Στέλλα Γεωργιάδου:" Μόνο έχω κερδίσει από την ποίηση!"

Στέλλα Γεωργιάδου:" Μόνο έχω κερδίσει από την ποίηση!"

Σήμερα υποδέχομαι στο ΕΝΝΕΠΕ ΜΟΥΣΑ την ποιήτρια από τη Θεσσαλονίκη Στέλλα Γεωργιάδου, σε μια συνομιλία για την ποίηση και την προσωπική της διαδρομή σ'αυτή. Για να δούμε όσα συζητήσαμε!

-Στέλλα μου , πότε άρχισες να βαδίζεις στο πανέμορφο και δύσβατο μονοπάτι της γραφής;

Αν θυμάμαι καλά, πρέπει να ήταν στις πρώτες τάξεις του γυμνασίου. Νομίζω και στην έκτη δημοτικού είχα σκαρώσει κάτι στιχάκια με ομοιοκαταληξία. Έχω κρατημένα εκείνα τα τετράδια των εφηβικών μου χρόνων, αλλά δεν σημείωνα ημερομηνίες τότε. Σ’ αυτές τις ηλικίες νομίζεις η μνήμη δεν θα σ’ εγκαταλείψει ποτέ!

-Έγραφες από την αρχή ποιητικό λόγο ή καταπιάστηκες και μ’ άλλα είδη;

Από την πρώτη-πρώτη φορά που θέλησα να εκφράσω πράγματα δικά μου, εσωτερικά, μου προέκυπταν ποιήματα. Δεν ξέρω γιατί, ούτε καν διάβαζα ποίηση σ’ αυτή την ηλικία. Ήμουν βέβαια αρκετά μοναχικό παιδί και διάβαζα λογοτεχνία από πολύ μικρή ηλικία. Πρώτα σάρωσα την βιβλιοθήκη του πατέρα μου, κατόπιν του σχολείου και πάει λέγοντας. Δεν έγραφα όμως σταθερά μέσα στον χρόνο. Πέρα από τα πρώτα γυμνασιακά χρόνια, ξαναέπιασα μολύβι στη νεανική μου ηλικία, την περίοδο των σπουδών ας πούμε. Τότε κράτησα και το πρώτο μου ημερολόγιο, αλλά και πάλι δεν ήταν ο κλασσικός πεζός λόγος. Είχε μέσα σκέψεις, ποιήματα, στίχους τραγουδιών, ζωγραφιές και πολύ αχ και βαχ… ο έρωτας βλέπεις και τα βάσανά του.

-Ποια αναγνώσματα της πρώιμης ηλικίας θεωρείς πως σε καθόρισαν;

Διάβαζα τα πάντα! Από κλασσικά εικονογραφημένα ή εφηβικά μυθιστορήματα μέχρι τους μεγάλους κλασσικούς της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Αυτούς τους προτιμούσα ιδιαίτερα. Βιβλία που μου είχαν κάνει φοβερή εντύπωση τότε ήταν, ο Ηλίθιος του Ντοστογιέφσκι, το Ανατολικά της Εδέμ του Στάινμπεκ, το Κάστρο του Κρόνιν, η Νανά του Ζολά, το Όσα Παίρνει ο Άνεμος και πόσα ακόμη… Το τελευταίο μάλιστα το διάβαζα κρυφά γιατί ήταν εξεταστική περίοδος και δεν μ’ άφηναν οι δικοί μου να μπλέκω με εξωσχολικά… κι άντε να κρύψεις το τούβλο των χιλίων και σελίδων κάτω απ’ τη Φυσική!

-Τώρα τι σ’ αρέσει να διαβάζεις;

Τα τελευταία χρόνια δεν διαβάζω πολύ. Με έχει καταπιεί κι εμένα όπως και τόσους άλλους η γοητεία της εικόνας. Βλέπω πολλές ταινίες, σειρές, σερφάρω στο διαδίκτυο, πάει ο ελεύθερος χρόνος! Σταθερά όμως μου αρέσουν τα καλά μυθιστορήματα. Και ιδιαίτερα αυτά που αναπτύσσουν όλες τις πλευρές του χαρακτήρα των ηρώων. Κυρίως τις πιο σκοτεινές. Διαβάζω και ποίηση όχι όμως με την ένταση που διάβαζα πριν από δεκαπέντε χρόνια. Τότε δηλαδή που έγραφα ασταμάτητα.

-Θα μας πεις κάποιους αγαπημένους σου ποιητές και συγγραφείς;

Επειδή Έλληνες συγγραφείς διάβασα σε αρκετά ώριμη ηλικία, ο Βιζυηνός και ο Καραγάτσης μου αρέσουν πιο πολύ! Επίσης ο Δημήτρης Χατζής ο Στρατής Τσίρκας, ο Κώστας Ταχτσής, η Διδώ Σωτηρίου η Μάρω Δούκα, η Άλκη Ζέη, η Ζυράνα Ζατέλη, ο Κοσμάς Πολίτης, σίγουρα αδικώ πολλούς που δεν τους αναφέρω αλλά τους έχω απολαύσει εξίσου. Ο Νίκος Θέμελης και ο Ισίδωρος Ζουργός από τους πιο σύγχρονους μου κέντρισαν πολύ το ενδιαφέρον. Από διεθνή λογοτεχνία διάβαζα νεότερη την Αλιέντε, τον Μαρκές, τον Ρόμπινς, τον Γιάλομ, τον Παμούκ κλπ κλπ, καταλήγοντας ξανά στους κλασσικούς, που τους θεωρώ αξεπέραστους. Αφήνω τελευταίους τους ποιητές, όχι γιατί είναι περισσότεροι, αλλά γιατί με έχουν επηρεάσει πιο πολύ, τόσο στον τρόπο σκέψης μου, όσο και στον τρόπο έκφρασής μου. Ως έφηβη αγαπούσα πολύ τον Καρυωτάκη κι ως επαναστατημένο νιάτο, διάβαζα Ρίτσο, Λόρκα, Νερούδα και Χικμέτ. Τους Νομπελίστες μας τους διάβασα αργότερα και κάποια από τα έργα τους μ’ έχουν στιγματίσει. Τολμώ να πω όμως ότι ο λόγος που ξεκίνησα πάλι να γράφω, σε ώριμη ηλικία πια, ήταν η ποίηση της Κικής Δημουλά! Αν θέλεις ήταν η κινητήριος δύναμη που με έσπρωξε στο να ανακαλύψω τους σύγχρονους Έλληνες ποιητές πέρα από τα τρανταχτά ονόματα που γνωρίζουν όλοι. Έτσι γνώρισα και ξεχώρισα τους Αργύρη Χιόνη, Μίλτο Σαχτούρη, Μάρκο Μέσκο, Αγγελάκη Ρουκ, Μάτση Χατζηλαζάρου, Τάκη Σινόπουλο, Ορέστη Αλεξάκη. Από τους πιο σύγχρονους αγαπώ την ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη και του Σταύρου Ζαφειρίου, άνθρωποι της πόλης μου και φίλοι μου πλέον.

-Γράφεις συνέχεια και κρατάς την καλή σπορά για έκδοση ή υπάρχουν περίοδοι που δεν ασχολείσαι καθόλου με το γράψιμο;

Όχι, δεν είμαι καθόλου συστηματική στο γράψιμο και μεσολαβούν μεγάλα διαστήματα από τη μια περίοδο στην άλλη. Πέρα από τα νεανικά μου ποιήματα -στα εικοσιπέντε νομίζω σταμάτησα- ξαναέπιασα το μολύβι στην ηλικία των σαράντα γράφοντας συνεχώς για πέντε έξι χρόνια. Ήταν μια περίοδος αποκάλυψης για μένα! Πρώτη φορά αισθάνθηκα πως ήθελα να μεταφέρω όλο το ψυχικό φορτίο της ως τότε ζωής μου στο χαρτί. Επίσης τόλμησα να τα μοιραστώ και με άλλους. Μέχρι τότε ούτε οι πιο κοντινοί μου άνθρωποι δεν γνώριζαν ότι γράφω. Τα τελευταία πέντε χρόνια δεν γράφω όπως δεν διαβάζω… Δεν ξέρω αν υποσυνείδητα πρόκειται για περίοδο επώασης νέων πραγμάτων, αλλά δεν είμαι από τους συγγραφείς που εργάζονται συνεχώς πάνω στην τέχνη τους. Χρειάζομαι κίνητρο και συναισθηματική φόρτιση για να μετασχηματιστούν οι όποιες σκέψεις μου σε καλλιτεχνικό προϊόν. Τα συρτάρια μου (ηλεκτρονικά πλέον) φιλοξενούν ακόμη πολλά αδημοσίευτα ποιήματα, που όμως χρειάζονται δουλειά για να δουν το φως. Ίσως να μην τα καταφέρουν.

-Αν έκανες μια ανασκόπηση ποια θέματα έχουν απασχολήσει πιο πολύ μέχρι τώρα την πένα σου;

Νομίζω είναι έκδηλο στην ποίησή μου. Ο έρωτας, η απώλεια, ο θάνατος, ο λόγος της ύπαρξής μας, αποτελούν την βασική μου θεματολογία. Μερικές φορές ξεπηδούν και θέματα κοινωνικά, όπως η αδικία ή η κατάχρηση εξουσίας, άλλες πάλι με απασχολεί αυτό καθ’ αυτό το γεγονός της ποίησης. Δεν υπάρχουν στιγμές ή συνταγές. Γράφω αυθόρμητα συνήθως, αν και με “κρύο αίμα” όπως συνήθιζε να λέει κάποιος γνωστός μου ομότεχνος. Που σημαίνει ότι ανακαλώ στη μνήμη αυτά που θα με οδηγήσουν στο ποίημα, κατασταλαγμένες σκέψεις δηλαδή και όχι σε συναισθηματικό βρασμό.

-Τι κατά τη γνώμη σου βοηθάει περισσότερο έναν δημιουργό ώστε να γίνεται καλύτερος ;

Κάθε δημιουργός έχει το οπλοστάσιό του, που το εμπλουτίζει από την ίδια τη ζωή. Σίγουρα γινόμαστε καλύτεροι διαβάζοντας και παρατηρώντας ό,τι συμβαίνει. Νομίζω όμως ότι, βιώνοντας με συναίσθηση τη ζωή μας, ξύνοντας κάθε επιφάνεια κι αναζητώντας την ουσία των πραγμάτων είναι αυτό που μας κάνει καλύτερους και δημιουργούς αλλά και ανθρώπους.

-Εκτός από την ποίηση με τι άλλο σου αρέσει να γεμίζεις δημιουργικά τον ελεύθερο χρόνο σου; Μήπως έχεις και κάποια άλλη καλλιτεχνική δραστηριότητα;

Μου αρέσει πολύ να μαγειρεύω και να μοιράζομαι ότι φτιάχνω με τους φίλους μου ή την οικογένειά μου. Τα τελευταία χρόνια έχω αναπτύξει κι αυτή μου τη δεξιότητα και θεωρώ ότι πρόκειται, αν όχι για τέχνη, σίγουρα όμως για μια ιδιαίτερα δημιουργική δραστηριότητα. Μια προσφορά στο ευ ζην.

-Έχουν μελοποιηθεί ποτέ ποιήματά σου; Σ’ ενδιαφέρει αυτό;

Ναι έχει συμβεί κι αυτό. Παρόλο που δεν γράφω έμμετρη ποίηση, κάποτε συμμετείχα σε ένα site νέων στιχουργών και καταπιάστηκα να γράψω στίχους προς μελοποίηση. Πολύ αργότερα, ένας συνάδελφος, που στη σύνταξη πια απέκτησε πολύ ελεύθερο χρόνο, άρχισε να γράφει μουσική και μου ζήτησε στίχους. Έτσι εντελώς ερασιτεχνικά προέκυψαν κάποια τραγούδια, που ενορχηστρώθηκαν και μάλιστα τα ανεβάσαμε και στο διαδίκτυο. Καμιά δεκαριά με δικό μου στίχο. Κι επειδή στην αρχική ομάδα ήμασταν όλοι αρχιτέκτονες το κανάλι ονομάστηκε Αρχιμουσιτέκτονες. Εγώ δεν ασχολούμαι πλέον, αλλά η ομάδα ακόμη υπάρχει κι εμπλουτίζεται με νέο αίμα.

-Τι κερδίζεις από την ποίηση ως άνθρωπος; Υπάρχει κάτι που έχεις χάσει;

Δύσκολο να μετρήσει κανείς κέρδη και απώλειες από μια τέτοια ενασχόληση. Νομίζω μόνο έχω κερδίσει από την ποίηση. Εξωτερικεύοντας κατ’ αρχήν το συναίσθημά μου κι αποτυπώνοντας στο ποίημα τη λύπη, τα τραύματα, τους φόβους, τις αγωνίες (βλέπεις, ποίηση με τις χαρές δε γίνεται) είναι από μόνο του γεγονός λυτρωτικό, κάτι σαν ξόρκι. Το δύσκολο ήταν να το μοιραστώ με άλλους. Θυμάμαι πόσο δίσταζα στην αρχή να εκτεθώ δημόσια, είχα ψευδώνυμο τον πρώτο καιρό που δημοσίευα στο διαδίκτυο. Στην μοναδική παρουσίαση που έκανα ποτέ για την δεύτερη συλλογή μου, μια κυρία στο τέλος της παρουσίασης ήρθε με το πρώτο μου βιβλίο στο χέρι και μου είπε: «Για μένα τα έγραψες αυτά!» δείχνοντάς μου δύο ποιήματα. Τότε κατάλαβα, πως όταν το ατομικό μπορεί να επικοινωνήσει με το συλλογικό, οι δισταγμοί κι οι φόβοι δεν έχουν σημασία. Μόνον η χαρά μένει.

-Υπάρχουν πάρα πολλοί άνθρωποι που εκδίδουν μια ποιητική συλλογή. Πιστεύεις πως αυτό είναι καλό για την εξέλιξη του λογοτεχνικού είδους ή όχι;

Η ποίηση στη χώρα μας δεν είναι (ευτυχώς) είδος λογοτεχνικό, που μπορεί να αποφέρει οικονομικά οφέλη, τουναντίον. Άρα, το μόνο κίνητρο να εκδώσει κανείς το έργο του, είναι η διάθεσή του να το επικοινωνήσει, ίσως και η αναγνώρισή του από τους ομότεχνους γιατί, κακά τα ψέματα, αναγνώστες ποίησης δεν υπάρχουν και πολλοί. Τώρα αν θα εκδώσει μία, δύο ή δέκα συλλογές είναι ζήτημα πολλών παραγόντων, που δεν έχουν να κάνουν πάντα με την καλλιτεχνική δημιουργία. Η γνώμη μου είναι να εκδίδονται ποιητικά βιβλία και αν αγγίξουν έστω και λίγους, κέρδος είναι. Την εξέλιξη της ποίησης κανείς νομίζω δεν μπορεί να την προβλέψει, ούτε να την καθορίσει. Όπως και με την γλώσσα ή τη ζωή την ίδια.

- Από την άλλη η ποίηση ήταν πάντα το είδος με τους λιγότερους αναγνώστες. Μπορείς να σκεφτείς κάποια πράγματα που μπορούν να κάνουν μεμονωμένοι άνθρωποι ή φορείς για να μεγαλώσει το κοινό της ποίησης;

Φοβάμαι ότι θα πέσω σε κοινοτοπίες, αλλά πάντα πίστευα ότι η οικογένεια και το σχολείο (το δημοτικό κυρίως) είναι οι δύο πυρήνες που διαμορφώνουν σημαντικά ένα παιδί και ευθύνονται για την παιδεία, που θα πάρει και θα εξελίξει αργότερα. Εκεί πρέπει να εστιάσουμε, στην ποιότητα των δασκάλων, μιας και οι γονείς είναι αυτοί που είναι. Οι δραστήριοι φορείς ή οι φωτισμένοι άνθρωποι, που θα παραδειγματίζουν τους άλλους υπάρχουν και πάντα θα υπάρχουν, αλλά για να τους ακολουθήσει κάποιος χρειάζεται από νωρίς να μάθει, να “παιδευτεί” και να γευτεί την απόλαυση που μπορεί να του προσφέρει η ποίηση.

-Τι να περιμένουμε από σένα στο κοντινό μέλλον; Έχεις κάποιο βιβλίο στα σκαριά;

Έχω κάποια αξιόλογα ποιήματα στο συρτάρι και κάποια δημοσιευμένα μόνο σε περιοδικά, που θα άξιζε να μαζευτούν και να εκδοθούν. Ίσως προχωρήσω σε κάποιο e-book, δεν έχω αποφασίσει ακόμη. Θα ήθελα να ξαναβρώ τα βήματά μου, ίσως με νέες πηγές έμπνευσης να γράψω καινούρια ποιήματα, τότε ίσως να ήμουν πιο αποφασιστική ως προς την έκδοση νέας συλλογής.

- Τελειώνοντας αυτή τη συνέντευξη θα ήθελα να κάνεις μια ευχή για τη νέα χρονιά!

Τον τελευταίο χρόνο ο πλανήτης βιώνει μια πρωτοφανή και δύσκολη κατάσταση. Ζούμε σε ένα καθεστώς συνεχούς φόβου, τόσο για την υγεία ή τη ζωή μας όσο και για το ποια θα είναι η κατάσταση της κοινωνίας μετά το πέρας της πανδημίας. Η καλύτερη ευχή που μπορώ να σκεφτώ: Υγεία για όλους, ώστε να μπορέσουμε σύντομα να τινάξουμε από πάνω μας το φόβο, να χαμογελάσουμε πάλι αισιόδοξα. Να εμβαθύνουμε περισσότερο, να δούμε αυτή την κρίση ως ευκαιρία επανεκτίμησης των αξιών και των προτεραιοτήτων μας.Κλείνω παραφράζοντας έναν παλιό μου στίχο: …και στα δελτία των καιρών, το μέλλον αίθριο! Αγγελική σ’ ευχαριστώ θερμά γι’ αυτή τη συνέντευξη. Μου έδωσες χαρά και την ευκαιρία να σκεφτώ και να βάλω σε τάξη τις απόψεις μου.

Στέλλα μου σ’ ευχαριστώ πολύ για την παρουσία σου στο ΕΝΝΕΠΕ ΜΟΥΣΑ! Να μας χαρίζεις πάντα το δώρο της ποίησής σου!

 Συνέντευξη: Αγγελική Καραπάνου