Ο περιπατητής της παραλίας-ΑΛΕΞΙΑ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Ο περιπατητής της παραλίας-ΑΛΕΞΙΑ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Θα δούμε ένα υπέροχο διήγημα για μια πολύ ιδιαίτερη προσωπικότητα..."Ο περιπατητής της παραλίας" με τη μοναδική πένα της Αλεξίας Αθανασίου!

Ο περιπατητής της παραλίας-ΑΛΕΞΙΑ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

            "φίλος και μνήμων των κυμάτων πάντα
             πιστός ακροατής
             των οριζόντων"
             Ορέστης Αλεξάκης

  Δεν ανήκει εδώ.
Πρωτοϋπήρξε σ' έναν απώτατο Κόσμο τού Γαλαξία μ' απέραντες μενεξεδί Θάλασσες κι Ουρανούς-Αμέθυστους. Άλικες φλόγες οι κάτοικοι, αέναα, λαμπύριζαν στον Άχρονο χρόνο ενός Χώρου που ποτέ δεν νύχτωνε. Πυρσοί ολοζώντανοι σε ύδατα καθρεπτίζονταν αμόλυντα. Άφριζαν οι Θάλασσες, κυμάτιζαν οι Ουρανοί και η Άμμος -απ' ατόφιο χρυσό- αιωρούνταν στους Ορίζοντες σμιλεύοντας τις περίτεχνες μορφές απ' τις σκέψεις και τα συναισθήματα των Κατοίκων. Κάποιοι από αυτούς κινούνταν με ταχύτητα φωτός στα εξώτατ' άκρα τού Κόσμου τους φυλάσσοντας τα σύνορα. Ήταν οι Ακρή'Τες. Οι δυνατότεροι και οι αγνότεροι της φυλής. Όμως, έπαρση γήτευσε το νου των γηραιότερων. Ζήτησαν προνόμια στην αταξική Κοινωνία τους. Ο Η' εναντιώθηκε. Το θεώρησε ύβρη. Τον είπαν προδότη.
"Θα σε βυθίσουμε στο Χάος της Ύλης" απείλησαν. "Μόνον όταν αυτή σε απεγκλωβίσει θα ξαναγυρίσεις εδώ."
Με συνοπτικές διαδικασίες αποφάσισαν κι οργάνωσαν την Εξορία του. Ψήγματα ελέους επηρέασαν την επιλογή τους. Τον έστειλαν στην Κορυ'Φώ. Έναν Κόσμ' Ονειρικό που λούζονταν στη Θάλασσα και τον ήλιο.

 
                 ΙΙ

          "η θάλασσα σαν έρχεται μεγάλη,
           και ογραίνοντας την άμμο το πρωί,
           μου λέει για κάποιο γνώριμο ακρογιάλι,
           μου λέει για κάποια που 'ζησα ζωή!"
           Κ. Γ. Καρυωτάκης

Γεννήθηκε σε μια τυπική οικογένεια τού τόπου και στα έξι πρώτα συμβατικά χρόνια της νέας του ζωής όλα σ' αυτόν έμοιαζαν φυσιολογικά. Μα ήλθε βραδιά που σε όνειρο μνήμες πύρινες κι ολοζώντανες απ' την αγαπημένη Πατρίδα έντρομες ανασύρθηκαν απ' τις αβύσσους του υποσυνείδητου. Ξύπνησε με ουρλιαχτό πόνου ανείπωτου. Τον βρήκαν να βαριανασαίνει με συμπτώματα ασθένειας αδυσώπητης.
"Μηνιγγίτιδα" βόγγηξαν οι γονείς.
"Μηνιγγίτιδα" διέγνωσαν και οι γιατροί.
Επέζησε. Το μυαλό ήταν τώρα λειψό. Οι μνήμες, φίδια ναρκωμένα, φώλιασαν πάλι στο ερεβώδες υποσυνείδητο. Τίποτα δεν τον απασχολούσε. Δεν σπούδασε και δεν εργάστηκε ποτέ του. Όμως το σώμα του, στιβαρό και αεικίνητο, ήταν ένας ύμνος στη ρώμη. Ακούραστος ο Η' βάδιζε μέρα και νύχτα (στον Κόσμο του με τους τρεις ακοίμητους ήλιους το σκότος ήταν άγνωστο) ψάχνοντας (δίχως να το συνειδητοποιεί) για Θάλασσες όμοιες με τις δικές του. Παραλίες που η Άμμος θα λάμβανε τη μορφή (των άγνωστων σε όλους) συναισθημάτων του. Ουρανούς που τα κύματά τους θα ιχνηλατούσαν ψαλμούς χαρμόσυνους στο ξέγνοιαστο βλέμμα του. Εποχές γι' αυτόν δεν υπήρχαν. ποτέ δεν υπήρξαν. Η βροχή και το κρύο δεν στέκονταν εμπόδιο στην απέλπιδα προσπάθειά του να βρει άλλους τού είδους του. Αενάως κινούνταν, όπου υπήρχε Θάλασσα, σε όλα τα μήκη και πλάτη της Κορυ'Φώ μεταφέροντας στο δισάκι του τροφές αγνές (ψωμί, φρούτα, τυρί) όπως ο ίδιος. Ήταν ήρεμος κι αθώος σαν νεογέννητος. Ερωτική επιθυμία δεν του κέντρισε ποτέ τη σκέψη καθώς στο Κόσμο του ήταν όλοι άφυλοι. γεννιούνταν σαν ελάχιστοι σπινθήρες.
Κάποτε η Α' (αργή κι αυτή στο μυαλό, ονειροπαρμένη κι αλαφροΐσκιωτη σαν τον Μάνο τον ήρωα του Παπαδιαμάντη στο "Άνθος του Γιαλού") τον συνάντησε στο δρόμο με το αυτοκίνητό της.
"Ανεβαίνω στον Ύψο'Ν" του είπε. "Πού πηγαίνεις;"
Της ανέφερε μια παραλία στην ίδια περιοχή. Κάθισε δίπλα της. Ξεκίνησαν.
"Περπατάς...όλο περπατάς...μέρα και νύχτα. Δεν κουράζεσαι; Δεν φοβάσαι;" τον ρώτησε.
"Εγώ έχω μάτι γερακιού και του λαγού το βήμα" της απάντησε.

                  ΙΙΙ

       "Δεν έχουμε εδώ μένουσα πόλη, δεν είναι εδώ γωνιά
        ν' ακουμπήσεις."
        T.S.Eliot / μετφρ. Γιώργος Σεφέρης

Περνούν οι εποχές. Τα χρόνια. Οι δεκαετίες. Πολλές δεκαετίες...
Η θλίψη της Εξορίας ξέπλυνε το σκούρο χρώμα των μαλλιών του. Το σκότος της Νύχτας χάραξε ραγισματιές στην ευγένεια της ηλιοκαμένης μορφής. Η χυδαιότητα της Ύλης κύρτωσε το περήφανο σώμα. Τ' ατέλειωτα χιλιόμετρα της Αναμονής συνέτριψαν τον, άλλοτε, γοργό βηματισμό. Καταβεβλημένος, βαδίζει πλέον με ρυθμό χελώνας. Όμως, αδιάκοπα, βαδίζει αενάως αναζητώντας τη χαμένη Πατρίδα. (Τον Τόπο όπου το Πυρ και το Ύδωρ είναι, μεταξύ τους, ερωτευμένα.) Είναι ήρεμος, αποφασιστικός και παράξενα σίγουρος. Η ψυχή του το νιώθει: Κάποτε η Ύλη (φορτική και αχρείαστη σαν βαρύ σε μας παλτό τον Αύγουστο) νικημένη θα γλιστρήσει από πάνω του. Ολόφωτη η Λεωφόρος της Επιστροφής, καταφατική, θ' ανοίξει στη πύριν' ύπαρξή του. Μα ως τότε δεν ποθεί τίποτ' άλλο απ' το να βαδίζει...πάντα να βαδίζει.

*"Ο ΠΕΡΙΠΑΤΗΤΗΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΛΙΑΣ" είναι τίτλος ποιήματος του Ορέστη Αλεξάκη.