Ραχήλ- ΚΩΝΣΤΑΝΤΗΣ ΣΒΟΛΗΣ

Ραχήλ- ΚΩΝΣΤΑΝΤΗΣ ΣΒΟΛΗΣ

Αυτές τις μέρες είχα την τύχη να παρακολουθήσω έναν φοβερό αφηγητή ιστοριών (story teller), τον Κωνσταντή Σβόλη. Ένα από τα διηγήματα που  παρουσίασε στην ομήγυρη και μας συντάραξε, ήταν δικό του. Του ζήτησα να το μοιραστεί μαζί μας. Ας δούμε λοιπόν την υπέροχη και απόκοσμη "Ραχήλ" !

Ραχήλ- ΚΩΝΣΤΑΝΤΗΣ ΣΒΟΛΗΣ

Υπηρετούσα τη θητεία μου σε ένα φυλάκιο κοντά στα σύνορα με τη Βουλγαρία.  Ένα δύσκολο μέρος καταραμένο απ’ το θεό. Κρύο, υγρασία και σκοτάδι. Πολλές από τις σκοπιές σε μέρη απομονωμένα που μ’ έκαναν να νιώθω ευερέθιστος σε κάθε ήχο που άκουγα τη νύχτα.

Οι φαντάροι λέγαν ιστορίες για την σκοπιά Σ6 που περνούσε κάποιες νύχτες μια γριά έξω από τα σύρματα και κοντοστεκόταν κοιτάζοντας τον φαντάρο επίμονα. Άμα έκανες να της μιλήσεις σε έπιανε αυτό που το λένε Μόρα και σου κόβεται η φωνή και η ανάσα.

Κάποιοι ντόπιοι μας έλεγαν στην Σ2 έβγαινε ένα μικρό παιδάκι μέσα από τις πυκνές φυλλωσιές κι έσκουζε με βρυχηθμό λιονταριού.

Άκουγα διάφορες τέτοιες ιστορίες που δεν ήταν παρά βλακείες, αστικοί μύθοι και δεισιδαιμονίες. Το θέμα όμως ήταν ότι σου έφτιαχναν ένα κλίμα φοβιστικό άσχετα αν τα πίστευες αυτά που λέγαν. Πολλές φορές είχε τύχει να φυλάω σκοπιά στην Σ2 ή στην Σ6 και να αγριεύομαι απ’ το σκοτεινό απομονωμένο μέρος και στο μυαλό μου να έρχονται οι ιστορίες που άκουγα.

Μέσα σε όλα αυτά ήταν κι ο καιρός που είχε αρχίσει να αγριεύει  μέρα με τη μέρα. Χιόνι, ομίχλες, παγωνιά έκαναν παρέα στη μοναξιά μου. Η επικοινωνία μου με τους άλλους φαντάρους σχεδόν ανύπαρκτη.  

Μόνο με τον Στέλιο είχαμε γίνει φιλαράκια .Κι αυτός από Αθήνα και τον στείλανε εδώ δυσμενή μετάθεση όπως κι εμένα.

Άκουγε τις νύχτες να τον φωνάζουν από μακριά άλλοτε γυναικεία φωνή, άλλοτε παιδική. Είχε δει τρεις φορές το ίδιο όνειρο. Λέει ότι αγκάλιαζε τη μάνα του και  τα χέρια της γίνονταν φίδια που το έσκαγαν και ξύπναγε κατουρημένος.

Όλοι οι βαρεμένοι εδώ είναι; Αναρωτιόμουν.

Είχε φτάσει Δεκέμβρης και ξημέρωνε του Αγίου Νικολάου. Μας είπε ένας βοσκός ότι κάνουν γιορτή σε ένα κοντινό χωριό, το Λυκόστομο.

«Κατηφορίστε το μεσημέρι, θα ψένουν προβατίνες και θα’ χει και χορό στο μαγαζί του Παντέ.»

«Επιτέλους κάτι να σπάσει αυτή τη θλιβερή μονοτονία και τη σκοτεινιά» σκέφτηκα.

Ο Στέλιος κι εγώ ήμασταν εξοδούχοι. ¨Εξοδούχοι¨, πολύ αστεία λέξη όταν η έξοδός σου περιορίζεται στο να πας στο κοντινό χωριό ,16 χιλιόμετρα από το φυλάκιο.

Μετά τις τέσσερις καβαλήσαμε ένα στρατιωτικό τζιπ και φύγαμε για το Λυκόστομο.

«Ας βάλει το χέρι του ο Άγιος μην και πέσουμε σε καρακόλια.» μου είπε ο Στέλιος κάνοντας το σταυρό του.

Εκείνη τη μέρα, πέρα από την παγωνιά, φυσούσε πολύ και σε μαστίγωνε ο αέρας. Σε κάποιες στροφές κόντεψα να ξεράσω το γάλα της μάνας μου. Παρόλο που ήμασταν σε τετρακίνητο τζιπ ,πήγαινε σαν καρυδότσουφλο όταν του τα ’σκαγε ο αέρας στα πλάγια.

Φτάσαμε στις πεντέμισι και άρχισε να σκοτεινιάζει και να ψιλοβρέχει. Στην ψησταριά βλέπαμε κόσμο μέσα, μουσική και οχλαγωγία ακουγόταν από μακριά συνοδευόμενες από μυρωδιά τσίκνας.

«Επιτέλους άνθρωποι, μουσική» φωνάξαμε και έσκασε το χειλάκι μας χαμόγελα.

Μέσα στην ψησταριά γλέντι σωστό,  με μια μικρή ορχήστρα και πολύ κέφι από τους χωριανούς. Ήμασταν οι μόνοι φαντάροι εκεί μέσα και μας καλοδέχτηκαν.

«Κεράστε τα φαντάρια μωρέ.» είπε ένας μουστακαλής.

Καθόμουν και παρατηρούσα τον κόσμο, τα πρόσωπά τους, τις κινήσεις τους, τον τρόπο που μιλούν. Άνθρωποι χαμογελαστοί, σκληροτράχηλοι, εύρωστοι και απλοϊκοί. Ένιωθα σαν να κατέβηκα από τον Άρη.

Ανάμεσα στον κόσμο παρατήρησα και λίγες νέες κοπέλες που τις περιτριγύριζαν οι πιο  νέοι του χωριού.

Όσο περνούσε η ώρα ένιωθα πιο ζεστά με το περιβάλλον και σιγά – σιγά άρχισα να μιλάω με τους γύρω μου ,ώσπου ξεθάρρεψα.

Παρατηρούσα ώρα τώρα ένα κορίτσι που βρισκόταν ανάμεσα στον κόσμο που χόρευε. Φαινόταν πολύ ευτυχισμένη και διαρκώς είχε ένα πλατύ χαμόγελο που την κολάκευε. Ντυμένη μ’ένα ελαφρύ κόκκινο  φόρεμα , πυκνά μαύρα μαλλιά, καταπράσινα μάτια και άσπρο δέρμα καθαρό, αψεγάδιαστο.

Πραγματικά την χάζευα σαν υπνωτισμένος να μοιράζει χαμόγελα και να κινείται στο χώρο αέρινη. Πρόσεξα πως δεν είχε κάποια παρέα , δεν μιλούσε με κανέναν ,αλλά φαινόταν σαν να την γνωρίζουν και να τους γνωρίζει όλους.

Έκανα κίνηση προς το μέρος της και την πλησίασα. Της χαμογέλασα και ανταποκρίθηκε.

«Καλησπέρα, σε παρατηρούσα πριν και ήθελα να σου πω ότι...ότι είσαι...ε.. είσαι πολύ όμορφη» της είπα και με έλουζε ο ιδρώτας της ντροπής.

Μου χαμογέλασε και με ακούμπησε στον ώμο.

 «Κι εσύ είσαι πολύ όμορφος. Με λένε Ραχήλ»

«Βασίλης»

«Πάμε να βάλουμε κρασί ,Βασίλη»

Με έπιασε απ’ το χέρι και με τράβηξε μαζί της. Βάλαμε κρασί , τσουγκρίσαμε και χορέψαμε. Δηλαδή αυτή χόρευε ,εγώ απλά κουνιόμουν και τη χάζευα. Ήταν σαν φωτίζει κάτι από τα μέσα της, η μυρωδιά της απαλή και μεθυστική. Τύλιξε τα χέρια της γύρω από το λαιμό μου.

«Αγκάλιασέ με» μου είπε, εγώ την υπάκουσα και αμέσως κόλλησε τα χείλια της στα δικά μου .Φιλιόμασταν ανάμεσα στον κόσμο και η αίσθησή μου ήταν σαν να φιλάω σε όνειρο μια γυναίκα βασίλισσα, αυτοκράτειρα, θεά ή το πιο τέλειο δημιούργημα της φαντασίας μου.

Κάποια στιγμή μου λέει κάπως απότομα ότι πρέπει να φύγει κι εγώ της ζήτησα να τη συνοδεύσω. Έξω το χιόνι μόλις είχε καλύψει  το έδαφος , ο αέρας είχε κόψει, βαδίσαμε στα σοκάκια.

«Δεν είχες παλτό;» τη ρώτησα.

«Το ξέχασα στο αμάξι της φίλης μου»

«Θα σου δώσω τη χλαίνη μου» της είπα και της φόρεσα την παχιά χλαίνη.

Πιασμένοι χέρι – χέρι τριγυρίζαμε στα σοκάκια, γελούσαμε, λέγαμε τραγούδια. Πότε – πότε σταματούσαμε κάτω από στέγες και φιλιόμασταν με πάθος. Μέχρι που βγήκαμε στον κεντρικό δρόμο.

«Εδώ πρέπει να χωρίσουμε» μου είπε.

«Είσαι σίγουρη, θες να σε πάμε με το τζιπ;»

«Όχι, σ΄ ευχαριστώ ,γλυκέ μου»

«Θα έρθω να σε βρω ξανά μεθαύριο»

Γέλασε, μου ’δωσε άλλο ένα φιλί κι εξαφανίστηκε μέσα στη νύχτα.

Γύρισα πίσω να βρω τον Στέλιο, μπήκα στο μαγαζί και τον βρήκα μεθυσμένο να κάθεται σε έναν καναπέ.  Τον μάζεψα γρήγορα και μπήκαμε στο τζιπ. Παρά την τόσο έντονη βραδιά ένιωθα μια δυνατή ενέργεια και οι αισθήσεις μου έγιναν ευαίσθητες. Οδήγησα μέσα στο χιόνι δεκαέξι ολόκληρα χιλιόμετρα στο βουνό. Δεν το πίστευα.

Την άλλη μέρα το μυαλό και οι αισθήσεις μου ήταν παγιδευμένα στη Ραχήλ. Έπρεπε να κάνω υπομονή μια μέρα ακόμα για την επόμενη έξοδο. Ο Στέλιος είχε πονοκέφαλο και κοιμόταν όλη μέρα, ως την ώρα που θα πήγαινε στη σκοπιά.

Το βράδυ έκατσα κι έγραψα όσα στοιχεία θυμόμουν απ’ αυτή. Έτσι , γιατί το είχα ανάγκη. Την άλλη μέρα μετά το μεσημέρι έφυγα για το Λυκόστομο με έναν ντόπιο που είχε τρακτέρ.

Φτάνοντας στο χωριό πέρασα από την ταβέρνα που έγινε το γλέντι. Το μέρος αγνώριστο, το φως της ημέρας έδειχνε ένα διαφορετικό σκηνικό απ΄ αυτό που είχα συναντήσει προχθές.

Μπήκα στην ταβέρνα και ρώτησα τον ταβερνιάρη με το μουστάκι.

«Καλησπέρα, ήρθα προχθές στο γλέντι και αναζητώ μια κοπέλα του χωριού, τη Ραχήλ, της έδωσα τη χλαίνη μου»

«Ποια Ραχήλ;» με ρωτάει.

«Μια νέα κοπέλα με κοκκινωπό φόρεμα που χόρευε στη μέση του μαγαζιού»

«Δε θυμάμαι καμία κοπέλα με κόκκινο να χορεύει» μου απάντησε.

«Εδώ στη μέση χόρευε, όλοι την κάναν γούστο»

Ο ταβερνιάρης σίγουρα δε θυμόταν. Πώς γίνεται να μην την πρόσεξε αφού ήταν τόσο εντυπωσιακή;

Συνέχισα να πηγαίνω ψάχνοντας στα σοκάκια μέχρι που είδα ένα φαρμακείο. Σκέφτηκα πως αποκλείεται να μην την ξέρουν. Πόσες κοπέλες να ’χει αυτό το μικρό χωριό;

Μπήκα μέσα και ρώτησα τη φαρμακοποιό το ίδιο με πριν. Αλλά η απάντησή της με μπέρδεψε για τα καλά.

«Κοίτα, γιε μου, το χωριό έχει 10 μικρά κορίτσια και άλλες τόσες νεαρές κοπέλες. Δεν υπάρχει καμιά Ραχήλ».

Να μου ’δωσε άλλο όνομα; Να μου ’λεγε ψέματα;  σκέφτηκα. Δεν μπορεί,  φαινόταν τόσο αγαπητή  και κυκλοφορούσε με άνεση και οικειότητα ανάμεσα στον κόσμο σαν μια σταρ.

Βγήκα έξω και συνάντησα το βοσκό που μας είχε πει για το γλέντι. Το ρώτησα για τη Ραχήλ.

«Ραχήλ...» σκέφτηκε «Η μόνη Ραχήλ που είχε το χωριό ήταν ένα ομορφοκόριτσο μελαχρινό, με πράσινα μάτια  που έμενε στα πάνω σπίτια. Πέθανε πριν από 7 χρόνια, κάηκε μέσα στο σπίτι της».

Ανατρίχιασα!

«Δεν μπορεί να είναι αυτή, για άλλη λες»  του είπα.

«Δεν ξανάκουσα το όνομα αυτό από τότε» μου είπε «η μόνη Ραχήλ που υπάρχει είναι στο νεκροταφείο, δίπλα στο μεγάλο τάφο του Καράγιωργα» .

Έφυγα ενοχλημένος από αυτά που μου ’πε ο βοσκός. Περπατούσα στα στενά βουρκωμένος ώσπου είδα μια ταμπέλα ¨νεκροταφείον Λυκοστόμου¨. Μπήκα μέσα, δεν ξέρω γιατί, άρχισα να γυρνάω στους τάφους. Στο βάθος ξεχώριζε ένας που ήταν ο πιο μεγάλος, οικογενειακός.

Φτάνω εκεί και βλέπω τον τάφο κάποιου Κωνσταντίνου Καράγιωργα. Δυο τάφους πιο δίπλα βλέπω έναν μικρότερο σταυρό.

 Κοντοστέκομαι και διαβάζω ¨Ραχήλ Στάμου¨, ηλικία 26 χρονών. Στο μνήμα ένα σβησμένο κερί και μια φωτογραφία. Η Ραχήλ με κόκκινο φόρεμα σα να ήταν σε γιορτή. Πάνω στον τάφο αφημένη μια χλαίνη. Η χλαίνη μου!

Την πήρα αμέσως κι άρχισα να τρέχω. Η χλαίνη έκαιγε,  δεν άντεξα άλλο και την πέταξα.

Έτρεξα στο χωριό και μόλις έφτασα στην πλατεία είδα τη Ραχήλ να ανεβαίνει  σε ένα τζιπ στρατιωτικό. Φορούσε το ίδιο κόκκινο φόρεμα, εγώ φώναξα ξανά και ξανά

 «Ραχήλ! Ραχήλ!»

Το τζιπ χάθηκε στο δρόμο, εγώ χάθηκα στο δάσος. 

                                                                      --------------- 

Περπατούσα χωρίς να ξέρω πού πηγαίνω, χωρίς προσανατολισμό. Η ταραχή μου ήταν τόσο μεγάλη που δεν καταλάβαινα αν ήταν μέρα ή νύχτα.

Τα σκοτεινά σημεία του δάσους εναλλάσσονταν με τα φωτεινά και τα διαστήματα μεταξύ τους δεν είχαν χρόνο. Ίσως βάδιζα μέρες, ίσως βάδιζα ώρες, το μυαλό μου είχε φυλακιστεί μέσα στις στιγμές που αφορούσαν την Ραχήλ.

Μπροστά μου δεν έβλεπα μονοπάτι αλλά μια νοητή ευθεία που με οδηγούσε στην άκρη του μυαλού μου.

Κάποια στιγμή συνάντησα ένα χωματόδρομο και η σκέψη μου άρχισε να επανέρχεται. Η ανάγκη μου ήταν να φύγω από κει και να γυρίσω στο χωριό ή στο φυλάκιο. Το φως λιγόστευε και η νύχτα ερχόταν να καταπιεί και την τελευταία ακτίνα φωτός.

Στάθηκα στο χωματόδρομο και είδα φώτα στο βάθος, κάποιο αμάξι  ερχόταν στη μεριά μου. Σήκωσα τα χέρια μου και τα κούνησα. Το αμάξι σταμάτησε κοντά μου κι εγώ πλησίασα στο παράθυρο:

«Έχω χαθεί και θέλω να πάω στο χωριό» φώναξα.

Οδηγός ήταν μια κοπέλα γύρω στα 30, γοητευτική με κάτασπρο δέρμα ,ντυμένη μοντέρνα , με έντονο κόκκινο φόρεμα. Η παρουσία της στο χωροχρόνο μού φάνηκε τουλάχιστον παράδοξη.

«Πέρασε μέσα. Πηγαίνω στο χωριό»

Κάθισα στη θέση του συνοδηγού και το αμάξι ξεκίνησε. Δεν μπορούσα να αρθρώσω λέξη και για να σπάσει την αμηχανία μου συστήθηκε:

“Είμαι η Μάρω» μου είπε.

«Εγώ είμαι ο Βασίλης,  είμαι σε παράξενη κατάσταση, έχει μπλοκάρει το μυαλό μου, μου συμβαίνουν παράδοξα» της απάντησα.

«Τι σου συμβαίνει, Βασίλη;»

Άρχισα  να της μιλάω για το γλέντι στο Λυκόστομο και για μια κοπέλα που γνώρισα, τη Ραχήλ. Αυτή με άκουγε και το χρώμα των  ματιών  της από καστανά σκούρα γίνονταν καταπράσινα. Γύρισε να με κοιτάξει και στο βλέμμα της είδα να με κοιτάζει η Ραχήλ.

Ναι, η Ραχήλ!

Όχι, το μυαλό μου κάνει παιχνίδια, σκέφτηκα. Συνέχισα να της μιλάω για το περιστατικό με τη χλαίνη που της έδωσα και ότι γύρισα να τη βρω στο χωριό, μα μου είπαν ότι είναι νεκρή από χρόνια.

Η Μάρω με άκουσε και ο τρόπος που με κοίταξε ήταν σα να κοιτάει έναν τρελό. Χαμογέλασε και είπε:

“Δεν πιστεύω σε φαντάσματα , μάλλον η ζωή στο φυλάκιο σε έχει αγχώσει».

Και πώς ξέρει ότι είμαι φαντάρος; Βέβαια σ’ αυτά τα μέρη ξεχωρίζουμε από την ηλικία και το κούρεμα, σκέφτηκα.

Δεν μπορούσα να μιλήσω, στο λαιμό μου είχα κόμπο, άνοιξα το παράθυρο να πάρω αέρα  και κοίταξα έξω. Μετά γύρισα και κοίταζα το λευκό αψεγάδιαστο δέρμα της, τόσο καθαρό και φωτεινό.

«Μάρω, από πού έρχεσαι ;» τη ρώτησα.

«Από τις Καστανιές και πάω στο Λυκόστομο να δω την αδερφή μου. Τυχερός είσαι που με βρήκες τέτοια ώρα στο δάσος».

Η φωνή της ακουγόταν στ’ αφτιά μου σαν να μιλάνε δύο ταυτόχρονα. Η δική της και της Ραχήλ. Όχι, όχι πρέπει να έρθω στα λογικά μου. Αν τη βγάλω απ’ το μυαλό μου θα συνέλθω.

Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, έβγαλα τα τσιγάρα μου να καπνίσω.

«Θες τσιγάρο;» τη ρώτησα.

«Ευχαριστώ, δεν καπνίζω» απάντησε.

Έψαχνα τον αναπτήρα μου ,αλλά πουθενά.

«Έχεις φωτιά;»

«Δεν έχω εγώ αλλά ίσως έχει κάπου στο αμάξι. Είναι της αδερφής και αν ψάξεις μπορεί να βρεις.»

Ψάχνω στο πλάι της πόρτας, κάτω απ το ντουλαπάκι, τίποτα. Ανοίγω να δω στο ντουλαπάκι ψάχνοντας άτσαλα, έπιανα αντικείμενα όπως στυλό, cd, φωτογραφίες και στο τέλος αναπτήρα.

Άναψα το τσιγάρο και αφήνοντας τον αναπτήρα ,τράβηξα με τρόπο 3 φωτογραφίες. Τις κοίταξα και αντίκρισα τον εαυτό μου στο παράθυρο ενός αυτοκινήτου. Στην επόμενη πάλι εγώ στο ίδιο παράθυρο με τσιγάρο στο στόμα.

Τις πέταξα στο ντουλαπάκι και το έκλεισα με δύναμη. Τώρα θα πρέπει να ’χω γίνει πιο άσπρος απ’ αυτή, σκέφτηκα.

Με έλουσε κρύος ιδρώτας και μια ματαίωση και παραίτηση και το αίσθημα του άδειου. Είμαι έρμαιο, αφήνομαι στα χέρια τους, ας γίνει ό,τι γίνει. Σα να με πάνε για σφαγή, σα να με πάνε να με κατασπαράξουν.

Όχι, όχι, όχι, έκανα λάθος. Δεν ήμουν εγώ στις φωτογραφίες, δεν μπορεί να ήμουν εγώ.

«Θες να πιεις λίγο κονιάκ;» με ρώτησε.

«Τι κονιάκ;»

«Κόκκινο» απάντησε χαμογελώντας.

«Σαν τα χείλη σου;» τη ρώτησα και την κοίταξα κι εγώ με χαμόγελο.

Μα μπροστά μου ήταν η Ραχήλ. Ναι, στη θέση του οδηγού! Άρχισα να φωνάζω και να χτυπάω το ντουλαπάκι. Το αμάξι σταμάτησε και είδα τη Μάρω να με κοιτάζει με γλυκό ύφος.

«Εδώ πρέπει να στρίψω, το χωριό είναι δέκα λεπτά ,αν πας ευθεία» είπε σα να μη συνέβη τίποτα.

«Ευχαριστώ» απάντησα κι αυτή άρχισε να γελάει αδικαιολόγητα δυνατά κι ενώ το αμάξι χανόταν στο σκοτάδι, τα γέλια ηχούσαν με την ίδια ένταση στ’ αφτιά μου.

Προχώρησα στην ευθεία και έβλεπα τα φώτα του χωριού να τρεμοπαίζουν. Περπατούσα με γουρλωμένα μάτια προσπαθώντας να κρατήσω το μυαλό μου σε σύνδεση με την πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που δεν είναι σαφής και με εκθέτει.

Καθώς έμπαινα στο χωριό με κατέκλυσε μια μυρωδιά από θειάφι και τα μάτια μου άρχισαν να τσούζουν. Κράτησα την αναπνοή μου όσο μπορούσα και περπατούσα προς τα φώτα του χωριού.

Μπήκα στο χωριό και η μυρωδιά είχε αδυνατίσει, στα πόδια μου ένιωθα τρεμούλα και είχα ανάγκη να γυρίσω στο φυλάκιο. Πόσο χρόνο λείπω; 

 Πήρα μια βαθιά ανάσα και προχώρησα προς την πλατεία. Ο κόσμος ήταν μαζεμένος έξω από την εκκλησία και πλησίασα να μιλήσω και να ζητήσω βοήθεια.

«Συγγνώμη, είμαι φαντάρος και υπηρετώ στο φυλάκιο. Χρειάζομαι να με πάει κάποιος εκεί.»

Όσοι ήταν γύρω μου ήταν σα να μη με ακούνε.

«Εεε σας μιλάω, μπορείτε να με βοηθήσετε;» φώναξα.

Πάλι τίποτα, στεκόμουν μπροστά σε γυναίκες, παιδιά, γερόντους και ένιωθα σα να είμαι αόρατος. Τα μάτια τους με διαπερνούν ,σα να βλέπουν μέσα από το κουφάρι μου, σα  να μην έχω ύλη.

Τους αγγίζω αλλά η αίσθηση είναι όπως όταν βουτάω τα χέρια μου σε νερό, αλλάζει η σύστασή μου, αλλάζει η μορφή μου, τους αγγίζω αλλά η αίσθηση είναι όπως όταν...

Έτρεχα τρομαγμένος ανάμεσα στον κόσμο , η καμπάνα χτυπούσε ,αλλά ο κόσμος παρέμενε σιωπηλός. Ανέβηκα τα σκαλιά της εκκλησίας ανάμεσα από τους ανθρώπους για να μπω στο εσωτερικό της. Όσο προχωρούσα, τόσο πύκνωνε ο κόσμος ,ώσπου είχε φτάσει το δρόμο στην είσοδο.

Άρχισα να χοροπηδάω και να ουρλιάζω, ένιωθα τόση μοναξιά και τα δάκρυα που έχυνα παγωμένα. Είναι εφιάλτης, είναι εφιάλτης, είναι εφιάλτης.

Πήδηξα από τα σκαλιά χωρίς να ξέρω γιατί και σωριάστηκα κάτω, μια ασώματη φωνή μου είπε:

«Θες να πιεις κονιάκ; Κόκκινο απ’ τα χείλη μου.»

Σήκωσα το βλέμμα μου και είδα τη Μάρω να γελάει δυνατά. Άρχισα να τρέχω, να τρέχω, να τρέχω μέσα στο χωριό να ξεφύγω. Έφτασα στο νεκροταφείο και έψαχνα στους τάφους να βρω το μνήμα της Ραχήλ. Από δω ξεκίνησαν όλα, εδώ θα τελειώσουν.

Βρήκα τον μεγάλο οικογενειακό τάφου του Καράγιωργια που δίπλα ήταν της Ραχήλ. Το μνήμα δεν έγραφε Ραχήλ Στάμου, το μνήμα έγραφε:

-Έχεις δυο μέτρα γη για να θαφτείς

καλύτερα για σένα φρονώ να συμβιβαστείς 

Αμέσως  έμπηξα  τα χέρια μου στο χώμα του τάφου και άρχισα να σκάβω με μανία. Με μανία σα να θέλω να ξεριζώσω την καρδιά του κτήνους έσκαβα. Είχα γίνει ένα με το χώμα και έσκαβα πιο βαθιά και ακόμα πιο πολύ, ώσπου να φτάσω ν’ ανοίξω το φέρετρό της.

Είχα φτάσει πολύ κοντά, το ένιωθα και συνέχιζα με μια δύναμη που αντλούσα από κάτι το υπερφυσικό. Τα γέλια δύο κοριτσιών με έκοψαν, ήταν δαιμόνια γέλια και, μέχρι να καταλάβω τι συμβαίνει ,μια βαριά χλαίνη με σκέπασε και από πάνω μου έπεφτε χώμα, χώμα, πολύ χώμα.

 Τι συμβαίνει; Ποιος είναι; Σταματήστε!

Η χλαίνη βαραίνει, το χώμα με θάβει...είναι υγρό συμπαγές  χώμα, μου κλείνει κάθε δίοδο.

Δεν – μπορώ – να – αναπνεύσω. 

ΔΕΛΤΙΟ ΕΙΔΗΣΕΩΝ:

-Για δεύτερη μέρα αναζητείται ο οπλίτης του φυλακίου ΦΑΔ 325 που εξαφανίστηκε. Οι αρχές κάνουν έρευνες σε χαράδρες και δύσβατα μέρη, προκειμένου να τον εντοπίσουν. Συνάδελφοί του δήλωσαν πως ο εν λόγω οπλίτης τον τελευταίο καιρό είχε ψυχολογικά προβλήματα. Παρά τις έρευνες δεν έχει εντοπιστεί ούτε ίχνος του, λες και άνοιξε η γη και τον κατάπιε.... 

                                                                  ΤΕΛΟΣ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Έννεπε Μούσα

Έννεπε Μούσα!
Για τους εραστές της ποίησης και της στιχουργικής!
Για προβολή γνωστών κι άγνωστων δημιουργών!
Για επικοινωνία μέσα από έργα αγαπημένα!
Έννεπε Μούσα!
Με όχημα την πένα, το ταξίδι, τ’ όνειρο!!!

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική ή κατά παράφραση ή διασκευή ή απόδοση του περιεχομένου του παρόντος διαδικτυακού τόπου ΕΝΝΕΠΕ ΜΟΥΣΑ με οποιονδήποτε τρόπο, ηλεκτρονικό, μηχανικό, φωτοτυπικό ή άλλο, χωρίς την προηγούμενη γραπτή άδεια της διαχειρίστριας.

Βρείτε το βιβλίο:
https://www.ianos.gr/
https://www.protoporia.gr