Η ψηλή ξανθιά γαλανομάτα με το κόκκινο Polo... - ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΜΟΥΣΤΑΪΡΑΣ

Η  ψηλή ξανθιά γαλανομάτα με το κόκκινο Polo... - ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΜΟΥΣΤΑΪΡΑΣ

Μια γυναίκα ψηλή, με ξανθά μαλλιά και γαλάζια μάτια. Συνηθισμένη ανδρική φαντασίωση. Τι γίνεται όμως όταν μια παρέα φίλων  αξιοποιεί τον ευσεβή πόθο χαριτωμένου αφελούς άρρενος; Θα το δούμε στο χιουμοριστικό διήγημα του Γιώργου Ν. Μουσταΐρα " Η ψηλή ξανθιά γαλανομάτα με το κόκκινο Polo"!

Η ψηλή ξανθιά γαλανομάτα με το κόκκινο Polo…-ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΜΟΥΣΤΑΪΡΑΣ

  Ο φίλος μου ο Βασίλης, μετά από έκλυτον βίον, όπου άλλαζε τις γυναίκες συχνότερα από τα εσώρουχα, αποφάσισε, επιτέλους, πλησιάζοντας τα 50, να έλθει εις γάμου κοινωνίαν, για να αφήσει απογόνους, μπας και χαθεί το είδος…
   Θεσσαλονικιός τύποις, Πωγωνήσιος στην ουσία, όρισε τον γάμο του να γίνει, τέλη Μαΐου το 2006, στο χωριό του, το Βασιλικό (Τσαραπλανά) Ιωαννίνων. Μεγάλος ο αριθμός των προσκεκλημένων, ανάμεσά τους κι εγώ. Για την διαμονή, μάς έκλεισε δωμάτια σε ξενοδοχείο, λίγο πιο πέρα από την Κόνιτσα, μια ανάσα από το γεφύρι του Βοϊδομάτη, σε ένα περιβάλλον υποβλητικό.
  Στο δίκλινο δωμάτιο, όπου θα έμενα, είχα δίπλα μου τον Στέφανο, φίλο κι αυτόν από τα παλιά, λάτρη της φυσικής ζωής, των αναρριχήσεων και των δημοτικών ασμάτων. Καλό παιδί, φιλότιμο, λίγο ακοινώνητο και καταφανώς στερημένο φυσιολογικής σεξουαλικής ζωής. Τι παιδί, δηλαδή, που πλησίαζε να πενηνταρίσει…
Χαρακτηριστικά, σε ερώτησή μου, καθώς αναπαυόμαστε, για το πώς την «βγάζει» σεξουαλικώς, πήρα την θολή απάντηση:
«Με ερωτική… γιόγκα!»
  Υποψιάστηκα χειρωνακτική κατάχρηση αλλά δεν σχολίασα…
  Κινήσαμε το απόγευμα για το Βασιλικό, ντύσαμε, ξυρίσαμε και ξεπροβοδίσαμε το γαμπρό και όλα πήραν τον δρόμο τους «δόξη και τιμή»…
   Στη μεγάλη αυλή του πατρικού σπιτιού, στήθηκε μετά το μυστήριο, το γλέντι. Οι οργανοπαίκτες, Βορειοηπειρώτες Βλάχοι, κράτησαν το γλέντι και το κέφι σε ψηλά επίπεδα και ο χορός τράβηξε μέχρι αργά μετά τα μεσάνυχτα. Του δώσαμε και κατάλαβε! Και φυσικά, πρώτος απ’ όλους ο Στέφανος.
  Κάποτε ήρθε η ώρα να το σχολάσουμε, καθότι είχαν υποχρεώσεις και οι νεόνυμφοι… Έτσι μας είπαν, λόγος δεν μας έπεφτε.
  Στο δρόμο για την επιστροφή στο ξενοδοχείο, ψάχνοντας το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου, έπεσα επάνω σε έναν σταθμό που έπαιζε δημοτικά. Επέστρεψα τραγουδώντας την «Βησσανιώτισσα».
  Καθώς πάρκαρα το αυτοκίνητο πίσω από το ξενοδοχείο, είδα να καταφτάνει και να παρκάρει δίπλα μου και ο Στέφανος.
«Στέφανε» του φώναξα, «άκου τι ακούω. Βάλε ν’ ακούσεις».
  Ενθουσιασμένος, αυτός, έπιασε τον σταθμό, άνοιξε την ένταση και άρχισε να τραγουδά και να το φέρνει γυροβολιά, σαν να μην του είχε φτάσει τόσες ώρες χορός στο γάμο.
   Τον άφησα και κατευθύνθηκα προς την είσοδο του ξενοδοχείου, όπου έπεσα επάνω στον Χρήστο τον «πονηρό», τον Στελάκη από την Φλώρινα και την Μαρία τη Σαλονικιά. Εκεί, στην πορεία του γενικότερου κοινωνικού σχολιασμού για τα όσα είχαμε ζήσει κατά την διάρκεια του γάμου και του γαμήλιου τραπεζιού, στο φινάλε πιάσαμε στο στόμα μας και τον Στέφανο. Τους ανέφερα τα περί «ερωτικής γιόγκα» και της προφανούς παρατεταμένης σεξουαλικής ανυδρίας από μέρους του και κάπου εκεί συνδιαμορφώθηκε η ιδέα γι’ αυτό που επακολούθησε.
   Γνωρίζοντας ότι βρισκόταν ακόμα εκεί έξω, ακούγοντας δημοτικά στο αυτοκίνητο, μπήκε σε ενέργεια το σχέδιο «μεταμεσονύκτιο ραντεβού στον Βοϊδομάτη», το οποίο ανέλαβε να υλοποιήσει η Μαρία, παίρνοντάς τον στο κινητό.
«Κτυπάει αλλά δεν απαντάει» μας ενημέρωσε, προβληματισμένη.
  Κατάλαβα τι συνέβαινε και έσπευσα να τον βρω. Η εικόνα ήταν σαν βγαλμένη από ταινία του ιταλικού νεορεαλιστικού σινεμά (με εξαίρεση τα δημοτικά, φυσικά). Το ραδιόφωνο έπαιζε στην διαπασών και ο Στέφανος, που κρατιόταν από την ανοιγμένη πόρτα του οδηγού, έκανε φιγούρες και ψαλίδια στον αέρα, σφυρίζοντας και αφήνοντας επιφωνήματα.
«Στέφανεεεε, ε Στέφανε!» του φώναξα.
  Τίποτα αυτός, πού να με ακούσει (κι εμείς που περιμέναμε ν’ ακούσει το… κινητό). Με άκουσε, επιτέλους, σαν τον πλησίασα στο δύο μέτρα.
«Τι χαλεύ’ς;»
  Να διευκρινίσω, πως παρόλο που ήταν «γέννημα – θρέμμα» της ευρύτερης περιοχής των Σερρών, για έναν αδιευκρίνιστο λόγο, τού είχε «κάτσει» η πεποίθηση πως η απώτερη καταγωγή του ήταν από τα… Άγραφα και συνεπακόλουθα θεωρούσε πως όφειλε να χρησιμοποιεί το ιδίωμα της περιοχής, όπως το εννοούσε αυτός, φυσικά…
«Κλείσ’ το το ρημάδι ρε Στέφανε, διαμαρτύρονται από το ξενοδοχείο!»
  Παραμύθι, δηλαδή, καθότι στο ξενοδοχείο είμαστε εμείς κι εμείς αλλά πώς αλλιώς θα άκουγε την κλήση στο κινητό;
  Πράγματι, καθώς, με βαριά καρδιά έκλεινε το ραδιόφωνο, ακούστηκε ο ήχος του τηλεφώνου. Η Μαρία, ακολουθούσε πιστά τις οδηγίες.
«Ποιος σε παίρνει τέτοιαν ώρα, Στέφανε;» ρώτησα στα χαζά.
«Δεν σ’ ινδιαφέρ’» μου απάντησε και μπήκε στο αυτοκίνητο, κλείνοντας την πόρτα, για να μην τον ακούσω….
Από την άλλη μεριά του ακουστικού είχε ξεκινήσει η «μηχανή»:
«Γειά σου Στέφανε» (φωνή βραχνή, παθιάρα)
«Γειά σ’ κι σένα» (φωνή γεμάτη απορία)
«Με θυμάσαι;»
«Πούθε να σι θυμούμ’;»
«Είμαι η ψηλή ξανθιά, η γαλανομάτα (μαυροτσούκαλο ήταν), που σε κοίταζα όλη την ώρα στο γάμο!»
«Δε σι πρόσεξ’»
«Έλα βρε Στέφανε. Δεν με θυμάσαι, που έφυγα με το κόκκινο Polo;»
«Ουόχι!»
«Κι εγώ που ήθελα να σε γνωρίσω…»
«Να γνωριστούμ’, μάνα μ’, να γνωριστούμ’!»
«Ε, έλα, τότε, να συναντηθούμε στο γεφύρι του Βοϊδομάτη. Να σου εξηγήσω όλα τα ανεξήγητα. Διακόσια μέτρα είναι από εδώ!»
  Το ραντεβού έκλεισε χωρίς δεύτερη κουβέντα, για μετά από ένα τέταρτο. Εμείς είχαμε ήδη μπει στο ξενοδοχείο και τον προσμέναμε.
  Στην είσοδο φάνηκε ο Στέφανος, που έσπευδε προς το δωμάτιό του.
  Ο Χρήστος δεν κρατήθηκε και τον ρώτησε:
«Πού πας Στέφανε;»
«Δεν σ’ ενδιαφέρ’ πονηρέ!»
  Τον ακολούθησα στο δωμάτιο, όπου τον βρήκα να πλένει τα δόντια του.
«Θα πέσουμε να κοιμηθούμε;»
«Ουόχ’ έχου μια δουλειά!»
«Με κείνον το φίλο σου που έχει τα άλογα, εδώ παρακάτω; Που τον ανέφερες το απόγευμα;» συνέχισα στο χαζό εγώ.
«Δεν σ’ ενδιαφέρ’!»
«Καλά Στέφανε, ό,τι πεις» δεν επέμεινα. Τον άφησα να ολοκληρώσει την στοματική του υγιεινή και κατέβηκα στους άλλους για αναφορά.
  Καθισμένοι σε έναν καναπέ στην ρεσεψιόν, τον είδαμε να κατεβαίνει δυο – δυο τις σκάλες και να χάνεται μες στη νύχτα. Ήταν, γύρω στις τέσσερις το πρωί…
  Βρισκόμαστε στην ίδια θέση καθώς επέστρεφε σαράντα λεπτά μετά. Το βλέμμα του γυάλιζε.
«Μην κάνετε καμιά μ@λ@κί@ και μας καταλάβει, γιατί θα μας σκοτώσει στο ξύλο!» τους προειδοποίησα… Κιχ εμείς!
   Σάββατο έγινε ο γάμος, την Δευτέρα με πήρε από την Θεσσαλονίκη ο Βασίλης:
«Έλα, η ψηλή ξανθιά γαλανομάτα με το κόκκινο Polo; Με πήρε πρωί - πρωί ο Στέφανος και με έχει «φάει» να μάθει ποια… είσαι!»
  Το πράγμα δεν είχε συνέχεια… Αν και στα βαφτίσια του δεύτερου γιού του Βασίλη, μετά από δυο χρόνια, που έγιναν πάλι στο Βασιλικό, είχαμε πάρει μαζί μια ψηλή ξανθιά γαλανομάτα, με σκοπό να της νοικιάσουμε ένα κόκκινο Polo. Δυστυχώς, όμως, ο Στέφανος δεν είχε προσκληθεί και μείναμε με την ξανθιά αμανάτι…

Βιογραφικό σημείωμα


Ο Γιώργος Ν. Μουσταΐρας γεννήθηκε το 1956. Πατρίδα και τόπος κατοικίας του είναι η Δαλαμανάρα Άργους. Σπούδασε στην Κτηνιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Δούλεψε ως μουσικός παραγωγός και δημοσιογράφος, τοπικά και πανελλαδικά, για 30 χρόνια, ιδρύοντας τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό, εβδομαδιαία εφημερίδα και περιοδικό.
Το 2010 εκλέχτηκε στο Δ.Σ. της Ένωσης Ιδιοκτητών Επαρχιακού Τύπου (ΕΙΕΤ). Επίσης, έχει διατελέσει Πρόεδρος της Ένωσης Επαγγελματιών Δημοσιογράφων Αργολίδας (ΕΕΔΑ). Είναι μέλος του Δ.Σ. της Ένωσης Συγγραφέων & Λογοτεχνών Αργολίδας και μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών.
Έχει γράψει έξι βιβλία λογοτεχνικά και έρευνας:
-Γιουγκοσλαβία & Μακεδονικό-Έρευνα ντοκουμέντο (1986) (εξαντλημένο),
-Μπουζούκι μου διπλόχορδο - Το μπουζούκι, η ιστορία του και τα μυστικά του (1996)
- Σκάβοντας & γκρεμίζοντας (το πέρασμα του Αβά Φουρμόν από την Ερμιόνη) (2008)
-Ρεμπέτ Ασκέρι & άλλα διηγήματα (2008),
-Παλιές Ιστορίες (που βγάζουν γέλιο) - Συνέβησαν στην Αργολίδα (2019), (2020) Β’ έκδοση.
-Ιστορίες στο περιθώριο της Ιστορίας (2022).
Λογοτεχνικά του κείμενα, καθώς και άρθρα έχουν δημοσιευθεί σε πανελλαδικά περιοδικά και εφημερίδες. Επανειλημμένα έχει βραβευθεί για λογοτεχνικά του έργα (διήγημα – ποίηση).
Είναι ερευνητής της ιστορίας του ρεμπέτικου τραγουδιού, έχει δώσει συναυλίες με ρεμπέτικα και έχει ηχογραφήσει τραγούδια σε παραδοσιακή φόρμα με δικούς του στίχους. Επίσης έχει κυκλοφορήσει ένα CD, με ρεμπέτικα τραγούδια, φυσικά.

Έννεπε Μούσα

Έννεπε Μούσα!
Για τους εραστές της ποίησης και της στιχουργικής!
Για προβολή γνωστών κι άγνωστων δημιουργών!
Για επικοινωνία μέσα από έργα αγαπημένα!
Έννεπε Μούσα!
Με όχημα την πένα, το ταξίδι, τ’ όνειρο!!!

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ

Η  αναδημοσίευση του περιεχομένου του παρόντος διαδικτυακού ιστότοπου ΕΝΝΕΠΕ ΜΟΥΣΑ επιτρέπεται ΜΟΝΟ με την παράθεση πηγής και ενεργού συνδέσμου (link).

  

Τα Cookies βελτιώνουν την απόδοση της σελίδας μας. Δεν αποθηκεύουμε προσωπικές σας πληροφορίες. Μας επιτρέπετε να τα χρησιμοποιούμε;