Δέκα ποιήματα της Μαρίας Σκουρλά (Ταξιδιωτικές οδηγίες)

Δέκα ποιήματα της Μαρίας Σκουρλά (Ταξιδιωτικές οδηγίες)

Σήμερα έχω προσκαλέσει την ποιήτρια Μαρία Σκουρλά. Η καλεσμένη μου σπούδασε Θεατρολογία και Προσχολική Αγωγή. 'Εχει ακόμη ολοκληρώσει  μουσικές σπουδές στα ανώτερα θεωρητικά και μεταπτυχιακές σπουδές στην Τεχνολογία της Εκπαίδευσης. Εργάζεται ως καθηγήτρια Θεατρικής Αγωγής στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση κι εκπονεί μαθήματα δημιουργικής απασχόλησης σε τμήματα Βρεφονηπιοκόμων. Έχει εκδώσει δυο ποιητικές συλλογές.Η δεύτερή της που τιτλοφορείται "Ταξιδιωτικές Οδηγίες" κυκλοφόρησε πριν από τέσσερις μήνες. Μέσω αυτών των ποιημάτων της η δημιουργός επιχειρεί να νοηματοδοτήσει το ανθρώπινο ταξίδι στη γη. Η σχέση με τα οικεία πρόσωπα, ο έρωτας, η επαφή με τη φύση, η σχέση με την πόλη και τη γειτονιά, η γέφυρα με την παιδική ηλικία και την εφηβεία, όλα βρίσκουν θέση στην προβληματική αυτού του βιβλίου. Η έννοια του χρόνου έχει πολύ ενδιαφέρον σ'αυτή τη δουλειά. Η ποιήτρια συνομιλεί και με τις τρεις διαστάσεις του,το παρελθόν,το παρόν και το μέλλον. Βλέπει τον θνητό σ'όλη την ιστορική διαδρομή του,τον συναντά στο σήμερα κι οραματίζεται το αύριό του. Στις αφηγήσεις της χρησιμοποιεί όλα τα πρόσωπα κι αυτό δίνει έναν οικουμενικό χαρακτήρα στον στοχασμό της. Ο λόγος της είναι λυρικός, σμιλεμένος, με ζωντανές εικόνες. Μια αύρα σεβασμού στα έμψυχα και στα άψυχα διαπνέει όλο το έργο. Θα δούμε δέκα υπέροχα ποιήματα από τις "Ταξιδιωτικές Οδηγίες" και θα ευχηθούμε να είναι ΚΑΛΟΤΑΞΙΔΕΣ!

Ριγμένα Χρώματα

Τα βράδια που γίνεσαι μικρή
στην αγκαλιά τρυπώνεις,
το σώμα σου μάκρυνε ξαφνικά
το βλέμμα σου το ίδιο ζεστό
όπως τότε , όταν γεννήθηκες .
παρέα μου πια
με ρωτάς και μιλάμε
νερομπογιές πέφτουν παντού
και ψίχουλα
κι εμείς γελάμε
μου λες σ’ αγαπώ
τα μάτια σου φέγγουν.
Τότε είναι που στο χθες θέλω να γυρίσω
να σε ταΐσω, να σ’ αλλάξω και να σε ντύσω
για πρώτη φορά
χωρίς οδηγίες
να γυρίσω ν’ απολαύσω τις στιγμές
μα το χθες έγινε αύριο
-αλλά ευτυχώς
στο αύριο τα λάθη τ’ αγαπάμε .

Μεταξουργείο

Δεν θα κοιτούσα ποτέ αυτό το σπίτι
αν στο παράθυρό του δεν είχε κρεμασμένο
ένα μαύρο κοστούμι
-ίσως να ήταν ραμμένο για κείνον
έμοιαζε γαμπριάτικο
και δίπλα του φαντάστηκα
ένα φόρεμα νυφιάτικο
κατακόκκινο.
Όταν τις γραμμές του τρένου περνώ
ακόμα εκεί κοιτάζω .
σπίτι δεν υπάρχει
ούτε κι εκείνοι
μονάχα λίγα αγριολούλουδα
που άνθισαν τυχαία
μες στα χαλάσματα.

Εκεί που ο κόσμος τελειώνει

Σε βρήκα πάλι, πατέρα
απ’ τη γη του Πυρός είχες σωθεί
ακολουθώντας ένα πλοίο οδηγό
ασφαλή πορεία σου είχε χαράξει
υδάτινη
μακριά απ’ τους ψιθύρους των λιωμένων πάγων
και απ’ τους τριγμούς του δικού μου φόβου
να μην σε χάσω.
Σε κοίταξα πάλι, πατέρα
δεν είχα φτάσει μακριά
αλλά είχα μάθει να παίζω
το τραγούδι εκείνο
που με γρίφους και ήχους μιλά
στ’ ακορντεόν.

Τώρα σκέφτομαι
την ανεμόσκαλα εκείνη
θα ' θελα να την ανέβω ξανά
χωρίς να με κρατάς .

τι ήσυχα που είναι όλα εκεί ψηλά
χαμογέλα
σε λίγο φτάνω
εκεί που ο κόσμος μάλλον τελειώνει

Κηφισός

Κάτω απ’ το δέρμα της ασφάλτου
χαμένες κοίτες ακόμα υγραίνονται
βάρκες σαπίζουν
κι ευκάλυπτοι στις όχθες
ρίχνουν σκιά
στ’ ακροκέραμα
εκεί που κάποτε
αύρα θαλασσινή ηχούσε
εκεί που τώρα οι διαβάσεις
ακολουθούν πιστά
το δρόμο του νερού

λίγο πριν εκείνο
καταπιεί αθόρυβα
ολόκληρη την πόλη.

Τα πρωτεία

«Τούτο είναι το βιβλίο εκείνο της γενεαλογίας των ανθρώπων» Γένεσης, κεφ. Έ΄

Εν αρχή ην
ο λόγος
ύπαρξης του ανθρώπου
που απ’ το σκοτάδι βγαίνει
μπουσουλώντας
μα όταν τον ήλιο αντικρίσει
τυφλωμένος πάλι στο σπήλαιο γυρίζει
μυημένος σωτήρας
ελεύθερος .

οι γενιές
στο γαϊτανάκι μπλεγμένες
με τη σκυτάλη στα χέρια
κόρες που μάνες θα γίνουν
αναπολώντας
και γιοι πρωτότοκοι
με τα κλειδιά στα χέρια .
βαρύ το φορτίο
της αγίας οικογένειας.

Και ζευγάρια ετερόκλητα
το μαζί μαθαίνουν
αγκομαχώντας
τα παιδιά τους προσφέρουν
στους κριτές
ως θυσία
για τα πρωτεία
καγχάζοντας.

Εν αρχή ην
το χάος
αυτό που την γη καταπίνει
καθώς γεννά
μικρά σπουργίτια
που ακόμα τραγουδούν
στα βρεγμένα μπαλκόνια
αυτής της σκουριασμένης πόλης.

Μετατροπίες

Κάθε συρτάρι που ανοίγεις
και μια μνήμη
ταξίδι υπερατλαντικό
μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα .
η παιδική σου κούκλα
εισιτήρια μιας συναυλίας
το πάσο της σχολής
μάρκες του Λούνα Παρκ
η πρώτη φωτογραφία του παιδιού σου.

Και κάθε μνήμη
μια μετατροπία
που σε πηγαίνει σ’ έναν ακόμα ηχότοπο
με τροπικά χρώματα βαμμένο.

Εκεί τρυπώνεις
τίποτα ίδιο
το σχήμα του προσώπου σου
τα μαλλιά σου
η φωνή σου

κι εσύ
μια συγχορδία μετέωρη.

Πέντε παρά τέταρτο

Λίγο πριν
τις πέντε παρά τέταρτο
στο ψιλόβροχο οδηγώ
ίδια η διαδρομή
χωρίς τις παρακάμψεις
ίδιο και τ’ όριο ταχύτητας
για μένα
εδώ και χρόνια.

Να φτάσω θέλω
έστω και λίγο πριν
μ’ ένα ουράνιο τόξο παρέα
να μου θυμίζει
πως τα εγκόσμια θ’ αφήσω
και την ρουτίνα της όποιας μέρας
καθώς θα μπαίνω σ’ αυτό το σύμπαν
το μουσικό.

Και θα νιώσω και πάλι
το κορίτσι εκείνο
των δεκάξι ετών
που με λαχτάρα ακούει
σπάνιες ηχογραφήσεις
μυστικά και παράδοξα
ύμνους δοξαστικούς
και τα Κατά Ματθαίον
για πρώτη φορά.

Εκείνος
με την πλάτη στο πιάνο
τις σημειώσεις του ανοίγει
και με φωνή δωρική
μοιράζει σε μας
τους λίγους κι εκλεκτούς
τους πιστούς στο ραντεβού
μαθητές του
τη γνώση.

Άσπρη πεταλούδα

Περπατώντας σ’ ένα δάσος από μνήμες
αγκαθωτές μου μοιάζουν οι πυξίδες
ξεκούρδιστοι οι μετρονόμοι
με tempo λανθασμένο
κι εγώ λοξοδρομώ
ακολουθώντας το πέταγμα μιας άσπρης πεταλούδας
το σκοτεινό σημείο να μου δείξει εκλιπαρώ
για να κρυφτώ
από την όψη αυτής της μέρας
καθώς τις πέτρες με τα πόδια μου λειαίνω
στις φυλλωσιές περάσματα ανοίγω
διάτρητα
αγωνιώντας το φιλί σου να κρατήσω
κι όσα ακόμα δεν είπες
ισόβια
αχ να μπορούσα
στ’ ανέμελα τα χρόνια να βουτήξω
και να χαράξω τ’ αρχικά μας
σε μια φραγκοσυκιά

ανόητα παιδιάστικα καμώματα
αυτά που τώρα αναπολώ.

Συντροφικό

Μια φωλιά χτίζω
με τα χέρια μου
να ξαποσταίνεις
μόνο εσύ
τ ’ απομεσήμερα .
έπειτα τον ιδρώτα σου
σκουπίζω
και σε ραντίζω
με τις δροσοσταλίδες της αυγής
να ξαναγίνεις έφηβος
μετά
σωπαίνω
ν’ ακούσεις τους ψιθύρους των αγέννητων παιδιών
και τον απόηχο των τριζονιών
στα σκονισμένα κάγκελα .
σε λίγο σκοτεινιάζει,
μια σύναξη πυγολαμπίδων
θα φέξει για μας .
μ’ ονειρικό νανούρισμα
πώς μοιάζει η βραδιά
της φύσης και του θέρους

Χάπι Έντ

Ακόμα κι αν οι θάλασσες στερέψουν
κι ο βυθός μ’ ασθενικό πηγάδι μοιάζει
εμείς
ερασιτέχνες χαρτογράφοι
ένα νησί απ’ την άβυσσο θα υψώσουμε
κι όταν την άμμο του πατήσουμε
τ’ άσπρα βράχια του
όμοια με πρόσωπα θα ' ναι
που μας καλωσορίζουνε .
έκπτωτοι εμείς
μα ελεύθεροι
στέγη εκεί θα ψάξουμε
και λίγο πριν χαράξει
απαριθμώντας τα νησιά
έναν σκοπό θα τραγουδήσουμε
για την ουσία της ζωής
και για το τέλος
ματώνοντας τα χείλη

Βιογραφικό σημείωμα

Η Μαρία Σκουρλά γεννήθηκε την άνοιξη του 1978 στην Αθήνα. Η γειτονιά της , τα δυτικά προάστια και ο τόπος καταγωγής της , η Εύβοια, την καθόρισαν.Σπούδασε Θεατρολογία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και Προσχολική Αγωγή στο Παιδαγωγικό Τμήμα .Ολοκλήρωσε μουσικές σπουδές στα ανώτερα θεωρητικά και μεταπτυχιακές σπουδές στην Τεχνολογία της Εκπαίδευσης. Διδάσκει στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση το μάθημα της Θεατρικής Αγωγής και στην εκπαίδευση ενηλίκων μαθήματα δημιουργικής απασχόλησης σε τμήματα Βρεφονηπιοκόμων. Έχει εκδώσει ήδη μια ποιητική συλλογή με τον « Ονόματα στις Λεύκες» , εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2018. Η παρούσα είναι η δεύτερη ποιητική συλλογή της.