Η προφητεία της Αυγής- ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΙΔΗΡΑ

Η προφητεία της Αυγής- ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΙΔΗΡΑ

Θα δούμε ένα ποίημα της ποιήτριας Αγγελικής Σιδηρά . Η προφητεία της Αυγής" από την ποιητική συλλογή "Απόπειρα Τοπίου".Εκπληκτικό!

Ἡ προφητεία τῆς Αὐγῆς-ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΙΔΗΡΑ

1.
Πῶς μὲ κουράζει αὐτὴ ἡ διαδρομὴ
ἀπ’ τὸ δωμάτιό μου στὸ δικό σου
–ἀπόσταση ἐλάχιστη δυὸ μέτρα παρὰ κάτι.–
Πίσω ἀπ’τὴν πόρτα ποὺ μετακινεῖται
ὅλο καὶ πιὸ μακριά μου, περιμένεις
μιὰ λάθος λέξη, κίνηση
ἀνατόμος νὰ σκύψεις ἀπὸ πάνω μου
κι ἐγὼ σὰν σαλιγκάρι νὰ κουβαριαστῶ
μὲς στὴ σιωπή μου. Ἐδῶ τὸ πάτωμα
ἄρχισε νὰ ὑποχωρεῖ ἀπὸ τὸ βάρος
τῆς ἀδιαλλαξίας καὶ τὸ ταβάνι
δὲν ἀντέχει ἄλλο νὰ συστεγάζει
προθέσεις τόσο διαφορετικές.

Ὁ ἐκφωνητὴς στὴν τηλεόραση
οἰκεῖος, στὸν ἴδιο χῶρο τόσα χρόνια
δὲν παρεμβαίνει. Ἀγανακτῶ:
«Δυὸ μέτρα μόνο παρά κάτι;»
τὸν ρωτάω καὶ συντομεύει
τὶς εἰδήσεις γιὰ νὰ φύγει.

2.
Λείπεις παρών.
Στὸ σπίτι, στὸν περίπατο, στὴ συναυλία.
Ἀντίσταση προβάλλεις στὴν προσπάθεια
ποὺ ἡ σκέψη καταβάλλει νὰ σὲ διαγράψει
ὅπως ἡ βέρα μὲ τ’ ὄνομά σου
ποὺ ἄφησε ἐπίτηδες τὴ σάρκα μου
νὰ ξεχειλίσει γύρω της
τὴ μονιμότητά της νὰ διασφαλίσει.

3.
Ἀπὸ τὴν Ὑπεραγορὰ γυρνώντας
σπίτι κουβαλὰμε, ἐσὺ
τὸ βάρος ποὺ σοῦ ὅρισε ἡ ζυγαριὰ
τῶν ἀγαθῶν μιὰς καρποφόρας λογικῆς
κι ἐγὼ τὸ ἀνυπολόγιστο φορτίο
τῆς διχασμένης μου ὕπαρξης.

4.
Ὅπως σὲ μιὰ θεομηνία
γυρίζεις πίσω γιὰ νὰ πάρεις
τὶς μετοχές σου, κάποια ὁμόλογα χαρτιὰ
ἔτσι κι ἐμεῖς ἀλαφιασμένοι
τὸ αὔριο ἀψηφώντας
τρέξαμε πίσω στὸ παρελθὸν
νὰ περισώσουμε ἕνα χαρτὶ
–μιὰ πράξη ληξιαρχική–

Ὅ,τι δηλώνει μοναχὰ τὴ σχέση μας.

5.
Ἀφοῦ ἀκόμα καὶ τὰ γράμματά σου
φυλαγμένα, εκθέσεις τώρα ἰδεῶν
θυμίζουν μὲ θέμα επιβεβλημένο
τὸν “Ἔρωτα”. Κι αὐτὴ ἡ μελαγχολία
ποὺ ὅλο καὶ κιτρινίζει
τὸ λευκό τους παρελθὸν
μομφὴ τοῦ χρόνου
γιὰ τὴν ἀνυποληψία τους.

6.
Εἶμαι ἕνα φουστάνι μίνι
μιὰ τσιγγάνα φούστα
τὶς νύχτες κάποια κοσμικὴ ἐτὸλ
καὶ κάποτε μιὰ τζὶν γαλάζια ξεγνοιασιά.
Ἀναζητῶ ἀκόμα τ’ ὄνομά μου.
Ἐσὺ τὰ πρωινὰ εἶσαι μονάχα
μιὰ κρεμάστρα ἄδεια
ποὺ δὲν διαμαρτύρεται
κι ὅταν νυχτώνει
μαζεύεσαι διακριτικὰ
στὴν ἄκρη τῆς ντουλάπας
ἕνα καφὲ κουστούμι
κι ἕνα πουκάμισο ἄσπρο
δίχως τύψεις.

7.
Γι’ αὐτὸ ἀκόμα κι ἄν ὑπήρχαμε
μορφὲς τῆς Ἀναγέννησης
σὲ κάποιο τοῖχο τῆς Σιξτίνα
ἐμένα μὲ τὴν ἀγωνία τῆς Μεγάλης Κρίσης
στὸ Καθαρτήριο Πῦρ
θὰ εἶχε ζωγραφίσει ὁ Μπουαναρότι
κι ἐσένα ψηλὰ σὲ κάποιο σύννεφο
νὰ μὲ κοιτᾶς ἀπὸ μακριὰ
μὲ τὸ ἄδειο βλέμμα
τῆς γαληνεμένης σου συνείδησης.

8.
Εἶχα καιρὸ νὰ δῶ τὸ πρόσωπό σου
–κάθε μέρα ἀπέναντί μου.
Ἀπόψε ὅμως ἔνιωσα κάποια ρυτίδα σου
νὰ ἐκτείνεται, νὰ μὲ πονᾶ
χαράζοντας τὸ μέτωπό μου.

Ἔτσι ἄρχισα καὶ πάλι νὰ σὲ ψάχνω
ψηλαφώντας τὸ δικό μου πρόσωπο.

9.
Εἴμαστε δυὸ παράλληλες γραμμὲς
ποὺ ξεθωριάζοντας συγκλίνουμε
γιὰ χάρη τῆς συνέχειας.
Ὅταν θὰ γίνουμε σκιὲς
τὸ σπίτι αὐτὸ θ’ ἀναληφθεῖ μαζί μας.
Θέλουν σφυγμοὺς οἱ τοῖχοι
γιὰ νὰ κρατηθοῦν.
Σὲ κάμαρες ποὺ ἴσως
ποτὲ δὲν θὰ γνωρίσουμε
τὰ ὄνειρά θὰ μᾶς σμίξουν πάλι
τῶν παιδιῶν μας. Θὰ μὲ κρατᾶς
ἀπὸ τὸ χέρι, θὰ βαδίζουμε
ἀνίδεοι γιὰ τὴν ὀνειρική μας ὕλη
γιὰ τὴν ἐλάχιστη αὐτὴ ἀνάσταση
τελείως λησμονώντας
τὴν προφητεία τῆς αὐγῆς.

Καὶ τότε ἴσως θυμηθῶ
πὼς κάποτε μ’ ἀγάπησες.

Ποιητική συλλογή: ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΤΟΠΙΟΥ εκδόσεις Ερμείας, 1994