Στο βασίλειο της Δημοκρατίας - ΓΙΑΝΝΗΣ ΖΟΡΜΠΑΛΑΣ

Ένα έμμετρο σατιρικό παραμύθι, εμπνευσμένο από τις ιδιαίτερες γιορτές του κορωνοϊού,εμπνεύστηκε ο ποιητής Γιάννης Ζορμπαλάς.  Ας περιηγηθούμε στο βασίλειο της Δημοκρατίας!

Στο βασίλειο της Δημοκρατίας-ΓΙΑΝΝΗΣ ΖΟΡΜΠΑΛΑΣ

                                                  Έμμετρο σατιρικό παραμύθι

Μια φορά κι ένα καιρό σ’ ένα σπίτι φτωχικό,
η μητέρα ετοίμαζε τραπέζι γιορτινό.
Μύρισαν τα Χριστούγεννα, πυκνό πέφτει το χιόνι …
κι ο ύπνος βρήκε τον Κωστή παίζοντας- στο σαλόνι.
Μάγισσες βλέπει και θεριά -τρομάζει και ζαρώνει -
κι ένα στρουμφάκι στη γωνιά κλαίει και μαραζώνει.
Μάσκες φορούν οι άνθρωποι, κρύβουν τα πρόσωπά τους
και τα θεριά είναι φρουροί-πίσω τους και μπροστά τους.
Τον κόσμο περικύκλωσαν και στη γραμμή τον βάζουν.
Για όσους έχουν πυρετό φορεία ετοιμάζουν.
Μια μάγισσα κακάσχημη προς τα παιδιά ζυγώνει
και ένας δράκος με φτερά το στήθος του φουσκώνει.
Στρατός τεράτων έρχεται- ζώα με πέντε χέρια…
Γορίλες που οπλοφορούν, αρκούδοι με μαχαίρια,
δεινόσαυροι και κένταυροι με ουρλιαχτά και γέλια.
Μπροστά πηγαίνει ο Βασιλιάς- στην κεφαλή κορώνα,
καχεκτικός και άσχημος, ψυχρός -παγοκολόνα!
Κι ο βάτραχος- ο αυλικός, που τους ανακοινώνει, πως,
απ’ τον κορωνοϊό κανείς τους δεν γλυτώνει!
Να, ο γιατρός του Βασιλιά-γάτος με άσπρη μπλούζα,
στον κόσμο κάνει εμβόλια και στέκονται όλοι σούζα.
Δικό του έχει αντίδοτο και ευρεσιτεχνία,
μπολιάζει όποιον και να δει, με δεξιοτεχνία.
Τότε ο Κωστής ακρόαση ζητά απ’ τον Βασιλέα.
Ανδρεία έχει περισσή και μια λαμπρή ιδέα.
―Όσοι έχουν πονοκέφαλο στα σπίτια τους να πάνε.
Με τσάι και φασκόμηλο τη γρίπη να περνάνε.
Έτσι, και το Βασίλειο θα κάνει οικονομία
και τα εμβόλια μπορούν να μείνουν στα ψυγεία!
Σαν τ’ άκουσε ο Βασιλιάς, απείθαρχο τον βγάζει
και τον αρπάζει ο βάτραχος και τονε μπουζουριάζει.
Ανακοινώνει αυστηρή διαταγή και πάλι:
―Δήμιε, στους απείθαρχους θα κόβεις το κεφάλι!
Ο παπαγάλος του Άρχοντα, διαλαλεί και λέει:
― Τσίρι τρι και τσίρι τρα, θα κόβεις το κεφάλι!
Κι ο δήμιος ο ποντικός, με το μακρύ μουστάκι,
τον κακομοίρη τον Κωστή θα κόψει σαν τυράκι.


Θλίψη γύρω απλώνεται γι ’αυτή την αδικία…
δεν έχει αξία η ζωή σ’ αυτή την πολιτεία;
―Άκουσε βάτραχε τρανέ, άκουσε Βασιλιά μου,
κακοπερνάει ο λαός κι εγώ πάω καλιά μου...
Την κουκουβάγια ρώτησε που έχει και σοφία,
γιατί σε λίγο, όπως πας… δεν θα ’χεις εξουσία!
Ο Βασιλιάς οργίζεται, τρέμει και κοκκινίζει.
Την κουκουβάγια τελικά Σύμβουλο διορίζει.
―Για πες μου εσύ παλιόπουλο, τι λένε τα βιβλία;
Μπας έχει δίκιο ο Κωστής… χάνω την εξουσία;
―Την ταπεινή την γνώμη μου Άρχοντα να ζυγίσεις
και από αύριο βαθιές κάνε μεταρρυθμίσεις.
Τους Νόμους σου μαλάκωσε και στο φτωχό λαό σου
δώσε χωράφια για σπορά και θα ’ναι για καλό σου.
Με τέτοιους Νόμους αυστηρούς δεν φεύγει η πανδημία.
Ιατρικό Συμβούλιο κάλεσε στην πλατεία.
―Μάθε, λοιπόν, παλιόπουλο που ’χεις νοημοσύνη,
ούτε και στο στρατό μου δεν έχω εμπιστοσύνη...
―Γέρικους γάτους μάζεψε από τα καφενεία,
αυτούς που είναι εφτάψυχοι και έχουνε πτυχία.
Με πρόεδρο –αρχίατρο, το γάτο το δικό σου,
αφού σου πουν τη γνώμη τους- βγάλε Νόμο δικό σου!
Σε κάθε πόστο, διοικητές να βάλεις με αξία
κι έτσι δεν θα χρειάζονται τα όπλα και η βία.
Αγάπη –κατανόηση, δείξε στην κοινωνία
και βάλε στο Βασίλειο λίγη… Δημοκρατία!
―Καλά τα λες παλιόπουλο, θα βοηθήσω τους φτωχούς
κι εσύ για τα Συμβούλια, βρες μου Σοφούς και Ειδικούς.
Σε όσους είναι άνεργοι κι άσκοπα τριγυρίζουν,
χωράφια τους παραχωρώ- να σπέρνουν να θερίζουν!
Και κάτι ακόμα Σύμβουλε κι έξυπνε γουρλομάτη.
Γι αυτόν τον κορωνοϊό, για πες μου-βρήκες κάτι;
―Σ’ αυτό το θέμα άρχοντα δεν θα ’χεις δυσκολία,
όσοι έχουν βήχα… θα ’λεγα, να παν στα καφενεία.
―Μα τι μου λες παλιόπουλο, μ’ αρρώστια-πανδημία,
κι αυτοί θα πάνε για καφέ και για «τριανταμία»;
―Όχι, εννοούσα …πως εκεί προσωρινά θα μένουν,
σα να ’χουν μπει στη φυλακή και έξω δεν θα βγαίνουν.
Έτσι δεν θα κολλήσουνε τους άλλους που δεν φταίνε,
κι αργότερα στο σπίτι τους θα έχουνε να λένε...

―Καλό το σχέδιο αυτό … κι όσοι βαριαρρωστήσουν,
μου λες τι θα τους κάνουμε, πώς θα ορθοποδήσουν;
―Πλούσιε Άρχοντα εσύ, Παλάτι έχεις και φλουριά,
πρόσφερε μια έπαυλη για τα φτωχά νοικοκυριά.
Φτιάξε εκεί Νοσοκομείο, και μετά να δεις τιμές…
και οι σκύλοι -νοσοκόμοι θα ’ρθουν, σαν εθελοντές.
Στην είσοδο θα βάλουμε και προτομή δική σου.
«Ο ευεργέτης του λαού» κι η δόξα όλη δική σου!
―Δίκιο έχεις παλιόπουλο, έτσι θα κυβερνήσω
και όσα υποσχέθηκα εγώ θα τα τηρήσω.
Αγάπη και ασφάλεια να νιώθει ο λαός μου,
για να ’ναι πάντα σεβαστός ο λόγος ο δικός μου.
Το άκουσες βρε βάτραχε; αλλάζουμε πορεία
και στο εξής θα υπακούς σε τούτη την κυρία.
Η μπάντα να ετοιμαστεί -τα κάλαντα να παίζει.
Γιορτή θα κάνω και καλώ όλους σ’ ένα τραπέζι.
Τραπέζι ; παρασύρθηκα…
Ο καθένας φαγητό θα παίρνει και θα φεύγει,
γιατί ο ιός καραδοκεί και τονε σημαδεύει!
Γι αυτό, να έρθουν παίρνοντας όλες τις προφυλάξεις,
με μάσκες κι αντισηπτικά, τηρώντας αποστάσεις!
Κι ο παπαγάλος με χαρά, το τραγουδάκι αρχινά.
― Τσίρι τρι και τσίρι τρο, σαλάτα θέλω μαϊντανό.
Τσίρι τρι και τσίρι τρα, και μαρούλια τρυφερά.
Κάλαντα Χριστουγέννων η μπάντα τώρα παίζει.
Τσουρέκια, κουραμπιέδες, κουλούρια-πετιμέζι.
Η κουκουβάγια με χαρά, άλλο τραγούδι αρχινά.
― Κούκου βα και κούκου βάμας, τέλειωσαν τα βάσανά μας,
Ζήτω για τα Χριστούγεννα και για τον Βασιλιά μας.
―Κούκου βα και κούκου βα, μελομακάρονα γλυκά,
κούκου βα και κούκου βα, εγώ θα φάω μπακλαβά!
Πάρτε απ’ όλα τα καλά- να χαίρεται η ψυχή σας
και στην υγειά του Βασιλιά να πιείτε το κρασί σας.
Του τόπου μας τα κάλαντα ψάλλει η χορωδία.
Γιορτή για τα Χριστούγεννα και τη Δημοκρατία!

Χήνες και πάπιες στρουμπουλές, κότες και κοκοράκια,
το δέντρο εστολίζανε μαζί με τα στρουμφάκια.
Στολίδια δεν υπήρχανε, λαμπιόνια και μπαλάκια
και κρέμασαν τις κάλτσες τους, μαντίλες και σκουφάκια!

Χόρευαν καλικάντζαροι κι άσχημα ξωτικά.
Ζώα κι ανθρώποι εύχονταν -«Να ζήσεις Βασιλιά».
Γλυκά και κρέας οι φτωχοί φέρναν στο σπιτικό τους.
Δεν πίστευαν στα μάτια τους κι έκαναν το σταυρό τους!
Μα ο δήμιος ο ποντικός, τυράκια κουβαλώντας,
σα μεθυσμένος φαίνεται, και πάει… παραπατώντας.
Ζητάει απ’ το Βασιλιά ακρόαση και χάρη.
Να μη σκοτώσει τον Κωστή, τ’ όμορφο παλικάρι.
―Μα τι μου λες βρε ποντικέ; Ξεχάστηκα με τη γιορτή
κι ο θαρραλέος ο Κωστής ξέμεινε στο υγρό κελί…
Ακούστε το Διάγγελμα: αλλάζω τη διαταγή
και η θανατική ποινή με Νόμο θα καταργηθεί!
Κι ο παπαγάλος του Άρχοντα, διαλαλεί και λέει:
― Τσίρι τρι και τσίρι τρι, με Νόμο θα καταργηθεί!

Σ’ όλο τον Κόσμο ξακουστή έγινε η Πολιτεία.
Στέριωσε το Βασίλειο και η Δημοκρατία!
Επήρε πόδι κι έφυγε ο κορωνοϊός
κι άνοιξε μια κλινική ο γάτος ο γιατρός.
Θεριά και ζώα απ’ το στρατό βέβαια απολύθηκαν.
Στα δάση και στην εξοχή χαρούμενα ξεχύθηκαν.
Τα τερατόμορφα θεριά, βρήκαν δικά τους πάρκα
και οι τουρίστες χάζευαν δίνοντας δέκα φράγκα!
Κι οι μάγισσες στην είσοδο-έτσι για τη βιτρίνα…
έβαψαν νύχια και μαλλιά σα μοντελάκια φίνα.
Ο δήμιος ο ποντικός, ξέμεινε από δουλειά…
έγινε ξυλοκόπος κι έζησε στα βουνά.
Ο βάτραχος ο αυλικός, έγραφε τις ακροάσεις
ετοίμαζε συμβούλια, δείπνα και παρελάσεις.
Ο παπαγάλος, τις γιορτές πάντα διαλαλούσε,
έγινε πρώτος χορευτής κι όμορφα τραγουδούσε.
Η κουκουβάγια η έξυπνη με περισσή σοφία,
μες στο παλάτι κράταγε λογιστικά βιβλία.
Και τον Κωστή, τον έκανε ο μέγας Βασιλιάς
δάσκαλο στο Παλάτι και περνούσε σαν πασάς.
Έτσι έζησαν αυτοί καλά, χαρούμενα και ειρηνικά,
αλλά κι εμείς καλύτερα!
 
―Ξύπνα Κωστή, ξύπνα Κωστή…. το έστρωσε το χιόνι…
και τα τσουρέκια ευωδιά σκόρπισαν στο σαλόνι!