Δέκα σατιρικά ποιήματα - ΓΙΩΡΓΟΣ Ν.ΚΑΝΑΚΗΣ

Δέκα σατιρικά ποιήματα - ΓΙΩΡΓΟΣ Ν.ΚΑΝΑΚΗΣ

Θα γνωρίσουμε δέκα σατιρικά ποιήματα του Γιώργου Ν.Κανάκη. Πολιτικές καρικατούρες, η εποχή της μάσκας, άντρες παλιάς κοπής...απ'όλα έχει ο μπαξές...Ας τ' απολαύσουμε!

Ένας κόκορας λειράτος*

(ή…, σεξουαλική παρενόχληση)

Από το κοτέτσι μέσα,
μία κότα πριγκιπέσσα,
βγήκε πάει κουνιστή.
Κι ένας κόκορας λειράτος,
την κοιτάει ορεξάτος
κι έχει κάπως ξαφνιαστεί.

Ποιος θεός, σε ποιο κοτέτσι,
σ’ έπλασε και είσαι έτσι,
όμορφη γυαλιστερή!
Βρε πουλάδα, ντροπαλή μου,
έλα παίξε εδώ, καλή μου,
το ωραίο μου λειρί.

-Ασ’ τα κόλπα σου ρε μόρτη,
ξέρω εγώ το πισωπόρτι,
που περνάς κάθε πρωί.
Το λειρί σου, το λουστρίνι,
παιχνιδάκι έχει γίνει,
σ’ άλλη κότα στρουμπουλή.

Μα ο κόκορας το αλάνι,
που το θάρρος του δεν χάνει,
ψάχνει γι’ άλλο θηλυκό.
Να ’βρει κότα, πάπια, χήνα,
λέει το ποίημά του φίνα,
με ένα κόκο ρίκο κο.

28/8/16 © Γιώργος Ν. Κανάκης

*Α΄ Βραβείο Σατιρικής Ποίησης, στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό των Πνευματικών Οριζόντων Λεμεσού 2019

Ηθοποιός σημαίνει… φως!

Αρσενικά παλιάς κοπής,
«αρσενικά» λογής-λογής,
με θέσεις κι εξουσία.
Στο θολωμένο τους μυαλό,
στ’ αρρωστημένο τους Εγώ,
μόνο η συνουσία.

Ηθοποιός σημαίνει… φως!
Όχι για όλους δυστυχώς.

Αρσενικά παλιάς κοπής,
με δίχως ίχνος εντροπής
κι η σκέψη στο κρεβάτι.
Με ατιμία κυνηγούν
και μανιασμένα ασελγούν
μ’ αγριεμένο μάτι.

Ηθοποιός σημαίνει… φως!
Όχι για όλους δυστυχώς.

Αρσενικά παλιάς κοπής
τι να σκεφτείς και τι να πεις;
ξεπατωμένοι πίθοι.
Αγέλες λύκων σαλονιών
ξεδιάντροπων σεξομανών
μ’ απολεσμένα ήθη.

Ηθοποιός σημαίνει… φως!
Όχι για όλους δυστυχώς.

9/2/2021 © Γιώργος Ν. Κανάκης

Σε γνωρίζω

Σε γνωρίζω από την όψη,
τη γραβάτα, το μαλλί!
Η Ελλάδα θα «προκόψει»,
αν δεν σε ’χει στη Βουλή.

Τις γνωρίζω ψευδολόγε,
«μπαγαπόντη», φαφλατά,
τις αρλούμπες γυρολόγε,
π’ αραδιάζεις φωναχτά.

Στο παράθυρο σε βλέπω,
στην οθόνη, στο γυαλί
και τη σκέψη μου εκτρέπω,
απ’ αυτόν που κουρταλεί.

Σε γνωρίζω μες στ’ ασκέρι,
που κινάει για το Ναό,
πως την άνθιση θα φέρεις,
όλο λες εις στο λαό.

Με φαμφάρες σαλιαρίζεις,
τάματα, παραμυθά!
Φτωχαδάκια εκμαυλίζεις,
με τα θαθαθαθαθά!

Ένα-ένα ψηφαλάκια,
μέρα νύχτα κυνηγάς,
τα δικά σου στρατιωτάκια,
σ’ ευλογούν και τα ευλογάς!

8/5/2018 © Γιώργος Ν. Κανάκης

Δεν σπιλώνω, δεν σπιλώνω

Τι γινήκαν τα λεφτά μας; Του ’ρθε η σκέψη μία νύχτα
και πρωί πρωί εσκέφθη, βρε θα βρω μια χαρτορίχτρα.
Μια και δυο, παίρνει τον δρόμο, με το βάσανο αυτό
και στη χαρτορίχτρα πάει και της λέει, «το» και «το».
Νύχτες τώρα δεν κοιμάμαι, σου μιλάω σοβαρά.
-Ασήμωσε… για να το βρούμε τι γινήκαν τα λεφτά.
Ασημώνει και αρχίζει να του λέει φωναχτά.
-Βλέπω κλέφτες! Κι άλλους κλέφτες, στοιχισμένους στη σειρά
και ρηγάτους στα γαλάζια, και στα πράσινα πολλοί
να…, τους βλέπεις; Πάντα οι ίδιοι σουλατσάρουν στη βουλή.
-Δηλαδή, με άλλα λόγια, μου το λες χρωματιστά;
Μα εγώ τα ευρουλάκια σ’ τα ’δωσα κολλαριστά.
Θέλ’ ονόματα, κυρά μου, να μου πεις αυτός κι αυτός,
ποιοι είν’ αυτοί, και πώς τους λένε, να τους ξέρει ο λαός.
-Εγώ ονόματα δεν λέω, δεν σπιλώνω, δεν σπιλώνω,
τα χαρτιά απ’ το τραπέζι, άμα θέλεις τα σηκώνω.
-Θα σου δώσω κι άλλα, πάρε! Όμως θέλω ορθά κοφτά,
να μου πεις τι απογίναν των Ελλήνων τα λεφτά;
Βλέπω τώρα που επιμένεις τ’ αερΆκη τα ’χει πάρει
κι από δίπλα μια σπαθάτη τα μαζεύει με καμάρι!
Στο Παρίσι, στο Παρίσι νύφη βλέπω πως την ντύνουν,
κόπασε το αερΆκη και στα σίδερα τους κλείνουν!
-Δηλαδή το αερΆκη μας φαλίρισε το Έθνος;
-Έξυπνος θαρρώ πως είσθε, μα είσθε λίγο εξαντλημένος.

Τ’ αεράκι μ’ άλλα λόγια είναι «Πίθος Δαναΐδων»,
ο Αντώνης, ο Βαγγέλης, ο Ανδρέας κι ο Σπυρίδων!
Δεν μπορώ να είπω άλλα. Δεν σπιλώνω, δεν σπιλώνω.
Είμαι μάρτυς κι ανωνύμως, ό,τι είδα σας δηλώνω.

26/4/2018 © Γιώργος Ν. Κανάκης

Εδώ και τώρα*

Έχασε η πατρίδα μας το πρωτινό της κλέος
και ο λαός κατάντησε να είναι πειναλέος.
Έχασαν όλοι οι Ρωμηοί το γέλιο απ’ τα χείλη,
από Ευρωπαίοι-Έλληνες, κατάντησαν… Γραικύλοι.

Τη λύση του προβλήματος, εδώ, σας καταθέτω,
με σέβας υποκλίνομαι, βγάζω και το κασκέτο.
Την προσοχή σας, θα ’θελα, μόνο για λίγη ώρα,
έχω εκπονήσει πρόγραμμα διά να σωθεί η χώρα.
Διά να σωθούμε, κύριοι, πρέπει εδώ και τώρα,
να δώσομε διπλούς μισθούς, συντάξεις μα και δώρα.
Γιατί με διπλασίαση, φίλτατοι, των εσόδων,
θα ’ναι ευθέως ανάλογη κι εκείνη των εξόδων.
Πρέπει να έχει γελαστούς το κράτος μας πολίτες
κι ουχί ανέργους, άστεγους, φτωχούς και ψωμοζήτες.
Πρέπει ν’ αρχίσει η ροή, να κινηθεί το χρήμα,
(βάζω και μια παρένθεση… για να μου βγει η ρίμα.)
Να βγει ο κόσμος με χαρά στα μαγαζιά, στους δρόμους,
να κουβαλούν σαν μέρμηγκες, φαγιά-σακιά στους ώμους.
Με εύχαρη διάθεση να τρέχουν, να γελάνε,
να αγοράζουν οι μισοί κι άλλοι να πουλάνε.
Να μαγειρεύουν οι κυρές, οι γραίες, οι κορασίδες,
να ξαναγράψει η ζωή, νέες χρυσές σελίδες!
Μ’ αγάπη να γυρίζουμε όλοι αδερφωμένοι,
να ξαναβρούμε τη χαρά που έχουμε χαμένη
και να χορεύουμε μαζί, όλοι μικροί μεγάλοι,
να γίνει πάλι η ζωή, χαρά και παραζάλη!
Να παίζουν τα μικρά παιδιά, να φεύγουν, να γυρίζουν
κι απ’ τη χαρά τους την πολλή να τρεχοπορδαλίζουν!
Να πάψει αυτός ο πόλεμος κι οι… «τοξικές» γραβάτες,
οι «στρατηγοί» των σαλονιών, θεσμοί και τεχνοκράτες.
Εδώ και τώρα, κύριοι, το επαναλαμβάνω,
δώρα, συντάξεις και μισθοί, δύο φορές επάνω.

Εσείς που με ακούσατε και σιγοκουρταλείτε
κι οι άλλοι που…, ανεφάρμοστο το πόνημα θα βρείτε,
θα κλείσω εδώ με μια στροφή, δεν ρητορεύω άλλο,
το Έθνος θα μ’ ευγνωμονεί, διόλου δεν αμφιβάλλω.
Παίρνω το κασκετάκι μου, να έχετε υγεία!
Να σας φιλήσω σταυρωτά, καθέναν, κάθε μία!

*Έπαινος Σατιρικής Ποίησης, στον 2ο Πανελλήνιο Διαγωνισμό Ποίησης Κέφαλος
11/5/2018 © Γιώργος Ν. Κανάκης

Μάσκα, δεν φοράτε μάσκα

Προχθές το βράδυ στο παρκάκι, θα ’τανε εννιά και δέκα,
να σου δέκα πολισμάνοι μ’ αλεξίσφαιρα γιλέκα,
απλωθήκαν στο ημίφως με καφέ και με τσιγάρο,
κι αναμμένο τον αφήσαν εις στα περιπολικά τον φάρο.
Χαλαροί, χασκογελούσαν μ’ όλα τα λουριά τους λάσκα,
ούτε ένας δεν φορούσε, όπως θα ’πρεπε, τη μάσκα,
ασκεπείς και χα χα χου χα, ως αδέσποτο κοπάδι,
όλοι «μες στις μπλε οθόνες» που φωτίζαν’ στο σκοτάδι.

Μετά από λίγο δύο νέοι διασχίζουν το παρκάκι,
ένας νέος και μια νέα ταιριασμένο ζευγαράκι,
περπατούν αγκαλιασμένοι, όλο ομορφιά και χάρη
και κρατάνε με καμάρι της αγάπης το δοξάρι!

Μόλις τους αντιληφθήκαν τα δέκα όργανα της τάξης,
είδανε στο ζευγαράκι πως δεν είχε προφυλάξεις,
σηκωθήκαν, τους κυκλώσαν, και τους λεν κοφτά με ύφος:
γιατί δεν φοράτε μάσκες και πού πάτε στο ημίφως;
Νούμερα, έχετε αποστείλει; Και τέτοια ώρα έχουν λήξει,
το πιστόλι του ο ένας κάνει ότι θα τραβήξει.
-Όχι, πάμε για το σπίτι μα αργήσαμε λιγάκι,
πήγαμε στον Άγιο Σώστη να ανάψουμε κεράκι,
να μας σώσ’ απ’ τους σωτήρες κι απ’ τα φίδια που μας ζώνουν
κι απ’ τις τύψεις που όλοι μέρα ανελέητα μας φορτώνουν.

-Μάσκα, δεν φοράτε μάσκα, και αυτό είν’ ευρώ τριακόσια,
μη μου βγάζεις, ταραξία, και πολύ-πολύ τη γλώσσα,
θα σου ράψω κουστουμάκι να φοράς στην καραντίνα
κι όταν θα σκεφτείς «το έξω» να κοιτάς απ’ την κουρτίνα.

Δεν μας έφτανε ο φόβος που τρυπάει τα σωθικά μας,
είναι κι οι… αήθεις λέξεις που δεν ταιριάζουν στα γραπτά μας.
Στην κηδεία μας μάς βρίσκουν και μας λεν, περαστικά μας(!)

11/12/2020 © Γιώργος Ν. Κανάκης

Ο Νώντας

Περπατούσα στη λιακάδα, στου Συντάγματος τα μέρη,
ο «ναός» εις τα δεξιά μου, μια Δευτέρα μεσημέρι.
Παλαιότερα παλάτι, τώρα του έθνους οι τρακόσιοι.
Όλ’ η σάρα και η μάρα, μα… εν πάσει περιπτώσει.
Του Αγνώστου Στρατιώτου το μνημείο προσπερνώντας,
στο φανάρι στη γωνία, δίπλα μου, περνούσε ο Νώντας.
Φιλαράκι απ’ το σχολείο, όχι και πολύ σπουδαίος,
στα μαθήματα εννοώντας, ήταν μαθητής μεσαίος.
Είχε πάντα μία τάση με φαμφάρες να επιμένει,
λόγια λέει που κι ο ίδιος δεν πολυκαταλαβαίνει.
Από τότε φύγαν χρόνια, δρόμο πήρε, δρόμο πήρα,
μες στα θέλω του ο καθένας, στον δικό του χαρακτήρα.
Τον κοιτώ, είναι δεν είναι. Samsonite και γραβάτα,
μα μιλάει με τον στόμφο, όπως εμιλούσε πάντα.
Με το βουβαλίσιο βλέμμα, με κοιτά, δεν με κοιτάει;
Με τον υπουργό ακούω σε συνάντηση θα πάει.
Γεια σου, Νώντα, με θυμάσαι; Ήμασταν μαζί σχολείο.
Πώς τα πας; Ξαναρωτάω. Μ’ απαντάει. Μεγαλείο!
Βρήκα τρόπο κι επιδέξια μ’ όλους πάντα «παίζω μπάλα»,
σαν τη μέλισσα στο μέλι, σαν τη μύγα πάω στο γάλα.
Και με τούτους και μ’ εκείνους πάντα φίνα την περνάω,
το αφήγημα το ίδιο βρήκα τρόπο και πουλάω.
Είμαι χρήσιμο εργαλείο, του συστήματος γρανάζι
κι η εκάστοτε εξουσία πάντοτε με λογαριάζει!

Τα είπαμε κοντολογίς και φύγαμε στο πλήθος.
Κάθ’ άνθρωπος πορεύεται με το δικό του ήθος.

22/4/2018 © Γιώργος Ν. Κανάκης

Αλλάξανε οι εποχές

Σου το ’χω πει πολλές φορές να κόψεις τις σπατάλες,
αυτές που χρόνια έκανες χωρίς αναστολές.
Ξέχασες ό,τι είπαμε, ’δω πέρα, τις προάλλες,
πως οι ημέρες άλλαξαν, δεν είναι πια οι παλιές;

Και το ’δα χθες το όνειρο, «πολλά λεφτά κρατούσα.
Μου ’λεγες: κοίτα, ζάπλουτοι ήμαστε, τι σε νοιάζει;»
Πίκρες και φτώχιες είν’ αυτά, το ξέρω κι ας γελούσα,
αν δεις λεφτά, το όνειρο, κακά μαντάτα βγάζει.

Αφού στα είπα, «το» και «το», δεν φτάνει παραπέρα,
ίσα με εδώ το πάπλωμα στα έξοδα του μήνα.
Να μην αφήνεις το νερό να τρέχει στη μπανιέρα.
Σαν πάρει βράση το φαΐ…, στο δύο την κουζίνα.

Μετά, τα ψώνια με φειδώ μην παίρνεις ό,τι να ’ναι,
χωρίς το γαλλικό τυρί…, παλιό κρασί δεν κάνεις;
Άλλοι πεινάνε και ψωμί δεν έχουνε να φάνε
κι εσύ μου ψάχνεις συνταγές με κρόκο της Κοζάνης;

Σου τα ’γραψα και στο χαρτί. Ένα κιλό φασόλια,
μια ρέγκα, με προτίμηση, να είναι αυγωμένη
κι εσύ ροκφόρ μου έφερες, γαρίδες και ραβιόλια!
Εις Παρισίους φαίνεται θα ’σαι μεγαλωμένη!

Μισό κιλό, άσπρο τυρί. Ναι, φετούλα βαρελίσια.
Μισό κιλό, ανθότυρο και τρία γιαουρτάκια,
με λιπαρά ενάμισι, ξέρεις, τ’ αγελαδίσια
κι αν έχει φρέσκα, ο ψαράς, πάρε και προσφυγάκια.

Τίποτε απ’ όσα είπαμε. Εσύ του κεφαλιού σου.
Λαχτάρες θα μας βρουν, θα δεις, και επί του πρακτέου
μήπως το κράτησες καλά, στην άκρη του μυαλού σου,
ότι… «λεφτά υπάρχουνε» που είπε ο Παπανδρέου;

Αλλάξανε οι εποχές και πάρε το χαμπάρι,
μια τρόικα μας κυβερνά, γι’ αυτό, χαρτί μολύβι.
Κοίτα, ο ήλιος έγειρε, λιωμένο κεχριμπάρι!
Η αγάπη είναι ο πλούτος μας, σε τούτο το «καλύβι!»

21/4/2018 © Γιώργος Ν. Κανάκης

Τα παιχνίδια με τους βλάκες

Στη μικρή μας κοινωνία, στου σχολείου την αυλή,
παίζαμε πολλά παιχνίδια τότε που είμασταν μικροί
και πολλές φορές με κόλπα, εξυπνάδες και μαγκιές,
κάναμε συνομωσίες και «μικροπολιτικές»!
Το συχνότερο μας κόλπο, που είχε και μεγάλη πλάκα,
βάζαμε για αρχηγό μας κάποιον, με πατέντα, …βλάκα.
Άρχει ο βλάκας στη «μαφία» και γίνεται, έλα να δεις,
σήκω «βλάκα», κάτσε «βλάκα». Κι άκου, «το» και «το» θα πεις.
Τα σαΐνια στις παρέας πάντα έναν βλάκα τρέχουν,
που τον έχουν του χεριού τους και μπορούν να τον ελέγχουν.

Μήπως στα «παιχνίδια» τ’ άλλα, τα παγκόσμια εννοείτε…
Ένα βλάκα οι μαφίες, θέλουν πάντα να ηγείται.
Κι αν ο βλάκας, βλάκας είναι, δεν τους κάνει τα χατίρια,
τότ’ αρχίζουνε οι φάπες, τα μεγάλα «πανηγύρια»!
Έτσι αρχίζουν οι πολέμοι κι υποφέρουν οι λαοί,
με των λίγων τα παιχνίδια την πληρώνουν οι πολλοί.
Τι σου φταίνε οι καημένοι, όπου γεννηθήκαν βλάκες
και γινήκαν παιχνιδάκι, στου πλανήτη τους… μπαμπάκες(;)

Θα μου πείτε είναι φίλοι κι όλοι έναν ρόλο παίζουν,
κάποιοι θα ζητωκραυγάζουν, κάποιοι άλλοι θα εμπαίζουν.
28/4/2018 © Γιώργος Ν. Κανάκης

Επί τη αφίξη*

Από παιδί είχα στην καρδιά ένα μεγάλο πόθο
και τώρα που μεγάλωσα πιο έντονα το νιώθω.
Ήθελα πριν εις Κύριον κι εγώ ν’ αποδημήσω,
ένα βασιλιά, ένα πρίγκιπα, να δω να συναντήσω.
Κι ήρθε η πολυπόθητη, η Άγια τούτη μέρα,
που γέμισε με μυρωδιές εξαίσιες τον αέρα!
Τι ευτυχία που θα δω σήμερα την Καμίλα!
Πες μου, το συμμερίζεσαι; Μα σε ρωτάω, μίλα.
Μου φαίνεται κάθε λεπτό π’ αργοπορούν, αιώνας,
από την αγωνία μου στεγνώνει ο καταπιόνας.
Σκοτείνιασε ο υπέρλαμπρος της Αττικής ο ήλιος
κι η αγωνία μου έγινε έρπητας επιχείλιος.

Ωωω! Νάτο, προσγειώθηκε έρχεται, σταματάει,
μπαίνει το κόκκινο χαλί, βγαίνει με χαιρετάει!
Δάκρια χαράς πλημμύρισαν τα πράσινά μου μάτια,
θέλω να τρέξω με ιαχές, ν’ ανέβω σκαλοπάτια,
να διαλαλήσω ν’ ακουστεί ως πέρα η χαρά μου,
που ξεδιαλύναν όμορφα τούτα τα όνειρά μου!
...
Άκουσα πως θα μεταβούν και στην ωραία Κρήτη,
λύγα το γόνυ, με χαρά, μπροστά Τους Ψηλορείτη.
Ας ξεκινήσουν δοξαριές οι υμνωδούσες λύρες,
ν’ ανοίξουνε της ποίησης διάπλατα οι θύρες
και να γραφτούνε, πάραυτα, τώρα ωραία έπη,
ν’ αποδοθούνε οι τιμές, όλες, στο καθώς πρέπει.

Τώρα τα δυο ματάκια μου ήσυχα ας τα κλείσω
κι από καρδιάς τον Πλάστη μου να τον ευχαριστήσω,
Αυτόν που με αξίωσε και τούτο να το ζήσω
κι εσάς που το διαβάσατε, φιλιά να σας γεμίσω!

9/5/2018 © Γιώργος Ν. Κανάκης

*γράφτηκε στον αεροδιάδρομο του «Ελευθέριος Βενιζέλος» κατά την αναμονή της αφίξεως, Κάρολου-Καμίλας.


Βιογραφικό σημείωμα

Γιώργος Ν. Κανάκης: Γεννήθηκε στην Όλυμπο Καρπάθου και έζησε εκεί μέχρι που τελείωσε το δημοτικό σχολείο. Στα χρόνια που τα νέα παιδιά του τόπου του άφηναν τη γενέθλια γη και με λίγες φτωχικές ταξιδιωτικές αποσκευές, φτάνανε σε άγνωρους τόπους όπως οι αρχαίοι ταξιδευτές, για να αναζητήσουν την τύχη τους, τότε έφυγε κι αυτός για τον Πειραιά όπου συνέχισε σπουδές στην Τεχνική Εκπαίδευση. Φοίτησε και αποφοίτησε από την Τεχνική Μέση Εκπαίδευση στον Πειραιά. Συνέχισε σπουδές στην Ανώτερη Τεχνική Εκπαίδευση (Τ.Ε.Ι. Πειραιώς) στο τμήμα Ηλεκτρολόγων-Υπομηχανικών. Σπούδασε επίσης Διεύθυνση Φωτογραφίας στην Ανώτερη Σχολή Κινηματογράφου και Τηλεόρασης «Λυκούργου Σταυράκου». Εργάστηκε ως τεχνικός και μέλος της Ένωσης Τεχνικών Ελληνικού Κινηματογράφου και Τηλεόρασης, σε κινηματογραφικές και τηλεοπτικές παραγωγές. Από το 1989 μέχρι σήμερα εργάζεται στην Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση ΕΡΤ. Ασχολείται με την πεζογραφία και την ποίηση στο γλωσσικό ιδίωμα της Καρπάθου, αλλά και σε λόγια γλώσσα. Αρκετοί στίχοι του έχουν μελοποιηθεί. Έχει λάβει μέρος σε διαγωνισμούς ποίησης και έχει πάρει σημαντικές διακρίσεις. Δημοσιεύει τακτικά σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά. Έχει υπό έκδοση ποιήματα, ρίμες, χαϊκού, θεατρικά έργα, παραμύθια.

Βιβλία του:

«Στης πέτρας τη σιωπή, χωρατάες από στόμα σε στόμα» (1996), που απέσπασε πολύ καλές κριτικές.
«Κάρπαθος, δάκρυ κι άρωμα. Ρίμες και μαντινάδες» (εκδόσεις Αροθυμία, 2017).
«Σονέτα-γυναίκες» (εκδόσεις Αροθυμία, 2019).
«Εν Δωδεκανήσω» (συλλογικός τόμος), συμμετοχή με διήγημά του (εκδόσεις Κέδρος, 2002).
«Ποιητικές Συμπλεύσεις 3, Ρευστά Όρια» (συλλογικός τόμος), συμμετοχή με πέντε ποιήματα, (εκδόσεις Εντύποις, 2019).
«Ποιητικές Συμπλεύσεις 4, Φτερωτά Λόγια» (συλλογικός τόμος), συμμετοχή με πέντε ποιήματα, (εκδόσεις Εντύποις, 2020).
«Ποιητικές Συμπλεύσεις 5, Μονοπάτια Της Γραφής» (συλλογικός τόμος), συμμετοχή με πέντε μικροδιηγήματα, (εκδόσεις Εντύποις, 2020).