16 Ετών ( Παιδί )- ΜΑΡΙΑ ΑΡΓΥΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ(Η ιστορία ενός ποιήματος)

16 Ετών ( Παιδί )- ΜΑΡΙΑ ΑΡΓΥΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ(Η ιστορία ενός ποιήματος)

Ένα παιδί ,που η πρώτη του επαφή με την ποίηση στο σχολείο, δεν ήταν πολύ ευχάριστη και δημιουργική εμπειρία. Το ίδιο άτομο, γυναίκα πια, όταν παρακολούθησε την επιμνημόσυνη δέηση στον τόπο θυσίας των Ελλήνων στα Καλάβρυτα, έγραψε το πρώτο της ποίημα. Ήταν η σπίθα που άναψε μέσα της, από ένα γεγονός κι από ένα μέρος , που είχε ιδιαίτερη συναισθηματική αξία για κείνη. Από τότε η Μαρία Αργυρακοπούλου, άρχισε ν'ασχολείται με την ποίηση και θυμάται με συγκίνηση τη στιγμή που έγραψε το ποίημά της με τίτλο "16 ετών(Παιδί)". Για να δούμε τι έχει να μας πει η ποιήτρια γι'αυτή την κατάθεση ψυχής,  που τη σημάδεψε...

16 Ετών (Παιδί)

  Ως μαθήτρια μου άρεσαν πολύ τα μαθηματικά, η φυσική και η χημεία. Η ώρα των νεοελληνικών κειμένων για μένα ήταν κατά κάποιον τρόπο <<εφιάλτης>>. Προτιμούσα να λύνω ασκήσεις μαθηματικών όλη μέρα παρά να ασχοληθώ με την ανάλυση ενός κειμένου και ειδικότερα ενός ποιήματος. Θυμάμαι χαρακτηριστικά την ερώτηση του/της καθηγητή/τριας : τι θέλει να πει ο ποιητής, γροθιά στο στομάχι μου καθόταν.
 Παράλληλα όμως στον ελεύθερο χρόνο μου, μου άρεσε ν’ αποτυπώνω σε χαρτί τις σκέψεις μου, τους προβληματισμούς μου, διάφορα γεγονότα που σημαδεύουν τη ζωή των ανθρώπων, - όχι του τύπου ημερολόγιο που σημείωναν τα περισσότερα παιδιά- πάντα όμως σε πεζό λόγο.  Μεγαλώνοντας διάβασα πολλά λογοτεχνικά έργα, ποτέ μου όμως ποίηση. 
  Η 13η Δεκεμβρίου, μέρα σημαδιακή, μέρα μνήμης της κτηνωδίας των Γερμανών στην πόλη των Καλαβρύτων, είναι χαραγμένη βαθιά στη μνήμη μου, κάτι σαν ιός που επισκέπτεται τους νευρώνες του εγκεφάλου μου κάθε χρόνο την ίδια μέρα. Κατάγομαι από ένα χωριό της επαρχίας Καλαβρύτων και δεν θα ξεχάσω ποτέ την πρώτη φορά που βρέθηκα στην πόλη των Καλαβρύτων να δώσω εξετάσεις για την εισαγωγή μου στο λύκειο, οι γυναίκες στην ηλικία της μητέρας μου ήταν όλες μαυροφορεμένες και μια μόνιμη λύπη ζωγραφισμένη στο πρόσωπό τους . Έκτοτε έχω επισκεφτεί τα Καλάβρυτα πολλές φορές και ιδιαίτερα το Μουσείο και τον τόπο θυσίας των Καλαβρυτινών (λόφος του Καπή). Δεν μπορώ να περιγράψω με λόγια τη συγκίνηση και μια σύνθεση ανάμεικτων συναισθημάτων που νιώθεις σαν βρεθείς στον τόπο της εκτέλεσης . Η ανάσα σου παγώνει, οι παλμοί της ύπαρξή σου στην αρχή ασθμαίνουν διαβάζοντας τη λίστα με τα ονόματα και τις ηλικίες των εκτελεσθέντων και κατόπιν γίνονται γρήγορες ριπές οργής , αδικίας ενάντια στο Γερμανικό εκτελεστικό απόσπασμα….
  Θυμάμαι ήταν 13 Δεκεμβρίου του 2014, καθισμένη στο laptop και παρακολουθώντας την επιμνημόσυνη δέηση στον Τόπο Θυσίας, θέλησα να αποτυπώσω την αγωνία, το φόβο, όλα εκείνα τα συναισθήματα των αγοριών και των ανδρών, που με εντολή των Γερμανών ανέβαιναν στο λόφο του Καπή (στον Τόπο της εκτέλεσής τους). Ένιωσα κάτι σαν χρέος απέναντί τους, κάτι σαν φόρο τιμής το να γράψω ένα κείμενο. Όμως το κείμενο δεν μου βγήκε, ας μου επιτραπεί ο όρος, σε πεζή μορφή, αλλά σε ποιητικό λόγο. Θυμάμαι ήταν διπλή η συγκίνηση για μένα: κατάφερα εν μέρει να αποδώσω τα συναισθήματα σαν να ήμουν ανάμεσά τους και να ανέβαινα μαζί τους αυτόν τον τελευταίο ανήφορο της ζωής που όδευε στο θάνατο και να εκφραστώ σε ποιητικό ελεύθερο στίχο.
  Έκτοτε ασχολήθηκα αυτοδίδακτα με τον ποιητικό λόγο καταφέρνοντας να εκδώσω και την πρώτη ποιητική μου συλλογή το 2019 << Αποτυπώματα στο πουθενά>> από τις χρόνος εκδόσεις .(έχω έτοιμες δυο συλλογές ακόμα) Να πάρω μέρος σε ομαδικές συλλογές ποιημάτων, να βραβευτώ σε διαγωνισμό ποίησης .
  Κάθε χρόνο στις 13 Δεκέμβρη δεν ξεχνώ ποτέ το τι με ώθησε στην ποίηση, κάνοντας πάντα ένα νέο αφιέρωμα. Όνειρό μου να συγκεντρώσω όλα τα αφιερώματα σε ένα βιβλίο και επιθυμία μου να διανεμηθεί δωρεάν στα Καλάβρυτα κάποια “παγωμένη” 13η Δεκέμβρη.

Μαρία Αργυρακοπούλου

16 Ετών ( Παιδί )- ΜΑΡΙΑ ΑΡΓΥΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Δίχως τα βλέφαρα να κινηθούν
μήπως κι εχθροί μ’ αντιληφθούν
κλεφτές ματιές στην πόλη έριχνα
καθώς στο λόφο ήμασταν αραδιασμένοι
τσουβάλια άδεια, με ανησυχία γεμισμένοι.

Μαύρος καπνός σκέπαζε το παρελθόν
μπαρούτι μύριζε το παρόν
Κι εμείς, ορθοί στημένοι, ώρες πολλές
απέναντι στα κανονιοβόλα
μας σημάδευαν
αδίσταχτων εκτελεστών τα πυροβόλα.

Τα δευτερόλεπτα έτη αναμονής
τα λεπτά αιώνες αγωνίας
εκκωφαντικοί οι χτύποι της καρδιάς μας
άτονες οι ανάσες της σιγαλιάς μας.

Το χέρι μου ο πατέρας σφιχτά κρατούσε
του αδερφού μου, πιο σφιχτά να μην φοβάται
καθότι παιδί εντεκάχρονο αυτός
κι εγώ, παλικάρι αμούστακο
τα νιάτα μας λυπάται.

Τελευταία εικόνα που μου ‘ρχεται στο νου
είναι εκείνη της μάνας μου
στην αυλόθυρα του σχολείου στριμωγμένη
στο βλέμμα της η απορία ζωγραφισμένη
το πρόσωπό της αυλάκωνε η αγωνία,
η θλίψη, το μίσος και η αδικία
αναρωτιέμαι μα δεν τολμώ να το ψελλίσω
πέθανε ή ζει ,άραγε θα τη δω όταν γυρίσω.

Ακούσαμε φωτιά πως βάλαν στο σχολείο
ράγισε η ανάσα μας στα δύο
κοιταχτήκαμε με βλέμμα λυπημένο
άδικο κι αδίσταχτο το κατεστημένο.

Κάποιοι ρώτησαν
τι θα κάνετε με εμάς
τα σκυλιά που αλυχτούσαν
διφορούμενα απαντούσαν
θα έρθει και για εσάς ο μποναμάς.

Νεκρώθηκε ο στοχασμός
κατέλαβε τη θέση του ο φόβος, η αγωνία
αδημονούσαμε να δούμε τι θα γίνει
ποτάμι το δάκρυ έσταζε,
έβραζε η ανάσα σε καμίνι. .

Το σύνθημα ακούστηκε απ’ την πόλη
φωτιά πήρε το βόλι
σαν πούπουλα ελεύθερου Γιατί
πέφτουν οι πρώτοι στο λόφο του Καπή .

Δεν πρόλαβα ν’ αρθρώσω λέξη
νεκρός κι ο πατέρας του Αλέξη
πέφτουμε με τον αδερφό μου πιο εκεί
της στιγμής ιδέα ,αστραπιαίος στοχασμός
να γλιτώσουμε του εχθρού τον πυροβολισμό.

Τα αδίσταχτα σκυλιά
δεν αρκούνται στο αίμα που κυλά
ανάμεσα στα πτώματα περπατούν
αναποδογυρίζοντάς Τα
όποιο αναπνέει ακόμη , ποδοπατούν
ρίχνοντάς Του τη χαριστική βολή
δολοφονώντας και το τελευταίο παιδί.