθάνει πιο πριν –
μια το Νοέμβριο, μια τον Ιούνιο.
Τι περίεργο να διαλέξω τον Ιούνιο και πάλι,
τόσο συμπαγής με τα πράσινα στήθη του και τις κοιλιές του.
Φυσικά οι κιθάρες δεν θα παίξουν!
Τα φίδια σίγουρα δεν θα προσέξουν.
Η πόλη της Νέας Υόρκης δεν θα νοιαστεί.
Το βράδυ οι νυχτερίδες θα χτυπήσουν στα δέντρα,
γνωρίζοντάς τα όλα,
βλέποντας ότι αισθάνθηκαν όλη τη μέρα

Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου
Πηγή: https://poetrybookshop.wordpress.com 

Για την χρονιά των τρελών- ΑΝ ΣΕΞΤΟΝ

μια προσευχή

Ω Μαρία, εύθραυστη μητέρα,
άκουσέ με, άκουσέ με τώρα
έστω κι αν δεν γνωρίζω τα λόγια.
Το μαύρο ροζάριο με τον ασημένιο του Χριστό
κείται ανευλόγητο μέσα στο χέρι μου
επειδή είμαι άπιστη.
Κάθε χάντρα σκληρή και στρογγυλή ανάμεσα στα δάχτυλά μου,
ένας μικρός μαύρος άγγελος.
Ω Μαρία, επίτρεψέ μου αυτή την χάρη,
το πέρασμα,
έστω κι αν είμαι άσχημη,
βυθισμένη στον παρελθόν
και την τρέλα μου.
Παρόλο που υπάρχουν καρέκλες
ξαπλώνω στο πάτωμα.
Μόνο τα χέρια μου είναι ζωντανά,
αγγίζοντας χάντρες.
Λέξη τη λέξη, κομπιάζω.
Μια αρχάρια, νιώθω το στόμα σου να αγγίζει το δικό μου.

Μετρώ χάντρες σαν τα κύματα,
να με σφυροκοπούν.
Είμαι ασθενής στους συνδυασμούς τους,
άρρωστη, άρρωστη στην καλοκαιρινή ζέστη
και το παράθυρο από πάνω μου
είναι ο μοναδικός μου ακροατής, η άχαρή μου ύπαρξη.
Και τα θέλει όλα, μια γαληνεύτρα.
Η ζωοδότρα της αναπνοής
μουρμουρίζει,
αδειάζοντας το φαρδύ πνευμόνι της όπως ένα θεόρατο ψάρι.

Όλο και πιο κοντά
φτάνει η ώρα του θανάτου μου
καθώς αναμορφώνω το πρόσωπό μου, γίνομαι νεότερη,
μεγαλώνω ασχημάτιστη και με ίσια μαλλιά.
Όλο αυτό είναι θάνατος.
Μέσα στο νου υπάρχει ένα μικρό δρομάκι που ονομάζεται θάνατος
και κινούμαι μέσα απ’ αυτό όπως
μέσα σε νερό.
Το σώμα μου είναι άχρηστο.
Κείται, κουλουριασμένο σαν ένα σκυλί στο χαλάκι.
Έχει παραδοθεί.
Δεν υπάρχουν λόγια εδώ εκτός απ’ όσα μαθεύτηκαν μισά,
το Χαίρε Μαρία και το Μέγα έλεος σου.
Τώρα έχω μπει στην χρονιά χωρίς λέξεις.
Πρόσεξα την περίεργη είσοδο και την ακριβή ηλεκτρική τάση.
Υπάρχουν δίχως λέξεις.
Δίχως λέξεις κάποιος μπορεί ν’ αγγίξει ψωμί
και να’ ναι ψωμί ζυμωμένο από χέρια
και να μη κάνει θόρυβο.

Ω Μαρία, τρυφερή γιάτρισσα,
έλα με σκόνες και βοτάνια
επειδή είμαι στο επίκεντρο.
Είναι πολύ μικρό και ο αέρας γκρίζος
όπως σε λεβητοστάσιο.
Είμαι χειροποίητο κρασί όπως ένα παιδί είναι χειροποίητο γάλα.
Παρουσιάστηκε σ’ εύθραυστο ποτήρι
με κοίλη βάση και λεπτό χείλος.
Το κρασί το ίδιο είναι σκουρόχρωμο, ξινισμένο και μυστικό.
Το ποτήρι ανεβαίνει από μόνο του ως το στόμα μου
και αυτό το παρατηρώ και το κατανοώ
μόνο επειδή έχει συμβεί.
Έχω αυτό το φόβο του βηξίματος
αλλά δεν μιλώ,
ένα φόβο βροχής, ένα φόβο για τον καβαλάρη
που πλησιάζει καλπάζοντας στο στόμα μου.
Το ποτήρι γέρνει από μόνο του
και φλέγομαι.
Βλέπω δυο λεπτές δέσμες να μου καίνε το σαγόνι.
Βλέπω τον εαυτό μου σαν κάποιος να έβλεπε έναν άλλο.
Έχω κοπεί στα δυο.

Ω Μαρία, άνοιξε τις βλεφαρίδες σου.
Είμαι στο χώρο της σιωπής,
το βασίλειο του τρελού και του κοιμώμενου.
Υπάρχει αίμα εδώ
και το έχω φάει.
Ω μητέρα της γαστέρας,
ήρθα για αίμα μοναχή μου;
Ω μικρή μητέρα,
είμαι μέσα στο δικό μου μυαλό
είμαι κλειδωμένη σε λάθος σπίτι.

Αύγουστος 1963 
Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου
Πηγή: https://poetrybookshop.wordpress.com 

Θέλοντας να πεθάνω- ΑΝ ΣΕΞΤΟΝ

Αφού ρωτάς, τις περισσότερες μέρες δεν μπορώ να θυμηθώ.
Περπατώ ντυμένη, ασημάδευτη απ’ αυτό το ταξίδι.
Έπειτα μια σχεδόν ακατονόμαστη λαγνεία επιστρέφει.

Ακόμα και τότε δεν είχα τίποτα ενάντια στη ζωή.
Ξέρω καλά τις λεπίδες του γρασιδιού που αναφέρεις,
τα έπιπλα που είχες τοποθετήσει κάτω απ’ τον ήλιο.

Αλλά οι αυτοκτονίες έχουν μια ειδική γλώσσα.
Σαν τους ξυλουργούς θέλουν να ξέρουν ποια εργαλεία.
Ποτέ δεν ρωτούν γιατί χτίζουν.

Δυο φορές πολύ απλά έχω αρνηθεί τον εαυτό μου,
έχω πιάσει τον εχθρό, έφαγα τον εχθρό,
έχω καταλάβει την τέχνη του, την μαγεία του.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, βαριά και σκεπτική,
θερμότερη απ’ το λάδι ή το νερό,
έχω ξαποστάσει, βρομοσαλιάζοντας στο στόμα-τρύπα.

Δεν σκέφτηκα το κορμί μου στην άκρη της βελόνας.
Ακόμα και ο κερατοειδής και το περίσσευμα των ούρων μου έχουν φύγει.
Οι αυτοκτονίες έχουν ήδη προδώσει το σώμα.

Θνησιγενείς, δεν πεθαίνουν πάντα,
αλλά ζαλισμένες, δεν μπορούν να ξεχάσουν ένα τόσο γλυκό φάρμακο
που ακόμα κι ένα παιδί θα το κοιτούσε και θα χαμογελούσε.

Να χώνεις όλη αυτή τη ζωή κάτω απ’ τη γλώσσα σου! —
αυτό, από μόνο του, γίνεται ένα πάθος.
Ο θάνατος είναι ένα θλιμμένο οστό∙ με κακώσεις, θα έλεγες,

κι ακόμα αυτή με περιμένει, χρονιά με τη χρονιά,
με τόση αβρότητα να αποκαταστήσει μια παλιά πληγή,
να αδειάσει την ανάσα μου απ’ την σκληρή του φυλακή.

Ισορροπώντας εκεί, οι αυτοκτονίες καμιά φορά συναντούν,
περιγελώντας τον παλαβιάρη, ένα φουσκωμένο φεγγάρι,
αφήνοντας το ψωμί που παρεξήγησαν για ένα φιλί,

αφήνοντας την σελίδα του βιβλίου απρόσεκτα ανοικτή,
κάτι ανείπωτο, το τηλέφωνο βγαλμένο απ’ την πρίζα
και τον έρωτα, ότι κι ήταν, μια μόλυνση

3 Φεβρουαρίου 1964
Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου
Πηγή: https://poetrybookshop.wordpress.com  

Ανακεφαλαίωση -ΝΤΟΡΟΘΙ ΠΑΡΚΕΡ

Tο ακουαφόρτε είναι πικρό,
σου καίει το λαρύγγι.
Το ξυραφάκι κοφτερό
και η θηλιά σε σφίγγει.
Τα όπλα είναι παράνομα
και τα χαπάκια επίσης.
Βρωμάει το γκάζι άσχημα.
Καλύτερα να ζήσεις.

μετάφραση: Γ. Νίκας
Πηγή: https://thepoetoftheuniverse.wordpress.com

Έρευνα-επιμέλεια αφιερώματος : Αγγελική Καραπάνου