Η νεράιδα της αγάπης-ΘΩΜΑΗ ΤΣΙΜΕΡΙΚΑ

Η νεράιδα της αγάπης-ΘΩΜΑΗ ΤΣΙΜΕΡΙΚΑ

Μια νεράιδα κι ένα φεγγάρι, που φωτίζουν με αγάπη τον κόσμο...στο παραμύθι της Θωμαής Τσιμερίκα" Η νεράιδα της αγάπης"!

Η νεράιδα της αγάπης-ΘΩΜΑΗ ΤΣΙΜΕΡΙΚΑ

 Μια φορά και έναν καιρό , σε ένα μεγάλο κάμπο , ζούσε μια νεράιδα. Είχε μακριά , ξανθά μαλλιά και δύο πανέμορφα φτερά. Κάθε που σουρούπωνε άρχιζε το τραγούδι. Είχε τόσο μελωδική φωνή ,που αν κάποιος πονούσε και άκουγε το τραγούδι της , του έφευγε ο πόνος στη στιγμή. Καθόταν ώρες κάτω από το φεγγάρι και μετρούσε τα αστέρια , που έμοιαζαν χρυσά περιστέρια.
  Μια βραδιά , που καθόταν πάνω στα κλαδιά ενός ψηλού δέντρου και κοιτούσε με ενθουσιασμό το λαμπερό φεγγάρι , που έκανε βόλτες στο σκοτεινό ουρανό του φώναξε « φεγγάρι που γυρνάς χώρες και χωριά , θέλω μια νύχτα να με πάρεις μαζί σου , θέλω να ταξιδέψω πάνω σου».Τα αστεράκια γελούσαν , τη μύτη τους κουνούσαν και της φώναζαν από ψηλά « αφού πετάς με τα πολύχρωμα φτερά σου , γιατί θες να πάρεις το φεγγάρι στην αγκαλιά σου ;» . Η μικρή νεράιδα κοίταξε τα αστέρια και τους απάντησε « γιατί θέλω να δω τον κόσμο με το ολόγιομο φεγγάρι , γιατί θέλω να νιώσω τη ζεστασιά της λάμψης του , θέλω να μάθω τι κάνει στα λαμπερά ταξίδια του».
  Το φεγγάρι που παρακολουθούσε την συζήτησή τους , καθισμένο πάνω στην κορυφή του βουνού της απάντησε « σε άκουσα καλή μου νεράιδα και βέβαια θα σε πάρω μαζί μου στα ταξίδια μου ,γιατί και εγώ θα ήθελα μια παρεούλα , καμιά φορά , νιώθω μόνο» . Τότε τα αστεράκια σαν άκουσαν τα λόγια του φεγγαριού φώναξαν με μια φωνή «ααα , θέλουμε και εμείς ταξίδι να μας πάρεις» . Η νεράιδα σαν τους άκουσε κούνησε το μαγικό ραβδάκι της και τους φώναξε « ζήτησα πρώτη , από το φεγγάρι ταξίδι να με πάρει».
  Το φεγγάρι την πλησίασε και της είπε « αύριο βράδυ θα σε περιμένω πάνω στη μουριά. Ετοίμασε τα πράγματά σου». Η νεράιδα χάρηκε τόσο πολύ. Χαιρέτησε το λαμπερό φεγγάρι και πήγε στο σπιτικό της , που ήταν φτιαγμένο με κόκκινα πεταλάκια μιας τριανταφυλιάς , κοιμήθηκε ευτυχισμένη. Την επόμενη , σηκώθηκε πρωί , καθάρισε το σπιτικό της , ετοίμασε φαγητά να τσιμπάει κάτι στο δρόμο του ουρανού , πήρε μαζί της την εσάρπα της , φτιαγμένη από φύλλα κουμαριάς και πέταξε πάνω στην μουριά. Είχε νυχτώσει για τα καλά και ακόμη δεν είχε φανεί το φεγγάρι . Η νεράιδα άρχισε να στεναχωριέται και να αναρρωτιέται « πού είσαι φεγγαράκι μου ; σε περιμένω !» έλεγε και ξανάλεγε κουνώντας το μαγικό ραβδάκι της , για να δώσει φως στο σκοτάδι ,γιατί άρχισε να φοβάται μόνη και έρημη πάνω στη μουριά. « Αχ , τι συμφορά» έλεγε παραπονεμένα « το φεγγάρι , ξέχασε την υπόσχεσή του».
 Ξαφνικά , ξεπρόβαλλε το φεγγάρι των ρόδων δίπλα της και της είπε « νεράιδα της Καλοσύνης , μην κλαις και μην δακρύζεις , δεν ξεχνάω ούτε ζητάω . Πιάσε με» . Η νεράιδα χάρηκε τόσο πολύ , που έλαμψε το πρόσωπό της μέσα στη νύχτα . Κάνει μια χραπ η νεραιδούλα και πιάνεται από το φεγγάρι . Καθώς άρχισαν το ταξίδι τους το φεγγάρι της είπε « συγνώμη που άργησα , αλλά πέρασα να χαιρετήσω τα αστεράκια , που σκορπίζουνε στον ουρανό και τον κάνουν μαγικό. Νεράιδα γύρνα το βλέμμα , δες την ομορφιά της νύχτας.Άκουσε το τραγούδι των αστεριών. Άκουσε και δες τον κόσμο την νύχτα , από ψηλά» . Η νεράιδα σκούπισε τα δάκρυά της , ακούμπησε το λαμπερό φεγγάρι και του είπε « μμμ , τι ζεστό που είσαι φεγγαράκι μου! ένιωσα στοργή δίπλα σου». Το φεγγάρι της χαμογέλασε πλατιά. Έκανε μια βουτιά στον ουρανό και κατρακύλησε σαν τόπι μαγικό , μέσα στη νύχτα. « Δες τον κόσμο νεράιδα μου» της φώναξε.
  Η νεράιδα άνοιξε τα ματάκια της . Είδε την νύχτα να χορεύει με το μαύρο φόρεμά της , έδειχνε απόμακρη κυρά. Είδε τα αστεράκια από κοντά. Είδε όνειρα. Πολλά όνειρα. Βγήκαν εκείνη την ώρα για περπάτημα στα στέκια του ουρανού. Ένα όνειρο της φώναξε « νεράιδα της καλοσύνης , πώς βρέθηκες εδώ ψηλά ; εσύ είσαι για χαμηλά , είσαι να δίνεις δύναμη σε ανθρώπους με καλή καρδιά , είσαι να κάνεις όνειρα στη γη».Η νεράιδα τότε του απάντησε « ήθελα να ταξιδέψω , σαν να είμαι σε αεροπλάνο. Ήθελα να δω τον κόσμο από πάνω». « Μα , θα ζαλιστείς καλή μου νεράιδα. Δεν είσαι συνηθισμένη σε τέτοια ταξίδια» της ξαναείπε το όνειρο.
  Η νεράιδα κοίταξε το φεγγάρι και του είπε « κάνε μου μια χάρη , ας σταματήσουμε , θέλω να φάω λίγο από το φαγητό μου και λίγο από το γλυκό μου , γιατί το στομάχι μου άρχισε να γουργουρίζει». Το φεγγάρι που είχε καλή καρδιά , κάθισε πάνω σε μια καστανιά. Τα καστανάκια χάρηκαν για την επίσκεψη , που είχαν πάνω στα κλαδάκια τους. Άρχισαν το θρόισμα των φύλλων τους λέγοντας « καλώς ήρθατε».Το φεγγάρι άπλωσε το λαμπερό κορμάκι του , να ξεκουραστεί . Η νεραιδούλα , άνοιξε την καρδούλα της και είπε στην οικοδέσποινα « κυρά καστανιά ευχαριστώ για τη χαρά , νιώθω τόσο ωραία συναισθήματα στην καρδιά. Νόμιζα ότι τα είχα χάσει. Νόμιζα ότι τα είχα ξεχάσει».
  Η κυρά καστανιά της χαμογέλασε γλυκά. Ήθελε οι επισκέπτες της να νιώθουν σαν το σπίτι τους.Το αεράκι πέρασε από δίπλα τους , σαν πούπουλο που έπεσε από τον ουρανό. Η νεράιδα τότε κρύωσε , έβαλε την εσάρπα της να ζεσταθεί και άρχισε να τραγουδά « ένα πουλί κελάηδησε και έφερε το φως. Ένας ήλιος έδυσε και κοίταξαν όλοι εμπρός. Το φεγγάρι κοίταξε βαθιά μέσα στη νύχτα και όλοι αναρρωτιόταν τι ήθελε να δει». Όταν η νεράιδα τελείωσε το γλυκό της τραγούδι , η κυρά καστανιά της είπε « τι όμορφο τραγούδι» και μαζί με τα καστανάκια της, χτυπούσαν παλαμάκια με τα αγκαθάκια τους,κοιτούσαν πολύ ψηλά ,έκαναν όνειρα και αυτά !
 Η νεράιδα έφαγε λίγο φαγητό και λίγο από το μέλι της , δώρο της γειτόνισσάς της , της κυράς μέλισσας. Το φεγγάρι αφού ξεκουράστηκε της είπε « ώρα να φύγουμε , μικρή μου». Καθώς ταξίδευαν πάνω στον ουρανό ακούσανε λυγμούς , έσκυψαν τα κεφαλάκια τους στη γη , τότε είδαν μια κοπέλα. « Τι έχεις κόρη μου και κλαις;» ρώτησε η νεράιδα , που η καρδιά της ήταν τόσο καλή , σαν το όνομά της. Τότε η κοπέλα απάντησε « πήγα στην αγορά για ψώνια και μου έκλεψαν το σάλι μου. Δώρο της μητέρας μου. Πλήγωσαν την καρδιά μου», απάντησε η κοπέλα με παράπονο. « Κι αν σε πλήγωσαν ,μη λυπάσαι , είναι όμορφη , η ζωή , να το θυμάσαι. Γύρισε, δες τα αστέρια. Κάνε όνειρα. Πέταξε τα δάκρυα.Ούτε σταγόνα μην κρατήσεις» της είπε τραγουδιστά η νεράιδα.
  Η κοπέλα σαν άκουσε το τραγούδι έκανε μια στροφή γύρω από τον εαυτό της. Η νεράιδα της έριχνε από ψηλά νεραϊδόσκονη.Τότε το φεγγάρι κατέβηκε πιο χαμηλά και της είπε « δες με βαθιά μέσα στα μάτια , ψάξε να βρεις τι κουβαλάω , αν το βρεις είναι δικό σου». Η κοπέλα  απάντησε « μα , δεν μπορώ , να βρω τι κουβαλάς , γιατί ούτε τσέπες έχεις στο χρυσό σου πανωφόρι».« Το κουβαλάω στην καρδιά μου» της απάντησε το φεγγάρι. « Ξέρεις τι σημαίνει καρδιά ; Είναι ο θησαυρός που έχει κάποιος μέσα του ….ψάξε» έλεγε το φεγγάρι. Η κοπέλα πλησίασε φοβισμένη.Το κοίταξε βαθιά , πολύ βαθιά. Ήθελε να δει και να βρει τι πολύτιμο κρύβει στον χρυσό του χιτώνα.
 Τότε η κοπέλα σαν να αισθάνθηκε μέσα της κάτι μαγικό και φώναξε χαρούμενη «το βρήκααα , κουβαλάς το συναίσθημα της αγάπης , ζει μέσα σου. Την είδα που αγγίζει την καρδιά σου. Είναι η δύναμή σου».« Το βρήκες» απάντησε το όμορφο φεγγάρι. Έκανε μια περιστροφή γύρω από τον εαυτό του και σκόρπισε την αγάπη σε σταγόνες. Έβρεχε αγάπη , συναίσθημα απαλό. Η κοπέλα τώρα πια δεν ήταν λυπημένη , ήταν ευτυχισμένη. Χόρευε κάτω από την βροχή της αγάπης.
  Το φεγγάρι της είπε « μάζεψε αγάπη στην καρδιά σου , να γίνει η δύναμή σου , φόρεσε την σαν πανωφόρι ,να σε προστατεύει από το κακό». Η νεράιδα το έβλεπε όλο αυτό το γεγονός και σκέφτηκε « τι μαγική στιγμή , θέλω και γω λίγο φεγγαρένια αγάπη». Το φεγγάρι έστελνε παντού την αγάπη του , στα λουλούδια ,στα δέντρα , στα πουλιά που εκείνη την ώρα έβλεπαν όνειρα γλυκά. « Πώς σε λένε ;» ρώτησε την κοπέλα το  φεγγάρι. « Τώρα με λένε αγάπη» απάντησε με χαμόγελο « βαφτίστηκα μόλις τώρα από τις σταγόνες , της αγάπης σου , νιώθω την καρδιά μου ζεστή , σαν πυρωμένο σίδερο , γλυκιά σαν μέλι . Νιώθω σαν  να με άγγιξε η καλοσύνη με το μαγικό ραβδί . Ήμουν τόσο λυπημένη , γι'αυτό βγήκα εδώ στην σκοτεινιά. Ήθελα μόνη να περπατήσω , να κλάψω , να δακρύσω. Δεν ήθελα να τραγουδήσω. Δεν ήθελα παρέα. Τώρα όμως νιώθω ωραία». Πράγματι ένιωθε τόσο ευτυχισμένη και έζησε αυτή καλά , εμείς καλύτερα και η νεράιδα με το φεγγάρι παρέα έκαναν μαζί , πολλά ταξίδια !!!